Legislator Case Law & Legislation
1402/2014 AI generated

1402/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1402/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1402/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Γίνεται παγίως δεκτό ότι, μολονότι η αναγνωριστική αγωγή δεν υπόκειται σε παραγραφή, δεν συντρέχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της, όταν η αξίωση έχει ήδη υποκύψει σε παραγραφή ή αποκλειστική προθεσμία ή γενικά έχει αποσβεσθεί, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι.

Keywords

AI generated
medically certified work incapacity regional medical service healthcare provider outdated medical report contract for medical treatment administrative status of officials
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1402 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1402/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: ΟΤΑ Α' βαθμού με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Δ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φανή Τσούμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Γ. Θ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Σχινά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 398/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5182/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 28-2-2011 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1582/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 28-2-2013 κλήση του αναιρεσιβλήτου - καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 5-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Γίνεται παγίως δεκτό ότι, μολονότι η αναγνωριστική αγωγή δεν υπόκειται σε παραγραφή, δεν συντρέχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της, όταν η αξίωση έχει ήδη υποκύψει σε παραγραφή ή αποκλειστική προθεσμία ή γενικά έχει αποσβεσθεί, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι.

Αυτό συμβαίνει, όμως, όταν ζητείται η αναγνώριση της έννομης σχέσεως από την οποία απορρέει η παραγεγραμμένη αξίωση. Στη νομική γλώσσα, υπό διαφορετική της "ενοχής" έννοια, γίνεται χρήση του όρου "ενοχική σχέση". Δι' αυτής δηλώνεται συνήθως ευρύτερη και περιεκτικότερη ενιαία έννομη σχέση (π.χ. η όλη σύμβαση), εκ της οποίας γεννώνται ειδικότερες ενοχές, δηλαδή οι διάφορες κατ' ιδίαν υποχρεώσεις (ή απαιτήσεις) δι' εκάτερον των μερών.

Έτσι κάθε σύμβαση αποτελεί μεν ενιαία ενοχική σχέση, αλλά δεν εκφράζεται διά του όρου "ενοχή". Η διάκριση αυτή καταφαίνεται στη γένεση, μεταβίβαση, παραγραφή και εν γένει απόσβεση των ενοχών. Η παραγραφή της όλης ενοχικής σχέσεως, όπως της συμβάσεως, δεν είναι νοητή, διότι σε παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις, δηλαδή οι κατ' ιδίαν ενοχές (απαιτήσεις).

Επίσης, όπου ο νόμος ομιλεί περί αποσβέσεως ενοχής, εννοεί την κατ' ιδίαν υποχρέωση (ή απαίτηση), ενώ απόσβεση της όλης ενοχικής σχέσεως, πράγμα που σημαίνει της όλης συμβάσεως, χωρεί όπου και όπως ορίζει τούτο ο νόμος (π.χ. άρθρα 389 παρ. 2, 509 κ.λπ. του ΑΚ). Ειδικότερα, επί συμβάσεως εργασίας, η παραγραφή των πηγαζουσών εξ αυτής κατ' ιδίαν αξιώσεων για αποδοχές από διάφορες αιτίες, δεν συνεπάγεται και απόσβεση της όλης ενοχικής σχέσεως, που συνδέει τα μέρη, όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, όπως και στην περίπτωση που ζητείται η αναγνώριση χρόνου υπηρεσίας για χρονικό διάστημα, το οποίο εμπίπτει στην έγκυρη διάρκεια της συμβάσεως, δηλαδή της κατ' αυτό υπάρξεως της έννομης σχέσης, από την οποία απέρρεαν οι παραγεγραμμένες αξιώσεις του μισθωτού για το ίδιο χρονικό διάστημα.

Υφίσταται δε προς τούτο έννομο συμφέρον του μισθωτού, εγκείμενο στην προσμέτρηση του χρόνου αυτού για την ένταξή του στο προσήκον μισθολογικό κλιμάκιο και συνακόλουθα για την μισθολογική προαγωγή του, όταν μάλιστα η σύμβασή του, ως έννομη σχέση, συνεχίζεται και είναι ενεργός (ΑΠ 1568/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι:

Με την ένδικη από 15-1-2008 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν, ότι είναι ιατροί, δερματολόγος - παθολόγος ο πρώτος και ορθοπεδικός ο δεύτερος και ότι προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Αθηναίων (Ο.Τ.Α.) στις 8-9-1994 με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, ως ιατροί, στα πλαίσια της παροχής από τον εναγόμενο Δήμο κοινωνικών υπηρεσιών προς τους δημότες του.

Ότι τις συμβάσεις προσλήψεώς τους ο εναγόμενος χαρακτήρισε ως συμβάσεις έργου, ορισμένης διάρκειας αρχικά, οι οποίες όμως ουδέποτε έληξαν ή καταγγέλθηκαν, αλλά ανανεώνονταν συνεχώς έως τις 8-2-1998, που ο εναγόμενος συνήψε με αυτούς (ενάγοντες) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τους ενέταξε σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου.

Και ότι από της αρχικής προσλήψεώς τους έως την παραπάνω ένταξή τους στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου, η μεταξύ αυτών και εκείνου έννομη σχέση είχε τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι της συμβάσεως έργου, ενόψει της νομικής και προσωπικής εξαρτήσεώς τους από τον εναγόμενο εργοδότη τους, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα, και της καλύψεως πάγιων και διαρκών αναγκών αυτού σε ιατρικό προσωπικό για την επιτέλεση του έργου της παροχής κοινωνικών υπηρεσιών προς τους δημότες του.

Ισχυρίσθηκαν ακόμη οι ενάγοντες ότι, παρ' όλα αυτά ο εναγόμενος Δήμος αρνείται να αναγνωρίσει ότι και κατά το χρονικό διάστημα που παρείχαν σ' αυτόν τις υπηρεσίες τους με κατ' επίφαση συμβάσεις έργου, στην πραγματικότητα τους συνέδεε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, με συνέπεια, εκ της αρνήσεως αυτής του εναγομένου, να υφίστανται δυσμενείς επιπτώσεις στα απορρέοντα από την παροχή της εξαρτημένης εργασίας τους, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, δικαιώματά τους, όπως είναι η κατάταξή τους σε αντίστοιχο με την προϋπηρεσία τους μισθολογικό κλιμάκιο, η καταβολή χρονοεπιδομάτων, ο υπολογισμός της προϋπηρεσίας τους για μισθολογική και διοικητική εξέλιξη αυτών, για συμπλήρωση χρόνου προς συνταξιοδότηση κ.λπ.

Επικαλούμενοι δε οι ενάγοντες ότι βάσει τούτων συντρέχει η απαιτούμενη προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος, ζήτησαν, με την ένδικη αγωγή τους, να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με τον εναγόμενο Δήμο εξ αρχής, δηλαδή από της προσλήψεώς τους στις 8-9-1994, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου ο καθένας εξ αυτών.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 398/2009 απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, λόγω παραγραφής οποιασδήποτε απαιτήσεως των εναγόντων κατά του εναγόμενου Δήμου Αθηναίων. Επί της εφέσεως, που άσκησαν οι ενάγοντες κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5182/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκρινε, ότι δεν δύναται να επέλθει απόσβεση με παραγραφή της όλης ενοχικής σχέσεως που συνδέει τους διαδίκους, δηλαδή της αναφερόμενης στην αγωγή συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον οι ενάγοντες επικαλούνται ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι, όπως είναι η κατάταξή τους σε αντίστοιχο με την προϋπηρεσία τους μισθολογικό κλιμάκιο, η καταβολή σ' αυτούς χρονοεπιδομάτων, ο υπολογισμός της προϋπηρεσίας τους για μισθολογική και διοικητική εξέλιξη και η συμπλήρωση χρόνου για συνταξιοδότηση, που θεμελιώνουν έννομο συμφέρον αυτών για την άσκηση της ένδικης αγωγής και την αναγνώριση ότι συνδέονται με τον εναγόμενο Δήμο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου, από της αρχικής προσλήψεώς τους, στις 8-9-1994, ενόψει μάλιστα και του ότι η σύμβασή τους αυτή, ως έννομη σχέση, συνεχίζεται από τότε και είναι ακόμη ενεργός, έστω και αν έχουν υποκύψει σε παραγραφή οι πηγάζουσες εξ αυτής (συμβάσεως εργασίας) κατ' ιδίαν αξιώσεις των εναγόντων (όπως για μισθούς).

Έτσι το Εφετείο, μετά παραδοχή της εφέσεως των εναγόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε αυτήν κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 70 ΚΠολΔ και 90 παρ. 1, 3 και 4 (παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου) του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (που εφαρμόζεται και επί των Ο.Τ.Α.), όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές.

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 (συμβάσεις μίσθωσης έργου) παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 1735/1987, με κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού καθορίζεται κάθε φορά ο αριθμός των προσώπων, τα οποία μπορεί να απασχολούνται στο δημόσιο τομέα με σύμβαση μισθώσεως έργου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.

ΑΚ, στην απόφαση δε αυτή προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρόκειται να εκτελεσθεί, τα προσόντα που απαιτούνται κατά περίπτωση, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό αμοιβής του ανάδοχου κ.λπ. Η απασχόληση σε έργα ή καθήκοντα άσχετα με εκείνα που ανατίθενται κάθε φορά σε πρόσωπα με σύμβαση μισθώσεως έργου, ή ξένα με την ειδικότητά τους απαγορεύεται.

Στη συνέχεια μεταβλήθηκε το παραπάνω νομικό καθεστώς και, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 (συμβάσεις μίσθωσης έργου) του Ν. 2527/1997, με την παράγραφο 7 του οποίου (άρθρου 6) καταργήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 15 του άνω Ν. 1735/1987, για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.

του ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του.

Σύμβαση μισθώσεως έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Για την έκδοση της παραπάνω αποφάσεως, καθώς και για την προηγούμενη έγκριση, όπου αυτή προβλέπεται, για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου, απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία.

Ανανέωση ή παράταση της συμβάσεως μισθώσεως έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός, όμως, νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, τα οποία (δικαστήρια), μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των πραγματικών περιστατικών, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ή 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρο 11 Α.Ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του νόμου αυτού, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας ή συμβάσεις έργου, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Δηλαδή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη ως συμβάσεως έργου ή συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 7 και 8/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 18/2006).

Συνάγεται, ακόμη, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ., πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις έργου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεώς τους ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη της ισχύος των παραπάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. 1 εδάφ. α' του Ν. 2470/1997, ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3, καθώς και για την χορήγηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας της παραγράφου 1 του άρθρου 8, λαμβάνεται υπόψη η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αορίστου ή ορισμένου χρόνου.

Τέλος, κατά το άρθρο 32 παρ. 1 του Ν. 2508/1997, το προσωπικό που υπηρετεί στους πρωτοβάθμιους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση έργου, που αποδεδειγμένα υποκρύπτει σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες, εφόσον έχει προσληφθεί μέχρι 16 Σεπτεμβρίου 1994 με έγκριση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από εγκριτική πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, δύναται να κατατάσσεται σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που συνιστώνται με την απόφαση κατάταξης (ΑΠ 458/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ιατροί προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν από τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα Δήμο Αθηναίων, συνεχώς, με τις ακόλουθες διαδοχικές "συμβάσεις έργου", ήτοι: Ο πρώτος ενάγων Δ.

Σ., ως παθολόγος, με τις από 8-9-1994, 1-1-1995, 13-2-1995, 1-8-1996 και 13-3-1997 "συμβάσεις έργου" στην Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριμνας και Υγείας. Με την υπ' αριθμ. 15938/1998 απόφαση του εναγομένου παρατάθηκε η διάρκεια της τελευταίας συμβάσεως έως την δημοσίευση στο ΦΕΚ της πράξεως κατατάξεώς του σε θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το Ν. 2508/1997.

Στις 9-2-1998 ο πρώτος ενάγων κατατάχθηκε ως ιατρός παθολόγος και εργάσθηκε έως την μονιμοποίησή του στην ίδια ως άνω Διεύθυνση, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 122826/1997 απόφαση του εναγομένου (ΦΕΚ 21/1998, τ. ΝΠΔΔ), βάσει του Ν. 2508/1997. Με την μονιμοποίησή του κατέλαβε κενή οργανική θέση του Κλάδου ΠΕ 15 ιατρών στον εισαγωγικό βαθμό Γ', σύμφωνα με τα άρθρα 14 - 18 του Ν. 2738/ 1999.

Ο δεύτερος ενάγων Γ. Θ. εργάσθηκε στο εναγόμενο ως ορθοπεδικός, συνεχώς, με τις από 8-9-1994, 1-1-1995, 13-2-1995, 1-8-1996 και 13-3-1997 "συμβάσεις έργου". Με την υπ' αριθμ. 15938/1998 απόφαση του εναγομένου παρατάθηκε η διάρκεια της τελευταίας συμβάσεως έως την δημοσίευση στο ΦΕΚ της πράξεως κατατάξεώς του σε θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το Ν. 2508/1997.

Στις 9-2-1998 κατατάχθηκε ως ιατρός ορθοπεδικός (ΦΕΚ 21/1998, τ. ΝΠΔΔ) και ακολούθως μονιμοποιήθηκε, καταλαμβάνοντας κενή οργανική θέση του Κλάδου ΠΕ 15 ιατρών στον εισαγωγικό βαθμό Α', σύμφωνα με τα άρθρα 14 - 18 του Ν. 2738/1999. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι παραπάνω συμβάσεις των εναγόντων υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου σε ιατρικό προσωπικό, στα πλαίσια της παροχής κοινωνικών υπηρεσιών προς τους δημότες του, από της αρχικής προσλήψεώς τους (8-9-1994) και εντεύθεν.

Ειδικότερα - συνεχίζει το Εφετείο - οι ενάγοντες απασχολούντο σύμφωνα με το ισχύον ωράριο των ιατρών, επί τετράωρο ημερησίως, στη Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριμνας και Υγείας, με την απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή για την παροχή της εργασίας τους (ιατρικά όργανα, εργαστήρια, υλικά κ.λπ.), που τους παρείχε ο εναγόμενος, με προσωπικό (νοσηλευτικό, διοικητικό), που ανήκε και μισθοδοτείτο από αυτόν, χωρίς να ασκεί ουσιώδη επιρροή στον χαρακτηρισμό των συμβάσεων των εναγόντων, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, το γεγονός ότι εξέδιδαν δελτία παροχής υπηρεσιών.

Άλλωστε - όπως δέχεται επίσης το Εφετείο - λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του Ν. 2508/1997 οι ενάγοντες κατετάγησαν σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την επικαλούμενη από τον εναγόμενο υπ' αριθμ. 122826/1997 απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με τον αναιρεσείοντα εξ αρχής (από 8-9-1994) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943, 17 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2470/1997 και 32 παρ. 1 του Ν. 2508/1997, που εφαρμόσθηκαν, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ, 15 του Ν. 1735/1987, 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., που δεν εφαρμόσθηκαν και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που επικαλείται ο αναιρεσείων), προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα το υπ' αριθμ.

πρωτ. 180198/4-8-2008 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού του αναιρεσείοντος, τις από 8-9-1994 έως 31-12-1994, 1-1-1995 έως 13-2-1995, 13-2-1995 έως 31-7-1996, 1-8-1996 έως 31-12-1996 και 13-3-1997 έως 31-12-1997 έγγραφες συμβάσεις μισθώσεως έργου, που καταρτίσθηκαν μεταξύ του αναιρεσείοντος και ενός εκάστου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και την υπ' αριθμ. 15938/1998 απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων.

Από την περιλαμβανόμενη, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι ελήφθησαν υπόψη (και) όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στις αιτιολογίες της οποίας μάλιστα γίνεται ρητή αναφορά στις ως άνω "συμβάσεις μισθώσεως έργου", καθώς και στην υπ' αριθμ. 15938/1998 απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα παραπάνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα και επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά μεν την διάταξη του άρθρου 94 παρ. 2 του Συντάγματος, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει, κατά δε την διάταξη του άρθρου 1 εδ. α' ΚΠολΔ, στην δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια. Τέτοιες ιδιωτικές διαφορές είναι και εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., ανήκουν όμως από την φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται κατά βάση από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομικό καθεστώς.

Συνεπώς, διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στην δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Άρα το Εφετείο, που δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η ένδικη διαφορά περί αναγνωρίσεως ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με τον αναιρεσείοντα Δήμο Αθηναίων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου από 8-9-1994, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ και ο αντίθετος τέταρτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος Αθηναίων (Ο.Τ.Α.), ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-2-2011 αίτηση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) Α' βαθμού, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5182/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ