Legislator Case Law & Legislation
1401/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision regarding back pay for a dismissed employee.

Case Number 1401/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a first-instance labor court decision that had rejected her claim for back pay. The appellant argued that the lower court erred in denying her entitlement to wages for the period between her dismissal and re-employment, citing specific constitutional and civil code provisions. The court agreed that the lower court failed to apply the correct legal framework regarding the retroactive effect of a prior annulment decision, thereby remanding the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 95(5) of the Constitution; Articles 361, 653, 656 of the Civil Code; Article 50(1) and 4 of Presidential Decree 18/1989; Article 1 of Law 3068/2002; Article 17(17) of Law 2190/1994: When a prior annulment decision affects the validity of a dismissal, the employer is obligated to grant retroactive effect to the subsequent appointment act to restore the employee's rights, including back pay, and failure to do so constitutes a reversible error.

Keywords

AI generated
Labor Law Back Pay Entitlement Retroactive Effect Annulment Decision Employment Contract Supreme Court Appeal Dismissal Consequences

Cited Legislation

AI generated
Article 95(5) of the Constitution
Articles 361, 653, 656 of the Civil Code
Article 50(1) and 4 of Presidential Decree 18/1989
Article 1 of Law 3068/2002
Article 17(17) of Law 2190/1994
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 20221/2017 of the Single District Court of Thessaloniki
Case 933/2019 of the Single Court of Appeal of Thessaloniki
Case 2805/2012 of the Council of State
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1401 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1401/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:

Μ. Β. του Σ., συζ. Ν. Μ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Σπυρίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου:

Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ – ΔΗΜΗΤΡΑ», το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.12.2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20221/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 933/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10.10.2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 10η Οκτωβρίου 2019 με αριθ. κατάθεσης 2978/336/15.10.2019 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου κατόπιν της από 19ης Μαΐου 2021 πράξης της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021), σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ.2 του ΚΠολΔ και της εγγραφής της στο οικείο πινάκιο από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου στη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ύστερα από τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 9ης Μαρτίου 2021, λόγω προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων της Επικράτειας, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης με αριθμ.

Δ1α/Γ.Π.οικ. 14453/2021 (ΦΕΚ 895/Β/6.3.2021). Με την κρινόμενη από 10η Οκτωβρίου 2019 με αριθ. κατάθεσης 2978/336/15.10.2019 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 933/15.4.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την από 27η Φεβρουαρίου 2018 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος κατά της με αριθμ. 20221/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, την από 10η Δεκεμβρίου 2015 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας:

α) απέρριψε τη δεύτερη επικουρική της βάση από τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, (β) απέρριψε ως μη νόμιμη την πρώτη επικουρική της βάση από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και (γ) δέχθηκε αυτή ως προς την κυρία της βάση από τη σύμβαση εργασίας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση καθ’ ό μέρος είχε δεχθεί την αγωγή και δικάζοντας κατ’ ουσία αυτή την απέρριψε ως κατ’ ουσία αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

[II] Με το άρθρο 94 παρ.1 του Ν. 2127/1993 (ΦΕΚ Α' 48) συνεστήθη το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «Ελληνικός Οργανισμός Γάλακτος [ΕΛ.Ο.Γ.]» που, στη συνέχεια, μετονομάσθηκε, δυνάμει του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 3698/2008 (ΦΕΚ Α' 198) σε «Ελληνικός Οργανισμός Γάλακτος και Κρέατος» [ΕΛ.Ο.ΓΑ.Κ.]. Ακολούθως με το άρθρο 66 παρ.1 του Ν. 4002/2011 (ΦΕΚ Α’ 180) προστέθηκε άρθρο 14Β στο Ν. 3429/2005 «ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ» (ΦΕΚ Α’ 314) με το οποίο ορίζεται ότι:

«1. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση εποπτεύοντος Υπουργού: α)..., β)..., γ)..., δ) Ειδικότερα, με την κοινή απόφαση της παρούσας παραγράφου, συγχωνεύονται σε ενιαίο φορέα με την επωνυμία «Ενιαίος Γεωργικός Οργανισμός – ΔΗΜΗΤΡΑ», τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία:

αα) «Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.)», ββ) «Οργανισμός Γεωργικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης και Απασχόλησης (Ο.Γ.Ε.Ε.Κ.Α.) – ΔΗΜΗΤΡΑ», γγ) ο «Οργανισμός Πιστοποίησης και Επίβλεψης Γεωργικών Προϊόντων (Ο.Π.Ε.ΓΕ.Π.)» με διακριτικό τίτλο AGROCERT και δδ) ο «Ελληνικός Οργανισμός Γάλακτος και Κρέατος (ΕΛ.Ο.ΓΑ.Κ.)».

Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας διάταξης εκδόθηκε η υπ’ αριθ.188763/10 Οκτωβρίου 2011 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΦΕΚ β'2280/13.10.2011), με την οποία ιδρύθηκε Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός – Δήμητρα» (αναιρεσίβλητο) το οποίο ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και εποπτεύεται από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. (αρθ.1 αυτής).

Συνακόλουθα το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Ενιαίος Γεωργικός Οργανισμός – ΔΗΜΗΤΡΑ», που ανήκει στο Δημόσιο Τομέα (ΑΠ 373/2013) είναι καθολικός διάδοχος των ως άνω συγχωνευθέντων νομικών προσώπων.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του Ελληνικού Οργανισμού Γάλακτος (ΕΛΟΓ) που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 94 παρ. 5 του Ν. 2127/1993 και εγκρίθηκε με την με αριθμ. 332651/2001 ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών - Δημόσιας Διοίκησης - Αποκέντρωσης και Γεωργίας (ΦΕΚ Β` 192/2001) «Η πρόσληψη του προσωπικού όλων των κατηγοριών ενεργείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΛ.Ο.Γ. μετά από επιλογή των υποψηφίων ύστερα από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή. Οι όροι, ο τρόπος και η διαδικασία επιλογής καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 2527/1997».

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 2527/1997, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο: «Οι αμιγείς και μικτές επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού στις οποίες ο Ο.Τ.Α. κατέχει άμεσα ή έμμεσα το 50% τουλάχιστον του εταιρικού τους κεφαλαίου, οι πάσης μορφής δημόσιες επιχειρήσεις και οι θυγατρικές τους εταιρείες, καθώς και οι θυγατρικές εταιρείες τραπεζών υπάγονται στο σύστημα προσλήψεων του Ν. 2190/1994 ως προς την πρόσληψη τακτικών και με σύμβαση ορισμένου χρόνου διοικητικών υπαλλήλων των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ και τακτικού και με σύμβαση ορισμένου χρόνου προσωπικού της κατηγορίας ΥΕ, με εξαίρεση το εργατοτεχνικό προσωπικό ΥΕ.

Ως διοικητικοί υπάλληλοι για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης νοούνται οι προσλαμβανόμενοι για την άσκηση της διοικητικοοικονομικής λειτουργίας της επιχείρησης (όπως γραφείς, γραμματείς, δακτυλογράφοι, στενογράφοι, λογιστές, υπάλληλοι για θέματα προσωπικού, οικονομικής διαχείρισης κλπ). Η πρόσληψη του τακτικού διοικητικού προσωπικού από τις επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α., τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις θυγατρικές τους εταιρείες και τις θυγατρικές εταιρείες τραπεζών γίνεται με τη διαδικασία του άρθρου 18 του παρόντος νόμου από τις ίδιες τις εταιρείες.

Η σχετική προκήρυξη δημοσιεύεται ολόκληρη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.) και περίληψή της σε δύο τουλάχιστον εφημερίδες των Αθηνών. Η προκήρυξη αποστέλλεται πριν τη δημοσίευσή της στο ΑΣΕΠ, το οποίο οφείλει να την ελέγξει από άποψη νομιμότητας εντός δέκα (10) ημερών. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των δέκα (10) ημερών τεκμαίρεται η σύμφωνη γνώμη του Α.Σ.Ε.Π.

Οι σχετικοί πίνακες κατάταξης των υποψηφίων αποστέλλονται στο Α.Σ.Ε.Π. το οποίο ασκεί έλεγχο αυτεπαγγέλτως ή κατ’ ένσταση των υποψηφίων. Μετά τον έλεγχο η επιτροπή του οικείου φορέα καταρτίζει τους οριστικούς πίνακες κατάταξης, καθώς και τους πίνακες διοριστέων, τους οποίους και αποστέλλει για δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.).

Η πρόσληψη όμως του προσωπικού μπορεί να γίνεται αμέσως μετά την κατάρτιση των πινάκων κατάταξης των υποψηφίων και πριν τον αυτεπάγγελτο ή κατ' ένσταση έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π. Μετά τη δημοσίευση των οριστικών πινάκων διοριστέων οι τυχόν ήδη προσληφθέντες που δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτούς απολύονται [...]».

Σύμφωνα, δε, με επόμενη διάταξη της ίδιας παρ. 3, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 7 του Ν. 2839/2000 (Α' 196), οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν, μεταξύ άλλων, και για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994. Εξ άλλου, σύμφωνα με την παρ. 17 του άρθρου 17 του Ν. 2190/1994, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο πριν την κατάργησή της με το άρθρο 61 παρ.1α του Ν. 4765/2021 «Υποψήφιος ο οποίος επιτυγχάνει, βάσει αμετάκλητης απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, ακύρωση της σειράς εγγραφής του στον πίνακα επιτυχίας, η οποία συνεπάγεται κατάταξή του σε ανώτερη σειρά, εντάσσεται στην οικεία σειρά του πίνακα επιτυχίας.

Εφόσον η νέα σειρά παρέχει σε αυτόν δικαίωμα εγγραφής του στον πίνακα διοριστέων, διορίζεται σε κενή θέση της υπηρεσίας ή νομικού προσώπου, στην οποία βάσει της δήλωσης προτίμησής του θα διοριζόταν, αν εξαρχής είχε εγγραφεί στη σειρά αυτή. Αν δεν υπάρχει κενή θέση διορίζεται σε προσωποπαγή θέση που συνιστάται με την απόφαση διορισμού και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που θα κενωθεί στον οικείο φορέα, οπότε καταργείται αυτοδικαίως η προσωποπαγής θέση.

Επίσης, αντί διορισμού του σε προσωποπαγή θέση, μπορεί να ζητήσει με νέα δήλωσή του προς το Α.Σ.Ε.Π. το διορισμό του σε κενή θέση άλλου φορέα, στον οποίο διατίθεται με απόφαση του Προέδρου του Α.Σ.Ε.Π.». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3068/2002 «Συμμόρφωση Διοίκησης προς δικαστικές αποφάσεις [...]», όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.

Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει [...]. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τα οποία ανήκουν εξ ολοκλήρου στου Δημόσιο».

Επίσης, με την παρ.1 του άρθρου 50 του Π/Δτος 18/1989 («Κωδικοποίηση διατάξεως νόμων για το Συμβούλιο Επικρατείας») ορίζεται ότι «η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργηση της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική είτε πρόκειται για ατομική πράξη», με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι «οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσής τους κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου, ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό.

Ο παραβάτης, εκτός από τη δίωξη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση» και με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι «οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο».

Από δε τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων και των διατάξεων των άρθρων 95 παρ.5 του Συντάγματος, και 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 702/1977 προκύπτει, ότι η Διοίκηση, μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου επί αίτησης ακύρωσης, υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτήν και μάλιστα όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε, αμέσως ή εμμέσως, από την ακυρωθείσα πράξη, ανακαλούσα ή τροποποιούσα τις σχετικώς, στο μεταξύ, εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδουσα άλλες με αναδρομική ισχύ, για να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση στην οποία θα βρίσκονταν αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη (ΑΠ 957/2013, ΣτΕ 1288/2020, ΣτΕ 787/2017, ΣτΕ 4016/2012), σε περίπτωση, δε, που η ακυρωτική απόφαση αφορά πράξη διορισμού, ο φορέας διορισμού υποχρεούται, συμμορφούμενος με αυτή, να προσδώσει αναδρομικότητα στην πράξη που θα εκδώσει, με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν, αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη (ΣτΕ 914/2013, ΣτΕ100/2011, ΣτΕ 957/2010).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. α’ του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη, για λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος δικαιούται να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλον χρόνο, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 349 και 350 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία, όταν ο μισθωτός προσφέρει πραγματικά, με τον προσήκοντα τρόπο την εργασία του και αυτός δεν τη δέχεται ή δηλώνει ότι δεν τη δέχεται, με συνέπεια να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού σε αυτόν (μισθωτό).

Υποχρέωση, εξάλλου, του εργοδότη να καταβάλει τον μισθό, υπάρχει και σε περίπτωση αδυναμίας αυτού να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η αδυναμία αυτή ανάγεται όχι μόνο σε πταίσμα του, αλλά και όταν οφείλεται σε τυχαία περιστατικά, που τον αφορούν και σχετίζονται με τη σφαίρα των συνθηκών, που μπορεί να ελέγχει ή τους γενικότερους ή ειδικότερους κινδύνους της πορείας και λειτουργίας της επιχείρησης και εκμετάλλευσής του.

Ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνον αν η αδυναμία του (για αποδοχή της εργασίας) οφείλεται σε ανώτερη βία. Ανώτερη βία υπάρχει, όταν η ενέργεια του υποχρέου εμποδίζεται από τυχηρό και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο ήταν αδύνατο να αποτραπεί, με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ενώ «τυχηρό» είναι το γεγονός, το οποίο δεν οφείλεται σε πταίσμα του υποχρέου και δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί, αλλά μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης του εργοδότη, ώστε να μην επέλθει η αδυναμία παροχής της εργασίας (ΟλΑΠ 1340/1979, ΑΠ 362/2019, ΑΠ 1587/2009).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019 ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017).

Ακόμη, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019).

Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1439/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 159/2018 ΑΠ 605/2015, ΑΠ 354/2011).

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 153/2019, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 884/2017, ΑΠ 259/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 308/2020).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 194/2020).

Στοιχείο, δε, ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 1557/2018). «Πράγματα» αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010).

Αντίθετα δεν αποτελούν «πράγματα» η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν «αυτοτέλεια» (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1299/2009), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 179/2019), ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 76/2016).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2017).

Ακόμη, δεν αποτελούν «πράγματα» με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 237/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Προϋπόθεση, επομένως, της ίδρυσης λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι η έρευνα της ουσίας της διαφοράς και κατάρτιση ελάσσονος πρότασης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας επί της αγωγής ή της ένστασης, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, εάν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως νομικά αβάσιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 1410/2017).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά:

Ο Ελληνικός Οργανισμός Γάλακτος με την 1/16Μ/2003 απόφασή του (ΦΕΚ Προκηρύξεων ΑΣΕΠ 304/6.8.2003) προκήρυξε την πλήρωση με σειρά προτεραιότητας 28 θέσεων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν μία θέση κλάδου ΔΕ Γραμματέων - Δακτυλογράφων για τις ανάγκες της κεντρικής υπηρεσίας στην Θεσσαλονίκη.

Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία συμμετείχε στην ως άνω διαδικασία κατατάχθηκε πρώτη στο σχετικό πίνακα κατάταξης και προσλήφθηκε τη 02.02.2004. Με την υπ’ αριθμ.1797/23.12.2004 απόφασή του, το Δ' Τμήμα του ΑΣΕΠ στο πλαίσιο του αυτεπάγγελτου ελέγχου διόρθωσε την βαθμολογία της ενάγουσας από 1.362,40 μονάδες σε 1.284,30 μονάδες και δέχθηκε ένσταση της Κ.

Σ. που της απέδωσε 1.424 μονάδες, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί εκ νέου ο οικείος πίνακας κατάταξης και να καταταγεί στην πρώτη θέση η Κ. Σ. και στη δεύτερη θέση η ενάγουσα. Η τελευταία εναντίον της ανωτέρω απόφασης υπέβαλε αντιρρήσεις και το ΑΣΕΠ, με την υπ’ αριθμ. 671/19.4.2005 απόφασή του (Δ Τμήμα), ανακάλεσε προσωρινά την πλήρωση της ως άνω θέσης, ενώ με την υπ’ αριθμ. 2237/12.12.2005 απόφασή του (Δ Τμήμα) διέταξε την αναμόρφωση του πίνακα απορριπτέων με την επανεγγραφή της Κ.

Σ. και δέχθηκε εν μέρει την ένσταση της ενάγουσας (ως προς το αίτημα διαγραφής της Κ. Σ. από τον πίνακα κατάταξης) την οποία και αναβαθμολόγησε με 1.281,20 μονάδες. Εκτός των ανωτέρω το ΑΣΕΠ αύξησε το χρόνο εμπειρίας της Μ. Π. την οποία κατέταξε στην πρώτη θέση του πίνακα κατάταξης με 1.297,70 μονάδες, χωρίς, όμως, η τελευταία να έχει ασκήσει ένσταση.

Ακολούθως το Γ’ Τμήμα του ΑΣΕΠ, με την υπ’ αριθμ. 570/13.3.2006 απόφασή του αποφάσισε ο «Ελληνικός Οργανισμός Γάλακτος» να εγγράψει ως διοριστέα τη Μ. Π., με αποτέλεσμα η ενάγουσα να απολυθεί την 20.12.2006. Κατόπιν τούτου η ενάγουσα άσκησε αίτηση ακύρωσης, κατά της παραπάνω απόφασης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ. 2805/2012 απόφαση του ΣτΕ, με το σκεπτικό ότι το ΑΣΕΠ δεν είχε αρμοδιότητα να προβεί αυτεπαγγέλτως σε προσαύξηση του δηλωθέντος χρόνου εμπειρίας της Μ.

Π. και στην αύξηση της βαθμολογίας της και η υπόθεση αναπέμφθηκε στο ΑΣΕΠ για νέα κρίση. Εν συνεχεία το ΑΣΕΠ με την υπ’ αριθμ. 473/18.7.2013 απόφασή του, παρήγγειλε προς τον ΕΛΟΓ την επανακατάταξη της ενάγουσας στη σειρά του ως άνω πίνακα κατάταξης και την εγγραφή της στον πίνακα διοριστέων για την οικεία θέση, τη διάθεσή της προς διορισμό σε κενή οργανική θέση του οικείου κλάδου ή ελλείψει τέτοιας σε προσωποπαγή θέση και τη δημοσίευση του ως άνω διατακτικού.

Περαιτέρω ο Ε.Λ.Ο.Γ. που τον είχε διαδεχθεί ο «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΚΡΕΑΤΟΣ» συγχωνεύθηκε με άλλα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και συστάθηκε το εναγόμενο ΝΠΙΔ (ήδη αναιρεσίβλητο) με την υπ’ αριθμ. 188763/10.10.2011 (ΦΕΚ 2284/13.10.2011) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, το οποίο έτσι υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συγχωνευόμενων νομικών προσώπων. Σε συμμόρφωση με την ως άνω απόφαση του ΑΣΕΠ και την υπ’ αριθμ. 2805/2012 αμετάκλητη απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η Επιτροπή Επιλογής του εναγομένου αναμόρφωσε την 3.12.2013 τον οριστικό πίνακα κατάταξης της προκήρυξης κατατάσσοντας την ενάγουσα στην 1η θέση του πίνακα του κλάδου ΔΕ Γραμματέων Δακτυλογράφων.

Με απόφαση της 31ης/24.1.2014 συνεδρίασης του Δ/Σ του εναγομένου, αποφασίσθηκε: (1) η σύσταση προσωποπαγούς θέσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 17 του άρθρου 17 του Ν. 2190/1994 και (2) η πρόσληψη της ενάγουσας, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου η οποία έλαβε χώρα την 02.04.2014 (βλ. σχετ. την από 01.04.2014 αναγγελία πρόσληψης). Περαιτέρω από τα προεκτιθέμενα αποδεικνύεται ότι από την ανωτέρω ημερομηνία (02.04.2014) καταρτίσθηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η οποία δεσμεύει αμφότερα τα διάδικα μέρη. Εξάλλου από την ημερομηνία αυτή προσλήφθηκε και ανέλαβε υπηρεσία η ενάγουσα και είναι υποχρεωμένο το εναγόμενο να καταβάλει μισθούς στην τελευταία.

Με αυτά τα δεδομένα δεν έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας το εναγόμενο ως προς την καταβολή αποδοχών για το προηγούμενο χρονικό διάστημα ήτοι από 21.12.2006 (επομένη απόλυσης) έως την 01.04.2014 (προηγούμενη επαναπρόσληψης). Πρέπει επομένως, ενόψει των ανωτέρω, να απορριφθεί η αγωγή ως κατ’ ουσία αβάσιμη.

[IV] Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι ερευνώντας λόγο της από 27.02.2018 έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου δέχθηκε ότι η ημερομηνία πρόσληψης αυτής ήταν η 02.04.2014, παρότι το εκκαλούν δεν ανέφερε με το δικόγραφο αυτό την ως άνω ημερομηνία ως ημερομηνία πρόσληψης αυτής και ότι, αντίθετα, αυτό ως εναγόμενο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανέφερε ότι με την από 20.02.2015 απόφαση του Δ/Σ του αποφασίσθηκε να ορισθεί ως χρόνος πρόσληψης αυτής η 2.2.2004.

Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της ως άνω έφεσης του εναγομένου-εκκαλουντος και ήδη αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου, προκύπτει ότι αυτό προέβαλε ως λόγο έφεσης ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι η ενάγουσα δικαιούται (ως αναδρομικές αποδοχές) το συνολικό ποσό των 148.298,41 ευρώ, δεδομένου ότι, όπως είχε αναφέρει και στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου « [...] δεν προκύπτει εκ του νόμου ότι η αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση στην οποία θα ευρίσκοντο αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη, περιλαμβάνει και την καταβολή στον ενδιαφερόμενο αναδρομικά όλων των αποδοχών που θα ελάμβανε αν δεν είχε λάβει χώρα η ακυρωθείσα πράξη.

Για αυτό και το Δ/Σ του εκκαλούντος ΝΠΙΔ, παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας δεν έχει προβεί στην καταβολή των αποδοχών της».

Ο ως άνω λόγος έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου δεν περιείχε αυτοτελή ισχυρισμό αλλά άρνηση του αγωγικού αιτήματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για επιδίκαση αναδρομικών αποδοχών λόγω υπερημερίας του εναγομένου ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της για το χρονικό διάστημα από 21.12.2006 έως 01.04.2014 και συνεπώς δεν είναι «πράγμα», με την έννοια που προεκτέθηκε, ώστε να εμπίπτει στην ανωτέρω πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

[V] Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο Γ σκέλος αυτού και με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με την κρίση της ότι αυτή προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο την 02.04.2014 και ότι ως εκ τούτου δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 21.12.2006 (επομένη ημερομηνίας απόλυσής της) έως 01.04.2014 (προηγούμενη επαναπρόσληψής της) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 201, 207, 341 και 648 του ΑΚ, αντίστοιχα τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες, ως προς την ως άνω ένδικη αξίωσή της για καταβολή οφειλομένων αποδοχών για το ως άνω χρονικό διάστημα, λόγω της πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης που τελούσε η σύμβαση πρόσληψής της εκ της συμμετοχής της στο διαγωνισμό που προκήρυξε στις 31.01.2003 το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ (ΕΛΟΓ)», του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο.

Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου των ως άνω διατάξεων, είναι αόριστοι και συνακόλουθα απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ως άνω ισχυρισμός περί πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης που τελούσε η σύμβαση εργασίας της λόγω της συμμετοχής της στον προαναφερθέντα διαγωνισμό είχε προταθεί με το δικόγραφο της αγωγής της ως βάση της αγωγής της.

Σε κάθε, δε, περίπτωση είναι απορριπτέοι και ως αβάσιμοι αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της από 10.12.2015 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα δεν είχε προβάλλει με το δικόγραφο της αγωγής της ως βάση αυτής τον ισχυρισμό ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας της με το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ (ΕΛΟΓ)» του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, λόγω πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε αυτή (σύμβαση πρόσληψης) από τη συμμετοχή της στο προεκτεθέντα διαγωνισμό που είχε προκηρύξει το ως άνω νομικό πρόσωπο.

Και είναι, μεν, αληθές ότι στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται μείζονα σκέψη περί εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 του ΑΚ επί προκήρυξης διαγωνισμού για πρόσληψη σε θέση εργασίας και πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης που τελεί η σύναψη σύμβασης εργασίας, σε περίπτωση επιτυχίας υποψηφίου, πλην όμως, δεν διαλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτής αιτιολογία που να αναφέρεται στην κατάρτιση ή μη κατάρτιση της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας λόγω της πλήρωσης ή της μη πλήρωσης, αντίστοιχα, της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε αυτή (σύμβαση) με τη δημοσίευση του πίνακα επιτυχόντων του προαναφερθέντος διαγωνισμού, αφού, άλλωστε, όπως προεκτέθηκε, δεν είχε προβληθεί σχετικός, προς τούτο, ισχυρισμός.

Συνεπώς η ανωτέρω μείζονα σκέψη στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλεοναστική και δεν επιστηρίζει το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης.

[VI] Περαιτέρω ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά τα υπό στοιχεία Α και Β σκέλη αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι αυτή (αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο την 02.04.2014 και ότι ως εκ τούτου δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 21.12.2006 (επόμενη απόλυσης της αναιρεσείουσας) έως 01.04.2014 παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων, 95 παρ.5 του Συντάγματος, 361, 653, 656 του ΑΚ, 50 παρ.1 και 4 του Π.Δ/τος 18/1989, 1 του Ν. 3068/2002 και 17 παρ.17 του Ν. 2190/1994 είναι βάσιμος.

Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αν και δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα επανακατατάχθηκε στον οριστικό πίνακα κατάταξης του κλάδου ΔΕ Γραμματέων Δακτυλογράφων και εγγράφηκε στον πίνακα διοριστέων του ως άνω κλάδου, κατόπιν της έκδοσης της με αριθμ. 2805/2012 ακυρωτικής απόφασης του ΣΤΕ και, ακολούθως της υπ’ αριθμ. 473/18.7.2013 απόφασης του ΑΣΕΠ, στη συνέχεια κρίνοντας ότι αυτή προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο την 02.04.2014 και ότι ως εκ τούτου δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 21.12.2006 έως 01.04.2004, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 95 παρ.5 του Συντάγματος, 361, 653 και 656 του ΑΚ, 50 παρ.1 και 4 του Π.Δ/τος 18/1989, 1 του Ν. 3068/2002, και 17 παρ.17 του Ν 2190/1994, που ήταν εφαρμοστέες, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι λόγω της προαναφερθείσας ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ως φορέας διορισμού της αναιρεσείουσας υποχρεούται, συμμορφούμενο με αυτή, να προσδώσει αναδρομικότητα στην πράξη διορισμού με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση, στην οποία θα βρίσκονταν, αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη και ως εκ τούτου υπέπεσε στην εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Επομένως, κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου αναίρεσης (κατά τα υπό στοιχεία Α και Β σκέλη αυτού), η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

[VII] Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, όπως αιτείται με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 933/15.4.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ