Supreme Court allows joint appeal of labor dispute claims and salary claims, remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the joint appeal of two separate requests filed by an employee and a company against a final labor court judgment. The court found that the employee's three rejected claims and the company's salary claim were legally connected, necessitating a unified review of the entire contested decision. Consequently, the judgment was annulled in its entirety and the case was remanded to a newly constituted single judge for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246 and 573(1) of the Code of Civil Procedure; When an appeal involves both rejected substantive claims and a claim for legal monthly allowances forming the basis of calculation, the entire appealed decision must be annulled and the case remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1401 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1401/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α)Του αναιρεσείοντος: Κ. Λ. του Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νάτσινα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε κατέθεσε προτάσεις στις ...-2020.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "KMOIL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 9ης Νοεμβρίου 2021 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπελογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις στις 12-11-2021, και
Β)Της αναιρεσείουσας: εταιρίας με την επωνυμία "KMOIL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 9ης Νοεμβρίου 2021 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπελογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις στις 12-11-2021.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Λ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νάτσινα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε κατέθεσε προτάσεις στις ...-2020.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2012 αγωγή του Κ. Λ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2376/2013 μη οριστική, 573/2016 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2002/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν ο Α αναιρεσείων με την από 7-7-2020 αίτησή του και η Β αναιρεσείουσα με την από 16-7-2020 αίτησή της, οι οποίες συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 9ης Νοεμβρίου 2021, χωρίς να εκδοθούν αποφάσεις. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και τις με αριθμούς 374/2023 και 375/2023 πράξεις του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης των ανωτέρω αιτήσεων, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 707/2019).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (Α.Π. 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, Α.Π. 936/2018). Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 17/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις με αριθμ. 374/2023 και 373/2023 Πράξεις του Προέδρου του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση α) της από 7-7-2020 με αριθμ. καταθ. 4172/498/2020 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Κ. Λ. και β) της από 16-7-2020 με αριθμ.καταθ.4709 /574/2020 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΜΟΙL Ανώνυμος Εταιρία Πετρελαιοειδών", αντίστοιχα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση απόφασης επί των ανωτέρω αιτήσεων αναίρεσης, που είχαν συζητηθεί ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο στις 9-11-2021, εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, Αρεοπαγίτη- Εισηγήτριας Όλγας Σχετάκη-Μπονάτου, και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτησή τους η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτήν. Με τις ανωτέρω αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, προσβάλλεται η αυτή, με αριθμό 2002/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασής τους, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Περαιτέρω, από τα από ...-2023 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε. Π. και τα από ...-2023 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή του Πρωτοδικείου Καλαμάτας Γ. Γ., τα οποία υπάρχουν στη δικογραφία, προκύπτει, αντίστοιχα, ότι ακριβή αντίγραφα των ως άνω με αριθμ. 374/2023 και 373/2023 Πράξεων του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για επανάληψη της συζήτησης, αντίστοιχα, των ανωτέρω αντίθετων αιτήσεων αναίρεσης, με κλήση για να παραστούν κατά την προκείμενη δικάσιμο (27-2-2024), επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, για τον αναιρεσείοντα-αναιρεσίβλητο Κ.
Λ., στον αντίκλητο δικηγόρο του Ιωάννη Νάτσικα, και, για την αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, στον αντίκλητο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπελογιάννη, κατά το άρθρο 143 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Ο αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος κατά την εκφώνηση των ενδίκων αντίθετων αναίρεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην προκείμενη δικάσιμο εκπροσωπήθηκε, όπως και κατά τη συζήτησή τους στην αρχική δικάσιμο (9-11-2021), από τον προαναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο-αντίκλητό του, ενώ η αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, μολονότι κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τα άνω στην προκείμενη δικάσιμο δεν εμφανίστηκε μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι'αυτή δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ., είχε όμως εκπροσωπηθεί από τον προαναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο-αντίκλητό της, κατά τη συζήτηση των ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης στην αρχική δικάσιμο στις 9-11-2021, συνέχεια της οποίας αποτελεί η προκείμενη, κατά τα ανωτέρω.
Επομένως, η συζήτηση επί των ανωτέρω συνδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης χωρεί αντιμωλία των διαδίκων.
Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (εργατικές διαφορές). Στη προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της συνεκδικαζόμενης, από 16-7-2020 με αριθμό κατάθεσης 4709/574/17-7-2020 αίτησης αναίρεσης, παρότι η προσβαλλόμενη με υπ' αριθμ. 2002/9-4-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. .../2020 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.
Όμως η ένδικη διαφορά, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 197/2023, ΑΠ 1300/2022).
Με τις κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ.2002/9-4-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 8-11-2016 με αριθμ. καταθ. 4556/2016 έφεσης του ενάγοντος-αναιρεσείοντος της πρώτης αίτησης αναίρεσης και αναιρεσιβλήτου της δεύτερης αίτησης αναίρεσης, κατά της με αριθμό 573/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει κατ' ουσία την από 5-6-2012 (αριθ. καταθ. 102489/2505/2012) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου στο σύνολό της, και ακολούθως, δικάζοντας επί της αγωγής Α.
απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της ως προς την αιτούμενη επιδίκαση α) ποσού 11.093,52 ευρώ, για παρασχεθείσα εργασία ημέρες Σαββάτων, ως έκτης ημέρας εργασίας υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας με πλήρη απασχόληση, με οκτάωρη και πέραν αυτής υπερωριακή αλλά και νυχτερινή εργασία, του χρονικού διαστήματος από 3-10-2004 έως 31-12-2006 β) αμοιβής υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης (τόσο κατά τις καθημερινές όσο και τις ημέρες Σαββάτων, Κυριακών και αργιών) του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο του 2007 έως και 31-12-2011 και γ) αμοιβή πρόσθετης εργασίας, μη συναφούς με την κύρια, για την ίδια χρονική περίοδο, και Β.
αφού έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγική αξίωση επιδίκασης της διαφοράς της νόμιμης αποζημίωσης, μειωμένης λόγω αποχώρησης από την εργασία στις 2-1-2012 με τη θεμελίωση δικαιώματος λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος, κύριας και επικουρικής, ποσού 12.928,81 ευρώ, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και μετά από απόρριψη όλων των προβληθεισών ενστάσεων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας, της εκ του άρθρου 361 περί ΑΚ τροποποίησης της ένδικης σύμβασης εργασίας ως ουσία αβάσιμης, της εξόφλησης (416 ΑΚ), άλλως άφεσης χρέους ως αόριστης και της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ως μη νόμιμης, δέχθηκε κατά λοιπά εν μέρει την αγωγή κατ' ουσία, όπως αυτή παραδεκτά περιορίστηκε, και αναγνώρισε ότι η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα οφείλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα-αναιρεσίβλητο, οδηγό βυτιοφόρου κατηγορίας Γ' για το χρονικό διάστημα από 2-1-2007 έως τις 2-1-2012, το ποσό των 20.816,36 ευρώ, για μισθολογικές διαφορές, αμοιβές για νυχτερινή εργασία (τις καθημερινές, τα Σάββατα και τις Κυριακές), για εργασία τις ημέρες Σαββάτων, Κυριακών και αργιών, αποδοχές αδείας των ετών 2010 και 2011 και υπόλοιπο επιδόματος αδείας του έτους 2011.
Οι άνω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από την δημοσίευση της τελευταίας (...-2019) έως την κατάθεση των αιτήσεων αναίρεσης στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, στις 7-7-2020 και 17-7-2020, αντίστοιχα, δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ).
Α. Επί της από 7-7-2020 με αριθμ. καταθ. 4172/498/7-7-2020 αίτησης αναίρεσης:
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία ή διαφορετικά από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 274/2023, ΑΠ 142/2021).
Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 274/2023, ΑΠ 707/2022, ΑΠ 142/2021).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά την εξειδίκευση στην αγωγή των στοιχείων που θεμελιώνουν το αίτημά της, απέρριψε αυτή ως αόριστη (ΑΠ 2095/2022, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1487/2017).
Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται επαρκώς τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 742/2018, ΑΠ 879/2004).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων".
Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007, ΑΠ 1562/2021, ΑΠ 692/2014). Βάσει δε της ανωτέρω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων είναι δυνατή η ύπαρξη σχέσης εργασίας με περισσότερες επί μέρους εταιρίες, που απασχολούν το μισθωτό, ως συνεργοδότριες και ευθύνονται απέναντί του εις ολόκληρον, για την πληρωμή του μισθού του, εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνία, τούτο δε συνήθως συμβαίνει, στις περιπτώσεις ιδίως εταιριών, που ενώ είναι αυτοτελή νομικά πρόσωπα, συνδέονται μεταξύ τους με κοινά οικονομικά συμφέροντα, κοινή διεύθυνση και έδρα, κοινή οικονομική πολιτική και χρηματοδότηση, κ.λπ. (ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 413/2017, ΑΠ 454/2006).
Εφόσον όμως δεν προκύπτει η κατάρτιση συμφωνίας, ρητής ή σιωπηρής μεταξύ των μερών για την εις ολόκληρο ευθύνη των συνεργοδοτριών εταιριών, μόνο το γεγονός ότι οι συνεργοδότριες εταιρίες συνιστούν de facto συνδεδεμένες επιχειρήσεις, με κοινά διαχειριστικά και εποπτικά όργανα και εμφανίζουν επιχειρηματική, οργανωτική και οικονομική ενότητα δεν αρκεί για τη θεμελίωση την εις ολόκληρο ευθύνης αυτών έναντι του εργαζομένου για μισθολογικές απαιτήσεις αυτού, αλλά αυτές ευθύνονται έναντι αυτού διαιρετά κατ' εφαρμογή της γενικής διάταξης του άρθρου 480 του ΑΚ και σε περίπτωση αμφιβολίας κατ' ίσα μέρη (ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 413/2017, ΑΠ 454/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του β.δ. της 28.1/4.2.1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων" (ΦΕΚ Α` 35), τα φορτηγά αυτοκίνητα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες (Α`, Β`, Γ`) και στην Γ` υπάγονται τα φορτηγά των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως.
Με το άρθρο δε 13 της 12/1984 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/1984, ο συμβατικός χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά εβδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/1985 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29/11/1985) με την ΥΑ 19533/1985 (ΦΕΚ Α' 179), καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργασίμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων.
Εξάλλου, από το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 435/1976 προκύπτει, ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ν.δ. 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει από την πρώτη ώρα πέραν των απαιτήσεών του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου του.
Ήδη με το άρθρο 6 της από 26-2-1975 ε.γ.σ.σ.ε. που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 11400/1975 (ΦΕΚ Β 269) και στη συνέχεια κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975, έχοντας επομένως νομοθετική ισχύ, για τις επιχειρήσεις που εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, επιτράπηκε η υπέρβαση του ανώτατου ημερήσιου ωραρίου απασχόλησης (οκταώρου) κατά μία (1) ώρα κάθε ημέρα και δη μέχρι τη συμπλήρωση εννέα (9) ωρών εργασίας ημερησίως, χωρίς η υπέρβαση αυτή να συνιστά υπερωρία.
Τέλος, με το άρθρο 6 της από 14.2.1984 Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/1984 (ΦΕΚ Β`81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες.
Περαιτέρω, ο Ν. 2874/2000, με τη διάταξη του άρθρου 4 αυτού κατάργησε το θεσμό της υπερεργασίας μέχρι τις 30.9.2005, οπότε η εν λόγω διάταξη αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3386/2005, που επανέφερε τον θεσμό της υπερεργασίας. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α 210/19.8.2005) με έναρξη ισχύος 1.10.2005 (άρθρο 15 Ν. 3385/2005) και όπως οι παράγραφοι 1,3 και 5 αντικαταστάθηκαν και πάλι με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010) με έναρξη ισχύος 15-7-2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010) και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο [πριν την τροποποίηση των παραγράφων 3 και 5 του ως άνω άρθρου (4) και της προσθήκης παραγράφου 6 σ' αυτό με το άρθρο 58 του Ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α 101/19.6.2021)] ορίζονται τα εξής: "1.
Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης.
Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%).
Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%).4.Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ` εξαίρεση υπερωρία. 5.
Για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)". Από, δε, το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι εννέα (9) ώρες και υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, πέραν των σαράντα (40) ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα (9 ώρες ημερησίως) και απόκειται στην κρίση του εργοδότη, ενώ, δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης.
Για τις ώρες υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η), ο εργαζόμενος δικαιούται το "καταβαλλόμενο" ωρομίσθιο με προσαύξηση 20%. Υπερωρία, ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα ή πέραν των 9 ωρών την ημέρα. Για κάθε ώρα υπερωρίας, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι για κάθε ώρα "κατ' εξαίρεση" υπερωρίας (παράνομης υπερωρίας), ως άνω, ο εργαζόμενος δικαιούται "αποζημίωση", ευθέως από το νόμο (χωρίς πλέον να συνδέεται η ως άνω απαίτηση με αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως όριζε προηγουμένως η διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 435/1976, (ΑΠ 232/2018, ΑΠ 314/2017, ΑΠ 671/2016), ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 80% (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 822/2020).
Η εργασία, δε, του μισθωτού, συνεπώς και του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου ανεξαρτήτως κατηγορίας (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 132/2015), κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας (για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια), δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, αν στην τελευταία περίπτωση δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 667/2019, ΑΠ 1412/2018,) που είναι το οκτάωρο (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 288/2018, ΑΠ 1371/2017, ΑΠ 1004/2017).
Κατά δε άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651,653 και 655 του ΑΚ, για να είναι ορισμένη η αγωγή απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μισθωτού υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας 40 ωρών εβδομαδιαίως, όπως ο οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου κατηγορίας Γ', με την οποία ζητείται η επιδίκαση αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, θα πρέπει ν' αναφέρεται η εργασιακή σχέση, οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογισθεί το ωρομίσθιο (ΑΠ 274/2023, ΑΠ 1003/2018) και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησης, προκειμένου να είναι δυνατόν να διακριβωθεί ποια περίπτωση υπέρβασης του νομίμου ωραρίου συντρέχει, δηλαδή υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, ή κατ' εξαίρεση υπερωρία, ενόψει και του ως άνω διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών αυτών υπέρβασης του νομίμου ωραρίου (ΑΠ 274/2023, ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 33/2022, ΑΠ 667/2019, ΑΠ 874/2018, ΑΠ 684/2017).
Για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρεται ο χρόνος έναρξης και λήξης της παρεχόμενης από τον μισθωτό εργασίας, αφού η υπερωριακή απασχόληση δεν κρίνεται από το πότε αρχίζει και το πότε λήγει ημερολογιακά η απασχόληση του εργαζόμενου, αλλά από το αν η διάρκεια απασχόλησής του υπερβαίνει ή όχι το νόμιμο ημερήσιο ωράριο αυτού.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 659 Α.Κ. προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από το μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσης, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόλησή του ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στο μισθωτό το συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΟλΑΠ 861 και 862/1984, ΑΠ 783/2023, ΑΠ 1466/2021, ΑΠ 1073/2018, ΑΠ 270/2017).
Τέτοια πρόσθετη και εντελώς διαφορετική εργασία συνιστά, επί οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, η ανάθεση σ' αυτούς της φορτοεκφόρτωσης των μεταφερομένων με το φορτηγό αυτοκίνητο εμπορευμάτων (ΑΠ 783/2023, ΑΠ 270/2017, ΑΠ 1062/2001), ως και η είσπραξη από αυτόν του οφειλομένου τιμήματος (ΑΠ 698/2018). Η πρόσθετη αυτή αμοιβή διακρίνεται σαφώς των επιδομάτων που καταβάλλονται και αυτά πέραν του βασικού μισθού ως αντάλλαγμα της κύριας εργασίας, είτε σε σχέση με την προσωπική κατάσταση του μισθωτού (π.χ.
οικογενειακά επιδόματα, επίδομα σπουδών), είτε σε σχέση με την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού (π.χ. επίδομα τριετιών ή πολυετίας, επίδομα θέσης) είτε σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας (π.χ. επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, επίδομα επικίνδυνης εργασίας, επίδομα διαχειριστικών λαθών κλπ) (ΑΠ 783/2023, ΑΠ 1466/2021). Από τις ανωτέρω δε διατάξεις (των άρθρων 648, 649, 653 και 659 Α.Κ διατάξεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο αγωγής, με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί πρόσθετη αμοιβή για την παροχή πρόσθετης εργασίας, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της, πλην των άλλων, η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας, το είδος της οφειλόμενης από τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη εργασίας, η πρόσθετη εργασία στην οποία υποχρεώθηκε ο ενάγων μισθωτός με σαφή προσδιορισμό της κατ' είδος και χρονική διάρκεια, οι καταβαλλόμενες για την κύρια εργασία αποδοχές και αν συμφωνήθηκε ή όχι αμοιβή για την πρόσθετη εργασία (ΑΠ 941/2020, ΑΠ 1073/2018, ΑΠ 245/2012, ΑΠ 1953/2007).
Δηλαδή, ο ενάγων πρέπει να επικαλείται, εκτός από την κύρια εργασία του και την πρόσθετη που παρείχε μετά από συμφωνία με τον εργοδότη, ώστε να κριθεί αν αυτή είναι συναφής ή όχι με την κύρια απασχόλησή του, και το χρόνο που διαρκούσε η πρόσθετη εργασία μέσα στο νόμιμο ωράριο της κύριας, ώστε με κριτήριο το συνηθισμένο για την παροχή αυτής καταβαλλλόμενο μισθό να εξευρεθεί η ποσοστιαία (συμπληρωματική) αμοιβή που δικαιούται να λάβει για την πρόσθετη αυτή εργασία (ΑΠ 941/2020, ΑΠ 1073/2018).
Με τους πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσής του, την αγωγή του ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς την αξίωση επιδίκασης α) ποσού 11.093,52 ευρώ, για την παρασχεθείσα εργασία του ημέρες Σαββάτου, ως έκτης ημέρας εργασίας υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας με πλήρη απασχόληση, με οκτάωρη, αλλά και υπερωριακή και νυχτερινή εργασία, του χρονικού διαστήματος από 3-10-2004 έως 31-12-2006 β) αμοιβής υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης (τόσο κατά τις καθημερινές όσο και τις ημέρες Σαββάτων, Κυριακών και αργιών) του επιδίκου χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο του 2007 έως και 31-12-2011 και γ) αμοιβής για πρόσθετη εργασία, μη συναφή με την κύρια, δεν έλαβε υπόψη τα εκτιθέμενα με σαφήνεια στην αγωγή περιστατικά για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ευθύνης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας προς καταβολή του πρώτου των ανωτέρω κονδυλίων και περαιτέρω παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, καθόσον η αγωγή είναι ορισμένη και σαφώς εκτίθενται σε αυτή τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό του αντικειμένου της και των ανωτέρω επιμέρους κονδυλίων της.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην από 5-6-2012 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 102489/2505/5-6-2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθετε ότι με την από 1-4-1995 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε, από την εδρεύουσα στην Αττική εναγομένη ανώνυμη εταιρία εμπορίας πετρελαιοειδών, ως οδηγός των ιδιόκτητων φορτηγών της μεταφοράς καυσίμων κατηγορίας Γ', απασχολούμενος με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης με ωράριο οκτώ (8) ωρών ημερησίως, από ώρα 08.00 έως τις 16.00, αντί του νόμιμου μηνιαίου μισθού, κατά τους όρους αμοιβής και εργασίας των ΣΣΕ όπως ισχύουν για το προσωπικό της ειδικότητάς του.
Ότι μεταγενέστερα, με την από 18-2-1999 σύμβαση που κατήρτισε με την εναγομένη και την ομοειδή της, κοινών οικονομικών συμφερόντων και εκπροσώπησης, εταιρία "Medoil ΑΕ", η τελευταία κατέστη επίσης εργοδότριά του, υπεισελθούσα σωρευτικά στην εργασιακή σχέση με την εναγομένη συνεργοδότριά του με τους ίδιους ως άνω όρους για το χρονικό διάστημα από 18-2-1999 έως 30-12-2006, με τον πρόσθετο όρο της συνέχισης, ως μία και ενιαίας, της άνω, από 1-4-1995, υφισταμένης εργασιακής τους σχέσης, όπως συμφωνήθηκε, ενώ ακολούθως με την από 2-1-2007 σύμβαση η εναγομένη κατέστη εκ νέου μοναδική εργοδότρια του με τους ίδιους όρους.
Ότι δυνάμει της ένδικης, μίας και ενιαίας, σύμβασης εργασίας παρείχε στην εναγομένη τις υπηρεσίες του μέχρι τις 31-12-2011, οπότε αυτή λύθηκε με την αποχώρησή του στις 2-1-2012 λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος, κύριας και επικουρικής, από τον ασφαλιστικό του φορέα, όπως γνωστοποίησε στην εναγομένη.
Ότι οι νόμιμες και ταυτόχρονα συμβατικές μηνιαίες αποδοχές του καθόλο το επίδικο διάστημα, από 3-10-2004 έως και 31-12-2011, κυμαίνονταν από το ποσό των 1.650,36 ευρώ έως 2.617,96 ευρώ μηνιαίως, όπως συγκεκριμένα προσδιορίζονται αυτές με διάκριση των χρονικών διαστημάτων κατά τους ισχύοντες κανονιστικούς όρους των αναφερόμενων ΣΣΕ, οι οποίες υπολείπονταν από τις καταβαλλόμενες αποδοχές του κατά τα εκτιθέμενα μηνιαίως χρηματικά ποσά.
Ότι το χρονικό διάστημα από 31-10-2004 έως 31-12-2006, κατά το οποίο η εναγομένη ευθυνόταν έναντί του αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την "Medoil AE" ως συνεργοδότριά του, δυνάμει της ένδικης σύμβασης και κατά την ανωτέρω, από 18-2-1999, σχετική συμφωνία τους, άλλως δυνάμει σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, άλλως σύμβασης στερητικής αναδοχής χρέους ευθυνομένης εξ αυτής μόνο της ίδιας (της εναγομένης), άλλως ως de facto συνδεδεμένη με εταιρία Medoil ΑΕ επιχείρηση με κοινά εποπτικά και διαχειριστικά όργανα και κατά κατάχρηση της διατήρησης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου εκάστης, ο ίδιος εργάστηκε κατά παράβαση του συστήματος της πενθήμερης εργασίας τις αναφερόμενες και προσδιοριζόμενες ημερολογιακά ημέρες Σαββάτου, με οκτάωρη απασχόληση, αλλά και πέραν του νομίμου ωραρίου του τις ειδικά αναφερόμενες ώρες και με διάκριση των νυκτερινών ωρών, χωρίς να του καταβληθεί αντάλλαγμα και η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 11.093,52 ευρώ, όπως σαφώς εξειδικεύεται.
Ότι το επόμενο επίδικο χρονικό διάστημα, από 7-1-2007 έως 31-12-2011 εργάστηκε, επίσης κατά παράβαση του συστήματος της πενθήμερης εργασίας α) τις αναφερόμενες ώρες κατά τη διάρκεια της νύκτας μεταξύ 00.00-06.00 και 22.00-24.00, διακριτώς ανά συγκεκριμένη ημερολογιακά προσδιοριζόμενη ημέρα, β) πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως και των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, τις ειδικά αναφερόμενες ώρες ημερησίως (συγκεκριμένες ημέρες) και εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας την εκτιθέμενη στο δικόγραφο υπερεργασία και υπερωρία, γ) τις αναφερόμενες και προσδιοριζόμενες ημερολογιακά ημέρες Σαββάτου, με οκτάωρη και υπερωριακή εργασία, με συγκεκριμένο προσδιορισμό των ωρών αυτών, και δ) τις αναφερόμενες και προσδιοριζόμενες ημερολογιακά ημέρες Κυριακής τις συγκεκριμένες ώρες, χωρίς να του καταβληθούν για την εργασία του αυτή αντάλλαγμα, ούτε οι νόμιμες αμοιβές και προσαυξήσεις και χωρίς να λάβει για τις ώρες που απασχολήθηκε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, επιπρόσθετα δε η εναγομένη του κατέβαλε το διάστημα αυτό τον αναφερόμενο μηνιαίο μισθό που υπολειπόταν του εκτιθέμενου νομίμου.
Ότι το ίδιο χρονικό διάστημα παρείχε στην εναγομένη πρόσθετη εργασία, που εκείνη του ανέθεσε χωρίς συμφωνία αμοιβής, μη συναφή με την κύρια εργασία του (της οδήγησης των φορτηγών της), συνισταμένη στην φόρτωση και εκφόρτωση των πετρελαιοειδών με χρήση αντλίας και μετρητή δεξαμενών, ως και στη είσπραξη του αντιτίμου των πωλούμενων καυσίμων από τους πελάτες της και τη μεταφορά του στις εγκαταστάσεις της, απασχολούμενος γι'αυτή (την πρόσθετη εργασία) σε ποσοστό 5% του αναφερόμενου χρόνου για την κύρια εργασία του, ανερχομένης της οφειλής της εναγομένης για την εν λόγω αιτία, στα συγκεκριμένα ποσά που προσδιορίζονται ανά μήνα, με βάση τα ανωτέρω στοιχεία και τις αντίστοιχες μηνιαίες αποδοχές του.
Ότι για τις ανωτέρω αιτίες η εναγομένη του οφείλει τα διακριτώς αναφερόμενα για κάθε μία τούτων και αναλυτικά προσδιοριζόμενα χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 178.680,51 ευρώ, επικαλούμενος ειδικότερα γι'αυτά που αντιστοιχούν στην παροχή της εργασίας του τις ημέρες των Σαββάτων ότι η εναγομένη κατά τα ποσά αυτά κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του.
Ότι τέλος, η εναγομένη, ευθυνόμενη έναντι του, δυνάμει των ανωτέρω από 18-2-1999 και 2-1-2007 συμβάσεών τους, εκ της ένδικης μίας και ενιαίας σχέσης εργασίας, η οποία διήρκεσε αδιαλλείπτως από την κατάρτισή της την 1-4-1995 μέχρι και τις 31-12-2011, του οφείλει, λόγω της αποχώρησής του από την εργασία του με τη συμπλήρωση δικαιώματος πλήρους σύνταξης, ως κυρίως και επικουρικά ασφαλισμένος, όπως της γνωστοποίησε, με βάση τη άνω διάρκεια της ένδικης εργασιακής σχέσης και τις τακτικές αποδοχές του του τελευταίου μήνα (Δεκεμβρίου 2011), ως διαφορά νόμιμης, μειωμένης, αποζημίωσης, μετά από αφαίρεση της καταβληθείσας ποσού 2.953,47 ευρώ, το ποσό των (15.882,28 ευρώ-2.953,47 ευρώ=) 12.928,81 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων, επικαλούμενος την ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τις προαναφερόμενες συμβάσεις, τις ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, μετά παραδεκτό μερικό περιορισμό των επιμέρους συγκεκριμένων αγωγικών κονδυλίων και με αντίστοιχη μερική μετατροπή τινών τούτων από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 19.337,40 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι του οφείλει το ποσό των 184.025,19 ευρώ, για τις ανωτέρω αιτίες, όπως εξειδικεύεται, νομιμοτόκως.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, αρχικά η με αριθμό 2376/2013 μη οριστική και ακολούθως η με αριθμό 573/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή στο σύνολό της. Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησε έφεση- την από 8-11-2006 και με αριθμ.
καταθ.4556/2016- ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με αριθμό 2002/2019, του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφασή αυτή το Εφετείο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς την αξίωση α) ποσού 11.093,52 ευρώ, για την παρασχεθείσα εργασία ημέρες Σαββάτων, ως έκτης ημέρας εργασίας υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας με πλήρη απασχόληση, με οκτάωρη και πέραν αυτής υπερωριακή και νυχτερινή απασχόληση, του χρονικού διαστήματος από 3-10-2004 έως 31-12-2006, με την αιτιολογία, για όλες τις βάσεις της, της έλλειψης σαφούς αναφοράς περιστατικών για τη θεμελίωση της νομιμοποίησης και της επικαλούμενης εις ολόκληρον ευθύνης της εναγομένης για την καταβολή του β) αμοιβής υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης (τόσο κατά τις καθημερινές όσο και τις ημέρες Σαββάτων, Κυριακών και αργιών) του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 7-1-2007 έως και 31-12-2011, με την αιτιολογία της έλλειψης αναφοράς της, αναγκαίας για τον προσδιορισμό της, έναρξης και λήξης των ωρών αυτών ημερησίως και εβδομαδιαίως και δη διακριτώς για τις εργάσιμες ημέρες και τις ημέρες Σαββάτων, Κυριακών και των εξαιρέσιμων ημερών και γ) αμοιβής για πρόσθετη εργασία, μη συναφή με την κύρια, με την αιτιολογία της έλλειψης αναφοράς, του, αναγκαίου για το ορισμένο της, χρόνου έναρξης και λήξης της ημερήσιας κύριας εργασίας του ενάγοντος ως οδηγού φορτηγού.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή ως προς το προαναφερόμενο μέρος της είναι επαρκώς ορισμένη. Ειδικότερα, αναφορικά με την αξίωση του ποσού των 11.093,52 ευρώ για την παρασχεθείσα εργασία του ενάγοντος τις ημέρες Σαββάτου, με οκτάωρη, υπερωριακή και νυχτερινή απασχόληση, το χρονικό διάστημα από 3-10-2004 έως 31-12-2006, σαφώς εξειδικεύονται στο αγωγικό δικόγραφο, όπως απαιτείται κατά την προηγηθείσα σκέψη, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση της εναγομένης και την επικαλούμενη εις ολόκληρον ευθύνης της για την καταβολή του.
Συγκεκριμένα εκτίθεται, κατά την κύρια αγωγική βάση, ότι το επίδικο αυτό χρονικό διάστημα, δυνάμει της από 18-2-1999 σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος, της εναγομένης και της ιδίων αυτής συμφερόντων (μη διαδίκου) εταιρίας Μedoil ΑΕ, η τελευταία και η εναγομένη κατέστησαν συνεργοδότριές του ενάγοντος (με την εταιρία Medoil AE να έχει υπεισέλθει "σωρευτικώς" στην αρχική σύμβαση εργασίας), και δη με τον πρόσθετο όρο της συνέχισης, ως μίας και ενιαίας, της αρχικής σύμβασης εργασίας.
Η επίκληση της σύμβασης αυτής αρκεί για τη θεμελίωση της κύριας βάσης της εν λόγω ένδικης αξίωσης του ενάγοντος κατά της εναγομένης και της ευθύνης της για την καταβολή του αιτούμενου ποσού, (εις ολόκληρον με την άνω μη διάδικο εταιρία), ως συνεργοδότριάς του, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 481 ΑΚ, και τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν εκτίθενται με σαφήνεια στο δικόγραφό της. [Σημειώνεται ότι μόνη η ιδιότητα των ως άνω εταιριών ως συνδεδεμένων επιχειρήσεων που έχουν οργανωτική, επιχειρηματική και οικονομική ενότητα και κοινά εποπτικά και διαχειριστικά όργανα δεν αρκεί για την εις ολόκληρο ευθύνη της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας, αλλά στη περίπτωση αυτή ενέχεται διαιρετά κατ' άρθρο 480 του ΑΚ για την αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από την παροχή εργασίας του στην εταιρία Medoil AE ύψους 11.093,52 ευρώ και δη εν αμφιβολία κατ' ίσα μέρη].
Περαιτέρω, αναφορικά με την ένδικη αξίωση της αμοιβής και αποζημίωσης για την υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος το επίδικο διάστημα από Ιανουάριο του 2007 έως 31-12-2011, σαφώς εκτίθεται στην αγωγή, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, οι όροι της, οι νόμιμες και ταυτόχρονα συμβατικές αποδοχές του το διάστημα αυτό για τον υπολογισμό του ωρομισθίου του και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησής του, και μάλιστα με αναφορά ημερολογιακά όλων των ημερών του διαστήματος αυτού και των συγκεκριμένων ωρών εργασίας του κατά ημέρα και κατά εβδομάδα και διακριτά για τις εργάσιμες ημέρες, τις ημέρες του Σαββάτου, των Κυριακών και των λοιπών εξαιρέσιμων ημερών.
Πέραν των ανωτέρω στοιχείων, που αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο με διάκριση και αναφορά των συγκεκριμένων ωρών υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης, δεν απαιτείτο επιπρόσθετα, για την εξειδίκευση των ωρών της υπερεργασίας και της υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, να αναφέρεται και ο χρόνος έναρξης και λήξης τούτων.
Τέλος, αναφορικά και με την αξίωση της αμοιβής του για την παροχή πρόσθετης εργασίας, αναφέρονται στην αγωγή όλα τα απαιτούμενα, κατά την προηγηθείσα σκέψη, στοιχεία για τον προσδιορισμό της στοιχεία και συγκεκριμένα η ένδικη σύμβαση εργασίας, το είδος της συμφωνημένης (κύριας) εργασίας του, οι γι'αυτή καταβαλλόμενες, αλλά και οι νόμιμες, αποδοχές του, το είδος της πρόσθετης εργασίας στην οποία υποχρεώθηκε, χωρίς να συμφωνηθεί γι'αυτή αμοιβή, το μη συναφές του αντικειμένου της με αυτό της κύριας εργασίας του, με σαφή προσδιορισμό της χρονικής διάρκειας της κύριας αλλά και της πρόσθετης εργασίας του, οριζόμενης σε συγκεκριμένο ποσοστό επί του χρόνου εργασίας του για την κύρια απασχόλησή του, προς αντίστοιχο ποσοστιαίο προσδιορισμό (της συμπληρωματικής) αμοιβής του, ανερχομένης αυτής, κατά τους υπολογισμούς του, με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, σε συγκεκριμένα μηνιαία χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους για το άνω επίδικο χρονικό διάστημα 3.464,68 ευρώ.
Η ανωτέρω περιγραφή με συγκεκριμένο τρόπο του περιεχόμενου της σύμβασης που θεμελιώνει τη νομιμοποίηση και την επικαλούμενη ευθύνη της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, και η σαφής αναφορά των αναγκαίων προσδιοριστικών στοιχείων των ανωτέρω αξιώσεων, ανταποκρίνεται στην απαιτουμένη από τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ "σαφή έκθεση των γεγονότων που ....δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής από τον ενάγοντα κατά της εναγομένης" και "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς" και με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις προαναφερόμενες διατάξεις σκοπός, της παροχής δυνατότητας στο δικαστήριο της νομικής θεμελίωσης της αγωγής και στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητης της ικανοποιητικής άμυνας.
Κατόπιν τούτων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του αόριστη την αγωγή κατά το μέρος τούτο, χωρίς να λάβει υπόψη τα προαναφερόμενα γεγονότα που με επάρκεια εξέθετε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στο δικόγραφό της για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της και με την απόρριψή της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, παρά την επαρκή έκθεση στο δικόγραφό της των αναγκαίων στοιχείων και για τη στήριξη των άνω επιμέρους αιτημάτων της, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμός 8 και 14 του άρθρου ΚΠολΔ.
Επομένως, οι από τους αριθμούς αυτούς, 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμοι. Μετά την κριθείσα βασιμότητα του πρώτου λόγου αναίρεσης ως προς την κύρια βάση της άνω αγωγικής αξίωσης του ήδη αναιρεσείοντος ποσού 11.093,52 ευρώ, του διαστήματος από 30-10-2004 έως 31-12-2006, επειδή η κατά παραδοχή του αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά μόνο την κύρια βάση της εν λόγω αγωγικής αξίωσης εκτείνεται και στις διατάξεις της για τις επικουρικές της βάσεις, οι κατ' αυτών αιτιάσεις στον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεν ερευνώνται ως άνευ αντικειμένου (ΑΠ 282/2020, ΑΠ 546/2009, ΑΠ 1683/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003).
Περαιτέρω, με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν. 435/1976 αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί με το άρθρο 8 παρ. 4 του ΝΔ 3788/1957 και ορίστηκαν τα εξής: "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού διά την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως προϋποθέσεις δύνανται εάν...
έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρώσιν, είτε να απομακρύνονται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες... οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως, της οποίας δικαιούνται κατά της εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις, διά την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου..."..
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνη της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπ. ΙΑ.12 περ. 2 και 3 του ν. 4093/2012 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση ως εκ του χρόνου λύσης της εργασιακής σχέσης (2-1-2012), συνάγεται η εύρεση του ποσοστού από 40% ή 50% επί της αποζημίωσης που οφείλεται στο μισθωτό σε περίπτωση αποχώρησης αυτού από την εργασία του, λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος από τον ασφαλιστικό του φορέα, εφόσον αντιστοίχως αυτός είναι ή δεν είναι επικουρικά ασφαλισμένος, καθορίζεται με βάση τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης και των τακτικών αποδοχών του μισθωτού κατά τον τελευταίο μήνα της εργασίας του υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (ΑΠ 141/2022, ΑΠ 491/2019).
Περαιτέρω, για τη χορήγηση της αποζημίωσης αυτής εφαρμόζονται κατά τα λοιπά πάντα τα οριζόμενα στα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν.δ. 3198/1955 ως και στις διατάξεις του ν. 2112/1920 όπως ισχύει, πλην εκείνων που αφορούν στην προειδοποίηση, σύμφωνα δε με το άρθρο 1 του ν. 2112/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.4558/1930, και ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 4093/2012, για υπάλληλο που κατά τον ανωτέρω χρόνο είχε συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη 16 έτη προϋπηρεσίας η οφειλόμενη αποζημίωση συνίσταται στις τακτικές αποδοχές 12 μηνών. Η διάταξη, για την εφαρμογή της οποίας απαιτείται μόνο η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, εξισορροπεί τα συμφέροντα εργοδότη και εργαζόμενου, διότι παρέχει υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα σε μειωμένη αποζημίωση (αντί της πλήρους, εάν την πρωτοβουλία της λύσης της σύμβασης εργασίας είχε ο εργοδότης ή της απώλειας του σχετικού δικαιώματος, εάν την πρωτοβουλία είχε ο εργαζόμενος) και αποβλέπει, ταυτόχρονα, στην ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και στη δημιουργία κενών θέσεων εργασίας (ΑΠ 686/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 εδ.β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη αξίωση της διαφοράς, ποσού 12.928,81 ευρώ, μεταξύ της καταβληθείσας από την αντίδικό του και της καταβλητέας από την ίδια μειωμένης νόμιμης αποζημίωσής του, λόγω της αποχώρησής του στις 2-1-2012 από την εργασία του έχοντας τις προϋποθέσεις της λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος από τον ασφαλιστικό του φορέα, ως κύρια και επικουρικά ασφαλισμένος, όπως της γνωστοποίησε, δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό του, της συμπλήρωσης προϋπηρεσίας στον εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη 16 ετών, από την 1-4-1995 έως την αποχώρησή του, δυνάμει της από 1-4-1995 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ τους, της από 18-2-1999 σύμβασης εργασίας, στην οποία συμβλήθηκε η αναιρεσίβλητη ως συνεργοδότριά του, αλλά και τον πρόσθετο όρο αυτής, ως και της μεταγενέστερης, από 2-1-2007 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε επίσης μεταξύ τους, για τη συνέχιση της από 1-4-1995 εργασιακής τους σχέσης ως μίας και ενιαίας.
Επειδή δε το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον άνω ουσιώδη ισχυρισμό του, που συνιστά τη βάση υπολογισμού της εν λόγω αποζημίωσης, έκρινε ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της καταβλητέας και της καταβληθείσας από την αντίδικό του και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής του ως ουσιαστικά αβάσιμο. Όπως προαναφέρθηκε, από την προηγηθείσα παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της άνω αγωγής, με αυτή ο αναιρεσείων ζήτησε, μεταξύ άλλων, και την επιδίκαση οφειλόμενης από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη διαφοράς, ποσού 12.928,81 ευρώ, επί της νόμιμης αποζημίωσης, μειωμένης κατά 40%, λόγω της αποχώρησής του από την εργασία του στις 2-1-2012 με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων λήψης, κατά τις κείμενες διατάξεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας, πλήρους σύνταξης γήρατος από τον ασφαλιστικό του φορέα (ΙΚΑ), ως κυρίως και επικουρικά ασφαλισμένος, όπως της γνωστοποίησε, επικαλούμενος για την απαιτούμενη για τον υπολογισμό της αποζημίωσης αυτής, προϋπηρεσία του ως εργαζόμενος στην αντίδικό του ειδικότερα τα εξής:
Ότι με την από 1-4-1995 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε και απασχολήθηκε από την εναγομένη από την 1-4-1995 έως τις 18-2-1999, με τους ιστορούμενους όρους. Ότι μεταγενέστερα με την από 18-2-1999 σύμβαση εργασίας που κατήρτισε με την ίδια και την ομοειδή της, κοινών οικονομικών συμφερόντων και εκπροσώπησης, εταιρία "Medoil ΑΕ", η τελευταία και η εναγομένη κατέστησαν συνεργοδότριές του με τους ίδιους όρους για το χρονικό διάστημα από 18-2-1999 έως 30-12-2006, με την πρόσθετη μεταξύ τους συμφωνία της συνέχισης, ως μίας και ενιαίας, της άνω, από 1-4-1995, υφισταμένης εργασιακής τους σχέσης, και ότι το ίδιο συμφωνήθηκε ακολούθως με σχετικό πρόσθετο όρο της από 2-1-2007 σύμβασης εργασίας, με την οποία η εναγομένη κατέστη εκ νέου μοναδική εργοδότρια του μέχρι την αποχώρησή του από την εργασία του στις 2-1-2012, λόγω πλήρωσης των προϋποθέσεων λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος από τον ασφαλιστικό του φορέα, ως ασφαλισμένος κύρια και επικουρικά, όπως της γνωστοποίησε.
Ότι με βάση τη συνολική προϋπηρεσία του στην εναγομένη (από 1-4-1995 έως 2-1-2012) και τις τακτικές αποδοχές του του τελευταίου μήνα (Δεκέμβριος του 2011), που προσδιορίζει στο ποσό των 2.617,96 ευρώ, η οφειλόμενη από την αντίδικό του νόμιμη αποζημίωσή του, μειωμένη κατά 40% λόγω της κατά τα άνω αποχώρησής του, ανέρχεται, κατά τους δικούς του υπολογισμούς, στο ποσό των 15.882,28 ευρώ, αντ'αυτού όμως η εναγομένη του κατέβαλε μόνο το ποσό των 2.953,47 ευρώ, υπολογίζοντας εσφαλμένως ως δήθεν χρόνο έναρξης της σύμβασης εργασίας που τους συνέδεε την 2-1-2007.
Κατόπιν τούτων ο ενάγων ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό της αγωγής του, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη του οφείλει-εκτός άλλων και- το ποσό των 12.928,81 ευρώ, ως υπόλοιπο οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης, νομιμοτόκως. Τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό του και αίτημα επανέφερε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου, με λόγο έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει σιγή κατά τούτο την αγωγή του κατ' ουσία.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού έκρινε ορισμένη την αγωγή ως προς την άνω αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος προκύπτει ότι δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Τέλος, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η τελευταία συνεχής απασχόληση του καλούντα-ενάγοντα-εκκαλούντα εργαζόμενου ως οδηγού βυτιοφόρου οχήματος, για λογαριασμό της καθής η κλήση-εναγομένης-εφεσίβλητης, δυνάμει της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας κατά τα παραπάνω σύμβασης εργασίας, διήρκεσε από την 2-1-2007 έως την 2-1-2012, οπότε ο πρώτος αποχώρησε, κατόπιν αίτησής του, για συνταξιοδότησή του, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη κύριας και επικουρικής σύνταξης, με συμπληρωμένο το 57ο έτος της ηλικίας του και ενόψει του ότι η εργασία του ανήκε στα βαρέα-ανθυγιεινά επαγγέλματα.
Κατά τα λοιπά, δεν γίνεται επίκληση, αλλά ούτε και προσκομίζεται πράξη του αρμοδίου οργάνου συγκεκριμένου ασφαλιστικού οργανισμού, με την οποία να απονέμεται στον καλούντα-ενάγοντα-εκκαλούντα πλήρης σύνταξη γήρατος. Εφόσον, όμως, δεν προέκυψε συγκεκριμένη συμφωνία μεταξύ αυτού (καλούντα-ενάγοντα-εκκαλούντα) και της εργοδότριας εταιρίας (καθής η κλήση-εναγομένης-εφεσίβλητης), για τον υπολογισμό προηγούμενης προϋπηρεσίας του ίδιου, ως εργαζόμενου, είτε για λογαριασμό της, είτε για λογαριασμό άλλου, πέραν αυτής, εργοδότη, κατά την εξαγωγή της καταβλητέας αποζημίωσης, υπολογιστέα ήταν μόνον η τελευταία στην ίδια εργοδότρια (καθής η κλήση-εναγομένη-εφεσίβλητη) σύμβαση αορίστου χρόνου (που όπως αποδείχθηκε καταρτίστηκε την 2-1-2007).
Συναφώς, ο καλών-ενάγων-εκκαλών δικαιούνταν να λάβει το συνολικό ποσό των [2.104,16 ευρώ Χ 3 μήνες=6.312,48 ευρώ+1/6=7.364,56 ευρώ Χ 40%=] 2.945,82 ευρώ, αντί του οποίου έλαβε το ποσό των 2.953,47 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε σιωπηρά το οικείο κονδύλιο, ορθά, κατ' αποτέλεσμα, αποφάνθηκε και, συνακόλουθα η έφεση, κατά το σκέλος της, με το οποίο ο καλών-ενάγων-εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη του συγκεκριμένου αγωγικού αιτήματος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία τον λόγο της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος με τον οποίο αυτός παραπονείτο για την απόρριψη με την εκκαλουμένη απόφαση της αγωγής του κατά το μέρος τούτο, στην οποία διαλαμβανόταν ο ισχυρισμός του για τη συνολική προϋπηρεσία του στην αντίδικό της, δυνάμει των ειδικώς αναφερόμενων συμφωνιών τους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα προταθέντα από τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα και δη τον αγωγικό πραγματικό ισχυρισμό του, εκ των άρθρων 361, 648 ΑΚ, που επανέφερε με λόγο έφεσης, περί της συμπλήρωσης συνεχούς προϋπηρεσίας του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη 16 ετών, από την 1-4-1995 έως την αποχώρησή του στις 2-1-2012, δυνάμει της από 1-4-1995 μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, της επόμενης, από 18-2-1999, σύμβασης εργασίας μεταξύ αυτού, της εταιρίας Μedoil ΑΕ και της αναιρεσίβλητης, με την οποία η τελευταία ήταν (συν)εργοδότριά του το χρονικό διάστημα από 18-2-1999 έως 31-12-2006, ως και του πρόσθετου όρου αυτής, αλλά και της μεταγενέστερης, από 2-1-2007, επίσης συναφθείσας μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης σύμβασης εργασίας-με την οποία η τελευταία κατέστη εκ νέου μοναδική εργοδότριά του, με τον οποίο οι διάδικοι συμφώνησαν τη συνέχιση, ως μίας και ενιαίας, της από 1-4-1995 εργασιακής τους σχέσης που διήρκησε μετά ταύτα συνεχώς μέχρι τις 2-1-2012.
Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι ουσιώδης καθόσον προσδιόριζε τη συνολική διάρκεια της εργασιακής σχέσης των διαδίκων και τη συμπλήρωση προϋπηρεσίας του στην αναιρεσίβλητη 16 ετών, η οποία, κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη που προηγήθηκε διατάξεις, συνιστά τη βάση του υπολογισμού της αιτούμενης νόμιμης, μειωμένης, αποζημίωσής του, λόγω της αποχώρησής του από την εργασία του πληρώντας τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος, ως κύρια και επικουρικά ασφαλισμένος, από τον ασφαλιστικό του φορέα.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αγνόησε τον ανωτέρω ουσιώδη ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος και έλαβε υπόψη του μόνο την τελευταία από τις ανωτέρω συμβάσεις που αυτός επικαλείτο στην αγωγή και στην έφεσή του, και ειδικότερα την από 2-1-2007 σύμβαση (χωρίς να λάβει υπόψη τον επίσης επικαλούμενο πρόσθετο όρο της) και με βάση αυτή προσδιόρισε την διάρκεια της ένδικης εργασιακής σχέσης και την προϋπηρεσία του στην αντίδικό του από τις 2-1-2007 μέχρι τις 2-1-2012, δηλαδή σε μόλις 5 έτη, αντί αυτής των 16 πλήρων ετών, που επικαλείτο κατά τα άνω με την έφεσή του και την αγωγή του.
Μετά ταύτα το Εφετείο, χωρίς να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό του αυτό, σύμφωνα με τον οποίο η ανωτέρω νόμιμη, μειωμένη, αποζημίωσή του συνίσταται στις τακτικές αποδοχές-του τελευταίου μήνα- δώδεκα (12) μηνών, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις, έλαβε ως βάση υπολογισμού της εν λόγω αξίωσής του τις τακτικές αποδοχές του μόλις τριών (3) μηνών και προσδιορίζοντάς την στο ποσό των 2.945,82 ευρώ, έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του κατά το μέρος που αξίωνε την αιτούμενη διαφορά της, ποσού 12.928,81 ευρώ, και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής του κατ' ουσία.
Επομένως το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο υπό κρίση λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθ.22§2 του Συντάγματος και 3§1, 7, 8§2, 9§1, 10§2 και 11§2 ν.1876/1990, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο (2007 έως 2011), συνάγεται ότι (α) κατά τη σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους και ως εκ τούτου οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ (ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων, άρθ. 16 παρ. 3 ν.1876/1990) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 519/2021, ΑΠ 446/2015, ΑΠ 56/2012, ΑΠ 127/2012) και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός εάν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (β) οι κλαδικές ΣΣΕ περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζόμενους, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητά τους, ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλης ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας (γ) οι ΣΣΕ, πλην των εθνικών γενικών, δεσμεύουν καταρχήν τους εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του (που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας) μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, έκτοτε δε (ή από τον χρόνο υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής) η ΣΣΕ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της, με την επιφύλαξη ότι μία κλαδική ΣΣΕ (ή ΔΑ) υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική, ΣΣΕ (Ολ 4/2024, ΟλΑΠ 2/2002, ΑΠ 1465/2022).
Για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η, αυτεπάγγελτα εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ που ήδη είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική, από το χρόνο κήρυξής της ως γενικά υποχρεωτικής ή υποβολής της σχετικής αίτησης (ΑΠ 1465/2022, ΑΠ 248/2020, ΑΠ 1243/2020, ΑΠ 43/2017).
Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 9§§4 και 5 ν.1876/1990, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 2 παρ. 5 της με αριθμό 6/2012 πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) (ΦΕΚ Α 38/28.2.2012), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ Α' 28), ορίζεται αντίστοιχα ότι "οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 8" και "μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι μετά τη λήξη της ΣΣΕ οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν μετά την πάροδο του οριζομένου ως άνω εξαμήνου, ήτοι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας, μέχρι την έναρξη της ισχύος της επόμενης ΣΣΕ ή τον παραμερισμό τους (προς ευνοϊκότερη ή δυσμενέστερη κατεύθυνση), με την κατάρτιση νεότερης ατομικής συμφωνίας (ΟλΑΠ 4/2024, ΑΠ 1465/2022, ΑΠ 723/2011).
Περαιτέρω, στις ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των πάσης φύσεως Επιχειρήσεων Πετρελαίου και Υγραερίων, ειδικότερα στην από 22-9-2006 (ΠΚ Υπ.Απασχ.118/26-9-2006), η οποία κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική με την ΥΑ 13296/15-11-2006 (ΦΕΚ Β 1747/30-11-2006), στην από 11-9-2008 (Π.Κ. Υπ.Απασχ. και Κοιν.Προστασίας 114/18-9-2008), η οποία κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική με την ΥΑ 78520/3891/14-11-2008 (ΦΕΚ Β 2424/1-12-2008), και στην από 17-12-2010 (ΠΚ Υπ.Εργ.
και Κοιν.Ασφ.65/29-12-2010), η οποία κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική με την ΥΑ 11344/690/2011 (ΦΕΚ Β 1449/17-6-2011), α) με το άρθρο 13 των δύο πρώτων ΣΣΕ και αυτό συνδυαζόμενο και με το αρθρ. 5 παρ.2 της τρίτης, ορίστηκε: "Το προβλεπόμενο με την απόφαση 3/76 ΔΔΔ Αθήνας επίδομα ειδικών συνθηκών εργασίας, όπως έχει συμφωνηθεί να επεκταθεί και στους χώρους των αεροδρομίων των εταιρειών εμπορίας πετρελαιοειδών και στις επιχειρήσεις υγραερίων, ανέρχεται για το προσωπικό των εγκαταστάσεων και σταθμών ανεφοδιασμού αερολιμένων, πλην των εις την περιοχή Αττικής εργαζομένων, στις εγκαταστάσεις υγραερίων, σε ποσοστό 28%.
Όσον αφορά προσωπικό των εγκαταστάσεων Υγραερίων Περιοχής Αττικής, το παραπάνω επίδομα θα εξακολουθεί να ανέρχεται σε ποσοστό 10% επί των βασικών μηνιαίων μισθών και ημερομισθίων που προβλέπονται από την ΣΣΕ" β) με το άρθρο 14 των δύο πρώτων ΣΣΕ και συνδυαζόμενο αυτό με το άρθρο 5 παρ. της τρίτης, ορίστηκε: "Το προσωπικό το απασχολούμενο στις εγκαταστάσεις και σταθμούς ανεφοδιασμού αερολιμένων των Εταιρειών δικαιούνται ειδικού επιδόματος μηνιαίως ευρώ 80, από 1-1-2007 για όσο χρόνο και μόνο θα εργάζεται στις παραπάνω εγκαταστάσεις και σταθμούς.." (ποσό που αυξήθηκε σε 82,76 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2008 και σε 85,24 ευρώ μηνιαίως από 1-7-2008 με την από 11-9-2008 ΣΣΕ) και γ) από το συνδυασμό του άρθρου 16 των δύο πρώτων ΣΣΕ και του άρθρου 5 παρ.2 της τρίτης ΣΣΕ, προκύπτει ότι:
Η από το άρθρο 12 της από 5-8-55 ΣΣΕ, όπως συμπληρώθηκε δια του άρθρου 12 της από 31-7-75 Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, προβλεπόμενη εισφορά των επιχειρήσεων για την παρασκευή συσσιτίου για κάθε ημέρα πραγματικής εργασίας και κατά εργαζόμενο παραμένει ως έχει, δηλαδή σε ευρώ 3,99 από 1-1-07, σε ευρώ 4,13 από 1-1-08, και σε ευρώ 4,25 από 1-9-08 και 4,25 από 1-1-2010 έως 31-12-2012.
Ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, κατά τον υπολογισμό των νόμιμων μηνιαίων αποδοχών του, και αποτελούσαν τη βάση των ενδίκων αξιώσεών του του επιδίκου χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο του 2007 έως και 31-12-2011, παραβίασε ευθέως τις ισχύουσες το διάστημα αυτό κανονιστικές διατάξεις των από 22-9-2006, 11-9-2008 και 7-12-2010 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των πάσης φύσεως Επιχειρήσεων Πετρελαίου και Υγραερίων, που κηρύχθηκαν γενικώς υποχρεωτικές με τις αναφερόμενες Υπουργικές Αποφάσεις, ως προς τα προβλεπόμενα από αυτές επιδόματα ειδικών συνθηκών, συσσιτίου και εγκαταστάσεων.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Η καθής η κλήση-εναγομένη-εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "KMOIL ANΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" δραστηριοποιείται στη διάθεση και διακίνηση πετρελαίων και πετρελαιοειδών προϊόντων στην εσωτερική αγορά, μέσω πρατηρίων υγρών καυσίμων ή ελεύθερων εφοδιαστών-μεταπωλητών υγρών καυσίμων.
Ο καλών - ενάγων - εκκαλών, που προηγουμένως εργαζόταν ως οδηγός φορτηγών και λεωφορείων από το έτος 1981 και τύγχανε ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. από το έτος 1969, εργαζόμενος έκτοτε στα ναυπηγεία του Περάματος, όντας, παράλληλα, εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης "Ε" (μέχρι 40 τόνων) Γ' κατηγορίας - συρόμενο ή επικαθήμενο), προσελήφθη την 2.1.2007 από την καθ' ης η κλήση - εναγόμενη - εφεσίβλητη, ως εταιρεία, στην οποία γνωστοποίησε την παραπάνω προϋπηρεσία του, προκειμένου να εργαστεί για λογαριασμό της τελευταίας με την ειδικότητα του οδηγού βυτιοφόρου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης αορίστου χρόνου [....].
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, η καθ' ης η κλήση - εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία του είχε παραχωρήσει το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. βυτιοφόρο, με το οποίο ο καλών - ενάγων - εκκαλών μετέβαινε στα διυλιστήρια Ελευσίνας, απ' όπου παραλάμβανε τα προς πώληση καύσιμα, προκειμένου στη συνέχεια να τα μεταφέρει στα συνεργαζόμενα με την εταιρεία πρατήρια.
Κατά την πρόσληψή του, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι: (1) ο καλών - ενάγων - εκκαλών, ως μισθωτός, ήταν υποχρεωμένος να παρέχει τις υπηρεσίες του στην καθ' ης η κλήση - εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, χωρίς να εξαιρούνται απ' αυτές οι ημέρες των Σαββάτων, (2) η καθ' ης η κλήση - εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία παρείχε το δικαίωμα στον καλούντα - ενάγοντα - εκκαλούντα μισθωτό οδηγό να χρησιμοποιεί το βυτιοφόρο όχημα για να κινείται από την οικία του προς τον χώρο εργασίας του καθώς και για την επιστροφή του, μετά το πέρα αυτής, τηρώντας πάντοτε τον Κ.Ο.Κ., με τη ρητή συμφωνία ότι ο χρόνος αυτός, όπως και οποιοσδήποτε άλλος, που δεν σχετιζόταν με την παραπάνω σχέση εργασίας, δεν θα προσμετρώνταν στην ημερήσια απασχόλησή του, (3) αποδεικτικό στοιχείο του χρόνου εργασίας δεν θα αποτελούσε το βιβλίο δρομολογίων ούτε οι ταχογράφοι του αυτοκινήτου (καθόσον θα περιελάμβαναν και χρόνο κίνησης του οχήματος πέραν του πραγματικού χρόνου εργασίας) αλλά τα αντίστοιχα παραστατικά φόρτωσης και εκφόρτωσης από τα διυλιστήρια, σύμφωνα με το πρόγραμμα που εκείνα εκ των προτέρων καθόριζαν, και της τελευταίας εκφόρτωσης της ίδιας ημέρας, (4) η εργοδότρια εταιρεία θα είχε το δικαίωμα να αναθέτει στον εργαζόμενο και άλλες συναφείς με την ειδικότητά του εργασίες, ο δε καλών - ενάγων - εκκαλών, ως εργαζόμενος μισθωτός, θα παρείχε, αντιστοίχως, την εργασία του, σύμφωνα με τις υποδείξεις, οδηγίες και εντολές των αρμόδιων οργάνων της.
Τους αμέσως προηγούμενους όρους, δεν τους αμφισβήτησε ειδικώς ο καλών - ενάγων - εκκαλών, ο οποίος, παρά το γεγονός ότι με την προσθήκη αντίκρουση που αυτός κατάθεσε επί των πρωτόδικων προτάσεών του ανέφερε ότι οι όροι αυτοί δεν διελήφθησαν στην αρχική έγγραφη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, δεν αντικρούει, αλλά ούτε και εξηγεί το γεγονός ότι οι ίδιοι, ως άνω, όροι επαναλήφθηκαν στην από 1.6.2010 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, για την τροποποίηση της σύμβασης υπηρεσιών μισθωτού.
Σύμφωνα δε με όσα αναγράφονται στον δεύτερο όρο της τελευταίας, η καθ' ης η κλήση - εναγόμενη -εφεσίβλητη εταιρεία με τη σύμφωνη γνώμη του καλούντα ενάγοντα - εκκαλούντα μισθωτού της, που τη συνυπέγραψε, και κατόπιν πρότασης που φερόταν ότι προήλθε από τον τελευταίο, λόγω μείωσης του χρόνου εργασίας του, ο εν λόγω διάδικος συμφώνησε στην ελάττωση αυτού, στο ήμισυ σχεδόν και συγκεκριμένα σε δεκατρείς (13) ημέρες εργασίας, αντί των είκοσι πέντε (25) ημερών, που θα του γνωστοποιούνταν από την προηγούμενη της εργασίας του, με παράλληλη συμφωνία για ανάλογη μείωση της αμοιβής του αλλά και των ασφαλιστικών του εισφορών και με την επιπλέον μνεία ότι η εν λόγω συμφωνία θα ίσχυε για πέντε (5) μήνες.
Ο καλών - ενάγων - εκκαλών αμφισβήτησε ειδικά την δέσμευσή του από τη συμφωνία αυτή, καθώς ισχυρίστηκε ότι αυτή ήταν προϊόν απειλής απόλυσής του εκ μέρους της εργοδότριας του (καθ' ης η κλήση - εναγόμενης -εφεσίβλητης εταιρείας) σε περίπτωση που δεν συναινούσε στην κατάρτισή της. Από τα ιδία, ως άνω, προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν προέκυψε ότι η αμέσως προηγούμενη συμφωνία, που έγινε κατά την διάρκεια της λειτουργίας της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας σύμβασης εργασίας, γνωστοποιήθηκε μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία [των οκτώ (8) ημερών] στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, με αποτέλεσμα να τεκμαίρεται ότι καλύπτει απασχόληση με τους ίδιους όρους και συμφωνίες που ίσχυαν πριν από την κατάρτισή της.
Το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται, αλλά, αντιθέτως, ενισχύεται από τα προσκομιζόμενα από πλευράς του καλούντα - ενάγοντα - εκκαλούντα πρωτότυπα αλλά και αντίγραφα των βιβλίων ημερησίων δρομολογίων. Τα αποσπάσματα αυτά θα ληφθούν υπόψη, καθόσον το Δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή που έχουν αποκλεισθεί από τους διαδίκους, με αποτέλεσμα η αμέσως προηγούμενη συμφωνία των συμβληθέντων μερών, κατά την οποία, το βιβλίο δρομολογίων όπως και οι ταχογράφοι του αυτοκινήτου που παραχωρήθηκε στον καλούντα - ενάγοντα - εκκαλούντα, αποκλείονται ως αποδεικτικά στοιχεία του χρόνου εργασίας του τελευταίου, να μην δεσμεύει το Δικαστήριο. [...].
Παρά δε την ειδική αμφισβήτηση του χρόνου πραγματικής εργασίας του καλούντα - ενάγοντα - εκκαλούντα, από πλευράς της καθ' ης η κλήση - εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας, βάσει των ανωτέρω προσκομιζόμενων αποσπασμάτων των βιβλίων ημερησίων δρομολογίων προκύπτει ότι ο πρώτος, εκτός των μηνών Ιουνίου και Αυγούστου του έτους 2010, κατά τους οποίους εργάστηκε επί πέντε (5) και δεκαπέντε (15) ημέρες, αντιστοίχως, κατά τα λοιπά, κατά τους μήνες Ιούλιο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους αυτού (2010), εργάστηκε επί είκοσι τρεις (23), δεκαοκτώ (18), είκοσι τέσσερις (24), είκοσι έξι (26) και είκοσι πέντε (25) ημέρες, αντιστοίχως, ενώ εν συνεχεία, το έτος 2011, εργάστηκε επί είκοσι μία (21) μέρες τον Ιανουάριο, επί είκοσι δύο (22) ημέρες τον Φεβρουάριο, επί είκοσι τρεις (23) ημέρες τον Μάρτιο, επί δέκα εννέα (19) ημέρες τον Απρίλιο, επί δεκαοκτώ (18) ημέρες τον Μάιο είκοσι μια (21) ημέρες τον Ιούνιο, επί είκοσι τέσσερις (24) ημέρες τον Ιούλιο, επί είκοσι τρεις (23) ημέρες τον Αύγουστο, επί είκοσι μία (21) ημέρες τον Σεπτέμβριο, επί δέκα εννέα (19) ημέρες τον Οκτώβριο, επί είκοσι τρεις (23) ημέρες το Νοέμβριο και επί δέκα εννέα (19) ημέρες τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους (2011), εκτός των 7, 8, 9 και 10 Δεκεμβρίου 2011, κατά τις οποίες αυτός δεν απασχολήθηκε, λόγω ασθένειας.
Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων και ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη του ισχυρισμού του καλούντα - ενάγοντα - εκκαλούντα περί απειλής απόλυσής του από την καθ' ης η κλήση - εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία, προκύπτει ότι, παρά την προαναφερθείσα, μεταγενέστερη, συμφωνία, για την επικαλούμενη συμβατική εκ περιτροπής απασχόληση του πρώτου, ο χρόνος εργασίας αυτού δεν μειώθηκε, όπως η συμφωνία προέβλεπε, αλλά, ότι, αντιθέτως, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας εξακολούθησε να λειτουργεί εν τοις πράγμασι με τους ίδιους όρους και συμφωνίες που ίσχυαν και πριν από αυτή (συμφωνία), με αποτέλεσμα ο συγκεκριμένος διάδικος (καλών - ενάγων - εκκαλών) να δικαιούται αποδοχές για πλήρη απασχόληση.
Το δικαίωμα αυτό του καλούντα - ενάγοντα -εκκαλούντα διατηρείται και για τις ημέρες κατά τις οποίες αυτός κωλυόταν να προσφέρει τις υπηρεσίες του συνεπεία σπουδαίου λόγου και συγκεκριμένα λόγω ασθένειάς του, που δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του, καθώς η καθ' ης η κλήση - εναγόμενη - εφεσίβλητη, πέραν της αναφοράς της στην απουσία του πρώτου κατά τις παραπάνω ημέρες, όπως και κατά τις 11, 12, 23 και 14 Αυγούστου του έτους 2010, όταν ο εν λόγω διάδικος (καλών - ενάγων- εκκαλών) βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια λόγω παρόξυνσης βρογχικού άσθματος συνεπεία λοίμωξης, σύμφωνα με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο εκ μέρους της έγγραφο, δεν προέβαλε πρωτοδίκως, αλλά ούτε και στο παρόν Δικαστήριο επαναφέρει παραδεκτώς, ισχυρισμό που να θεμελιώνει δικαίωμά της να αρνηθεί την πληρωμή των αποδοχών αυτού (ως άνω εργαζομένου της) για τις συγκεκριμένες ημέρες.
Ως χρόνος εργασίας του καλούντα - ενάγοντα - εκκαλούντα θεωρούνται επίσης και 1) η 10.4.2007, κατά την οποία ο εν λόγω διάδικος απασχολήθηκε επί 10,30 ώρες, για μεταφορά στο συνεργείο και συντήρηση του βυτιοφόρου οχήματος, 2) η 11-10-2017, κατά την οποία αυτός εργάστηκε επί 8,30 ώρες για τη μεταφορά του βυτιοφόρου οχήματος στο συνεργείο, 3) η 25.11.2007, κατά την οποία αυτός εργάστηκε επί 10,30 ώρες για τη μεταφορά του βυτιοφόρου οχήματος στο συνεργείο, 4) η 11.2.2008, κατά την οποία αυτός απασχολήθηκε επί 8 ώρες για τη μεταφορά του βυτιοφόρου οχήματος σε συνεργείο για ηλεκτρολογικό έλεγχο, 5) οι 17 και 19.5.2008, κατά τις οποίες το βυτιοφόρο μεταφέρθηκε σε συνεργείο, 6) η 5.9.2008, κατά την οποία αυτός απασχολήθηκε επί 11 ώρες για τη μεταφορά του βυτιοφόρου σε συνεργείο, 7) η 16.3,2009, κατά την οποία αυτός απασχολήθηκε επί 8 ώρες για τη μεταφορά του βυτιοφόρου σε συνεργείο, 8) οι 30 καί 31.8.2010, κατά τις οποίες το βυτιοφόρο ήταν σε συνεργείο, 9) οι 1, 2, 3 και 4.9.2010, οπότε το βυτιοφόρο όχημα παρέμεινε σε συνεργείο καθώς και 10) οι 1 και 3.11.2011, οπότε το βυτιοφόρο όχημα ελέγχθηκε σε ΚΤΕΟ και εν συνεχεία πραγματοποίησε δρομολόγια στην Πετρόλα (για καύσιμα) και στο Κρυονέρι Κορινθίας, διότι, παρά τα όσα αντίθετα η καθ' ης η κλήση - εναγόμενη - εφεσίβλητη υποστηρίζει, κατά τις αμέσως προηγούμενες ημεροχρόνολογιες ο καλών - ενάγων - εκκαλών εργάστηκε σε παρεμφερή απασχόληση, που έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα ως προς την κυρία εργασία του (οδηγού), αφού η υποχρέωση για μεταφορά του βυτιοφόρου οχήματος στο συνεργείο αλλά και στο ΚΤΕΟ απορρέει από την φύση της ίδιας της εργασιακής σύμβασης, ως αναγκαία συνέπεια παροχής της κύριας απασχόλησής του.
Το ίδιο ισχύει και για τις ημέρες, κατά τις οποίες η καθ' ης η κλήση - εναγόμενη -εφεσίβλητη εταιρεία υποστήριζε ότι απεργούσαν οι τελωνειακοί υπάλληλοι, είτε οι εργαζόμενοι στα ΕΛ.ΠΕ., είτε οι οδηγοί των βυτιοφόρων, διότι ο καλών - ενάγων - εκκαλών, θέτοντας στη διάθεση της πρώτης την εργασιακή του δύναμη και κατά τις συγκεκριμένες ημέρες, ανεξαρτήτως του εάν η εργοδότρια του έκανε πραγματική χρήση της δύναμης αυτής, εκπλήρωσε την υποχρέωσή του ως εργαζόμενος και, ως εκ τούτου, δικαιούται την αμοιβή του και για τις ημέρες αυτές.
Επιπλέον, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι ο εν λόγω διάδικος (καλών-ενάγων -εκκαλών) απασχολούμενος ως οδηγός βυτιοφόρου, πραγματοποιούσε νυχτερινή εργασία, τις καθημερινές, καθόσον απασχολούνταν και πέραν της 22:00 μ.μ. έως τις 06:00 π.μ., ενώ παράλληλα εργαζόταν και σε ημέρες Σαββάτων, Κυριακών και αργιών, πραγματοποιώντας νυχτερινή εργασία και κατά τις ημέρες αυτές.
Συγκεκριμένα, ο καλών -ενάγων - εκκαλών απασχολήθηκε για λογαριασμό της καθ' ης η κλήση - εναγόμενης - εφεσίβλητης τις ακόλουθες ημέρες Σαββάτων: 1) κατά το έτος 2007, στις 13.1, 20.1., 3.2, 10.2, 17.2, 24,2, 3.3, 10.3, 17.3, 24.3, 31.3, 14,4, 21,4, 28.4,12.5, 9.6, 23.6, 30.6, 7.7, 14.7, 21.7, 28.7, 4.3, 11.8, 18.8, 1.9, 8.9, 15.9, 22.9,29.9, 6.10, 13.10, 20.10, 27.10, 3.11, 10.11, 7.11, 24.11, 1.12, 15.12, 22.12 και 29.12, 2) κατά το έτος 2008 α) στο διάστημα από 1.1.2008 έως 31.8.2008, στις 5.1, 19.1, 26.1, 2.2, 9.2, 16,2, 23.2, 1.3, 8.3, 15.3, 22.3, 10.5, 24.5,31.5, 14.6, 5.7, 2,8. 23.8 και 30.8 και β) στο διάστημα από 1.9.2008 έως στις 6.9, 13.9,20.9,27.9,4.10, 13.10, 18.10, 25.10, 1.11, 15.11, 22.11, 29.11, 6.12, 13.12, 20.12 και 27.12, 3) κατά το έτος 2009, α) στο διάστημα από 1.1.2009 έως 30.4,2009, στις 3.1, 10.1, 17.1, 24.1, 31.1, 7.2, 14.2, 21.2, 28.2, 14.3, 21.3, 28.3, 4.4, 11.4 και 25.4, β) στο διάστημα από 1.5.2009 έως 31-12-2009, στις 2.5,9.5,16.5,23.5,30.5,13.6,20.6,27.6,11.7,18.7, 8.8,29.8, 12.9,26.9,3.10, 10.10, 17.10, 24.10, 31.10, 7.11, 21.11, 28.11, 12.12 και 19.12, 4) κατά το έτος 2010, στις 16.1, 23.1, 30.1, 6.2, 13.2, 20.2, 27.2, 6.3, 20.3, 17.4, 24.4, 8.5, 31.7, 7.8, 25.9, 9.10, 16.10, 23.10, 30.10, 6.11, 13.11, 20.11, 27.11, 4.12, 11.12 και 18.12, 5) κατά το έτος 2011 α) στο διάστημα από 1.1.2011 έως 30.6.2011, στις 8.1, 15.1, 22.1, 29.1, 5.2, 12.2, 19.2, 26.2, 5.3, 12.3, 2.4, 9.4, 16,4, 30.4 και 7.5 και β) στο διάστημα από 1.7.2011 έως 31.12.2011, στις 16.7, 23.7, 30.7,6,8, 20.8" 10.9,17,9,1,10, 22.10, 29.10, 5.11, 12.11, 19.11, 26.11, 3.12, 17,12 και 24.12.
Κατά τα ίδια, ως άνω έτη ο εν λόγω διάδικος εργάστηκε τις ακόλουθες Κυριακές και αργίες, ειδικότερα δε: 1) κατά το έτος 2007, στις 6.4.2007,30.9, 21.10, 18.11 και 30.12, 2) κατά το έτος 2008, στις 27.1, 25.4 και 28.12, 3) κατά το έτος 2009, στις 22.2 του έτους αυτού, 4) κατά το έτος 2010, στις 21.2, 17.10, 31.10 και 19.12 και 5) κατά το έτος 2011 α) στο διάστημα από 1.1.2011 έως 30.6.2011, στις 30.1 και στις 13.2 και β) στο διάστημα από 1.7.2011 - 31.12.2011, στις 30.10 του έτους αυτού.
Όπως δε ήδη προαναφέρθηκε, ο καλών - ενάγων - εκκαλών, κατά τις ανωτέρω ημέρες των Σαββάτων, Κυριακών και των αργιών, πραγματοποίησε, παράλληλα, και νυχτερινή εργασία καθώς: 1) κατά το έτος 2007, στις 13.1 απασχολήθηκε από τις 22:00 μμ έως τις 02:00 πμ, στις 2.2 απασχολήθηκε από τις 00:00 μμ έως τις 02:00 πμ, στις 16.2 απασχολήθηκε από τις 00:00 μμ έως τις 02.:00 πμ, στις 3.3 απασχολήθηκε από τις 05:30 πμ έως τις 06.00 πμ καθώς και από 22:00 έως 23:40 μμ την 6.4 απασχολήθηκε από τις 22:00 μμ έως τις 23:00 μμ στις 23.6 απασχολήθηκε από τις 22:00 μμ έως τις 22:30 μμ, στις 7.9 απασχολήθηκε από 00:00 μμ έως την 01:00 πμ στις 22.9 απασχολήθηκε από τις 22:00 μμ έως τις 00:20 πμ, στις 29.9 απασχολήθηκε από τις 22:00 μμ έως τις 00:20 πμ, στις 5.1 απασχολήθηκε από τις 00:00 μμ έως τις 01:30 πμ, στις 10.11 απασχολήθηκε από τις 05:00 πμ έως 06:00 πμ και στις 17.11 απασχολήθηκε από τις 22:00 μ.
μ. έως τις 22:30 μ.μ, 2) κατά το έτος 2008, στις 26.1 απασχολήθηκε από τις 22:00 μ.μ. έως τις 22:30 μ,μ., την 15.2 απασχολήθηκε από 00;00 μ. μ. της ημέρας αυτής έως τις 02:30 π.μ., στις 27.12 απασχολήθηκε από τις 22:00 μ.μ. έως τις 00:00 μ.μ. και στις 28.12 απασχολήθηκε από τις 00:00 μ.μ, έως τις 02:00 π.μ., 3) κατά το έτος 2009, στις 21.2 απασχολήθηκε από τις 22:00 μ.μ.
έως τις 00:00 μ. μ., στις 22.2 απασχολήθηκε από τις 00:00 μ.μ. έως την 01:00 π.μ, και την 7.11 απασχολήθηκε από τις 04:30 π.μ. έως τις 06:00 π.μ., 4) κατά το έτος 2010, στις 20.2 απασχολήθηκε από τις 05:00μ.μ. π.μ. έως τις 06.00 π.μ., στις 31.7 απασχολήθηκε από τις 00:00 μ.μ., έως τις 00:30 μ.μ. και στη συνεχεία από τις 01:30 πμ. της ίδιας ημέρας πμ έως τίς 04:00 π.μ., στις απασχολήθηκε από τις 00:00 μμ.
έως τις 02:00 πμ., στις 16.10 απασχολήθηκε από τις 02:45 π.μ. έως τις 04:00 π.μ., στις 18,12 απασχολήθηκε από τίς 22:00 μ. μ. έως τις 00:00 μ.μ. και στις 19.12 απασχολήθηκε από τις 00:00 μ.μ. έως τις 02:30 πμ, ενώ 5) κατά το έτος 2011, στις 29.1 από τις 22.00 έως τις 00.00 μ.μ., στις 3.1 απασχολήθηκε από 00.00 μμ έως 00.45, στις 12.2 απασχολήθηκε από τις 22.00 μ.μμ.
έως τις 00.00 μ.μ, στις 13.2 απασχολήθηκε από τις 00.00 έως τις 00.25 μ.μ, στις 19.3 απασχολήθηκε από 00.00 μμ έως τις 01.00 μ.μ, στις 28.5 απασχολήθηκε από τις 00.00 μ. έως τις 00.30 π.μ., την 2.7 απασχολήθηκε από τις 00.00 μμ έως τις 00.30 π.μ., στις 23.7 απασχολήθηκε από τις 00.00 έως τις 00.30 πμ, την 6.8 απασχολήθηκε από τις 00.00 μμ έως τις 02.00 π.μ, στις 20.8 απασχολήθηκε από τις 00.00 μμ έως τις 00.30 μμ, την 10.9 απασχολήθηκε από τις 00.00 έως τις 02.00 π.μ.
και στη συνέχεια από τις 22.00 μ.μ έως τις 23.00 μ.μ. της ίδιας ημέρας, στις 17.9 απασχολήθηκε από τις 00.00 έως τις 00.30 π.μ., στις 30.9 απασχολήθηκε από τις 00.00 μ.μ, έως τις 00.15 π.μ., στις 29.10 απασχολήθηκε από τις 22.00, μ.μ. έως τις 23.00 μ.μ, στις 30.10 απασχολήθηκε από τις 00.00 έως τις 03.15 π.μ., στις 12.11 απασχολήθηκε από τις 22.00 μ.μ. έως τις 23.00 μ.μ.
και στις 17.12 απασχολήθηκε από τις 00.00 μ.μ, έως τις 00.15 μ.μ. Ενώ δε ο ίδιος (καλών - ενάγων - εκκαλών) εργαζόταν κάτω από τις παραπάνω συνθήκες, προσφέροντας τις υπηρεσίες του κατά τον προσήκοντα τρόπο, η καθ' ης η κλήση - εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία, αντιθέτως, δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικές της υποχρεώσεις ως εργοδότριας, καθώς, αφ' ενός μεν, του κατέβαλλε τακτικές αποδοχές που υπολείπονταν των νόμιμων καταβλητέων, ενώ επιπλέον δεν του κατέβαλλε κανένα ποσό για το σύνολο της παραπάνω πρόσθετης εργασίας του.
Ειδικότερα, οι νόμιμες τακτικές μηνιαίες αποδοχές του καλούντα- ενάγοντα-εκκαλούντα (αποτελούμενες από το βασικό μισθό, το επίδομα γάμου, το επίδομα ρυμουλκού, το επίδομα ειδικών συνθηκών, το αντίτιμο συσσιτίου και οι οποίες αφορούσαν εργαζόμενο με προϋπηρεσία άνω των 30 ετών), βάσει των: (α) από 22.9.2006 ΣΣΕ (Π.Κ. 118/26.9.2006), που ίσχυε και για το έτος 2007 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού πάσης φύσεως Επιχειρήσεων Πετρελαίου και Υγραερίων", (β) από 11.9.2008 ΣΣΕ (Π.Κ. 114/18.9.2008), που ίσχυε για το έτος 2009 και η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 78520/3891 ΦΕΚ Β/2424/2008 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού πάσης φύσεως Επιχειρήσεων Πετρελαίου και Υγραέρια"" (Συμπληρωματική και Τροποποιητική) και (γ) από 17,12.2010 ΣΣΕ (Π.Κ. 65/29.12.2010), που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11344/690 (ΦΕΚ Β' 1449/17.6.2011) διαμορφώνονταν κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα ως ακολούθως: (1) από 1.1.2007 - 31.12.2007 σε [1.268,72 (βασικός μισθός) + 126,87 (επίδομα γάμου) + 126,87 (επίδομα ειδικών συνθηκών) + 253,74 (επίδομα ρυμουλκού) + 3,99 (αντίτιμο συσσιτίου) =] 1.780,19 ευρώ/μήνα, (2) από 1.1.2008 - 31.8.2008 σε [1.312,49 (βασικός μισθός) +131,25 (επίδομα γάμου) +131,25 (επίδομα ειδικών συνθηκών) + 262,50 (επίδομα ρυμουλκού) + 4,13 (αντίτιμο συσσιτίου) =] 1.841,62 ευρώ/μήνα, (3) από 1-9-2008- 31-12-2008 (χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο καλών ενάγων - εκκαλών δεν είχε συμπληρώσει ακόμη 33 έτη προϋπηρεσίας) σε [1.351,87 (βασικός μισθός) +135,19 (επίδομα γάμου) +135,19 (επίδομα ειδικών συνθηκών) + 270,37 (επίδομα ρυμουλκού) +4,25 (αντίτιμο συσσιτίου)=] 1.896,87 ευρώ/μήνα, (4) από 1.1.2009 (οπότε ο καλών - ενάγων - εκκαλών συμπλήρωσε 33έτη προϋπηρεσίας) - 31.8.2009 [ενν.30-4-2009] σε [1,399,36 (βασικός μισθός) +139,94 (επίδομα γάμου) + 139.94 (επίδομα ειδικών συνθηκών) + 279,87 (επίδομα ρυμουλκού) +4,25 αντίτιμο συσσιτίου) =]1.963,36 ευρώ/μήνα, (5) από 1.5.2009 - 30.6.2011 σε [1.476,32 (βασικός μισθός) +147, 63 (επίδομα γάμου) + 147,63 (επίδομα ειδικών συνθηκών) +295, 26 ευρώ (επίδομα ρυμουλκού) +4,25 (αντίτιμο συσσιτίου) = 2.071,09 ευρώ και (6) από 1.7.2011 έως 31-12-2011 σε [1.499,94 (βασικός μισθός) + 149,99 (επίδομα γάμου) + 149,99 (επίδομα ειδικών συνθηκών) +299,99 ρυμουλκού) +4,25 (αντίτιμο συσσιτίου)=] 2.104,16 ευρώ/μήνα.[.....] Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι ο καλών - ενάγων - εκκαλών, τις καθημερινές εργαζόταν και κατά τη διάρκεια της νύκτας, πραγματοποιώντας: 1) το έτος 2007, συνολικώς 135,59 ώρες, 2) το έτος 2008, συνολικώς 34,25 ώρες, 3) το έτος 2009, συνολικώς 16,5 ώρες [ενν. 27 ώρες (10,5 +16,5)], 4) το έτος 2010, συνολικώς 56,9 ώρες και 5) το έτος 2011, συνολικώς 121,82 ώρες τέτοιας εργασίας (νυχτερινής εργασίας).
Για τη νυχτερινή απασχόληση του καλούντα - ενάγοντα - εκκαλούντα κατά τις καθημερινές, ο συγκεκριμένος διάδικος δικαιούνταν να λάβει [.....]. Εργαζόμενος δε υπό τις ανωτέρω συνθήκες, ο καλών -ενάγων - εκκαλών, κατά το χρονικό διάστημα που λειτούργησε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας απασχολήθηκε επιπλέον και σε ημέρες Σαββάτων, σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν.
Από την απασχόλησή του αυτή, εφόσον αποδείχθηκε ότι εργάστηκε ακύρως κατά την 6η ημέρα, υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας, η καθ' ης η κλήση - εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία κατέστη πλουσιότερη κατά το σύνολο των συγκεκριμένων ημερών, εξοικονομώντας τις αποδοχές που αυτή θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, που θα απασχολούσε κατά τις ημέρες αυτές και ο οποίος θα παρείχε τις υπηρεσίες του εργαζόμενος υπό τις ίδιες με τον καλούντα - ενάγοντα - εκκαλούντα συνθήκες, ενώ ο τελευταίος, έπρεπε να λάβει, αντιστοίχως, και σύμφωνα με τα ισχύοντα αναφορικά με τη συγκεκριμένη απασχόλησή του μέχρι τις 10.5.2010, το εκάστοτε, ισχύον νόμιμο ημερομίσθιο του.
Ειδικότερα, ο καλών - ενάγων - εκκαλών δικαιούνταν να λάβει σχετικώς [.....]. Για την εργασία του καλούντα - ενάγοντα -εκκαλούντα κατά τη διάρκεια της νύχτας, τις παραπάνω ημέρες των Σαββάτων, ο εν λόγω διάδικος έπρεπε επί πλέον να λάβει [.....]. Για την εργασία που προσέφερε κατά τη διάρκεια της νύχτας, εργαζόμενος σε ημέρες Κυριακών και αργιών, ο καλών - ενάγων - εκκαλών δικαιούνταν [....] Ενώ δε ο καλών - ενάγων - εκκαλών εργάσθηκε κατά τις προαναφερθείσες Κυριακές, εντούτοις δεν του χορηγούνταν αναπληρωματική ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης και για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δικαιούται να λάβει προσαύξηση 75% στο 1/25 του νομίμου μισθού του και επιπροσθέτως το 1/25 του καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθού του. [.....]
Περαιτέρω από τα ίδια, ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο καλών - ενάγων - εκκαλών δεν έλαβε την ετήσια άδεια του για τα έτη 2010 και 2011, καθώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια αλλά ούτε και να συμψηφιστεί με τις ημέρες άδειας του α. ν. 539/1945 η άδεια που του χορηγήθηκε στις 25.1, 1.3, 8.3, 17.3,, 23.3, 30.3.2010, 7.4, 16.4, 19.4, 20.4, 21.4, 22.4, 26.4, 27.4 και 28.4.2010 (όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ενυπόγραφες δηλώσεις του καλούντα - ενάγοντα - εκκαλούντα μισθωτού με τον τίτλο "άδεια προσωπικού").
Κι αυτό γιατί, οι παραπάνω μεμονωμένες ημέρες που έλαβε ο καλών - ενάγων - εκκαλών, δεν συνιστούν κανονική άδεια αναψυχής, όπως απαιτεί το άρθρο 4 παρ. 1 του α. ν. 539/1945, εφόσον μόνον, κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους κατάτμηση του χρόνου άδειας σε περιόδους και συγκεκριμένα α) λόγω ιδιαιτέρως σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης και β) κατόπιν αίτησης του μισθωτού, που στηρίζεται σε δικαιολογημένη αιτία.
Και στις δύο δε περιπτώσεις απαιτείται έγκριση της οικείας περιφερειακής υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας που χορηγείται κατόπιν σχετικής αδείας των ενδιαφερομένων [...]. Για αποδοχές αδείας των ετών 2010 και 2011 ο καλών-ενάγων-εκκαλών δικαιούνταν να λάβει [.....]. Με τις παραδοχές αυτές και σύμφωνα με τις ως άνω μηνιαίες αποδοχές, που κατά την προσβαλλόμενη απόφαση είχαν διαμορφωθεί με βάση τις εν λόγω συλλογικές συμβάσεις εργασίας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 31.12.2011 σε 1780,19 ευρώ (από 1.1.2007 έως 31.12.2007), σε 1841,62 ευρώ (από 1.1.2008 έως 31.8.2008), σε 1896,87 ευρώ (από 1.9.2008 έως 31.12.2008), σε 1963,36 ευρώ (από 1.1.2009 έως 30.4.2009) [και όχι 31.8.2009, όπως από παραδρομή αναγράφεται], σε 2.071,09 ευρώ (από 1.5.2009 έως 30.6.2011) και σε 2.104,16 ευρώ (από 1.7.2011 έως 31.12.2011) και, αφού έλαβε υπόψη τις αποδείξεις καταβολής μηνιαίων αποδοχών, υπογεγραμμένες και από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα και τις ομολογίες αυτού στην αγωγή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προβαίνοντας σε σχετικούς αριθμητικούς υπολογισμούς, επιδίκασε:
α) για διαφορές μεταξύ οφειλομένων και καταβληθεισών μηνιαίων αποδοχών και συγκεκριμένα για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του 2010, επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2010, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2011 το συνολικό ποσό των 1.990,46 ευρώ, ενώ για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα δέχθηκε κατά τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι καταβληθείσες σε αυτόν μηνιαίες αποδοχές και τα επιδόματα εορτών και αδείας ήταν ανώτερες των ως άνω νομίμων και συμφωνηθεισών αποδοχών και συνεπώς ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν δικαιούτο διαφορών, β) για αμοιβή νυχτερινής απασχόλησης του επίδικου χρονικού διαστήματος τις καθημερινές και για 374,97 ώρες νυχτερινής απασχόλησης συνολικά (135,59 ώρες το 2007, 34,25 ώρες το 2008, 27 ώρες το 2009, 56,5 ώρες το 2010 και 121,82 ώρες το 2011) το συνολικό ποσό των 2.630,83 ευρώ, γ) για αμοιβή εργασίας του επίδικου χρονικού διαστήματος κατά τα Σάββατα και για 173 Σάββατα συνολικά (43 Σάββατα κατά το έτος 2007, 35 Σάββατα κατά το έτος 2008, 40 Σάββατα κατά το έτος 2009, 28 Σάββατα κατά το έτος 2010 και 27 Σάββατα κατά το έτος 2011) το συνολικό ποσό των 8.811,49 ευρώ, την οποία (αμοιβή) υπολόγισε για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 10.5.2010, με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, ήτοι σύμφωνα με τις κατά τ' ανωτέρω νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος χωρίς συνυπολογισμό σε αυτές της προϋπηρεσίας αυτού και του επιδόματος γάμου, ενώ για το χρονικό διάστημα από 11.5.2010, οπότε τέθηκε σε εφαρμογή το άρθρο 8 του ν. 3846/2010, με βάση το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%, δ) για αμοιβή νυχτερινής εργασίας κατά τα Σάββατα και για 41,63 ώρες νυχτερινής απασχόλησης συνολικά (13,33 ώρες το 2007, 7,75 ώρες το 2008, 3,5 ώρες το 2009, 8 ώρες το 2010 και 9,05 ώρες το 2011) το συνολικό ποσό των 310 ευρώ, ε) για προσαύξηση αμοιβής για την απασχόληση καθ' ημέρα Κυριακή του επίδικου χρονικού διαστήματος και για αμοιβή για τη μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης και για 18 συνολικά Κυριακές (4 Κυριακές το έτος 2007, 2 Κυριακές το έτος 2008, 2 Κυριακές το έτος 2009, 6 Κυριακές το έτος 2010 και 4 Κυριακές το έτος 2011) το συνολικό ποσό των 2.264,85 ευρώ, όπου την μεν προσαύξηση του 75% υπολόγισε επί του νομίμου ημερομισθίου, χωρίς τον συνυπολογισμό (εσφαλμένα) του επιδόματος προϋπηρεσίας και γάμου, την δε αμοιβή για τη μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (η οποία κατά νόμο υπολογίζεται κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις) επί του καταβαλλομένου ημερομισθίου (εσφαλμένα), στ) για αμοιβή νυχτερινής εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες και για 14,92 ώρες νυχτερινής απασχόλησης συνολικά (4,5 ώρες το 2007, 2 ώρες το 2008,1 ώρα το 2009, 2,5 ώρες το 2010 και 4,92 ώρες το 2011) το συνολικό ποσό των 211,79 ευρώ, ζ) για οφειλόμενες αποδοχές αδείας των ετών 2010 και 2011 το ποσό των 2.071,09 και 2.104,16 ευρώ αντίστοιχα και η) για διαφορά στο οφειλόμενο επίδομα άδειας έτους 2011 το ποσό των 421,69 ευρώ.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε: "Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η καθής η κλήση-εναγομένη-εφεσίβλητη εταιρεία κατέβαλε στον καλούντα-ενάγοντα-εκκαλούντα τις συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές του, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων επιδομάτων του, για την απασχόλησή του εντός του νομίμου ωραρίου του, ότι, επιπλέον, δεν αποδεικνυόταν η εργασία αυτού..
κατά τις επικαλούμενες νυχτερινές ώρες, καθώς και ότι δεν του οφείλονταν αποδοχές αδείας των ετών 2010 και 2011 αλλά ούτε και επίδομα αδείας για το έτος 2011, απορρίπτοντας, κατά τα λοιπά, σιωπηρώς, τις αξιώσεις αυτού για αμοιβές για την απασχόλησή του σε ημέρες Σαββάτων, Κυριακών, αργιών, αλλά και για την παροχή νυχτερινής εργασίας κατά τις αντίστοιχες ημέρες του χρονικού διαστήματος από τον Ιανουάριο του έτους 2007 έως και το τέλος του έτους 2011, έσφαλε και συνεπώς η έφεση, κατά τα αντίστοιχα σκέλη της, με τα οποία ο εν λόγω διάδικος [ ...] παραπονείται για την απόρριψη της αγωγής του, ως προς τα αμέσως προηγούμενα κονδύλια, πρέπει να γίνει δεκτή.
Τέλος, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η τελευταία συνεχής απασχόληση του καλούντα-ενάγοντα-εκκαλούντα εργαζόμενου ως οδηγού βυτιοφόρου οχήματος, για λογαριασμό της καθής η κλήση-εναγομένης-εφεσίβλητης, δυνάμει της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας κατά τα παραπάνω σύμβασης εργασίας, διήρκεσε από την 2-1-2007 έως την 2-1-2012, οπότε ο πρώτος αποχώρησε, κατόπιν αίτησής του, για συνταξιοδότησή του, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη κύριας και επικουρικής σύνταξης, με συμπληρωμένο το 57ο έτος της ηλικίας του και ενόψει του ότι η εργασία του ανήκε στα βαρέα-ανθυγιεινά επαγγέλματα.
Κατά τα λοιπά, δεν γίνεται επίκληση, αλλά ούτε και προσκομίζεται πράξη του αρμοδίου οργάνου συγκεκριμένου ασφαλιστικού οργανισμού, με την οποία να απονέμεται στον καλούντα-ενάγοντα-εκκαλούντα πλήρης σύνταξη γήρατος. Εφόσον, όμως, δεν προέκυψε συγκεκριμένη συμφωνία μεταξύ αυτού (καλούντα-ενάγοντα-εκκαλούντα) και της εργοδότριας εταιρίας (καθής η κλήση-εναγομένης-εφεσίβλητης), για τον υπολογισμό προηγούμενης προϋπηρεσίας του ίδιου, ως εργαζόμενου, είτε για λογαριασμό της, είτε για λογαριασμό άλλου, πέραν αυτής, εργοδότη, κατά την εξαγωγή της καταβλητέας αποζημίωσης, υπολογιστέα ήταν μόνον η τελευταία στην ίδια εργοδότρια (καθής η κλήση-εναγομένη-εφεσίβλητη) σύμβαση αορίστου χρόνου (που όπως αποδείχθηκε καταρτίστηκε την 2-1-2007).
Συναφώς, ο καλών-ενάγων-εκκαλών δικαιούνταν να λάβει το συνολικό ποσό των [2.104,16 ευρώ Χ 3 μήνες=6.312,48 ευρώ+1/6=7.364,56 ευρώ Χ 40%=] 2.945,82 ευρώ, αντί του οποίου έλαβε το ποσό των 2.953,47 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε σιωπηρά το οικείο κονδύλιο, ορθά, κατ' αποτέλεσμα, αποφάνθηκε και, συνακόλουθα η έφεση, κατά το σκέλος της, με το οποίο ο καλών-ενάγων-εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη του συγκεκριμένου αγωγικού αιτήματος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει κατ' ουσία την αγωγή του, και αφού προσδιόρισε τις μηνιαίες νόμιμες αποδοχές του, κατά τα επιμέρους επίδικα χρονικά διαστήματα, στα αναφερόμενα ποσά σύμφωνα με τις ανωτέρω ΣΣΕ, υπολογίζοντας τα προβλεπόμενα από αυτές-μεταξύ άλλων επιδομάτων- (και) το επίδομα ειδικών συνθηκών με ποσοστό 10%, το αντίτιμο συσσιτίου σε σταθερό μηνιαίο ποσό (των 3,99 ευρώ, 4,13 ευρώ, 4,25 ευρώ, 4,25 ευρώ, 4,25 ευρώ και 4,25 ευρώ), χωρίς υπολογισμό επιδόματος εγκαταστάσεων, και με βάση τις μηνιαίες αυτές αποδοχές το προκύπτον ημερομίσθιο και ωρομίσθιο, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, και αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα για την παρασχεθείσα εργασία του το επίδικο χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2007 έως 31-12-2011 για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 20.816,36 ευρώ.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, έσφαλε υπολογίζοντας τις νόμιμες αποδοχές του αναιρεσείοντος ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2007 έως και 31-12-2011, κατά το οποίο ίσχυαν οι από 22-9-2006, 11-9-2008 και 17-12-2010 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού πάσης φύσεως Επιχειρήσεων Πετρελαίου και Υγραερίων, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις ΥΑ 13296/15-11-2006 (ΦΕΚ Β 1747/30-11-2006), ΥΑ 78520/3891/14-11-2008 (ΦΕΚ Β/2424/2008) και ΥΑ 11344/690/2011 (ΦΕΚ Β' 1449/17-6-2011), αντίστοιχα, κατά το μέρος που συνυπολόγισε στις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος, το αντίτιμο συσσιτίου.
Ειδικότερα, ενώ ορθώς δέχθηκε ότι για το επίδικο χρονικό διάστημα ισχύουν ως προς τους μισθολογικούς όρους του αναιρεσείοντος οι ανωτέρω ΣΣΕ, εντούτοις προσδιόρισε, τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του τα επιμέρους επίδικα χρονικά διαστήματα 1) από 1.1.2007 - 31.12.2007, 2) 1.1.2008 - 31.8.2008, 3) 1-9-2008- 31-12-2008, 4) 1.1.2009 (όταν συμπλήρωσε 33 έτη προϋπηρεσίας) - 30.4.2009, 5) 1.5.2009 - 30.6.2011, και 6) από 1.7.2011 έως 31-12-2011, στο ποσό των 1.780,19 ευρώ, 1.841,62 ευρώ, 1.896,87 ευρώ, 1.963,36 ευρώ, 2.071,09 ευρώ και 2.104,16 ευρώ, αντίστοιχα, υπολογίζοντας, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανονιστικών διατάξεων των άνω ΣΣΕ που έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου και συγκεκριμένα του άρθρου 16 των δύο πρώτων σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της τρίτης τούτων, το προβλεπόμενο για το επίδομα συσσιτίου ποσό των 3,99 ευρώ, 4,13 ευρώ, 4,25 ευρώ, 4,25 ευρώ, 4,25 ευρώ και 4,25 ευρώ, τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, αντίστοιχα.
Συγκεκριμένα, το προαναφερόμενο ποσό του εν λόγω επιδόματος το υπολόγισε καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα μία φορά για κάθε μήνα, κατά τις άνω διακρίσεις, αντί για κάθε ημέρα πραγματικής εργασίας του αναιρεσείοντος, από αυτές που διαλαμβάνονται στις παραδοχές της απόφασής του, όπως ορίζεται στις εν λόγω διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε.
Έτσι κατ' ευθεία παραβίαση, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή, των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, το Εφετείο προσδιόρισε τις μηνιαίες νόμιμες αποδοχές και συνακόλουθα το νόμιμο ημερομίσθιο και ωρομίσθιο του αναιρεσείοντος, που αποτελέσαν τη βάση υπολογισμού όλων των ενδίκων αξιώσεών του που ερεύνησε κατ' ουσία, στα αναφερόμενα ποσά, που είναι μικρότερα από αυτά που θα προέκυπταν εάν υπολόγιζε το προβλεπόμενο από τις διατάξεις αυτές επίδομα συσσιτίου για κάθε ημέρα πραγματικής εργασίας, από τις, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, αναφερόμενες.
Ορθά όμως το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 σε συνδ. με την 3/76 ΔΔΔΔ Αθηνών των δύο πρώτων ΣΣΕ σε συνδ. με αρθ. 5 παρ.2 της τρίτης τούτων, υπολογίζοντας κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα το επίδομα ειδικών συνθηκών με το προβλεπόμενο από τις διατάξεις αυτές ποσοστό του 10% επί του βασικού μηνιαίου μισθού του αναιρεσείοντος και όχι με ποσοστό 28% επί του βασικού του μισθού, όπως αυτός υποστηρίζει, καθόσον το μεγαλύτερο αυτό ποσοστό (28%) προβλέπεται για το προσωπικό των εγκαταστάσεων και σταθμών ανεφοδιασμού αερολιμένων, στο οποίο αυτός δεν ανήκει.
Επίσης ορθά το Εφετείο δεν υπολόγισε στις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του το επίδικο χρονικό διάστημα επίδομα εγκαταστάσεων ποσού 80 ευρώ, καθόσον κατά το άρθρο 14 των ανωτέρω δύο πρώτων ΣΣΕ σε συνδ. με το άρθρο 5 παρ.2 της τρίτης τούτων, το επίδομα αυτό χορηγείται μόνο στο προσωπικό το απασχολούμενο στις εγκαταστάσεις και σταθμούς ανεφοδιασμού αερολιμένων των Εταιρειών, τέτοια δε δεν είναι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία που διατηρεί πρατήριο εμπορίας υγρών καυσίμων στην Κηφισιά Αττικής, και συνακόλουθα ο αναιρεσείων δεν δικαιούται το εν λόγω επίδομα και όσα αντίθετα ισχυρίζεται είναι αβάσιμα.
Κατόπιν τούτων ο υπό κρίση τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των κανονιστικών διατάξεων των ΣΣΕ που προβλέπουν το επίδομα συσσιτίου επί του βασικού μισθού το επίδικο χρονικό διάστημα, είναι βάσιμος.
Β. Επί της από 16-7-2020 (αριθμ.καταθ.4709/574/17-7-2020) αίτησης αναίρεσης.
Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 18310/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β 15), όπως αυτή συμπληρώθηκε και ερμηνεύτηκε με την υπ' αριθμ. 25325/1951 (ΦΕΚ Β 86) κοινή απόφαση των ίδιων υπουργών, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των ν.28/1944 και 866/1946, οι μισθωτοί, οι οποίοι παρέχουν νυκτερινή εργασία, δηλαδή εργασία από τις 22.00 έως τις 6.00, είτε καθ' όλο το διάστημα της νύκτας, είτε κατά ορισμένο τμήμα του, δικαιούνται να λαμβάνουν επιπλέον των κανονικών αποδοχών τους και προσαύξηση 25% επί του νομίμου ωρομισθίου τους.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της υπ' αριθ. 8900/1946 απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 15), όπως αυτή συμπληρώθηκε και ερμηνεύτηκε με την υπ' αριθμ. 25325/1951 (ΦΕΚ Β 86) κοινή απόφαση των ίδιων υπουργών, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των ν. 28/1944 και 866/1946, του άρθρου 2 του ΝΔ 3755/1957 και ΒΔ 748/1966, "στο προσωπικό γενικά όλων των εργασιών και επιχειρήσεων της χώρας, το οποίο, λόγω της φύσεως της εργασίας του απασχολείται κατά τις Κυριακές και τις καθιερωμένες από το νόμο σαν εξαιρέσιμες εορτές, καταβάλλεται για τις ημέρες αυτές το κανονισμένο εκάστοτε ημερομίσθιο, αυξημένο κατά 75%" (ΑΠ 1818/1999). Ειδικότερα οι απασχολούμενοι κατά τις Κυριακές με μηνιαίο μισθό δικαιούνται μόνο της προσαύξησης του 75% επί του 1/25 των νομίμων μηνιαίων αποδοχών τους, αφού το ημερομίσθιό τους για την ημέρα αυτή, ούτως ή άλλως περιλαμβάνεται στο μηνιαίο μισθό που λαμβάνουν.
Στην περίπτωση όμως που η απασχόληση αυτών κατά τις Κυριακές υπερβεί τις πέντε (5) ώρες, οι εργαζόμενοι δικαιούνται αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης σε άλλη ημέρα της επομένης εβδομάδας που ακολουθεί την Κυριακή που παρείχαν την εργασία τους, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Β.Δ/τος 748/1966. Εάν ο εργοδότης δεν προβεί στην χορήγηση 24ωρης ημέρας ανάπαυσης σε άλλη εργάσιμη ημέρα που ακολουθεί την Κυριακή και απασχολήσει το μισθωτό και κατά την ημέρα αυτή, η ως άνω απασχόληση είναι παράνομη, ως αντιβαίνουσα στη δημόσιας τάξης διάταξη του άρθρου 10 του Β.Δ/τος 748/1966 και ο εργοδότης έχει την υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αποδώσει στον παρανόμως απασχοληθέντα εργαζόμενο την ωφέλεια που αποκόμισε από την εργασία του, η οποία ανέρχεται στο 1/25 του νομίμου μισθού του, χωρίς τις προσωπικές προσαυξήσεις (πολυετίας, γάμου κλπ). (ΑΠ 2115/2017, ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 1208/2013, ΑΠ 332/2008).
Περαιτέρω, η εργασία του μισθωτού κατά το Σάββατο ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, αν στην τελευταία περίπτωση δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 667/2019, ΑΠ 1412/2018) που είναι το οκτάωρο (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 288/2018, ΑΠ 1371/2017, ΑΠ 1004/2017).
Η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα αυτή, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθήμερου, απαγορευόμενη από κανόνα δημοσίας τάξεως είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Η ωφέλεια συνιστάται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ίδιες συνθήκες. Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις νόμιμες αποδοχές για τους εργαζόμενους που έχουν τα τυχόν απαιτούμενα προσόντα, εκτός από τα επιδόματα που οφείλονται στις προσωπικές περιστάσεις του απασχοληθέντος, και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως (ΑΠ 1985/2017, ΑΠ 1420/2015, ΑΠ 1208/2013, ΑΠ 175/2013).
Το καθεστώς όμως αυτό διαφοροποιήθηκε με το άρθρο 8 § 1 του ν. 3846/2010, που ισχύει από 11-5-2010, ημερομηνία δημοσιεύσεως του νόμου (ΦΕΚ Α' 66/11-5-2010), σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου νόμου, και ορίζει ότι "η εργασία, που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%" (ΑΠ 1613/2022, ΑΠ 315/2017, ΑΠ 1985/2017).
Κατά δε το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651,653 και 655 του ΑΚ, απαραίτητα στοιχεία για να είναι ορισμένη η αγωγή εργαζομένου, όπως ο οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου κατηγορίας Γ', υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας 40 ωρών εβδομαδιαίως, με την οποία ζητείται αμοιβή και προσαυξήσεις για παροχή εργασίας κατά τη διάρκεια της νύκτα, για παροχή εργασίας ημέρες Κυριακής και για παροχή εργασίας ημέρες Σαββάτου, είναι η σύμβαση εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, για την εξεύρεση του ωρομισθίου του, και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η αντίστοιχη οφειλή του εργοδότη επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 667/2019) και ειδικότερα α) ο αριθμός των ωρών της νυκτερινής εργασίας που παρείχε ο εργαζόμενος κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα (από 10.00 μ.μ.
έως 06.00 πμ.) χωριστά τις καθημερινές, τα Σάββατα ή τις Κυριακές β) ο αριθμός των Σαββάτων απασχόλησης του (ως έκτης ημέρας της εβδομάδας) σε επιχειρήσεις που εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας και γ) ο αριθμός των Κυριακών απασχόλησης του και μνεία αν του χορηγήθηκε ή όχι αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης την εβδομάδα που ακολουθεί.
Όπως προαναφέρθηκε, από την προηγηθείσα παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της άνω αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου-κατά το μέρος που αυτή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο στα πλαίσια της άνω αναίρεσης της εναγομένης-αναιρεσείουσας-προκύπτει ότι με αυτή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, οδηγός φορτηγού κατηγορίας Γ', με επίκληση της ένδικης σύμβασης εργασίας, των όρων αυτής, του νόμιμου και ταυτόχρονα συμβατικού μισθού του, ως και των αναφερόμενων διατάξεων, ζήτησε (εκτός άλλων και) για το επίδικο χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2007 έως και 31-12-2011 την επιδίκαση των συγκεκριμένων αιτούμενων διακριτώς ποσών α) για την παροχή εργασίας του τις αναφερόμενες ημέρες Σαββάτων ακύρως, υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας, με οκτάωρη απασχόληση-αλλά και πέραν αυτής-, ισχυριζόμενος ότι δεν λάμβανε αντάλλαγμα και ότι η εναγομένη αναιρεσείουσα κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του από την παροχή της εργασίας του αυτής κατά ειδικώς αναφερόμενα χρηματικά ποσά που θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο β) για την παροχή εργασίας του κατά τις αναφερόμενες Κυριακές, με οκτάωρη απασχόληση-αλλά και πέραν αυτής- ισχυριζόμενος ότι δεν ελάμβανε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, ούτε προσαύξηση και γ) προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας, επικαλούμενος ότι εργάστηκε κατά τη διάρκεια της νύκτας, εντός των ωρών 00.00 έως 06.00 και από ώρα 22.00 έως 24.00, τις αναφερόμενες καθημερινές, τις ημέρες Σαββάτων, Κυριακών και αργιών που προσδιορίζονται ημερολογιακά.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη. Ειδικότερα, για την ένδικη αξίωση εκ της παροχής της εργασίας του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου τις ημέρες Σαββάτων και Κυριακών-εκτός των όρων της ένδικης σύμβασης εργασίας για το ωράριο απασχόλησής του και κατόπιν διάκρισης της κατ' εξαίρεση υπερωριακής του απασχόλησης τις ημέρες αυτές-αναφέρονται στο δικόγραφο οι συγκεκριμένες ημέρες Σαββάτου και Κυριακής που εργάστηκε με οκτάωρη απασχόληση το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να του χορηγηθεί για τις Κυριακές αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και προσαύξηση (75%), ούτε για τα Σάββατα αντάλλαγμα, με την περαιτέρω σαφή επίκληση για τις ημέρες των Σαββάτων-που ενδιαφέρουν κατά τούτο τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο-και των προϋποθέσεων της εφαρμοστέας, μέχρι τις 10-5-2010, διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, καθόσον προσδιορίζονται συγκεκριμένα τα χρηματικά ποσά που αξιώνονται και αναφέρεται σε τι συνίσταται ο πλουτισμός της αντιδίκου του σε βάρος της περιουσίας του, και τα αντίθετα που ισχυρίζεται η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα.
Για το επόμενο επίδικο διάστημα, από 11-5-2010 έως και 31-12-2011, η ίδια αξίωση (εκ της παροχής εργασίας το Σάββατο) θεμελιώνεται στη διάταξη των άρθρων 8 § 1 του ν. 3846/2010 και δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής να εκτίθενται οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, όπως επίσης αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω, αναφορικά με την αξίωση από την παροχή νυχτερινής εργασίας το επίδικο διάστημα από Ιανουάριο του 2007 έως 31-12-2011, σαφώς εκτίθεται στην αγωγή, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, οι όροι της, οι νόμιμες και ταυτόχρονα συμβατικές αποδοχές του, κατά το αντίστοιχο διάστημα για τον υπολογισμό του ωρομισθίου του, οι ώρες της εργασίας του κατά τη διάρκεια της νύκτας, εντός των αναφερόμενων ορίων αυτής, από ώρα 00.00 έως 06.00 και από 22.00 έως 24.00 τις συγκεκριμένες καθημερινές, ημέρες Σαββάτων, Κυριακών και αργιών που προσδιορίζονται ημερολογιακά, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετα να εκτίθεται για το ορισμένο της αγωγής και ο χρόνος και λήξης κάθε επιμέρους ώρας νυχτερινής εργασίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα.
Σημειώνεται ότι ο τυχόν συνυπολογισμός εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και του χρόνου μετάβασης με το βυτιοφόρο όχημα στην οικία του και επιστροφής στην εργασία του, ο οποίος κατά τη σχετική συμφωνία δεν περιλαμβανόταν στο χρόνο ημερήσιας απασχόλησης αυτού, είναι αντικείμενο απόδειξης ως προς την πραγματική διάρκεια της παροχής της εργασίας αυτού και δεν συνιστά στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής του (ΑΠ 1371/2009).
Έτσι, με τη σαφή αναφορά των ανωτέρω στοιχείων στο δικόγραφο της αγωγής εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και τις λοιπές προαναφερόμενες διατάξεις σκοπός, της δυνατότητας, στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα των αγωγικών αυτών αξιώσεων, στην δε εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να αμυνθεί ικανοποιητικά.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ορισμένη-και μετά από κατά παραδοχή της έφεσης εξαφάνισης της εκκαλουμένης απόφασης έκανε δεκτή κατ' ουσία-την αγωγή του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου κατά το μέρος αυτό και δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω ποσοτικής αοριστίας, όπως ισχυρίστηκε ενώπιόν του η εναγομένη-αναιρεσείουσα, αμυνόμενη κατά της έφεσης του αντιδίκου της επικαλούμενη τις προαναφερόμενες κατ' αυτήν ελλείψεις του δικογράφου της, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς και όχι και από τους αριθμούς 19, 8, και 1 του ιδίου άρθρου), είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους-αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 764/2021, ΑΠ 50/2020).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον, και υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 49/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 319/2017).
Με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από το αριθμό 19 (αληθώς και όχι και από τους αριθμούς 10 και 11) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο αμοιβή για την εργασία του τις ημέρες των Σαββάτων, ως έκτης ημέρας υπό το σύστημα πενθήμερης εργασίας και προσαύξηση για την παροχή νυκτερινής εργασίας του, τις καθημερινές, τα Σάββατα και τις Κυριακές, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε (των άρθρων 648, 361, 904 ΑΚ και 8 § 1 του ν. 3846/2010 και τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις), με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αντίστοιχα, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους των διατάξεων αυτών για τα κρίσιμα ζητήματα της εργασίας του αντιδίκου της τις ημέρες Σαββάτων, και κατά τη διάρκεια της νύκτας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, και των αντίστοιχων αξιώσεών του και ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τα κεφάλαια αυτά.
Όπως προαναφέρθηκε, κατά την προηγηθείσα παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, το Εφετείο, δέχθηκε, ότι: Μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ήταν υποχρεωμένος να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσας επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, χωρίς να εξαιρούνται από αυτές οι ημέρες των Σαββάτων, με το όρο μη συνυπολογισμού του χρόνου μετάβασης με το βυτιοφόρο στην οικία του και επανόδου στην εργασία του.
Ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, απασχολούμενος ως οδηγός βυτιοφόρου, πραγματοποιούσε νυχτερινή εργασία, τις καθημερινές, καθόσον απασχολούνταν και πέραν της 22:00 μ.μ. έως τις 06:00 π.μ., ενώ παράλληλα εργαζόταν και σε ημέρες Σαββάτων, Κυριακών και αργιών, πραγματοποιώντας νυχτερινή εργασία και κατά τις ημέρες αυτές, που αναφέρονται συγκεκριμένα, όπως και ο ακριβής χρόνος της νυχτερινής του απασχόλησης καθ' εκάστη.
Επίσης εργάστηκε τις συγκεκριμένα αναφερόμενα και προσδιοριζόμενες ημερολογιακά ημέρες Σαββάτων, ακύρως κατά την 6η ημέρα, υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας, και από την εργασία του αυτή η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη κατέστη πλουσιότερη κατά το σύνολο των συγκεκριμένων ημερών, εξοικονομώντας τις αποδοχές που αυτή θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, που θα απασχολούσε κατά τις ημέρες αυτές και ο οποίος θα παρείχε τις υπηρεσίες του εργαζόμενος υπό τις ίδιες με τον καλούντα - ενάγοντα - εκκαλούντα συνθήκες, ενώ ο τελευταίος, έπρεπε να λάβει, αντιστοίχως, και σύμφωνα με τα ισχύοντα αναφορικά με τη συγκεκριμένη απασχόλησή του μέχρι τις 10.5.2010, το εκάστοτε, ισχύον νόμιμο ημερομίσθιο του και από 11-5-2010 το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%.
Με βάση της παραδοχές αυτές, και τους διαλαμβανόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση αναλυτικά υπολογισμούς, με τις νόμιμες προσαυξήσεις που προαναφέρθηκαν, για τις ανωτέρω αξιώσεις του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή της έφεσής του, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή του ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα του οφείλει-μεταξύ άλλων- α) για την παροχή νυκτερινής εργασίας του το επίδικο χρονικό διάστημα, από Ιανουάριο του 2007 έως και 31-12-2011 α1) τις καθημερινές το ποσό των 2.630,83 ευρώ, α2) τις ημέρες των Σαββάτων, το ποσό των 310 ευρώ και α3) τις ημέρες των Κυριακών και αργιών, το ποσό των 211,79 ευρώ και β) για την παροχή της εργασίας του τις ημέρες των Σαββάτων το ποσό των 8.811,49 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, αναφορικά με την επιδίκαση προσαύξησης για την παροχή της νυκτερινής εργασίας του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που την προβλέπουν, τις οποίες εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσης του περί των συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων αυτών, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι κατά τη συμφωνία των διαδίκων ο χρόνος μετάβασης του αναιρεσίβλητου από την εργασία στην οικία του με το φορτηγό και από την οικία του στην εργασία δεν θα περιλαμβανόταν ως χρόνος απασχόλησής του, δεν διευκρινίζει στην προσβαλλόμενη απόφασή του εάν στις διαλαμβανόμενες τις συγκεκριμένες ημέρες ώρες νυκτερινής απασχόλησης (από 22.00 έως 06.00) περιλαμβάνεται ή όχι και ο χρόνος μετάβασης και σε καταφατική απάντηση ποίος ήταν αυτός κατά μέσο όρο.
Επίσης και για την παροχή της εργασίας του αναιρεσιβλήτου τις ημέρες Σαββάτων και την αντίστοιχη αυτής αξίωσή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 361 και 904 ΑΚ, για το επίδικο διάστημα από Ιανουάριο του 2007 έως και 10-5-2010, και του άρθρου 8 § 1 του ν. 3846/2010 για το επίδικο διάστημα από 11-5-2010 και εντεύθεν, τις οποίες εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσης του περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων αυτών, υποπίπτοντας έτσι στην ίδια αναιρετική πλημμέλεια (του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, το Εφετείο ενώ δέχεται ότι με την ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ως μισθωτός ήταν υποχρεωμένος να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη-και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, χωρίς να εξαιρούνται από αυτές οι ημέρες των Σαββάτων, δηλαδή τα Σάββατα περιλαμβάνονταν στο συμβατικό του πενθήμερο κατά την ένδικη σύμβαση εργασίας, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ίδιος ακύρως εργάστηκε τα Σάββατα ως έκτη ημέρα εργασίας υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας, και για το λόγο αυτό η εναγομένη-αναιρεσείουσα κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του οφείλοντάς του την αναφερόμενη αμοιβή κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (αρθ. 904 ΑΚ) μέχρι τις 10-5-2010, έκτοτε δε την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 του ν.3846/2010 προσαύξηση του 30% επί του νομίμου ημερομισθίου του, συνολικού ποσού 8.811,49 ευρώ.
Εξάλλου, δεν διαλαμβάνεται περαιτέρω παραδοχή ότι απασχολήθηκε όλες τις καθημερινές (από Δευτέρα έως Παρασκευή) της αντίστοιχης εβδομάδας, ούτε ώστε να δικαιούται αμοιβή για απασχόλησή του την έκτη ημέρα της εβδομάδας (το Σάββατο) ή αντιθέτως ότι απασχολήθηκε επί πενθήμερο (περιλαμβανομένου του Σαββάτου της αντίστοιχης εβδομάδας), οπότε δεν δικαιούται περαιτέρω αμοιβής για εργασία τα Σάββατα, ως πέμπτης ημέρας της εβδομάδας (ΑΠ 1752/2022).
Η ως άνω αντίφαση καθίσταται εντονότερη και από την παραδοχή σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης ότι κάποιους μήνες ο ήδη αναιρεσίβλητος εργάστηκε λιγότερες ημέρες. Έτσι το Εφετείο με τις ανωτέρω ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες του, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις, ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση της έκβασης της δίκης, της παροχής της εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια της νύκτας και της αντίστοιχης αξίωσης αμοιβής και προσαύξησης και κατά τις ημέρες των Σαββάτων και της αντίστοιχης αξίωσης αμοιβής και προσαύξησης, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού δεν προκύπτουν από αυτή τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθισταμένου έτσι ανέφικτου του ελέγχου της ορθότητας ή μη της εφαρμογής τους.
Επομένως, ο υπό κρίση δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, που αφορά στα ανωτέρω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με επίκληση ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της, είναι βάσιμος.
Με τις λοιπές αιτιάσεις της στα πλαίσια του ίδιου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την κριθείσα βασιμότητα των λοιπών επιδίκων αξιώσεων του αντιδίκου της α) αντίφαση των αιτιολογιών της, διότι ναι μεν νομίμως έκρινε επιτρεπτά κατά νόμο και έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα, κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έγγραφα που είχαν αποκλειστεί συμβατικά, όπως τα αποσπάσματα των βιβλίων δρομολογίων και οι ταχογράφοι του βυτιοφόρο αυτοκινήτου, πλην όμως με άλλη παραδοχή της, με όρο της ένδικης σύμβασης εργασίας δεν περιλαμβανόταν στο χρόνο εργασίας του αντιδίκου της ο χρόνος μετάβασής του από και προς την εργασία του με το βυτιοφόρο αυτοκίνητο που επίσης καταγραφόταν στα άνω έγγραφα και β) έλλειψη αιτιολογίας της, του γιατί τα ανωτέρω έγγραφα που είχαν αποκλειστεί συμβατικά, αλλά νομίμως ελήφθησαν υπόψη ως αποδεικτικά μέσα, παρακάμπτουν την ουσία και το περιεχόμενο της από 1-6-2010 ενυπόγραφης έγγραφης τροποποιητικής των όρων της ένδικης, σύμβασης, που η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε ως αποδεικτικό μέσο.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, διότι το μεν αναφέρονται σε πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας ως προς την αξιολόγηση του περιεχομένου των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων, που κατά την αναιρεσείουσα λήφθησαν επιτρεπτώς από το δικαστήριο της ουσίας, τα οποία δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού του πορίσματος για το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου εργασίας του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου το επίδικο διάστημα, το δε συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του άνω αναιρετικού λόγου, απαραδέκτως πλήττεται, κατ' άρθρον 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για την βασιμότητα των επιδίκων αγωγικών αξιώσεων για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, από παροχή εργασίας τις Κυριακές και αργίες, κατά τη διάρκεια της νύκτας, άδειας και επιδόματος αδείας και την αβασιμότητα ένστασης της αναιρεσείουσας περί τροποποίησης της ένδικης σύμβασης, ως και η στάθμιση και αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων, η οποία είναι ελεύθερη (αρθ. 340 ΚΠολΔ) και δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 457 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσκομίζεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του, (ανεξαρτήτως της αλήθειας του περιεχόμενου του, που είναι δεκτική αμφισβήτησης), με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 455, 457§1 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι: 1) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με τα δημόσια, δεν έχουν το τεκμήριο γνησιότητας και εντεύθεν η επίκληση και προσκομιδή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει και τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικός του φέρει το βάρος της άρνησης της γνησιότητας του εγγράφου και ο διάδικος, που το προσκομίζει με επίκληση, το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας αυτής, εφόσον αμφισβητηθεί, 2) Εάν το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσκομίζεται ή τρίτου, η μη αμφισβήτηση αμέσως της γνησιότητας της επ' αυτού υπογραφής εκ μέρους του αντιδίκου του προσκομίζοντος αυτό, δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του υπερκειμένου της υπογραφής και καλυπτομένου απ' αυτήν περιεχομένου του εγγράφου (ανεξαρτήτως της αλήθειας του περιεχομένου του), το οποίο (στην περίπτωση αυτή της ως άνω αναγνώρισης της γνησιότητας της υπογραφής ή της απόδειξης αυτής, εφόσον αμφισβητηθεί) ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (άρθ. 457§§2-3).
Η αλήθεια ή μη του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων όμως, των οποίων έχει αποδειχθεί η γνησιότητα, εκτιμάται ελεύθερα (άρθρ. 340 ΚΠολΔ) από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 868/2018), 3) Η απόδειξη της γνησιότητας της αμφισβητηθείσας υπογραφής ιδιωτικού εγγράφου επιβάλλεται, όχι μόνον όταν γίνεται χρήση του εγγράφου αυτού προς άμεση απόδειξη, αλλά και όταν τούτο χρησιμεύει για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, 4) Αν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία δικάζεται η υπόθεση και προσκομίζεται το έγγραφο, η μη γνησιότητά του, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ενώ αν προκύπτει ότι είναι γνήσιο λαμβάνεται υπόψη, αν, όμως, το δικαστήριο, καίτοι προβλήθηκε άρνηση της γνησιότητάς του, λάβει (ή δεν λάβει) υπόψη το έγγραφο αυτό, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθ. 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, αφού εκτιμά (ή δεν εκτιμά) έγγραφο, πριν διαπιστώσει, όπως οφείλει, αν αποτελεί επιτρεπόμενο ή μη κατά νόμον αποδεικτικό μέσο.
Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθ. 664-676 ΚΠολΔ, της ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών, και 591 παρ.1 στοιχ. δ' και 256 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠολΔ, (όπως οι τελευταίες ίσχυαν κατά το χρόνο συζήτησης, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, της από 5-6-2012 ένδικης αγωγής, στις 7-6-2013, συνέχεια της οποίας αποτελεί, κατ' άρθρο 254 παρ.1 του ΚΠολΔ, η μετά από επανάληψη συζήτησή της στις 18-11-2014, ήτοι πριν την τροποποίησή τους με το ν.4335/2015) συνάγεται ότι η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής ενυπόγραφου ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να γίνεται κατά την ίδια συνεδρίαση, κατά την οποία προσκομίζεται (για πρώτη φορά) το έγγραφο, με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και με την προσθήκη στις προτάσεις και να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις, αν δε αυτό δεν γίνει, θωρείται, όπως προαναφέρθηκε, ότι αναγνωρίστηκε η γνησιότητα του εγγράφου και τυχόν αμφισβήτηση αυτής σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 614/2022, ΑΠ 964/2020, ΑΠ 389/2015).
Αυτονόητη προϋπόθεση της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων είναι το ενυπόγραφο ιδιωτικό έγγραφο να φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσκομίζεται ή τρίτου και όχι την υπογραφή του διαδίκου που προσκομίζει αυτό. Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του ως άνω β.δ/τος της 28.1/4.2.1938 "περί κανονισμού εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων" (ΦΕΚ Α 35) ορίζεται ότι "Προ πάσης εκκινήσεως εξ οιασδήποτε αφετηρίας δι' εκτέλεσιν δρομολογίου ή οιασδήποτε μεταβάσεως εις τον τόπον του προορισμού ή επιστροφής εκ τούτου ο οδηγός του αυτοκινήτου υποχρεούται να σημειοί ευκρινώς και με ακρίβειαν, εις το βιβλίον δρομολογίον και εις την οικείαν στήλην, την ώραν εκκινήσεως, την ώραν αφίξεως, το είδος του φορτίου, τον τόπον προορισμού και λοιπά στοιχεία". Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Το λόγο αυτόν ιδρύει και η εσφαλμένη κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου της αμφισβήτησης της γνησιότητας εγγράφου (ΑΠ 614/2022, ΑΠ 280/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο του σκέλος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον προταθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε αντίκρουση της από 5-6-2012 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ισχυρισμό της, που επανέφερε αμυνόμενη κατά της έφεσής του, περί αμφισβήτησης της γνησιότητας των προσκομισθέντων από τον ίδιο εγγράφων, με τους αριθμούς σχετικών από 38 έως 1316 και από 1317 έως 1399 στελεχών των ημερήσιων βιβλίων δρομολογίων του ...
βυτιοφόρου οχήματος, τα οποία είναι ουσιώδη ιδιωτικά έγγραφα, για την απόδειξη του χρόνου εργασίας του ως οδηγού του οχήματος αυτού και συνακόλουθα για την ουσιαστική βασιμότητα της άνω αγωγής του. Περαιτέρω η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά ως αποδεικτικά μέσα, αν και είχε αμφισβητηθεί η γνησιότητα αυτών και δεν είχε αποδειχθεί αυτή εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, που τα προσκόμισε, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 11 α του ΚΠολΔ, την οποία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα εξής: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, κατά την πρώτη συζήτηση της από 5-6-2012 αγωγής του αντιδίκου της στις 7-6-2013 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα, με την εκδοθείσα με αριθμό 2376/2013 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, μόλις έλαβε γνώση συγκεκριμένων εγγράφων που προσκομίστηκαν από τον αντίδικό της με επίκληση με τις προτάσεις του προς απόδειξη της αγωγής του, δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της, με προφορική δήλωση που καταχωρίστηκε στα ανωτέρω πρακτικά ισχυρίστηκε τα εξής: "Για τα έτη 2007 έως 2011 τα σχετικά 38-1316 και για τα έτη 2004-2006, τα 1317 έως 1399 σχετικά, αμφισβητούνται από την εναγομένη".
Ακολούθως, με την από 12-6-2013 προσθήκη των προτάσεών της, μετά από επίκληση των σχετικών διατάξεων του ΚΠολΔ, ισχυρίστηκε ότι κατόπιν της αμφισβήτησης της γνησιότητας, με προφορική δήλωσή της στο ακροατήριο, των προσκομισθένων μετ'επικλήσεως με τις προτάσεις του αντιδίκου της, ως σχετικών με αριθμούς 38 έως 1316 (ήτοι 1278 στελεχών των ημερησίων βιβλίων δρομολογίων του βυτιοφόρου ...
για τα έτη 2007 έως 2011) και των σχετικών με αριθμούς 1317 έως 1399 (ήτοι 82 στελεχών των ημερήσιων βιβλίων δρομολογίων του ιδίου ως άνω βυτιοφόρου για την περίοδο 2004-2006), επειδή ο αντίδικός της δεν επιχείρησε να αποδείξει τη γνησιότητά τους κατά την ακροαματική διαδικασία, τα έγγραφα αυτά, ως ανυπόστατα, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά μέσα, ούτε ως δικαστικά τεκμήρια.
Τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό επανέλαβε η εναγομένη-αναιρεσείουσα με τις έγγραφες προτάσεις της κατά την επαναληφθείσα συζήτηση της αγωγής του αντιδίκου της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 18-11-2014, μετά την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 536/2016 οριστική του απόφαση, και τον επανέφερε, με νέα διατύπωση, ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητη με τις έγγραφες προτάσεις της, αμυνόμενη κατά της έφεσης του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του (19ο φύλλο αυτής), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, έκρινε τα ακόλουθα: "Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2376/2013 μη οριστική απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της καθής η κλήση-εναγομένης-εφεσίβλητης, με σχετικώς καταχωρηθείσα δήλωση και κατ' ακριβή μεταφορά του οικείου τμήματός της, δήλωσαν ότι: "Για τα έτη 2007 έως 211 τα σχετικά 38-1316 και για τα έτη 2004-2006, τα 1317 έως 1399 σχετικά, αμφισβητούνται από την εναγομένη", ενώ με την προσθήκη που κατατέθηκε από πλευράς της ίδιας διαδίκου επί των προτάσεών της, αφού επανέλαβε τις σχετικές διατάξεις, ισχυρίστηκε ότι εφόσον, κατόπιν της αμφισβήτησης της γνησιότητας των προσκομισθέντων εκ μέρους του αντιδίκου της, ως άνω, σχετικώς προσκομιζόμενων εγγράφων, ο τελευταίος δεν επιχείρησε να αποδείξει αυτή (γνησιότητα) στα πλαίσια της επ'ακροατηρίου διαδικασίας, τα έγγραφα αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, ούτε ως δικαστικά τεκμήρια, ως ανυπόστατα.
Τον αμέσως προηγούμενο ισχυρισμό, η καθής η κλήση εναγομένη-εφεσίβλητη, τον διατύπωσε εκ νέου και κατά την επαναληφθείσα συζήτηση της υπόθεσης. Πλην όμως, οι παραπάνω ισχυρισμοί, με τους οποίους η καθής η κλήση-εναγομένη-εφεσίβλητη, επιχειρεί να στηρίξει αμφισβήτηση της γνησιότητας των ανωτέρω εγγράφων, είναι απαράδεκτοι, διότι όπως προκύπτει από τις ίδιες τις δηλώσεις, η αμφισβήτηση αυτή ήταν γενική και ενδοιαστική και όχι ρητή, σαφής και ειδική ως προς ορισμένο στοιχείο των επίμαχων εγγράφων. [....].
Εφόσον δε, δεν επαναφέρονται παραδεκτώς ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν επάγονται έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα εκ μέρους του καλούντα-ενάγοντα-εκκαλούντα, με αριθμούς 38-1316 (για τα έτη 2007 έως και 2011) και 1317-1399 (για τα έτη 2004 έως και 2006) έγγραφα να θεωρούνται αναγνωρισμένα και να λαμβάνονται υπόψη παραδεκτώς".
Με αυτά που έκρινε και δέχθηκε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά νόμο απαράδεκτο τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αμφισβήτησης της γνησιότητας των εν λόγω ιδιωτικών εγγράφων. Και τούτο διότι, ναι μεν ο ισχυρισμός της αυτός προβλήθηκε με προφορική δήλωσή της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αμέσως μετά την προσκόμισή τους, με επίκληση με τις προτάσεις του αντιδίκου της, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής του προς απόδειξη αυτής και ακολούθως με την προσθήκη των προτάσεών της-όπως προβλέπεται από τις προαναφερόμενες δικονομικές διατάξεις, όπως ίσχυαν τότε- πλην όμως έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο, η αμφισβήτηση της γνησιότητας των αναφερόμενων εγγράφων δεν ήταν ρητή, σαφής και ειδική, όπως απαιτείται κατά τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλλά γενική και ενδοιαστική, καθόσον ούτε αυτά προσδιορίζονται συγκεκριμένα, ούτε το στοιχείο τους που αμφισβητείται, ούτε καν αναφέρεται αν είναι ενυπόγραφα ή όχι.
Λόγω της ανωτέρω μη ρητής, σαφούς και ειδικής αμφισβήτησης της γνησιότητας των επίμαχων ιδιωτικών εγγράφων (στελέχη βιβλίου δρομολογίων βυτιοφόρου αυτοκινήτου), αμέσως μετά την προσκόμισή τους κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η γνησιότητά τους θεωρείται αναγνωρισμένη (αρθ. 457 παρ.2 ΚΠολΔ), η μεταγενέστερη δε επιχειρούμενη εκ νέου αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους ενώπιον του Εφετείου από την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτη, όπως κρίθηκε και με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα στοιχεία του βιβλίου δρομολογίων που επικαλείται ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, έχουν συμπληρωθεί από τον ίδιο που προσκόμισε και επικαλέσθηκε αυτά, γεγονός που δεν αμφισβητεί η αναιρεσείουσα εταιρία (άρθ. 261 του ΚΠολΔ) και όχι από τον εκπρόσωπο της τελευταίας ή από προστηθέντα από αυτήν τρίτο, με συνέπεια να μην υφίσταται έδαφος αμφισβήτησης της γνησιότητας αυτών εκ μέρους της τελευταίας.
Τελείως διάφορο είναι το ζήτημα, εάν οι σχετικές εγγραφές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, που είναι αντικείμενο απόδειξης. Επομένως, ο υπό κρίση τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της απόρριψης παρά το νόμο ως απαράδεκτο του ισχυρισμού της περί αμφισβήτησης της γνησιότητας εγγράφων που προσκόμισε ο αντίδικός της, κρίσιμων για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του, είναι αβάσιμος.
Ακολούθως το Εφετείο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης κατά την ουσιαστική έρευνα της αγωγής, νομίμως έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα, θεωρούμενα αναγνωρισμένα κατ' άρθρον 457 παρ.2 ΚΠολΔ, ιδιωτικά έγγραφα, που προσκόμισε με επίκληση με τις προτάσεις του ο εκκαλών- ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ως επιτρεπτά από το νόμο αποδεικτικά μέσα και συνεπώς ο περί του αντιθέτου τρίτος, κατά το β'σκέλος του, λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002 ΑΠ 9/2023, ΑΠ 194/2020).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1770/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 249/2020).
Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ και οι τρεις περιπτώσεις του, ιδρύεται αν το δικαστήριο έχει εισέλθει στην αποδεικτική διαδικασία, ήτοι στην έρευνα της ουσίας (και) της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης για να επιβάλλεται η λήψη υπ' όψη αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1115/2020) και όχι αν η αγωγή ή η ένσταση ή η αντένσταση απορρίφθηκε ως αόριστη ή μη νόμιμη. Τέλος, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 248/2021, ΑΠ 188/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο και τελευταίο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει στην απόρριψη της εκ του άρθρου 361 ΑΚ ένστασή της περί τροποποίησης των όρων της ένδικης σύμβασης με την από 1-6-2010 σύμβαση, και συνακόλουθα στην μερική ουσιαστική βασιμότητα της από 5-6-2012 αγωγής του αντιδίκου της, την από 1-6-2010 έγγραφη σύμβασή τους περί μείωσης του χρόνου εργασίας του, την οποία νόμιμα επικαλέστηκε προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού της, αλλά και ανταποδεικτικά, και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς περαιτέρω να την συνεκτιμήσει με την ιστορούμενη αποδειχθείσα συμπεριφορά του αντιδίκου της, πριν και κατά την υπογραφή της, επιπρόσθετα δε το Εφετείο, ναι μεν έλαβε νομίμως υπόψη ως αποδεικτικά μέσα, κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία έγγραφα που είχαν αποκλειστεί με σύμβαση ως αποδεικτικά, όπως τα αποσπάσματα των βιβλίων δρομολογίων και οι ταχογράφοι του βυτιοφόρου αυτοκινήτου, έσφαλε όμως κατά τη στάθμιση αυτών ενόψει και του περιεχομένου της από 1-6-2010 έγγραφης τροποποιητικής σύμβασης για τους όρους εργασίας του αντιδίκου της.
Από τη βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (αρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρεται (στο 17ο φύλλο) ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα το Εφετείο έλαβε υπόψη του μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, την χωρίς όρκο εξέταση του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος, ένορκες βεβαιώσεις) και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και εάν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, την ανάλυση και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμά του, αλλά και από το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού της, όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται ειδική αναφορά στην από 1-6-2010 έγγραφη σύμβαση των διαδίκων (πίσω σελίδα του 18ου φύλλου), δεν καταλείπεται αμφιβολία και καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του ως αποδεικτικό μέσο και την ανωτέρω έγγραφη σύμβαση, εξάγοντας το αποδεικτικό του πόρισμα ότι, από τον συνδυασμό αυτής προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνυόταν η βασιμότητα της εκ του άρθρου 361 ΑΚ ένστασης της αναιρεσείουσας περί τροποποίησης των όρων της ένδικης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με την από 1-6-2010 έγγραφη σύμβαση, και συνακόλουθα η μερική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, καθότι κατά τις σχετικές παραδοχές, παρά την ως άνω συμφωνία, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας εξακολούθησε να λειτουργεί εν τοις πράγμασι με τους ίδιους όρους και συμφωνίες που ίσχυαν πριν από αυτή (συμφωνία), με αποτέλεσμα ο συγκεκριμένος διάδικος να δικαιούται αποδοχές για πλήρη απασχόληση.
Μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη-αναιρεσείουσα οφείλει στον ενάγοντα-αναιρεσείβλητο το ποσό των 20.816,36 ευρώ, για τις αναφερόμενες αιτίες. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, και από ποια προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς, εκ του γεγονότος της μη ρητής αναφοράς ορισμένων εξ αυτών, να συνάγεται ότι δεν προσέδωσε σ'αυτά τη δέουσα αποδεικτική δύναμη, ούτε είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την κρίση του για την αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία, την οποία προσέδωσε σε ένα έκαστο των προαναφερόμενων ισοδυνάμων αποδεικτικών μέσων, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα και κυριαρχικά (αρθ. 340 ΚΠολΔ).
Κατόπιν τούτων το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' του ΚΠολΔ και ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Η διαλαμβανόμενη στο λόγο αυτό άποψη της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση της επίμαχης έγγραφης σύμβασης από το συσχετισμό της με τα αποσπάσματα των βιβλίων δρομολογίων και των ταχογράφων του οχήματος, που ελήφθησαν υπόψη νομίμως ως αποδεικτικά μέσα, με τα οποία δεν συσχετίστηκε, ως και με την αποδειχθείσα, από άλλα αποδεικτικά μέσα, συμπεριφορά του αντιδίκου της, πριν αλλά και κατά την υπογραφή της άνω έγγραφης σύμβασης, ως και με τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή υπογράφηκε, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει ανεπίτρεπτα την κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Τέλος, η προβαλλόμενη, με τον ίδιο λόγο, αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι αποδείξεις πληρωμών που επικαλέστηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί εξόφλησης των απαιτήσεων του αντιδίκου της, άλλως περί άφεσης χρέους, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, διότι ο σχετικός ισχυρισμός της με την προσβαλλομένη απόφαση δεν ερευνήθηκε στην ουσία, όπως απαιτείται για την ίδρυση του κρινόμενου λόγου αναίρεσης, αλλά απορρίφθηκε ως αόριστος.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, κατά παραδοχή του δεύτερου, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγου της δεύτερης αίτησης αναίρεσης, της εναγομένης-αναιρεσείουσας και όλων των λόγων της πρώτης αίτησης αναίρεσης, του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, εκ των οποίων οι τρεις πρώτοι αφορούν στις αξιώσεις του που απορρίφθηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα, και ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αφορά στο ύψος των νόμιμων μηνιαίων αποδοχών του, που αποτελούν τη βάση υπολογισμού όλων των αξιώσεών του που ερευνήθηκαν κατ' ουσίαν και μέρος τούτων έγιναν δεκτές με την προσβαλλομένη απόφαση (αλλά και όσων ερευνηθούν κατ' ουσία από το δικαστήριο της παραπομπής κατά παραδοχή των τριών πρώτων αναιρετικών λόγων), πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αναιρέσεις και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της.
Μετά ταύτα, η αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών δύο λόγων της δεύτερης αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι επιπρόσθετα αναφέρονται σε αναιρετικές της πλημμέλειες κατά την απόρριψη των εκ των άρθρων 416 και 281 ΑΚ ενστάσεων της αναιρεσείουσας, που προϋποθέτουν την κατάφαση του αγωγικού δικαιώματος, για όλες τις αξιώσεις του ενάγοντος.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση το ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, καθόσον είναι εφικτή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.β' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη της πρώτης αίτησης αναίρεσης, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος της αίτησης αυτής, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος της δεύτερης αίτησης αναίρεσης, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας της αίτησης αυτής, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρ. 176, 183 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 7-7-2020 με αριθμ.καταθ.4172/498/7-7-2020 αίτηση του Κ. Λ. του Σ., και την από 16-7-2020 με αριθμ.καταθ.4709/574/17-7-2020, αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΜΟΙL Ανώνυμος Εταιρεία Πετρελαιοειδών", για αναίρεση της με αριθμό 2002/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών).
Διατάζει την απόδοση του καταβληθέντος για την δεύτερη αίτηση αναίρεσης ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στην αναιρεσείουσα.
Δέχεται τις ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης.
Αναιρεί την με αριθμό 2002/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στο σύνολό της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη της πρώτης, από 7-7-2020, αίτησης αναίρεσης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο της δεύτερης, από 16-7-2020, αίτησης αναίρεσης, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ