1402/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1402/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από τον με αριθ. 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ λόγο της αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 1402 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1402/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, δικηγόρου, κατοίκου..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Βερβενιώτη, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από τον αριθμό 12 του αρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πετρουτσόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Φεβρουαρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4719/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5758/2005 μη οριστική, 4806/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της ως και των από 15 Δεκεμβρίου 2007 και 11 Αυγούστου 2008 πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής .
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από τον με αριθ. 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ λόγο της αναίρεσης.
Συνεπώς σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297, 299 και 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα η αναίρεση θεωρείται σαν να μην ασκήθηκε ως προς το λόγο τούτο. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ 1 και 577 παρ 3 του Κ.Πολ.Δ στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο του με αριθ. καταθ. 347/2007 δικογράφου προσθέτων λόγων προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 9. το αληθές, από τον αριθ.8, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ "διότι το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα τα οποία δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης", με τον δεύτερο δε λόγο του ίδιου δικογράφου προσθέτων λόγων προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. "διότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο το οποίο δημιουργεί το υπ.αριθ. 3708/2002 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο έκρινε το σχετικό θέμα".
Αμφότεροι οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι διότι δεν προσδιορίζοντα στο δικόγραφο κατά τρόπο σαφή ορισμένο και ευσύνοπτο οι πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παροχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Ακόμη δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο262 παρ,2 Κ.Πολ.Δ., Α.Π 66/2008) Στη προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης της ενάγουσας αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι αυτή παραδεκτώς προέβαλε στην κατ' έφεση δίκη, όπως είχε δικαίωμα (άρθρο 461 Κ,Πολ.Δ.) την πλαστότητα της από την εναγομένη αναιρεσείουσα μ' επίκληση προσκομισθείσας σε επικυρωμένο από την ίδια φωτοαντίγραφο εξουσιοδότησης αυτής (αναιρεσίβλητης) προς τον y1, την οποία πλαστογραφία απέδωσε στην αναιρεσείουσα και τους Υ1 και ...
τους οποίους και κατεμήνυσε για πλαστογραφία προσκόμισε δε και επικαλέστηκε για την απόδειξη της πλαστότητας την από 26-5-2003 γραφολογική έκθεση του δικαστικού γραφολόγου ... Περαιτέρω από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σχετικά με το ζήτημα τούτο το Εφετείο στηριζόμενο στην προαναφερθείσα γραφολογική έκθεση δέχθηκε ότι το φωτοαντίγραφο της ανωτέρω προσκομισθείσας εξουσιοδότησης που δεν έφερε χρονολογία παρά το γεγονός ότι βεβαιώνεται από την εναγομένη ότι τούτο προέρχεται από το πρωτότυπο της εξουσιοδότησης, δεν προέρχεται από το πρωτότυπο τούτο το οποίο φέρει ημερομηνία, αλλά από φωτοτυπία που προήλθε μετά από δέκα τουλάχιστον αλλεπάλληλες φωτοτυπήσεις που σκοπό είχαν να εξαλείψουν την ημερομηνία "ΕΝ ΑΘΗΝΑΙ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 2000" από το αρχικό φωτοτυπικό αντίγραφο και στη συνέχεια να εξαλείψουν τα ίχνη της αποσβέσεως της από αυτό.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο το μεν δεν έλαβε παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα αφού η ανωτέρω ένσταση παραδεκτώς προβλήθηκε από την ενάγουσα κατά τα προεκτεθέντα, το δε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς απόδειξη ούτε έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει αφού αναφέρεται στην απόφαση ότι τούτο τη σχετική κρίση του στήριξε στην από 26-5-2003 γραφολογική έκθεση η οποία αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, (άρθρο 390Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως ο πρώτος πρόσθετος λόγος του με αριθ. 143/2008 δικογράφου προσθέτων λόγων από τους αριθ. 8, 14, 10 και 11 περ. α με τους οποίους υποστηρίζονται τ'αντίθετα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, Η με τον ίδιο πρόσθετο λόγο προβαλλόμενη αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκε υπόψη ο προβληθείς ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί απαραδέκτου της ως άνω ένστασης πλαστότητας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν συνιστά πράγμα με την προεκτεθείσα του όρου έννοια αλλά αρνητικό της εν λόγω ένστασης ισχυρισμό ο οποίος και αποκρούστηκε οε την παραδοχή της ένστασης αυτής.
Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. σχετικός λόγος αναίρεσης του κύριου δικογράφου καθόσον οι δια του λόγου αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και την αξιολόγηση τούτων καθώς και σε επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση (και) αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός της αναιρέσεως θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ίδιου Κώδικα και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με επίκληση ή, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 559 αρ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από την τελευταία, ως άνω, διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων, και ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού μέσου, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, η ανάγκη δε επικλήσεως ισχύει και για την ομολογία.
Στη προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο του με αριθ,143/2008 δικογράφου προσθέτων λόγων και με το σχετικό λόγο του κυρίου δικογράφου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 γ' προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του μεταξύ των άλλων το προσκομισθέν με επίκληση στο Εφετείο δια των κατατεθεισών προτάσεών της φωτοαντίγραφο της εξοφλητικής απόδειξης του εξουσιοδοτημένου από την αναιρεσίβλητη ενάγουσα Υ1 από το οποίο έγγραφο αποδεικνύεται κατά το λόγο της αναίρεσης η εκ μέρους αυτού είσπραξη από την αναιρεσείουσαεναγομένη της απαίτησης της αναιρεσίβλητης ενάγουσας.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι από όλο όμως το περιεχόμενο της δεν καθίσταται βέβαιο χωρίς αμφιβολία ότι λήφθηκε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο το οποίο φέρει την υπογραφή του προαναφερθέντος Υ1και φέρεται να έχει κατά περιεχόμενο ως εξής: "ΕΞΟΦΛΗΤΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ.
Ο παρακάτω υπογράφων Υ1ενεργών εν προκειμένω και εκπρόσωπος της Ψ1 δηλώνω δια της παρούσας μου ότι εξοφλήσω πλήρως και ολοσχερώς από την Δικηγόρο Αθηνών Χ1, όσον αφορά τις απαιτήσεις μου που προκύπτουν από τις αποφάσεις 7942/1997 και 10017/1998 Μον. και Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών. Δηλώνω δε ότι ουδεμίαν πλέον απαίτηση έχω".
Και τούτο διότι καίτοι γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν καταβλήθηκαν από την εναγομένη αναιρεσείουσα δικηγόρο τα χρήματα που αυτή εισέπραξε για λογαριασμό της της πελάτισσάς της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και τα οποία είχαν επιδικαστεί σ' αυτή με τις προαναφερθείσες αποφάσεις πρωτόδικα και σε δεύτερο βαθμό αντίστοιχα, ουδεμία αξιολόγηση σχετικά με το έγγραφο αυτό το οποίο η εναγόμενη αναιρεσείουσα προσκόμισε προς απόδειξη του σχετικού περί καταβολής των χρημάτων ισχυρισμού γίνεται στην απόφαση.
Συνεπώς ο εξεταζόμενος λόγος είναι βάσιμος γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση κατά το λόγο τούτο και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση παρελκούσης ύστερα από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4806/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ