Legislator Case Law & Legislation
1401/2018 AI generated

1401/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1401/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1401/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, Κ. Χ., με την υπ' αριθμ. καταθ. 57209/19.12.2006 κύρια αγωγή του που απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά των εναγομένων Α. Λ. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Α.Ε.", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, ως ειδικός διάδοχος, εκ του νόμου, λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της το Ν.Π.Ι.Δ.

Keywords

AI generated
aggravated drunk driving fitness to drive alcohol abuse serious narcotics offense driving without authorization traffic accident
AI generated
1685/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1014/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
2182/2009
Ικανότητα δικαστικής συμπαράστασης ενηλικιωθέντος.
1305/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2007 αγωγή των 1ης, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 31-8-2007 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή της 6ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 304/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 839/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-7-2012 αίτησή τους.
835/2017
Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, ruling the lower court's finding of exclusive driver fault was legally sound.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1401 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1401/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μανώλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Λ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με τις από 16-7-2007 και 9-10-2007 αγωγές του "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις από 12-4-2007, 5-10-2007 και 10-10-2007 ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει το 2ο των αναιρεσιβλήτων "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30335/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 968/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-10-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Βρυνιώτης διάβασε την από 16-4-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης από 11-10-2013 και με αριθμό κατάθεσης 143/2015 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 968/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που είχε κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 10774Β'/23-11-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Β. Σ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 11-10-2013 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την προκειμένη δικάσιμο της 18-5-2018 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση, προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο (Α. Λ.). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, την προκειμένη (18-5-2018) δικάσιμο, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, Κ. Χ., με την υπ' αριθμ. καταθ. 57209/19.12.2006 κύρια αγωγή του που απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά των εναγομένων Α. Λ. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Α.Ε.", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, ως ειδικός διάδοχος, εκ του νόμου, λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της το Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ (ήδη 2ο των αναιρεσιβλήτων), στην οποία ιστορούσε, ότι στη Θεσσαλονίκη στις 6.1.2006, ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), Α. Λ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...44 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του (μη εναγόμενου στην αγωγή του) Δ. Χ., ο οποίος τον προέστησε στην οδήγησή του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του, στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "...

ΑΑΕ", από αμέλειά του και τελώντας υπό την επίδραση οινοπνεύματος, προκάλεσε κατά τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες, τον τραυματισμό του ιδίου (ενάγοντος), ο οποίος εκινείτο πεζός και υπό τις ειδικότερα, στην αγωγή αναφερόμενες, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις. Ενόψει, αυτών ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στον ενάγοντα:

α) αποζημίωση για την απώλεια εισοδήματος από 6.1.2006 έως 14.6.2006, το ποσό των 2.363,83 ευρώ και β) 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και να αναγνωριστεί ότι του οφείλουν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως ο ενάγων παραδεκτά μετέτρεψε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, το αίτημα της αγωγής, κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 30335/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατά τις ενδιαφέρουσες, εδώ, διατάξεις της, αφού έκρινε, ότι το ένδικο ατύχημα, οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια, του εναγομένου οδηγού Α. Λ. και του παθόντος Κ. Χ., κατά ποσοστό 30% και 70%, αντίστοιχα, κατά παραδοχή ως βάσιμης της νόμιμης εκ του άρθρου 300 ΑΚ ενστάσεως των εναγομένων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτή (κύρια) και υποχρέωσε τους εναγομένους εις ολόκληρο τον καθένα, να καταβάλουν (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά, αντιστοίχως) τα με την απόφαση αυτή επιδικασθέντα χρηματικά ποσά.

Κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 5.3.2009 και με αριθμ. κατάθ. 940/2009 έφεση, στρεφόμενος κατά των εναγομένων στην αγωγή του, δηλαδή του Α. Λ. και της ασφαλιστικής εταιρείας "Διεθνής Ένωσις Α.Α.Ε.", για τους λόγους που διαλαμβάνονται στο δικόγραφό της, ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και των ζημιών του και ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την απόρριψη της ένστασης συντρέχοντος πταίσματός του, που πρότειναν οι εναγόμενοι και την παραδοχή της αγωγής του στο σύνολό της.

Κατά της ίδιας ως άνω απόφασης άσκησαν χωριστές εφέσεις οι εναγόμενοι (με αριθμ. καταθ. 3033/16.7.2009 και 3555/21.9.2010, στρεφόμενοι κατά των εναγόντων Κ. Χ. και του ΙΚΑ, αντίστοιχα, παραπονούμενοι ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και των ζημιών των εναγόντων, και ζήτησαν την εξαφάνισή της και την απόρριψη των αγωγών ως προς τους ίδιους. (Να σημειωθεί ότι το ΙΚΑ δεν είναι διάδικος στην προκειμένη αναιρετική δίκη).

Επί των ανωτέρω εφέσεων, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 968/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού έκρινε ότι, στην πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος δεν συνετέλεσε καμία αμέλεια του εναγομένου οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου Α. Λ. και ότι αποκλειστικά υπαίτιος, του ατυχήματος και του τραυματισμού του, είναι ο ίδιος ο παθών - ενάγων, απέρριψε την υπ' αριθμ. 940/9.3.2009 έφεση αυτού (ενάγοντος Κ.

Χ.), δέχθηκε κατ' ουσίαν τις υπ' αριθμ. καταθέσεως 3033/16.7.2009 και 3555/21.9.2010 εφέσεις των εναγομένων, "ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΝΩΣΗΣ" και Α. Λ., αντίστοιχα, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 30335/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και απέρριψε την ένδικη με αριθμό κατάθεσης 57209/19.12.2006 αγωγή του ενάγοντος Κ. Χ..

Κατά της υπ' αριθμ. 968/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ο αναιρεσείων - ενάγων άσκησε κατά των εναγομένων, Α. Λ. και του Επικουρικού Κεφαλαίου, ως ειδικού διαδόχου εκ του νόμου της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας "..." λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της), την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων της.

Κατά το άρθρο 559 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν δεν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 36/1988 ΕλΔνη 1989,1153). Κατά τη διάταξή του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης εφόσον τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, δηλαδή την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 161/2002 ΕλΔνη 43,1377).

Κατά το άρθρο 559 παρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολομ.ΑΠ 3/1997). Εξάλλου κατά την παρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές αυτής δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή τους και ιδίως αν δεν έχει καθόλου απολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999 ΕλΔνη 40,270).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 413/1993 ΕλΔνη 1995,326) ή όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο (ΑΠ 22/2010), ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το Δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Δηλαδή η έλλειψη ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας πρέπει να ανάγεται όχι στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αλλά στο αποδεικτικό πόρισμα καθαυτό, στα πραγματικά δηλαδή περιστατικά, τα οποία είναι κατά νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε.

Κατά το άρθρο 297 ΑΚ "ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα...", κατά το άρθρο 298 ΑΚ "η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) και το διαφυγόν κέρδος...", κατά δε το άρθρο 299 ΑΚ "για μη περιουσιακή ζημία οφείλεται χρηματική ικανοποίηση στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ "όποιος ζημιώνει τον άλλον παράνομα έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει κυρίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του...".

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι παράνομη πράξη ή παράλειψη, υπαιτιότητα του υπόχρεου, που υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας αυτού που έπραξε παράνομα ή αυτού που υπέπεσε σε παράλειψη, επέλευση ζημιάς και συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει και όταν η παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) του υπόχρεου ήταν, σύμφωνα προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), δηλαδή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΚ 298), ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και το επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Αμέλεια, κατά την διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, η οποία είναι νομική έννοια και ελέγχεται αναιρετικά, ως προς το εάν τα πραγματικά περιστατικά που το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια της αμέλειας, υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από τον δράστη στον κύκλο της δραστηριότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο νομική υποχρέωση είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Η κρίση περί του αν, τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με την χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ που εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Δηλαδή με βάση τη διάταξη αυτή ο ζημιούμενος έχει το βάρος μειώσεως των επιβλαβών συνεπειών της ζημίας του. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί αντικειμενικά ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος (ΑΠ 1912/2005, ΑΠ 1724/2005, αδημ.).

Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ΚΟΚ "...Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους...", κατά το άρθρο 19 του ΚΟΚ "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτό μπροστινό τμήμα της οδού. .3.

Ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων... κατά τις νυχτερινές ώρες...". Εξάλλου, πάγια γίνεται δεκτό στη θεωρία και τη νομολογία, ότι σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, μόνο η από τον οδηγό του αυτοκίνητου παράβαση διάταξης του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν αρκεί να θεμελιώσει πταίσμα αυτού, χωρίς διαπίστωση ότι η παράβαση αυτή συνετέλεσε στο βλαπτικό αποτέλεσμα.

Δηλαδή η παραβίαση των διατάξεων του ΚΟΚ από τον οδηγό αποτελεί στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται από τον Άρειο Πάγο, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 6-1-2006, εορτή των Θεοφανείων και ώρα 05.45', ο πρώτος εναγόμενος, Α. Λ., ηλικίας τότε 29 ετών, οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ...44 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) θείου του, Δ.

Χ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και στο οποίο συνεπέβαιναν, ο Χ. Λ., ως συνοδηγός και στις πίσω θέσεις του, οι Α. Χ. και Η. Σ., εκινείτο στην πόλη της Θεσσαλονίκης, στην περιοχή ..., στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, του ρεύματος πορείας της, που οδηγεί προς την έξοδο της πόλης, με προορισμό του ..., όπου βρίσκεται η κατοικία του ίδιου (...) και των συνεπιβαινόντων στο αυτοκίνητο, Χ.

Λ. και Η. Σ., επιστρέφοντας από επίσκεψη, που είχαν πραγματοποιήσει σε φιλική τους οικία. Η παραπάνω οδός, συνολικού πλάτους 18,50 μ., είναι διπλής κατευθύνσεως, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, στο ρεύμα πορείας της, που οδηγεί προς το κέντρο της πόλης, πλάτους 10,50 μ. και δύο λωρίδες κυκλοφορίας, στο ρεύμα πορείας της, που οδηγεί προς την έξοδο της πόλης, όπου κινείτο, όπως έχει λεχθεί, ο Α.

Λ., πλάτους οκτώ (8) μ., δηλαδή, 4 μ., η κάθε λωρίδα, μεταξύ δε, των δύο ρευμάτων πορείας της, υπάρχει υπερυψωμένη διαχωριστική νησίδα, πλάτους 2 μ., με θάμνους. Στο ύψος του ξενοδοχείου "...", που βρίσκεται από την πλευρά του αντιθέτου, ως προς την πορεία του Α. Λ., ρεύματος πορείας της παραπάνω οδού, η οδός αυτή παρουσιάζει στροφή προς δεξιά, επί της οποίας (στροφής), υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες, χωρίς διάβαση πεζών και σε αρκετή απόσταση, πριν (σε σχέση με την πορεία του Α.

Λ.) από το ξενοδοχείο αυτό, στην ίδια πλευρά της οδού, βρίσκεται το κέντρο διασκέδασης "...". Κατά τον παραπάνω χρόνο, επικρατούσε νύχτα, η ... φωτιζόταν με επαρκή τεχνητό φωτισμό, το οδόστρωμά της ήταν υγρό και η κυκλοφορία αραιή, από άποψη δε, καιρικών συνθηκών, επικρατούσε καλοκαιρία, όπως αναφέρεται στην από 6-1-2006 έκθεση αυτοψίας του επιδίκου ατυχήματος, που συνέταξαν οι αστυφύλακες της ΥΤΘΙ ΤΟΤΑ, Π.

Σ. και Ι. Κ.. Όταν ο Α. Λ.ς, πλησίαζε στο σημείο της οδού, που παρουσιάζει την προαναφερόμενη δεξιά στροφή, ο ενάγων στην υπ' αριθμό καταθέσεως 57209/19-12-2006 αγωγή, (που ενδιαφέρει εδώ), Κ. Χ., ηλικίας τότε .. ετών, κινούμενος πεζός, εισήλθε αιφνίδια, από τη διαχωριστική λωρίδα της οδού, στο οδόστρωμα, επιχειρώντας να διανύσει, τρέχοντας σχεδόν, το ρεύμα πορείας της οδού, όπου εκινείτο ο Α.

Λ.ς, κάθετα, από αριστερά προς δεξιά, σε σχέση με την κατεύθυνση του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα, παρότι ο τελευταίος, ενήργησε αμέσως, μόλις αντιλήφθηκε την κίνησή του, προς αποφυγή του, με ελιγμό προς αριστερά, προς τη διαχωριστική νησίδα της οδού, τροχοπεδώντας συγχρόνως, να μην κατορθώσει να τον αποφύγει και να προσκρούσει, με τη δεξιά γωνία του αυτοκινήτου του, στο σώμα του πεζού ενάγοντος, ο οποίος κατέπεσε στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του.

Συγκεκριμένα, όπως διαπιστώθηκε, στην ορθοπεδική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", όπου μεταφέρθηκε αμέσως και όπου νοσηλεύθηκε επί πέντε (5) ημέρες, μέχρι 11-6-2006, οπότε εξήλθε, ο Κ. Χ. υπέστη, εκδορές τριχωτού κεφαλής και πρόσθιας κοιλιακής χώρας, κάταγμα διάφυσης κνήμης-περόνης του δεξιού του ποδιού, που ανατάχθηκε χειρουργικά, με ήλωση και εξάρθρημα αριστερού ώμου - κάταγμα μείζονος βραχιονίου ογκώματος, που αντιμετωπίσθηκε με συντηρητική ανάταξη και τοποθέτηση νάρθηκα, εξαιτίας δε, του τραυματισμού του αυτού, απείχε από την εργασία του, ως ηλεκτροτεχνίτης, στην επιχείρηση εγκατάστασης και συντήρησης ανελκυστήρων, της εταιρίας "...

ΟΕ", από το χρόνο του ατυχήματος, μέχρι 10-5-2006, σύμφωνα με την από 25-11-2006 βεβαίωση της εργοδότριάς του και επιδοτήθηκε, για το χρονικό διάστημα από 6-1-2006 μέχρι 14-6-2006, από το ενάγον ΙΚΑ, του οποίου, όπως ήδη έχει λεχθεί, ήταν ασφαλισμένος και το οποίο κατέβαλε και δαπάνες για την περίθαλψη και νοσηλεία του. Το παραπάνω όμως, ατύχημα και ο τραυματισμός του Κ.

Χ., όπως αποδείχθηκε, από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, οφείλεται μόνο, σε αμέλεια του ίδιου. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε, ότι αυτός, πριν το χρόνο του ατυχήματος, συνδιασκέδαζε με τον φίλο του Ά. Δ., που αναφέρεται και ως αυτόπτης μάρτυρας, στην έκθεση αυτοψίας των οργάνων της Τροχαίας, στο προαναφερόμενο κέντρο διασκέδασης "...", που βρίσκεται στην περιοχή του ατυχήματος, στην πλευρά του ρεύματος πορείας της οδού ..., που οδηγεί προς το κέντρο της πόλης, όπου κατανάλωσε οινοπνευματώδη ποτά, σε πολύ μεγάλη ποσότητα, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι, κατά την εξέταση αίματος για ανίχνευση οινοπνεύματος, στην οποία υποβλήθηκε λίγη ώρα μετά το ατύχημα (06:50'), βρέθηκε ότι η περιεκτικότητα του αίματός του σε οινόπνευμα, ήταν 1,72‰, με συνέπεια να περιέλθει σε κατάσταση μέθης.

Αφού εξήλθαν από το παραπάνω κέντρο, μετέβηκαν για φαγητό, σε "καντίνα", που υπήρχε στην ίδια πλευρά της οδού, όπου παρέμειναν περίπου μισή ώρα και ακολούθως, ενώ ο Ά. Δ. παρέμεινε εκεί, συνεχίζοντας το φαγητό του, ο Κ. Χ. απομακρύνθηκε, προκειμένου να μεταβεί σε αυτοκίνητο, το οποίο είχαν σταθμεύσει στη δεξιά πλευρά του ρεύματος πορείας της οδού ..., που οδηγεί προς την έξοδο της πόλης, το σημείο στάθμευσης του οποίου δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο και αφού διήλθε το ρεύμα πορείας της οδού, που οδηγεί προς το κέντρο της πόλης και τη διαχωριστική νησίδα της, στο σημείο, όπου αρχίζει η παραπάνω δεξιά στροφή, εξερχόμενος από τους αρκετά ψηλούς θάμνους που υπήρχαν επί της διαχωριστικής νησίδας, στο σημείο εκείνο και απεικονίζονται στις προσκομιζόμενες από τον Α.

Λ. φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, εισήλθε, εντελώς ανέλεγκτα, στο ρεύμα πορείας που οδηγεί προς την έξοδο της πόλης, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του, τη στιγμή, που το αυτοκίνητο του Α. Λ., που κινείτο στη λωρίδα αυτή, απείχε σε μικρή απόσταση, από το σημείο της εισόδου του στο οδόστρωμα, παρεμβαλλόμενος έτσι, εντελώς αιφνίδια, κάθετα στην πορεία του, τρέχοντας σχεδόν, με συνέπεια, τη στιγμή που βρισκόταν στο μέσον περίπου της λωρίδας αυτής, έχοντας δηλαδή, διανύσει μόλις 2-3 μ., του πλάτους της, να επέλθει το ατύχημα, όπως περιγράφεται παραπάνω.

Για το γεγονός, ότι ο πεζός παρεμβλήθηκε εντελώς αιφνίδια, στην πορεία του αυτοκινήτου, σε μικρή απόσταση, από την οποία δεν ήταν δυνατόν να αποφευχθεί το ατύχημα, κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγόμενων και συνοδηγός του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Α. Λ.ς, Χ. Λ., ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καταθέτοντας χαρακτηριστικά, ότι ο πεζός "πετάχθηκε μέσα από τους θάμνους, τελείως ξαφνικά, σαν να ήθελε να αυτοκτονήσει", όπως και οι λοιποί συνεπιβαίνοντες στο αυτοκίνητο αυτό, Α.

Χ. και Η. Σ., στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους, καθώς και ο ίδιος ο Α. Λ.ς στην από 6-1-2006 προανακριτική του κατάθεση, ως μάρτυρας, οι καταθέσεις δε, αυτές, δεν αντικρούονται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, όπως ειδικότερα θα λεχθεί στη συνέχεια. Οι παραπάνω επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο του Α.

Λ., Χ. Λ., Α. Χ. και Η. Σ., κατέθεσαν και ότι, η μέθη του πεζού, ήταν εμφανής, από τον τρόπο που κινήθηκε και από την οσμή οινοπνεύματος που απέπνεε, η μέθη του δε αυτή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και όπως συνάγεται και από τον τρόπο που διαδραματίσθηκε το ατύχημα, επηρέασε σε μεγάλο βαθμό, την ικανότητά του προς αντίληψη των συνθηκών που επικρατούσαν και του κινδύνου που διέτρεχε ο ίδιος, αλλά και δημιουργούσε για τους κινούμενους στην οδό, με την είσοδό του, τη συγκεκριμένη στιγμή, στο οδόστρωμα.

Στην πρόκληση του ατυχήματος δεν συνετέλεσε καμία αμέλεια του Α. Λ., ο οποίος αποδείχθηκε, ότι κινείτο, καθ' όλα κανονικά, στη λωρίδα κυκλοφορίας του, με ταχύτητα, η οποία από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε, ότι υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χιλ/ώρα και έχοντας τεταμένη την προσοχή του στη οδήγηση, γεγονός το οποίο προκύπτει και από το ότι, παρότι η είσοδος του πεζού στην πορεία του, σε σημείο όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών, ήταν εντελώς αιφνίδια και απρόβλεπτη, αντέδρασε άμεσα, προς αποφυγή του ατυχήματος, πραγματοποιώντας, ορθά, ελιγμό προς αριστερά, αντίθετα δηλαδή, προς την κατεύθυνση του πεζού και επιχειρώντας να ακινητοποιήσει το όχημά του με τροχοπέδηση, χωρίς όμως, λόγω της μικρής απόστασης που μεσολαβούσε, οι ενέργειές του αυτές να αποτρέψουν την επέλευση του ατυχήματος.

Όπως αποδείχθηκε, από την εξέτασή του, με ηλεκτρονική συσκευή αλκοολομέτρου, για τον προσδιορισμό αλκοόλης, στον οργανισμό του Α. Λ., διαπιστώθηκε η ύπαρξη οινοπνεύματος σε ποσοστό, κατά μεν την πρώτη μέτρηση, 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου, ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, κατά δε, τη δεύτερη, 0,34 χιλιοστά του γραμμαρίου, ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, το γεγονός όμως αυτό, ναι μεν, αποτελεί παράβαση του άρθρου 42 παρ. 7α του ΚΟΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο του επιδίκου ατυχήματος, για την οποία προβλεπόταν επιβολή διοικητικού προστίμου, ύψους 146,74 ευρώ, η παράβαση όμως αυτή, η οποία δεν θεμελιώνει, αυτή καθεαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος (ΑΠ 606/2010 NOB 2011.928), δεν αποδείχθηκε, ότι συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του παραπάνω ατυχήματος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ο εναγόμενος οδηγός οδηγούσε με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα και αντέδρασε αμέσως, με ορθές αποφευκτικές ενέργειες, μόλις ο πεζός εμφανίσθηκε στο ρεύμα πορείας του, δεδομένου ότι η προηγούμενη κίνησή του, δεν ήταν αντιληπτή.

Συγκεκριμένα, η προηγούμενη κίνηση του παθόντος, όταν δηλαδή, αυτός διέσχιζε το αντίθετο, ως προς την πορεία του αυτοκινήτου, ρεύμα πορείας της οδού, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι ήταν δυνατόν να γίνει αντιληπτή, από τον εναγόμενο οδηγό, καθόσον, ο τρόπος με το οποίο κινήθηκε ο πεζός, προκειμένου να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα πορείας, δεν προέκυψε και ειδικότερα, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε με βεβαιότητα, αν αυτός, διέσχισε κάθετα ή διαγωνίως το (αντίθετο) ρεύμα πορείας της οδού, που οδηγεί προς το κέντρο της πόλης, αν διέκοψε σε κάποιο σημείο την κίνησή του ή η κίνησή του, να διασχίσει όλο το οδόστρωμα, ήταν συνεχόμενη ή αν αυτός κινήθηκε κατά μήκος της διαχωριστικής λωρίδας, επ' αυτής ή επί του οδοστρώματος και προς ποιά κατεύθυνση, πριν φθάσει στο σημείο της οδού, όπου αρχίζει η προαναφερόμενη δεξιά στροφή, στο οποίο, εισήλθε, από τη διαχωριστική νησίδα, η ύπαρξη θάμνων επί της οποίας, εμπόδιζε τη διαπίστωση της παρουσίας του, επ' αυτής, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της, που οδηγεί προς την έξοδο της πόλης, όπου συνέβη το ατύχημα.

Από το γεγονός δε, ότι ο φίλος του παθόντος ενάγοντος Ά. Δ., στην από 6-1-2006 προανακριτική του κατάθεση, εξεταζόμενος ως μάρτυρας, λίγες ώρες μετά το ατύχημα και δηλώνοντας ρητά, ότι δεν είδε πώς συνέβη, αλλά, από την "καντίνα", όπου βρισκόταν και όπως κατά λέξη κατέθεσε, "ενώ ακόμα έτρωγε, με πλάτη γυρισμένη στο δρόμο, άκουσε ένα θόρυβο, στον οποίο δεν έδωσε σημασία", κατέθεσε και ότι, "του κάνει μεγάλη εντύπωση", το γεγονός ότι, το σημείο όπου είδε τον παθόντα τραυματισμένο, αμέσως μετά το ατύχημα, δεν βρίσκεται στο ύψος της "καντίνας", απ' όπου ξεκίνησε για να μεταβεί, προς την αντίθετη πλευρά της οδού, αλλά, βρίσκεται "πολύ μακριά", σε σχέση με το σημείο εκκίνησής του, οδηγεί στην κρίση, ότι προφανώς, η κίνηση του παθόντος, από την πλευρά του ρεύματος πορείας της οδού που οδηγεί προς το κέντρο της πόλης, προς την αντίθετη πλευρά της, δεν ήταν συνεχόμενη και κάθετη, προς τον άξονα της οδού, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, το σημείο του ατυχήματος θα ήταν στο ύψος περίπου της "καντίνας" και όχι "πολύ μακριά", απ' αυτό, όπως κατέθεσε ο παραπάνω μάρτυρας (Α.

Δ.), δεδομένου και ότι, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι μετά την πρόσκρουση του αυτοκινήτου, επί του πεζού, το σώμα του εκτινάχθηκε ή παρασύρθηκε από το αυτοκίνητο, σε μεγάλη απόσταση, αλλά, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο Α. Λ.ς ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του, αμέσως μετά την πρόσκρουσή του επί του πεζού, "με άμεση και αστραπιαία αντίδραση", όπως τη χαρακτήρισαν οι συνεπιβαίνοντες στο αυτοκίνητό του, Α.

Χ. και Η. Σ., στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους. Σημειώνεται, ότι ο εκκαλών-εφεσίβλητος Κ. Χ. προσκομίζει φωτογραφίες της οδού ..., στις οποίες απεικονίζεται το κέντρο "...", σε απόσταση λίγων μέτρων από το οποίο, σημειώνει ο ίδιος, σε μία από τις φωτογραφίες αυτές, το σημείο του ατυχήματος και μάλιστα, σε μικρή απόσταση από το δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας της που οδηγεί προς την έξοδο της πόλης, σε αντίθεση προς το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, οι φωτογραφίες όμως, αυτές, δεν απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος, αλλά σημείο της, που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση απ' αυτόν, όπως συνάγεται από το γεγονός, ότι στις εν λόγω φωτογραφίες δεν απεικονίζεται η δεξιά καμπύλη της οδού, που αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, στην αρχή της οποίας τοποθετείται, από το συντάκτη του σχεδιαγράμματος, αστυφύλακα Π.

Σ., το σημείο του ατυχήματος και αποδείχθηκε και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, ότι βρίσκεται το σημείο αυτό, αλλά, αντίθετα, η οδός εμφανίζεται στις φωτογραφίες αυτές, να παρουσιάζει κλίση προς αριστερά. Η κρίση δε, ότι ο πεζός δεν εκτινάχθηκε, ούτε παρασύρθηκε από το αυτοκίνητο, σε απόσταση από το σημείο του ατυχήματος, πέραν του ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε το αντίθετο, ενισχύεται και από το ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αν ο πεζός είχε εκτιναχθεί σε μεγάλη απόσταση, ή είχε παρασυρθεί από το αυτοκίνητο, σε μεγάλη απόσταση, αποτέλεσμα που θα επερχόταν, αν η ταχύτητα του αυτοκινήτου υπερέβαινε τα 50 χιλ/ώρα και ο οδηγός του δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια, προς αποφυγή του, ο τραυματισμός του θα ήταν βαρύτατος, αν όχι θανατηφόρος, δεν θα είχε δηλαδή, ως αποτέλεσμα μόνο τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες του, από το είδος και την έκταση των οποίων, ενισχύεται και η κρίση, ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου δεν υπερέβαινε την επιβαλλόμενη από τις συνθήκες, όπως άλλωστε, κατέθεσε ο συνοδηγός του αυτοκινήτου Χ.

Λ., εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως μάρτυρας των εναγόμενων (Α. Λ. και "... ΑΑΕ") και οι λοιποί συνεπιβαίνοντες ο' αυτό, Α. Χ. και Η. Σ., στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους, προσδιορίζοντας την ταχύτητά του σε 30-40 χιλ/ώρα, καθώς και ο ίδιος ο Α. Λ.ς, ο οποίος προσδιόρισε την ταχύτητά του σε 40-50 χιλ/ώρα, στην από 6-1-2006 ένορκη προανακριτική του εξέταση, ως μάρτυρας, λίγες ώρες μετά το ατύχημα, ενώ, το αντίθετο δεν προκύπτει, από κανένα πειστικό αποδεικτικό στοιχείο.

Ειδικότερα, για υπερβολική ταχύτητα του αυτοκινήτου του Α. Λ., έκανε λόγο μόνο, ο ίδιος ο παθών Κ. Χ., στην από 22-2-2006, προανακριτική εξέτασή του ως μάρτυρας, καταθέτοντας εντελώς ατεκμηρίωτα, ότι το αυτοκίνητο του Α. Λ., το οποίο είδε "σε μεγάλη απόσταση", κινείτο "με μεγάλη ταχύτητα και τον χτύπησε πετώντας τον κάτω στο οδόστρωμα", όταν απείχε "περίπου 1-2 βήματα, προτού ανέβει στο απέναντι πεζοδρόμιο", καθώς και ο εξετασθείς, κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μάρτυράς του Ε.

Χ., ο οποίος κατέθεσε, επίσης ατεκμηρίωτα, "Πρέπει να έτρεχε πολύ το αμάξι", οι καταθέσεις όμως, αυτών, εκτός του ότι, αντικρούονται από όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, βρίσκονται και σε αντίφαση μεταξύ τους και προς την προαναφερόμενη κατάθεση του Α. Δ. και δεν κρίνονται αξιόπιστες και μάλιστα, όσον αφορά τον Ε.

Χ., από κανένα στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται η παρουσία του, κατά το ατύχημα. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω μάρτυρας (Ε. Χ.), κατέθεσε, ότι συνδιασκέδαζε με τον Κ. Χ. "και άλλους", τους οποίους δεν κατονόμασε, στο κέντρο διασκέδασης "...", όπου κατανάλωσαν "2-3 ποτά", αλλά ήταν "νηφάλιοι", ότι ακολούθως, μετέβησαν για φαγητό σε "καντίνα" (η οποία δεν προσδιόρισε που βρισκόταν) και στη συνέχεια, όλοι μαζί έχοντας πρόθεση να κατευθυνθούν στα αυτοκίνητά τους, που βρίσκονταν στην αντίθετη πλευρά της οδού, διέσχισαν το οδόστρωμα, στη διαχωριστική νησίδα του οποίου διέκοψαν την πορεία τους, αφού δε, έλεγξαν την κίνηση των αυτοκινήτων, στο ρεύμα πορείας που οδηγεί προς την έξοδο της πόλης, είδαν το αυτοκίνητο του Α.

Λ., που απείχε 200-300 μ., την ταχύτητα του οποίου δεν μπορούσαν, λόγω της απόστασης να υπολογίσουν, όμως, "θεώρησαν, ότι σίγουρα προλαβαίνουν να περάσουν" και το οποίο "πρέπει να έτρεχε πολύ" και εισήλθαν στο ρεύμα αυτό, με τέταρτο, κατά σειρά, τον ίδιο και τελευταίο τον Κ. Χ., ενώ δε, όλοι οι υπόλοιποι διένυσαν το ρεύμα αυτό και Κ.

Χ., απείχε "δύο βήματα από το πεζοδρόμιο", παρασύρθηκε από το αυτοκίνητο του Α. Λ., το οποίο "τον χτύπησε μπροστά δεξιά, τον παρέσυρε 6-7 μ. και συνέχισε το αμάξι άλλα 15 μ.... τον παρέσυρε 7-8 μ., προς το κέντρο του οδοστρώματος". Σε άλλο σημείο, ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε, ότι ο παθών, "στο κέντρο ήρθε 4 η ώρα, μέχρι τις 5.30 το πρωί που φύγαμε, ένα δύο ποτά, θα πρόλαβε να πιεί" και ότι, ενώ διέσχιζαν το ρεύμα πορείας όπου κινείτο το αυτοκίνητο του Α.

Λ., ο ίδιος (ο μάρτυρας), έβλεπε τον παθόντα, ο οποίος βάδιζε πίσω και δεξιά, απ' αυτόν, όλως όμως, αντιφατικά, κατέθεσε και ότι "το ατύχημα μόνο το άκουσα". Επίσης, ο εν λόγω μάρτυρας, κατέθεσε αρχικά, ότι σε απόσταση ενός χιλιομέτρου, από το σημείο του ατυχήματος, υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες, με διάβαση πεζών, ενώ στη συνέχεια κατέθεσε, ότι δεν γνωρίζει την απόσταση "που είναι οι διαβάσεις" και ότι ο ίδιος δεν βρισκόταν στο τόπο του ατυχήματος, κατά την άφιξη των οργάνων της Τροχαίας, καθώς και ότι, όταν ο παθών κατέθεσε "στην Τροχαία, είπε ότι έχει εμένα ως μάρτυρα, αλλά του είπαν ότι υπάρχει μάρτυρας και.

δεν χρειάζομαι εγώ", επιχειρώντας έτσι, χωρίς όμως πειστικότητα, να δικαιολογήσει το γεγονός, ότι πρώτη φορά, εμφανίσθηκε ως αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Η κατάθεση αυτή, του παραπάνω μάρτυρα, η οποία βρίσκεται σε αντίθεση και με το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, στο οποίο, όπως ήδη έχει λεχθεί, το σημείο του ατυχήματος, προσδιορίζεται στο κέντρο σχεδόν της λωρίδας κυκλοφορίας, του αυτοκινήτου του Α.

Λ. και στο σημείο ακριβώς, που αρχίζει η δεξιά καμπύλη της οδού, δηλαδή, σε σημείο που απέχει λίγα μέτρα (10 μ., περίπου, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγόμενων Χ. Λ.) από τους φωτεινούς, χωρίς διάβαση πεζών, σηματοδότες, που απεικονίζονται και στις προσκομιζόμενες από τον Α. Λ. φωτογραφίες, του τόπου του ατυχήματος, βρίσκεται σε αντίθεση και προς την προαναφερόμενη προανακριτική κατάθεση του Ά.

Δ., ο οποίος δεν αναφέρει την παρουσία άλλων προσώπων, παρά μόνο του ίδιου και του παθόντος, κατά το χρόνο παραμονής τους στο κέντρο διασκέδασης και στη συνέχεια στην "καντίνα" και μέχρι την πρόκληση του ατυχήματος, αλλά και προς την προανακριτική κατάθεση του ίδιου του παθόντος, ο οποίος επίσης, δεν κάνει λόγο, για άλλα πρόσωπα, παρά μόνο για τον Ά.

Δ. και μάλιστα, ούτε στην ένδικη αγωγή του αναφέρεται σε άλλα πρόσωπα. Συγκεκριμένα, στην παραπάνω, από 22-2-2006, κατάθεσή του, που δόθηκε 1,5 μήνα, μετά το επίδικο ατύχημα, ο Κ. Χ. κατέθεσε, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος βρισκόταν πεζός, "στο πεζοδρόμιο της οδού ..., ύψος Σφαγεία. Μαζί μου ήταν επίσης, πεζός, ο φίλος μου Δ.

Ά.", χωρίς, σημειώνεται, να αναφέρει και ότι αυτός (Α. Δ.) επεχείρησε να διασχίσει την οδό μαζί του και χωρίς καμία αναφορά στο πρόσωπο του παραπάνω μάρτυρά του, Ε. Χ., την παρουσία του οποίου, κατά το ατύχημα, κατηγορηματικά αρνήθηκε ο μάρτυρας των εναγόμενων Χ. Λ., καταθέτοντας, ότι εκτός του Ά. Δ., ο οποίος "ήρθε μόλις έγινε το συμβάν, κανείς άλλος φίλος (του παθόντος) δεν υπήρχε" και για τον οποίο, όπως προαναφέρεται, δεν κάνει λόγο ούτε ο ίδιος ο Κ.

Χ. στην ένδικη αγωγή του, με την οποία ισχυρίζεται, ότι επιχείρησε να διασχίσει την οδό, μαζί με τον Ά. Δ., ο οποίος προπορευόταν αυτού, όπως ισχυρίζεται και το ενάγον ΙΚΑ, στις ένδικες αγωγές του, ενώ, όπως ήδη έχει λεχθεί, ο εν λόγω μάρτυρας (Ά. Δ.), ρητά κατέθεσε, αμέσως μετά το ατύχημα, ότι ο ίδιος βρισκόταν στην "καντίνα", "με την πλάτη γυρισμένη στο δρόμο" και δεν αντιλήφθηκε πώς συνέβη.

Ενόψει όσων προαναφέρονται, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε συνυπαίτιο του ατυχήματος και του τραυματισμού του ενάγοντος Κ. Χ., τον εκκαλούντα - εναγόμενο οδηγό Α. Λ., εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα ισχυρίζονται, αυτός και η εκκαλούσα - συνεναγόμενή του, στις ερευνώμενες τρεις κύριες αγωγές, ασφαλιστική εταιρία, με τις υπ' αριθμ καταθέσεως 3033/16-7-2009 και 3555/21-9-2010, εφέσεις τους, αντίστοιχα και πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου των εφέσεων αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων των οποίων παρέλκει, να γίνουν δεκτές οι εν λόγω εφέσεις, ως βάσιμες και κατ' ουσίαν και να απορριφθούν αντίστοιχα, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, οι υπ'αριθμ.

καταθέσεως 940/9-3-2009 και 4382/23-10-2009 εφέσεις των εκκαλούντων - εναγόντων Κ. Χ. και ΙΚΑ, αντίστοιχα, με τις οποίες αυτοί παραπονούνται, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μη εκτιμώντας ορθά τις αποδείξεις, έκρινε συνυπαίτιο του επιδίκου ατυχήματος τον παθόντα Κ. Χ., ενώ έπρεπε να δεχθεί, ότι καμία αμέλεια αυτού, δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος αυτού και του τραυματισμού του, άλλως, ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού, είναι μεγαλύτερο του ποσοστού των 70%, που έγινε δεκτό, με την εκκαλούμενη απόφαση...".

Το Εφετείο μετά την παραδοχή των υπ' αριθμ. καταθέσεως 3033/16-7-2009 και 3555/21-9-2010 εφέσεων, των εκκαλούντων - εναγομένων, Α. Λ. και "ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΝΩΣΗΣ ΑΑΕ" εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαιά της, που αφορούν, την υπ' αριθμό καταθέσεως 57209/ 19-12-2006 αγωγή, του ενάγοντος Κ. Χ. (και τις υπ' αριθμ. καταθέσεως 34195/18-7-2007 και 45640/9-10-2007 αγωγές του ενάγοντος ΙΚΑ) και ακολούθως, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, ως προς το αντίστοιχο μέρος της (κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον δε, κατά τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε, ότι στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος και τον τραυματισμό του παθόντος ενάγοντος (και ασφαλισμένου του ενάγοντος - ΙΚΑ) Κων.

Χ., συνετέλεσε οποιαδήποτε αμέλεια του πρώτου εναγόμενου, οδηγού του ασφαλισμένου στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, αλλά, αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και του τραυματισμού του, είναι ο ίδιος ο παθών, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την ένδικη κύρια αγωγή (αλλά και τις λοιπές).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος - πεζού Κ. Χ. στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και τον εντεύθεν τραυματισμό του ιδίου, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών δικαίου διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων (περιστατικών) για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία αποκλειστική υπαιτιότητα του πεζού και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το επελθόν αποτέλεσμα.

Ειδικότερα διαλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο ενάγων "...εξερχόμενος από τους αρκετά ψηλούς θάμνους που υπήρχαν επί της διαχωριστικής νησίδας στο σημείο εκείνο και απεικονίζονται στις προσκομιζόμενες από τον Α. Λ. φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, εισήλθε, εντελώς ανέλεγκτα στο ρεύμα πορείας που οδηγεί προς την έξοδο της πόλης, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του, τη στιγμή που το αυτοκίνητο του Α.

Λ., που κινείτο στη λωρίδα αυτή, απείχε σε μικρή απόσταση από το σημείο της εισόδου του στο οδόστρωμα παρεμβαλλόμενος, έτσι, εντελώς αιφνίδια κάθετα στην πορεία του, τρέχοντας σχεδόν, με συνέπεια, τη στιγμή που βρισκόταν στο μέσον περίπου της λωρίδας αυτής, έχοντας διανύσει μόλις 2-3 μέτρα του πλάτους της, να επέλθει το ατύχημα....

η μέθη του πεζού ήταν εμφανής από τον τρόπο που κινήθηκε και από την οσμή του οινοπνεύματος που απέπνεε, η μέθη του δε αυτή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και όπως συνάγεται από τον τρόπο που διαδραματίστηκε το ατύχημα, επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την ικανότητά του, προς αντίληψη των συνθηκών που επικρατούσαν και του κινδύνου που διέτρεχε ο ίδιος, αλλά και δημιουργούσε για τους κινούμενους στην οδό, με την είσοδό του τη συγκεκριμένη στιγμή, στο οδόστρωμα.

Στην πρόκληση του ατυχήματος δεν συνετέλεσε καμία αμέλεια του εναγομένου οδηγού, ο οποίος εκινείτο, καθ' όλα κανονικά, στη λωρίδα κυκλοφορίας του, με ταχύτητα, η οποία από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χιλ/ώρα και έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, γεγονός το οποίο προκύπτει και από το ότι, παρότι η είσοδος του πεζού στην πορεία του σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, ήταν εντελώς αιφνίδια και απρόβλεπτη, αντέδρασε άμεσα, προς αποφυγή του ατυχήματος, πραγματοποιώντας ορθά ελιγμό προς αριστερά, αντίθετα δηλαδή, προς την κατεύθυνση του πεζού και επιχειρώντας να ακινητοποιήσει το όχημά του με τροχοπέδηση, χωρίς όμως, λόγω της μικρής απόστασης που μεσολαβούσε οι ενέργειές του αυτές να αποτρέψουν την επέλευση του ατυχήματος".

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε: "ότι όπως αποδείχθηκε, από την εξέτασή του με ηλεκτρονική συσκευή αλκοολομέτρου, για τον προσδιορισμό αλκοόλης, στον οργανισμό του Α. Λ., διαπιστώθηκε η ύπαρξη οινοπνεύματος σε ποσοστό, κατά μεν την πρώτη μέτρηση, 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου, ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, κατά δε, τη δεύτερη, 0,34 χιλιοστά του γραμμαρίου, ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, το γεγονός όμως αυτό, ναι μεν, αποτελεί παράβαση του άρθρου 42 παρ. 7α του ΚΟΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο του επιδίκου ατυχήματος, για την οποία προβλεπόταν επιβολή διοικητικού προστίμου, ύψους 146,74 ευρώ, η παράβαση όμως αυτή, η οποία δεν θεμελιώνει, αυτή καθεαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος (ΑΠ 606/2010 NOB 2011.928), δεν αποδείχθηκε, ότι συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του παραπάνω ατυχήματος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ο εναγόμενος οδηγός οδηγούσε με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα και αντέδρασε αμέσως, με ορθές αποφευκτικές ενέργειες, μόλις ο πεζός εμφανίσθηκε στο ρεύμα πορείας του, δεδομένου ότι η προηγούμενη κίνησή του, δεν ήταν αντιληπτή.

Συγκεκριμένα, η προηγούμενη κίνηση του παθόντος, όταν δηλαδή, αυτός διέσχιζε το αντίθετο, ως προς την πορεία του αυτοκινήτου, ρεύμα πορείας της οδού, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι ήταν δυνατόν να γίνει αντιληπτή, από τον εναγόμενο... και ότι ο τελευταίος ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του, αμέσως μετά την πρόσκρουσή του επί του πεζού με "άμεση και αστραπιαία αντίδραση".

Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις του αναιρεσείοντα περί ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης και εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου είναι αβάσιμες. Το Εφετείο ήχθη στο ως άνω πόρισμά του απορρίπτοντας την ένδικη από 18.12.2006 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, μετά συνεκτίμηση και λεπτομερή αξιολόγηση όλων των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, οι αιτιάσεις δε του αναιρεσείοντος από τον αριθμό 10 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εκτίμησε και έλαβε υπόψη της: "αποκλειστικά και μόνο τους ψευδεπίπλαστους (βλ.

σελ. 11 της αναίρεσης), ισχυρισμούς των αντιδίκων" και ήχθη σε εσφαλμένο κατ' αυτόν πόρισμα, αντίθετο δηλαδή με το κατά τις απόψεις του, που θεωρεί, ως ορθό, ως αναφερόμενες στην ουσία της υπόθεσης και στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου και με αυτά που δέχθηκε, αφενός δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και η αντίθετη αναιρετική αιτίαση (από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Εξάλλου, είναι απορριπτέα και ως απαράδεκτη, διότι με την επίκληση της ως άνω διάταξης πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 143/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω ήττας, στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου "Επικουρικού Κεφαλαίου" που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 189 και 191 Κ.Πολ.Δ.), ενώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο, δεν πρέπει να επιδικασθούν υπέρ του δικαστικά έξοδα, αφού αυτός απουσίασε και δεν υπεβλήθη σε τέτοια έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-10-2013 και με αριθμ. καταθ. 143/2015 αίτηση του Κ. Χ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 968/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ