Supreme Court dismisses appeal where lower court's fact-finding is not reviewable and evidence is not 'facts'.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding an employment dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents proving his prior work experience, claiming this violated procedural rules. The court ruled that the appeal was inadmissible because the documents cited were merely evidence, not independent 'facts' capable of triggering a review of the lower court's fact-finding. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 K.Pol.D.; Art. 559 no. 8 K.Pol.D.: The Supreme Court cannot review the lower court's evaluation of evidence; only independent factual claims constitute 'facts' for appeal purposes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1402 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1402/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Ά., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Καρακώστα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΟΦΜΑΝ Α.Ε. - Δ. Σ. ΜΑΣΙΝΑ ΤΕΑΜ Α.Ε. ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΟΥΡΓΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κουλοχέρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2852/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4685/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/5/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 11/4/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 2/5/2012 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός από τις αναφερόμενες σε αυτό εξαιρέσεις, η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Έτσι, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) αλλά στην πραγματικότητα, υπό την επίκληση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται, κατά τα άνω, από τον Άρειο Πάγο.
Ειδικότερα δε, ο από τον αριθμό 19 του ανωτέρω άρθρου λόγος ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του Δικαστηρίου, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή, αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρινόμενων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν ''αιτιολογία'' της αποφάσεως, ώστε να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται, ως απαράδεκτος.-
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίφαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, προβάλλονται αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες διαλαμβάνονται και στο αναιρετήριο, το πόρισμα του Εφετείου, ως προς το ζήτημα της επικαλούμενης από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα 23ετούς προϋπηρεσίας αυτού, ως ηλεκτροσυγκολλητή β' τάξεως, βάσει της οποίας ζητεί να υπολογισθούν οι επίδικες διαφορές αποδοχών του ιδίου από την προσφορά της εργασίας του, με την ανωτέρω ιδιότητα, στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, εργοδότριά του, εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στην εν λόγω απόφαση, στην οποία αναφέρεται, κατά λέξη, ότι "...
δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων-εκκαλών κατά την πρόσληψή του στην εναγομένη είχε προϋπηρεσία στον κλάδο ηλεκτροσυγκόλλησης 23 ετών και ότι την προϋπηρεσία του αυτή γνωστοποίησε στην εναγομένη-εργοδότριά του, με την προσκόμιση πιστοποιητικών από προηγούμενους εργοδότες του ... . Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος (εκκαλών-ενάγων) κατά την πρόσληψή του στην εναγομένη-εκκαλούσα δήλωσε προϋπηρεσία εννέα (9) ετών, χωρίς να προσκομίσει πιστοποιητικά προηγούμενων εργοδοτών και ότι η εναγομένη-εκκαλούσα του αναγνώρισε την προϋπηρεσία του αυτή", ενόψει δε των παραδοχών τούτων το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε, ότι ο αναιρεσείων είχε προϋπηρεσία 9 ετών και προσδιόρισε το νόμιμο μηνιαίο μισθό αυτού, ως βάση υπολογισμού των επίδικων αποδοχών του, με τέτοια προϋπηρεσία κατά την πρόσληψή του, απορρίπτοντας, ως ουσιαστικά αβάσιμο, τον αγωγικό ισχυρισμό του, ότι κατά την πρόσληψή του είχε γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη προϋπηρεσία 23 ετών στον κλάδο της ηλεκτροσυγκόλλησης.
Στις αιτιάσεις αυτές, επομένως, δεν θεμελιώνεται η έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς και, επομένως, ο πιο πάνω, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού για τη στοιχειοθέτησή του αναφέρεται, ότι το Εφετείο, ενόψει των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικών μέσων και επιχειρημάτων, έπρεπε να δεχθεί άλλα πραγματικά περιστατικά από εκείνα που δέχθηκε σε σχέση με το ανωτέρω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως ένα από τα αναγκαία, κατά το νόμο, περιστατικά προς στήριξη των αγωγικών αξιώσεων, ενώ, εξάλλου, τα αναφερόμενα επιχειρήματα του Δικαστηρίου της ουσίας, που σχετίζονται με το θέμα αυτό, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν αποτελούν ''αιτιολογία'' επιδεκτική μομφής για ανεπάρκεια και δεν ιδρύουν τον εδώ επικαλούμενο και εξεταζόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας, που πηγάζει από τα άρθρα 335, 338, 339 και 340 Κ.Πολ.Δ., να λαμβάνει υπόψη και να συνεκτιμά όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από αυτούς πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν σημαίνει ότι καθιερώνεται και υποχρέωσή του να αναφέρει και καθένα από αυτά, εξειδικεύοντάς το στην απόφασή του ιδιαιτέρως και διεξοδικώς, ενώ η στάθμιση της αποδεικτικής τους βαρύτητας σε σχέση με το θέμα της απόδειξης απόκειται στην ελεύθερη κρίση του.-
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του συμπέρασμα περί 9ετούς προϋπηρεσίας του αναιρεσείοντος στον κλάδο της ηλεκτροσυγκόλλησης κατά το χρόνο προσλήψεώς του από την αναιρεσίβλητη, εκτιμώντας, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικώς αναφέρει και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του.
Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, και όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, μεταξύ των οποίων και 1) καταστάσεις ενσήμων με εργοδότες αυτού και τον τύπο των ενσήμων, 2) το με αριθ.
πρωτοκόλλου 203/30-1-2009 έγγραφο του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Δυτικής Αττικής, 3) τη γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, 4) την με αριθμό 970/10-6-2008 απόφαση του διευθυντή του Ι.Κ.Α., 5) το ύψος αποδοχών και 6) την από το 1974 άδεια του αναιρεσείοντος, ως ειδικευμένου ηλεκτροσυγκολλητή, πλην το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά από ό,τι ο αναιρεσείων την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε, ότι ο αγωγικός ισχυρισμός αυτού περί 23ετούς προϋπηρεσίας του στον κλάδο της ηλεκτροσυγκόλλησης κατά την πρόσληψή του από την αναιρεσίβλητη είναι βάσιμος.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (περ.
β' της άνω διατάξεως). Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με αγωγή (συγκροτούν, δηλαδή, την ιστορική της βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημά της), ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Επομένως, δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια, οι αρνητικοί της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ισχυρισμοί, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, που αυτοί αντλούν από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου εφέσεως, ούτε αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων.-
Επί του προκειμένου, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, στην οποία ο λόγος αυτός στηρίζεται εκ του περιεχομένου του (παρά την αναφορά στο αναιρετήριο περί πλημμελείας από την περ.
γ' του άρθρου 559 αριθ. 8 του ανωτέρω Κώδικα, η οποία δεν υφίσταται, αφού μόνο δύο ειδών νομικές πλημμέλειες προβλέπονται από το εν λόγω άρθρο), γιατί δεν έλαβε υπόψη, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς την παραδοχή του αγωγικού του αιτήματος, έγγραφα, τα οποία αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε σχετικά με τον προσδιορισμό της προϋπηρεσίας του κατά το χρόνο προσλήψεώς του.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι τα επικαλούμενα έγγραφα συνιστούν αποδεικτικά μέσα, τα οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, με αποτέλεσμα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να μη στοιχειοθετείται ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-5-2012 αίτηση του Π. Γ., για αναίρεση της 4685/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ