Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on employee wage waiver validity and abuse of rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Public Power Corporation's appeal against a lower court judgment regarding unpaid wages and interest. The corporation argued that the employees waived their claims, yet the court found the waiver invalid for minimum statutory wages and the subsequent lawsuit abusive. The court ruled that waivers for minimum legal wages are void and the delay in suing constituted an abuse of rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3, 174, 679 of the Civil Code; Article 454 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: Waivers of minimum statutory wages are void, and subsequent litigation may constitute an abuse of rights if the creditor's prior conduct created a reasonable belief that the claim would not be pursued.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1402 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1402/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ Α.Ε.)», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη. Των αναιρεσίβλητων: 1)..., 2)..., 3)... και 4).... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αδάμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 946/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 429/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-12-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 24-3-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου που συνάγεται από τα άρθρα 3, 174 και 679 του ΑΚ, 8 του ν. 2112/1920, 5 παρ.1 του αν. ν. 539/1945 και 8 παρ. 4 του ν. 4020/1959, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμά του να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του είναι άκυρη, έστω και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή της αφέσεως χρέους (άρθρ. 454 ΑΚ).
Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων που προβλέπονται από τον νόμο, τις Σ.Σ.Ε. ή άλλες κανονιστικές διατάξεις και συνεπώς η παραίτηση από συμβατικές εργατικές αξιώσεις είναι έγκυρη, κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές υπερβαίνουν τα ως άνω ελάχιστα όρια. Και στην τελευταία περίπτωση, πάντως, η (επιτρεπτή) παραίτηση από τις εργατικές αξιώσεις πρέπει να είναι ειδική και σαφής.
Εξάλλου, ειδικά ως προς την αξίωση για καταβολή τόκων, ενόψει του παρεπόμενου χαρακτήρα της, και της ανάγκης ειδικού και σαφούς καθορισμού των αξιώσεων από τις οποίες παραιτήθηκε επιτρεπτώς ο εργαζόμενος, η ακυρότητα της παραιτήσεως αυτού από τις αξιώσεις του για πληρωμή των νόμιμων αποδοχών του περιλαμβάνει, κατ' αρχήν, και τους οφειλόμενους επί των αποδοχών αυτών τόκους, εκτός αν προβλέπεται ειδικώς στην παραίτηση ότι ο εργαζόμενος παραιτείται και από το δικαίωμά του να ζητήσει τόκους επί των συγκεκριμένων αποδοχών, αφού μόνο τότε θα ήταν σαφές ότι ήθελε να παραιτηθεί από την παρεπόμενη αυτή αξίωση και στην περίπτωση ακόμη που θα ήταν άκυρη η παραίτηση του από τις κύριες αξιώσεις του.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 349, 655 και 656 ΑΚ συνάγεται ότι ο εργοδότης που δεν αποδέχεται την εργασία του μισθωτού, η οποία προσφέρεται πραγματικώς και προσηκόντως, είναι υπερήμερος και τότε ο μισθωτός έχει δικαίωμα να απαιτήσει, όχι αποζημίωση κατά την έννοια των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, αλλά τον οφειλόμενο από τη σύμβαση εργασίας μισθό, δηλαδή το συμβατικό ή το νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας που πρόσφερε στον εργοδότη, αλλά εκείνος δεν την αποδέχθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, που αρνήθηκε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων -οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί αναγκαστικά σ' αυτή κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1648/1986- έγινε υπερήμερη από 2-1-1997 έως 16-4-1997 ως προς τον πρώτο, από 24-4-1997 έως 1-8-1997 ως προς τη δεύτερη και τον τρίτο και από 31-7-1997 έως 1-12-1997 ως προς τον τέταρτο και τους όφειλε γιαυτό τους μισθούς υπερημερίας των διαστημάτων αυτών, με τον νόμιμο τόκο από το τέλος του μήνα που κάθε μηνιαίος μισθός έγινε απαιτητός, καθώς και τα αντίστοιχα επιδόματα εορτών, με τους νόμιμους τόκους από τότε που τα επιδόματα αυτά οφείλονταν στους αναιρεσιβλήτους.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: Στον με αριθμό 10 όρο καθεμίας από τις επίδικες συμβάσεις εργασίας, που υπέγραψαν οι διάδικοι, όταν τελικώς η εναγομένη αποδέχθηκε τις υπηρεσίες τους κατά τους προαναφερόμενους χρόνους λήξεως της υπερημερίας της, περιλήφθηκε δήλωση των εναγόντων που είχε το παρακάτω περιεχόμενο:
«Ενόψει της προκύψασας αμφισβητήσεως μετά την από 26-9-91 ασκηθείσα προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, περί ακυρώσεως του Π.Δ. 360/91- Έξοδος της ΔΕΗ από το Δημόσιο τομέα- του περιορισμού του συνολικού ποσού μισθοδοσιών προσωπικού ΔΕΗ δυνάμει του ν. 2025/18-3-92 και της διατάξεως της παραγράφου 10 του άρθρου 38 του ν. 2065/92 και των εξ αυτών αμφιβολιών, ο μισθωτός δηλώνει ανεπιφυλάκτως, ότι παραιτείται πάσης τυχόν αξιώσεως αποζημιώσεώς του για οποιαδήποτε αιτία και για το διαδραμόν χρονικό διάστημα από της εκδόσεως της σχετικής, περί τοποθετήσεώς του στη ΔΕΗ βάσει της άνω αποφάσεως της Επιτροπής του άρθρου 8 του Ν.1648/1986 μέχρι σήμερα».
Όπως προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο από το περιεχόμενο του παραπάνω όρου, η παραίτηση των εναγόντων αναφέρεται στις αξιώσεις αποζημίωσης με την έννοια των αποδοχών που θα λάμβαναν αυτοί ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, αν προσλαμβάνονταν κανονικά και χωρίς υπαίτια καθυστέρηση της εναγομένης. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η παραίτηση από το δικαίωμα λήψης των νόμιμων μισθών υπερημερίας (μετά των επιδομάτων εορτών) και των επ ' αυτών τόκων υπερημερίας είναι άκυρη και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους μισθούς υπερημερίας των προαναφερόμενων διαστημάτων, με τον νόμιμο τόκο από το τέλος του μήνα που κάθε μηνιαίος μισθός έγινε απαιτητός, καθώς και τα αντίστοιχα επιδόματα εορτών, με τους νόμιμους τόκους από τότε που τα επιδόματα αυτά οφείλονταν στους αναιρεσιβλήτους.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 656,679 του ΑΚ, 8 του ν. 2112/1920, 5 του αν. ν. 539/1945 και 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959, αφού από τον παρατιθέμενο στην απόφαση όρο των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων δεν προκύπτει παραίτηση -και μάλιστα ειδική- από την αξίωση για τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας και τους επ' αυτών τόκους.
Επομένως ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκαν κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Τον λόγο αυτό ιδρύει και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Οι προαναφερόμενοι ερμηνευτικοί κανόνες ορίζουν ότι οι δικαιοπραξίες και οι συμβάσεις ερμηνεύονται δια της αναζητήσεως της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών.
Εξάλλου οι παραπάνω ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι διέγνωσε έστω και εμμέσως ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία για την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των μερών, παρέλειψε να προσφύγει στους κανόνες αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε ότι από την αγωγική αξίωση των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση σ' αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, χωρεί καταρχήν παραίτηση, από το περιεχόμενο όμως του προμνημονευόμενου με αριθμό 10 όρου των επίδικων συμβάσεων προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι η παραίτηση από κάθε αξίωση αποζημιώσεως δεν καταλαμβάνει την αξίωση της χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη και δεν διαπίστωσε σχετικό κενό ή αμφιβολία, συνακόλουθα δε δεν προέβη σε ερμηνεία του όρου αυτού.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, με την ερμηνεία του παραπάνω όρου, παραβίασε τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, προεχόντως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει γιαυτό να απορριφθεί.
Εξάλλου ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, ως προς το ίδιο σκέλος και από την ίδια διάταξη, κατά την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με την κρίση του ότι η παραίτηση από κάθε αξίωση αποζημιώσεως δεν καταλαμβάνει την αξίωση της χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη, προεχόντως είναι αόριστος και πρέπει γιαυτό να απορριφθεί, αφού δεν αναφέρεται ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάστηκαν.
Τέλος ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι ακριβώς συνίσταται η πλημμέλεια αυτή.
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Τέτοια όμως κατάσταση δεν δημιουργείται από μόνη την ανίσχυρη δήλωση του εργαζομένου ότι παραιτείται από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του. Στην προκείμενη περίπτωση κατά της ένδικης αγωγής, ως προς το αίτημα καταβολής μισθών υπερημερίας μετά της αναλογίας των επιδομάτων εορτών και των τόκων υπερημερίας, η αναιρεσείουσα πρότεινε παραδεκτώς ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως των αντίστοιχων δικαιωμάτων.
Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι ήγειραν την ένδικη αγωγή μετά την πάροδο χρόνου μεγαλύτερου των τεσσάρων ετών από τον χρόνο ενάρξεως της απασχολήσεώς τους σ' αυτή και αφού προηγουμένως είχαν ρητώς και ανεπιφυλάκτως παραιτηθεί από τις παραπάνω αξιώσεις, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα (δημόσια επιχείρηση και χάριν του δημόσιου συμφέροντος λειτουργούσα) να καταβάλει υπέρογκους τόκους υπερημερίας, από τη διαφορά των οποίων με τους τόκους των τραπεζικών καταθέσεων έχουν καταστεί πλουσιότεροι οι αναιρεσίβλητοι σε βάρος αυτής.
Με βάση αυτά, το Εφετείο, που έκρινε ως μη νόμιμη την παραπάνω ένσταση, δεν παραβίασε τη διατάξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-12-2003 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)» για αναίρεση της 429/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ