Legislator Case Law & Legislation
1402/2015 AI generated

1402/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1402/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1402/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1402 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1402/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΙ Α.Ε."που εδρεύει στη …, τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Ε. Κ. του Ι., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Επαμεινώνδας Αμπατζής δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε την 27-1-2014 στη Θεσσαλονίκη και κληρονομήθηκε από τους α)Ν. χα Ε. Κ. το γένος Γ. Χ., κατοίκου ..., β)Γ. Κ. του Ε., κάτοικο ομοίως, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη (αριθμ πρακτ. 27/18-3-2015) και εκπροσωπούνται άπαντες οι αναιρεσείοντες από τον Επαμεινώνδα Αμπατζή.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Β. συζ. Σ. Π., το γένος Χ. Λ., 2)Κ.-Ν. Π. του Σ., 3)Χ. Π. του Σ., 4)Α. Θ. του Ε., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας Αμπελιώτου - Αϊδαρίνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29971/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-5-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 5-11-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξουσία των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο ...3 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα, για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο ατό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, προκύπτει ότι παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως επί ακινήτου αποτελεί και η καθολική διαδοχή, από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου, κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών.

Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

‘ Ασκηση νομής αποτελούν όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, μεταξύ άλλων είναι η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η εκμίσθωση σε τρίτους, η καταμέτρησή του και η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων ...3, 1041 επ., 1094 του ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση μεν αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας (διάφορος τρόπος κτήσεως) ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται από τον τελευταίο, με βάση τα οποία απέκτησε την κυριότητα είναι μεταγενέστερα εκείνων της αγωγής ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ’ αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή.

Εξ ετέρου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές, δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα.

‘ Ετσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ ΑΠ 20/2005) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αξιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.

Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικά περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάζεται με αυτά κανόνας δικαίου ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως προς την σωρευομένη με αγωγή ωφελημάτων και αποτελούσα αντικείμενο της αναιρέσεως, διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων και την κατ’ αυτής υποβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας της πρώτης αναιρεσείουσας, διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1943 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Ρουσσά, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ...

και με αριθμό ... (σε συνδυασμό με το υπ’ αριθμ. .../1950 συμβόλαιο συμβιβασμού κατοχικής αγοραπωλησίας, του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σωκράτη Τζαβέλλα, που συντάχθηκε μετά τη δημοσίευση του ΑΝ 1323/1949 και μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία στον τόμο ... και με αριθμό ...), ο άμεσος και απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Χ.

Λ. του Κ. (πατέρας της πρώτης, παππούς των δεύτερου και τρίτου και πεθερός της τέταρτης), αγόρασε από τον προηγούμενο κύριο Α. Ν. του Λ., το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 94 τμ και μετά από πρόσφατη καταμέτρηση 108,50 τμ, που βρίσκεται στη ... σε πάροδο της οδού ... πίσω από τον Ιερό Ναό ...

και συνορεύει βορειοδυτικά σε πλευρά 6,16 γμ με την πάροδο της οδού ... (όπου έχει πρόσοψη), βορειοανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά 9,01 γμ, 7,18 γμ και 4,99 γμ μέ ιδιοκτησίες αγνώστων (τμήμα των οποίων είναι καλυμένο με λαμαρινιοκατασκευές), νοτιοανατολικά σε πλευρά 3,32 γμ με ιδιοκτησία αγνώστου και νοτιοδυτικά σε τεθλασμένη πλευρά 5,39 γμ, 7,32 γμ και 8,14 γμ με ισόγειο κατάστημα, όπου λειτουργεί η επιχείρηση των καθ’ ων, όπως αυτό (ακίνητο) εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Μ., αποκτήσας έτσι την κυριότητα με παράγωγο τρόπο. Μετά την αγορά του ακινήτου, ο ως άνω δικαιοπάροχος των εναγόντων, παρέλαβε στη νομή του το ακίνητο αυτό και άρχισε να το νέμεται ασκώντες όλες. τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, όπως εκμίσθωση σε τρίτους, ενέργειες για την τακτοποίησή του πολεοδομικά, εποπτεία και επίβλεψη.

Το έτος 19S0 εκμίσθωσε το ακίνητο αυτό στον δεύτερο εναγόμενο Ε. Κ., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως αποθηκευτικό χώρο και χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης Ανώνυμης Εταιρίας (της οποίας ήταν Διευθύνων Σύμβουλος), που λειτουργούσε σε όμορο ακίνητο, έναντι μηνιαίου μισθώματος που το έτος 1991 ανερχόταν στο ποσό των 6.900 δρχ.

Ο ως άνω μισθωτής δε έκτοτε παρέλαβε αυτό στην κατοχή του και το χρησιμοποιούσε κατά τη συμφωνημένη χρήση του, καταβάλλοντας μηνιαίο μίσθωμα. Μάλιστα για τα μισθώματα που εισπράχθηκαν εκ μέρους του παραπάνω κυρίου και εκμισθωτή του εν λόγω ακινήτου, Χ. Λ. του Κ., από τον δεύτερο εναγόμενο-μισθωτή, για τη χρονική περίοδο από 1/1 μέχρι 31-12-1991, υποβλήθηκε και η σχετική δήλωση στην αρμόδια ΔΟΥ.

Έτσι, ο ως άνω αποβιώσας δικαιοπάροχος των εναγόντων κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ήτοι με αγορά από τον προηγούμενο κύριο δυνάμει των προαναφερόμενων συμβολαίων, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το χρόνο έναρξης της ισχύος του ΑΚ (1946) μέχρι και το θάνατο του στις 23-12-1991, ήτοι επί 45 χρόνια υπό την ισχύ του ΑΚ νεμόταν και κατείχε το ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίου.

Μετά το θάνατο του, κληρονομήθηκε εξ’ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Π. και τα δύο τέκνα του, Κ. και Β. (πρώτη ενάγουσα), κατά ποσοστό 2/8, 3/8 και 3/8 εξ’ αδιαιρέτου αντίστοιχα, (ή 4/16, 6/16 και 6/16 εξ’ αδιαιρέτου αντίστοιχα), οι οποίοι ως κληρονόμοι υπεισήλθαν και στη μισθωτική σχέση του επιδίκου ακινήτου, ο δε δεύτερος εναγόμενος συνέχιζε να καταβάλει προς αυτούς το μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο αναπροσαρμόσθηκε για το έτος 1992 σε 7.500 δρχ., για το έτος 1993 σε 8.600 δρχ., για το έτος 1994 σε 11.000 δρχ., για το έτος 1995 σε 12.500 δρχ.

και για τα έτη 1996 και 1997 σε 15.000 δρχ. Όλοι οι ως άνω συγκληρονόμοι μάλιστα υπέβαλαν εμπρόθεσμα τη σχετική με αριθμό .../1992 δήλωση φόρου κληρονομιάς, στην οποία περιέλαβαν ρητά και το επίδικο ακίνητο με αριθμό (8), ενώ η Π. (σύζυγος) και ο Κ. (τέκνο), μέχρι και το οικονομικό έτος 1998 (χρήση και εισοδήματα 1997), δήλωναν στις υποβληθείσες στην αρμόδια ΔΟΥ αναλυτικές καταστάσεις μισθωμάτων ακινήτων και τα παραπάνω ποσά των μηνιαίων μισθωμάτων που εισέπρατταν από τον δεύτερο εναγόμενο (κατά το εξ’ αδιαιρέτου ποσοστό τους), μέχρι τον παραπάνω χρόνο, μέχρι τον οποίο ο τελευταίος κατέβαλε το μίσθωμα, ενώ στη συνέχεια, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα περιστατικά, μετέβαλε διάνοια και άρχισε να αμφισβητεί μαζί με την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, την συγκυριότητα των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο.

Συγκεκριμένα, μετά το θάνατο του αρχικού κυρίου και εκμισθωτή Χ. Λ., το μίσθωμα για το επίδικο ακίνητο από τον δεύτερο εναγόμενο, εισέπραττε ο συγκληρονόμος Κ. Λ., ο οποίος διένειμε αυτό στους συγκληρονόμους ανάλογα με το παραπάνω ποσοστό τους, μέχρι και τα τέλη του έτους 1996, οπότε λόγω ασθενείας του (απεβίωσε τελικά στις 2-5-1997), ανέλαβε την είσπραξη του μισθώματος ο σύζυγος της πρώτης ενάγουσας-συγκληρονόμου, Σ.

Π., μετά από τηλεφωνική επικοινωνία και συνεννόηση με τον δεύτερο εναγόμενο. Καθόλη τη διάρκεια του έτους 1997, ο ως άνω σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, έστελνε στην επιχείρηση του δευτέρου εναγομένου, τον υπάλληλο του Ι. Τ. (μάρτυρα των εναγόντων), με σχετική απόδειξη που ανέγραφε "κληρονόμοι Χ. Λ." και εισέπραττε το μηνιαίο μίσθωμα, χωρίς καμία διαμαρτυρία ή άρνηση εκ μέρους των εναγομένων, ανερχόμενο στο ποσό των 15.000 δρχ.

Τον Ιανουάριο του 1998, ο δεύτερος εναγόμενος αρνήθηκε να καταβάλει το μίσθωμα στον ως άνω υπάλληλο του συζύγου της πρώτης ενάγουσας, που πήγε εκεί για το λόγο αυτό, επίσης αρνήθηκε και την προταθείσα αναπροσαρμογή του μισθώματος και έκτοτε μεταβάλλοντας διάνοια άρχισε να αμφισβητεί την συγκυριότητα των ως άνω συγκληρονόμων και εντεύθεν και των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο, προβάλλοντας επ’ αυτού δικαιώματα κυριότητας της εκπροσωπούμενης από αυτόν πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, ισχυριζόμενος πλέον ότι κατέχει αυτός και η εκπροσωπούμενη από αυτόν πρώτη εναγομένη το επίδικο ακίνητο, όχι δυνάμει μισθωτικής σχέσης, αλλά με διάνοια κυρίων ως νομείς από το έτος 1952 και εντεύθεν.

Στις 2-5-1997 πέθανε ο παραπάνω συγκληρονόμος Κ. Λ., χωρίς ν’ αφήσει διαθήκη, συγκύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 6/16 εξ’ αδιαιρέτου και άφησε πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγο του, την αδελφή του και τη μητέρα του (δεν είχε κατιόντες), εκ των οποίων η μητέρα του Π. αποποιήθηκε εμπρόθεσμα την κληρονομιά, με την .../29-8-1997 έκθεση αποποίησης και το μερίδιό της περιήλθε στην κόρη της και αδελφή του κληρονομουμένου-πρώτη ενάγουσα.

Έτσι ο ως άνω αποβιώσας Κ. Λ., κληρονομήθηκε εξ’ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Α. Θ. (4η ενάγουσα) κατά ποσοστό 3/16 εξ’ αδιαιρέτου και την αδελφή του Β. (πρώτη ενάγουσα) κατά το υπόλοιπο ποσοστό από 3/16 εξ’ αδιαιρέτου, στις οποίες περιήλθε το επίδικο ακίνητο κατά τα παραπάνω ποσοστά. Τέλος, στις 8-2-2002 πέθανε η παραπάνω συγκληρονόμος Π.

χα Χ. Λ., συγκύρια του επιδίκου κατά ποσοστό 4/16 εξ’ αδιαιρέτου, και δυνάμει της με αριθμό κατάθεσης .../1998 ιδιόγραφης διαθήκης της ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Άννας Αβραμίδου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ’ αριθμ. 207/2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατέλειπε το ως άνω ποσοστό της στο επίδικο στην κόρη της Β.-πρώτη ενάγουσα, η οποία αποποιήθηκε συνολικά την επαχθείσα σ’ αυτήν κληρονομιά με την .../30-4-2002 έκθεση αποποίησης, και το μερίδιο της περιήλθε στα δύο τέκνα της Κ.-Ν.

Π. και Χ. Π. (δεύτερο και τρίτο των εναγόντων), κατά ποσοστό 2/143 εξ’ αδιαιρέτου στον καθένα. Όλοι οι ανωτέρω κληρονόμοι αποδέχθηκαν τις επαχθείσες σ’ αυτούς κληρονομιές με την υπ’ αριθμ. .../11-11-2008 δήλωση αποδοχής της συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Άννας Τσίγκρου- Παλάσκα, νόμιμης αναπληρώτριας της κωλυομένης συμβολαιογράφου Αναστασίας Θεοδωρίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης στον τόμο ...

και με αριθμό ..., και συγκεκριμένα, α) η πρώτη ενάγουσα αποδέχθηκε τις επαχθείσες σ’ αυτήν κληρονομιές του πατέρα της Χ. Λ. (ποσοστό 6/16) και του αδελφού της Κ. Λ., ήτοι τόσο το μερίδιο το δικό της όσο και αυτό που περιήλθε σ’ αυτήν μετά την αποποίηση της μητέρας της (ποσοστό 3/16) και για λογαριασμό του αδελφού της Κων/νου την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά του πατέρα του Χ.

Λ. (ποσοστό 6/16), β) οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά της γιαγιάς τους από τη μητρική γραμμή, Π. χας Χ. Λ. (ποσοστό 2/16 ο καθένας) (μετά την αποποίηση της μητέρας τους Β.) και για λογαριασμό της γιαγιάς τους Π. την επαχθείσα σ’ αυτήν κληρονομιά του συζύγου της Χ.

Λ. και γ) η τέταρτη ενάγουσα αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτήν κληρονομιά του συζύγου της Κ. Λ. και για λογαριασμό του τελευταίου ην επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομιά του πατέρα του Χ. Λ.. Με βάση τα παραπάνω οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με κληρονομική διαδοχή, κατά ποσοστό 9/16 εξ’ αδιαιρέτου η πρώτη, κατά 2/16 εξ’ αδιαιρέτου καθένας των δεύτερου και τρίτου και κατά ποσοστό 3/16 εξ’ αδιαιρέτου η τέταρτη.

Από τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η πρώτη από αυτούς ανώνυμη εταιρία νέμεται το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα του μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου της στην περιοχή, από το έτος 1965 και εντεύθεν μέχρι και τη άσκηση της αγωγής, ενώ από το έτος 1952 μέχρι και το έτος 1965 νεμόταν αυτό ο Ι.

Κ., ο οποίος το έτος 1965 με την ίδρυση της πρώτης εναγομένης, παρέδωσε ταυτόχρονα σ’ αυτήν και τη νομή του επιδίκου, ώστε η πρώτη απέκτησε την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία με προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της. Και συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε κατά τα άνω το επίδικο ακίνητο νεμόταν ο άμεσος και απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ.

Λ., στον οποίο περιήλθε με αγορά από τον προηγούμενο κύριο, δυνάμει των προαναφερόμενων νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαίων, από το έτος 1946 μέχρι και το θάνατο του το έτος 1991, ο οποίος μάλιστα το είχε εκμισθώσει το έτος 1980 στον δεύτερο εναγόμενο Ε. Κ. του Ι.. Στη συνέχεια και μέχρι το τέλος του έτους 1997 ο δεύτερος εναγόμενος κατείχε το επίδικο ακίνητο ως μισθωτής, δυνάμει της προαναφερόμενης μισθωτικής σύμβασης, και το χρησιμοποιούσε ως χώρο αποθήκευσης και χώρο τοποθέτησης οχημάτων για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας της οποίας υπήρξε διευθύνων σύμβουλος, καταβάλλοντας το μηνιαίο μίσθωμα στους κληρονόμους του αρχικού κυρίου και εκμισθωτή.

Από, το έτος δε 1998 και εντεύθεν ο δεύτερος εναγόμενος μετέβαλε κατά τα άνω διάνοια και άρχισε, μαζί με την πρώτη εναγομένη να αμφισβητεί πλέον και να αντιποιείται την συγκυριότητα των εναγόντων, εκδηλώνοντας, ο δεύτερος την πρόθεσή του να κατέχει το επίδικο όχι δυνάμει μισθωτικής σχέσης, αλλά ως νομέας αυτού και για λογαριασμό του, αντιποιούμενος το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων επί του επιδίκου και τη νομή τους επ’ αυτού, και η πρώτη εκδηλώνοντας την πρόθεσή της να νέμεται αυτό για λογαριασμό της, και έκτοτε (1998) κατέλαβαν το ακίνητο αυτό και το χρησιμοποιούν εν γνώσει τους ότι δεν είναι δικό τους και ότι δεν έχουν κανένα δικαίωμα νομής ή κυριότητας επ’ αυτού.

Συνεπώς δεν στοιχειοθετείται κτήση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από την πρώτη εναγομένη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής αυτής στο επίδικο, με διάνοια κυρίας για δικό της λογαριασμό, από το έτος 1965 και εντεύθεν που ισχυρίζεται, ούτε και πράξεις νομής επ’ αυτού από τον φερόμενο ως δικαιοπάροχο της Ι.

Κ. από το έτος 1952. Συνακόλουθα, η προβληθείσα από τους εναγόμενους νόμιμη ένσταση ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, κτηθείσα από την πρώτη εναγομένη με έκτακτη χρησικτησία, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει ως τέτοια να απορριφθεί". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε κατ’ ουσίαν τους αφορώντες τα οικεία κεφάλαια της εκκαλουμένης λόγους της εφέσεως (ως προς την περί διεκδικήσεως βάση της αγωγής και την κατ’ αυτής ένσταση ιδίας κυριότητας της πρώτης αναιρεσείουσας) και αφού την εξαφάνισε και κατά τούτο (καθώς και ως προς τα αφορώντα τα μη πληττόμενα αναιρετικά και αφορώντα την εν λόγω περί διεκδικήσεως βάση περί παραγραφής και από το 281 ΑΚ κεφάλαιά της), ως κρίνασα αντιθέτως, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ απέρριψε την καταλυτική της κυριότητας προαναφερθείσα ένσταση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αποκτήσεως από τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους της συγκυριότητας του επιδίκου κατά τα επακριβώς προσδιοριζόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου και της μη καταλύσεως της συγκυριότητας αυτής από αντίστοιχο δικαίωμα κυριότητας της πρώτης εναγομένης αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα εκτίθεται στην προσβαλλομένη ότι οι ενάγοντες απέκτησαν την συγκυριότητα του επιδίκου, κατά τα επακριβώς προσδιοριζόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά που αποδέχθηκαν και μετέγραψαν και από διαδοχικούς δικαιοπαρόχους που ήταν κύριοι και είχαν αποκτήσει, αιτία κληρονομιάς από κύριο, άμεσος και απώτερος δικαιοπάροχος των οποίων ήταν ο Χ.

Λ. που είχε αποκτήσει παραγώγως το 1943 με νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, που ως κατοχική αγοραπωλησία επικυρώθηκε με νόμιμα επίσης μεταγεγραμμένο συμβιβαστικό συμβόλαιο κατά τον ΑΝ 1323/1949, αλλά και πρωτοτύπως ως νεμηθείς το επίδικο (που κατά τον τίτλο κτήσεως ήταν 94 τμ και μετά από πρόσφατη καταμέτρηση 108,50 τμ) με τα κατά τον ΑΚ προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και δη από της ισχύος του ΑΚ (23.2.1946) μέχρι τον χρόνο του θανάτου του στις 23.12.1991, ενώ η συγκυριότητα αυτή δεν καταλύθηκε από έκτακτη χρησικτησία της πρώτης αναιρεσείουσας, αφού αυτή και ο διευθύνων σύμβουλός της, Ε.

Κ., ήτοι ο αρχικός δεύτερος αναιρεσείων, στη θέση του οποίου έχουν ήδη υπεισέλθει οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του δεν νεμήθηκαν το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και δη ο δεύτερος από το 1952 μέχρι το 1965 και η πρώτη ως αποκτήσασα τη νομή από τον δεύτερο από το 1965 και επέκεινα, ενώ ο δεύτερος είχε την κατοχή του επιδίκου, δυνάμει της έννομης σχέσεως της μισθώσεως, που καταρτίστηκε το 1980 με τον άμεσο και απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων και κύριο του επιδίκου Χ.

Λ., στην οποία μίσθωση υπεισήλθαν οι ενάγοντες και από τον Ιανουάριο του 1998 μαζί με την πρώτη αντιποιήθηκαν τη νομή αυτή, προβάλλοντας η πρώτη ίδια δικαιώματα. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων και οι περί ελλείψεως νομίμου βάσεως και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεύτερος, τρίτος και τέταρτος από τους λόγους της αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω οι αιτιάσεις α) του δεύτερου λόγου κατά τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση δεν αιτιολογεί το πόρισμά της περί του ότι ο Χ. Λ., εξεμίσθωσε το επίδικο, ούτε γιατί έλαβε υπόψη της την φορολογική δήλωση του εν λόγω Χ. Λ. του έτους 1992, αφού αυτός είχε πεθάνει στις 23.12.1991 β) του τρίτου λόγου κατά τις οποίες η προσβαλλομένη δεν αιτιολογεί ποιοι εισέπρατταν και κατά ποίο ποσοστό το μίσθωμα ως δικαιούχοι μετά το θάνατο του Κ.

Λ., του οποίου, η φορολογική για το 1998 δήλωση πάσχει, αφού αυτός είχε πεθάνει το 1997 γ) του τέταρτου, κατά τις οποίες η προσβαλλόμενη τους υποχρεώνει και σε απόδοση εδαφικού τμήματος που δεν κατέχουν, αλλά ούτε και διεκδίκησαν, είναι απαράδεκτες. Ειδικότερα εκείνες του δεύτερου λόγου είναι απαράδεκτες γιατί αφορούν σε ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αποδεικτικού μέσου και στο πόρισμα που προέκυψε από τη συνεκτίμησή του με τις λοιπές αποδείξεις, οι οποίες όμως (ελλείψεις) δεν συνιστούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη έλλειψη αιτιολογιών, αφού μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε, ενώ καμμιά διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα.

Οι αιτιάσεις του τρίτου λόγου είναι "αλυσιτελείς" καθόσον το ζήτημα που είχε επιρροή στην έκβαση της δίκης ήταν η εκμίσθωση και όχι το επί του μισθώματος εξ αδιαιρέτου ποσοστό των εναγόντων, ούτε η ακρίβεια ως φορολογικών στοιχείων, των προς την Εφορία δηλώσεών τους. Οι αιτιάσεις του τέταρτου λόγου είναι απαράδεκτες γιατί απροκάλυπτα και χωρίς επιφάσεις αποδίδουν στην προσβαλλομένη κακή εκτίμηση των αποδείξεων και πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω στους τρείς αυτούς λόγους (δεύτερο, τρίτο και τέταρτο) αναφέρεται ο αριθμός 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού και συγκεκριμένα χωρίς αναφορά των αποδιδομένων στην προσβαλλομένη απόφαση σφαλμάτων, καθώς και των διατάξεων που παραβιάστηκαν. Ενόψει τούτων δεν στοιχειοθετείται, αναιρετική πλημμέλεια και οι λόγοι αυτοί, κατά το ερευνώμενο μέρος τους είναι αόριστοι.

Πρέπει λοιπόν οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος από τους λόγους της αναιρέσεως να απορριφθούν. Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11περ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔικ (και όπως τούτο ίσχυε 2001) το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός.

Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394, για τον περιορισμό του εμμάρτυρου μέσου απόδειξης και τις εξαιρέσεις αυτού. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας, αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, ως τέτοια δε νοούνται τα υποστατά μεν, πλην ελαττωματικά και γιαυτό άκυρα.

‘ Ητοι λαμβάνονται υπόψη γενικώς κάθε είδους έγγραφα, όπως αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, μη συντεταγμένα κατ’ αποδεικτικό τύπο, ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, μη θεωρημένα από τη Δ.Ο.Υ. (Ολ ΑΠ 15/2003). Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, ούτε τα ανυπόστατα όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθορισμένη διαδικασία.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες των προαναφερθεισών διατάξεων των αριθμών 11α και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά τις οποίες το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη και απέδωσε αποδεικτική δύναμη σε δύο ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, από την εκτίμηση των οποίων συνήγαγε την ύπαρξη της εκμισθώσεως του ενδίκου ακινήτου και το ουσία αβάσιμο της ενστάσεως ιδίας κυριότητας της πρώτης αναιρεσείουσας - εναγομένης.

Τα έγγραφα αυτά είναι α) το αντίγραφο της δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος του Χ. Λ. για το οικονομικό έτος 1992 και β) το συνυποβληθέν με τη δήλωση αυτή έντυπο του Ε-9 που περιείχε κατάσταση των εισπραχθέντων από τον εν λόγω Χ. Λ. μισθωμάτων, ήτοι για τη χρήση του 1991, που δεν μπορεί να κατατέθηκαν αρμοδίως από τον δηλούντα, αφού αυτός πέθανε στις 23.12.1991.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον τα έγγραφα αυτά (που δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά, ούτε υποβάλλεται ισχυρισμός ότι είναι υπογεγραμμένα από τον αποβιώσαντα (μη γνήσια) αλλά ότι δεν κατατέθηκαν από αυτόν) είναι επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα, έστω και αν ακόμη, ως φορολογικά στοιχεία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και νόμιμα λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για έμμεση απόδειξη, ήτοι για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ως προς την ύπαρξη της μισθώσεως, ήτοι τους αποδόθηκε η αποδεικτική δύναμη που έχουν και μάλιστα, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αποφάσεως δεν ήταν τα μοναδικά, ως προς το θέμα αυτό, αποδεικτικά μέσα.

Ενόψει τούτων και της αναφερομένης στη νομική σκέψη διατάξεως του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔικ και όπως τούτο ίσχυε κατά το χρόνο συζητήσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένδικης αγωγής, δεν στοιχειοθετούνται οι επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες ενώ κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και τα ανεπικύρωτα έγγραφα, ήτοι οι απλές φωτοτυπίες των φορολογικών δηλώσεων των αναιρεσιβλήτων ήταν επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα.

Πρέπει λοιπόν και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ). Οι αναιρεσείοντες ήτοι η πρώτη και οι υπεισελθόντες στη θέση του δεύτερου ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 180 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.5.2013 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Κ. και Υιοί ΑΕ" και των υπεισελθόντων στη θέση του αρχικού αναιρεσείοντα Ε. Κ. του Ι. α)Ν. χας Ε. Κ., το γένος Γ. Χ. και β) Γ. K. του Ε. κατά των Β. συζ. Σ. Π., το γένος Χ. Λ. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 11/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ