Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding procedural rules for appeals against first-instance court decisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance court decision, ruling it inadmissible due to procedural errors. The appellant argued for a specific legal ground not applicable to appeals against first-instance rulings on second-instance appeals, while the court noted that such appeals only permit substantive law violations. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; Appeals against first-instance decisions on second-instance appeals are inadmissible if the grounds cited do not match the specific limitations of Article 560, which restricts them to substantive law violations only.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1401 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1401/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Γ. και της Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Κωνσταντινίδου και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ως άνω δικηγόρος διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και τη 214/2020 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …, οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Αποστολάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20.10.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 154/2000 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, το οποίο απέρριψε την από 12.03.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 01/2018 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου, το οποίο είχε κάνει δεκτή ως προς αυτόν (αναιρεσείοντα) την από 16.01.2015 αγωγή νομής της αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 στοιχ. β', 556 § 1, 558 εδάφ. α', 564 § 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιον από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 (ή στο άρθρο 560) του Κ.Πολ.Δ.
λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 (ή το άρθρο 560 αριθμ. 1) του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, που συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται, επιπλέον, να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου.
Επιπλέον, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 (ή το άρθρο 560 αριθμ. 6) του Κ.Πολ.Δ., επίσης, λόγος αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (Ολ.Α.Π. 32/1996).
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως, κατ' αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις, είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια, ο μόνος λόγος της ένδικης αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται παντάπασιν, οι παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, δέχτηκε το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφήρμοσε, δεν εξειδικεύται το σφάλμα του αυτού Δικαστηρίου, αλλά ούτε και γίνεται μνεία των επιπλέον πραγματικών περιστατικών που έπρεπε να αναφέρονται για την πληρότητα των αιτιολογιών ή ακόμη και ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογιών.
Τέλος, δεν αναφέρονται ενάριθμα, για την πληρότητα του από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. προτεινόμενου λόγου αναιρέσεως, ούτε οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αφού η αόριστη αναφορά του αναιρεσείοντος στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο " ... παρέβη τόσο κανόνες του ουσιαστικού δικαίου περί κυριότητας, νομής και κατοχής του επιδίκου ακινήτου όσο και αυτών ακόμα των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία σαφώς και αφορούν εδώ την ερμηνεία κανόνων δικαίου καθώς και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς", δεν αρκεί για το ορισμένο και παραδεκτό του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως. (Α.Π. 1265/2008).
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του αυτού λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος για τον λόγο ότι στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., στο οποίο περιοριστικά αναφέρονται οι λόγοι αναιρέσεως αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, δεν προβλέπεται λόγος αντίστοιχος με αυτόν του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ..
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το μονομελές πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου, που υπάγεται, κατά το άρθρο 17Α του Κ.Πολ.Δ., στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.Α.Π. 5/2003, Ολ.Α.Π. 887/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το τρίτο σκέλος του μόνου λόγου αναιρέσεως προσάπτει στην απόφαση του Ειρηνοδικείου, το οποίο έκρινε σε πρώτο βαθμό την αγωγή του αναιρεσίβλητου, η αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχτηκε ότι ήταν καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής του, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό του.
Η προβαλλόμενη αιτίαση όμως δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα και, επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το ως άνω σκέλος του είναι απαράδεκτος (Α.Π. 1879/2008). Επιπλέον, με το τέταρτο σκέλος του μόνου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε και προσκόμισε, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ..
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος για τον λόγο ότι στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., στο οποίο περιοριστικά αναφέρονται οι λόγοι αναιρέσεως αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, δεν προβλέπεται λόγος αντίστοιχος με αυτόν του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ..
Με το πέμπτο σκέλος του μόνου λόγου αναιρέσεως πλήττεται περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για τη διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον, προκειμένου για απόφαση μονομελούς πρωτοδικείου, που εκδόθηκε κατ' αποφάσεως ειρηνοδικείου, αναίρεση συγχωρείται, κατά το άρθρο 560 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ.
μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι αυτοί των άρθρων 355 και 368 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους καθορίζονται οι προϋποθέσεις διενέργειας αυτοψίας και διορισμού πραγματογνώμονα (Α.Π. 1882/2008). Τέλος, αναφορικά με την αιτίαση που περιέχεται στο αναιρετήριο και αναπτύσσεται στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του μόνου λόγου αναιρέσεως συνίσταται δε στην κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού εκ μέρους του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου σημειώνεται ότι αυτή (αιτίαση) δεν συνιστά παραδεκτό αναιρετικό λόγο (άρθρο 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί. Διάταξη για την τύχη του προβλεπόμενου στον νόμο παραβόλου για την παραδεκτή άσκηση της αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται στην απόφαση αυτή διότι δεν καταβλήθηκε τέτοιο εξαιτίας του ότι ο αναιρεσείων έτυχε του ευεργετήματος της παροχής νομικής βοήθειας (άρθρο 9 § 2 του ν. 3226/2004), ενώ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει κατά το σχετικό αίτημά της να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 του Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η παροχή του ευεργετήματος της παροχής νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004 για τη "Νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος ..." δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως ο αναιρεσείων, να επιβάλλει εις βάρος του τα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (Α.Π. 424/2021, Α.Π. 399/2020, Α.Π. 1484/2018, Α.Π. 1086/2018, Α.Π. 895/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.10.2020 αίτηση του Σ. Κ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 154/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ