Legislator Case Law & Legislation
1401/2015 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on inheritance of public land, ruling it was private property not subject to public succession.

Case Number 1401/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final first-instance judgment regarding the inheritance of a specific plot of land. The State argued that the land should be considered public domain subject to state succession, but the court found it was privately owned forest land cultivated since 1962. Consequently, the court ruled that the State could not succeed to the property rights, thereby upholding the original judgment and ordering the State to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure; The State cannot succeed to private property rights through inheritance when the property was never part of the public domain.

Keywords

AI generated
public domain succession private property inheritance Greek Civil Procedure state liability costs forest land ownership public domain definition inheritance law application

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52 number 18 of the Transitional Provisions of the Code of Civil Procedure
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice number 134423/1982

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1401 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1401/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Δ. Ν., 2) Π. Δ. Ν., κατοίκου .... 3) Κ. Κ. του Δ., 4) Ε. Κ. του Δ., 5) Δ. Κ. του Χ., 6) Η. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 7) Β. συζ. Ε. Κ., 8) Ν. Κ. του Χ., 9) Ζ. χας Λ. Κ., κατοίκου ..., 10) Χ. Κ. του Λ., 11)Κ. Κ. του Λ., κατοίκων ..., 12) Μ. χας Ε. Κ., το γένος Γ. Ζ., 13) Π. Κ. του Ε., ..., 14) Γ. Κ. του Ε. κατοίκου .... Οι 2ος, 9η, 10ος , 11η,13η, 14ος, των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σωτήριο Σδούκο, ο οποίος δήλωσε ότι οι 1ος,3ος,4ος,5ος,7η,8ος,12η των αναιρεσιβλήτων απεβίωσαν και συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη οι κληρονόμοι τους ως εξής: α) Π. Ν. και ως κληρονόμος του 1ου αναιρεσίβλητου, β)1.Β. Κ. του Κ., 2.Δ. Κ. του Κ., κάτοικοι ... ως κληρονόμος του 3ου αναιρεσίβλητου, γ) Κ. Ζ. του Ι., κάτοικος ..., ως κληρονόμος του 4ου αναιρεσίβλητου, δ)1. Τ. Κ. του Δ., 2.Γ. Κ. του Δ., κάτοικοι ... ως κληρονόμοι του 5ου αναιρεσίβλητου, ε) Η. Κ. του Ε., κάτοικος ..., ως κληρονόμος της 7ης αναιρεσίβλητης, στ) 1.Χ.-Α. Κ. του Ν., 2.Κ. Κ. του Ν. κάτοικοι ..., ως εξ’ αδιαθέτου κληρονόμοι της Α. χας Ν. Χ. Κ., αρχικής εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντα 8ου αναιρεσίβλητου, ζ) Π. Κ. του Ε. και ως κληρονόμος της 12ης αναιρεσίβλητης, οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-1995 αγωγή των αρχικών διαδίκων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μετσόβου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 368/1997 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-9-1999 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 5-9-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ,ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576παρ. 1 και 2 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Κατά την παρ. 3 εδ. β’ του ίδιου άρθρου (που προστέθηκε σ’ αυτό με το άρθρο 62 του Ν. 4139/20-3-2013), αν στη δίκη μετείχαν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από το πινάκιο της αρχικά ορισθείσας δικασίμου της 17-9-2014, από τα υπ’ αριθμ. 28/2015 πρακτικά της μετ’ αναβολή δικασίμου της 18-3-2015, από τα πρακτικά συνεδριάσεως της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας αποφάσεως επίσης μετ’ αναβολή δικασίμου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο ο έκτος αναιρεσίβλητος Η. Κ. του Χ. δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως ομοίως δεν είχε παρασταθεί κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 17-9-2014, ούτε και κατά την μετ’ αναβολή ορισθείσα της 18-3-2015.

Πλην όμως από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, γεγονός το οποίο δεν προσδιορίζουν ούτε οι παριστάμενοι και συνακόλουθα βαρυνόμενοι προς τούτο λοιποί διάδικοι, ήτοι το αναιρεσείον και οι λοιποί, πλην του απολιπομένου αναιρεσίβλητοι, και μάλιστα όσο αφορά το αναιρεσείον με την προσκομιδή των οικείων εκθέσεων επιδόσεως, όσο δε αφορά τους αναιρεσίβλητους από τυχόν επιδοθέν σ’ αυτούς από το αναιρεσείον αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την επ’ αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, που διενήργησε την επίδοση, κατά το άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔικ.

Εφόσον όμως δεν αποδεικνύεται η νόμιμη κλήτευση του εν λόγω έκτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος συνδέεται με τους λοιπούς (παριστάμενους αναιρεσιβλήτους) με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 παρ. 1 ΚΠολΔικ), καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά σε αρνητική αγωγή επί ακινήτου συγκυριότητας τους, πρέπει, κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔικ, να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τον απολιπόμενο αναιρεσίβλητο να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Επειδή κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ’ αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔικ. Οι λόγοι αυτοί, που είναι περιοριστικοί - NUMERYS CLAUSUS - είναι τέσσερεις και αντιστοιχούν προς τους λόγους των άρθρων 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559, με τους οποίους δεν ταυτίζονται απολύτως και συνεπώς είναι απαράδεκτοι οι άλλοι λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται στο άρθρο 559.

Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από τα άρθρα 559 αρ. 1 και 560 αρ. 1 ΚΠολΔικ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔικ στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο, για τη θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχονται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔικ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε τον νόμιμα υποβληθέντα από το αναιρεσείον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, κατά τον οποίο στο δικόγραφό της δεν περιείχοντο όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, που θεμελίωναν το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, ως ακινήτου κειμένου στις Νέες Χώρες, επί του οποίου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του οθωμανικού δικαίου, που απαιτούν την αναφορά της κατηγορίας και του είδους του ακινήτου και το τυχόν υπάρχον δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).

Οι αιτιάσεις αυτές αφορούν σε ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής, καθόσον αναφέρονται σε ελλείψεις της ιστορικής της βάσεως και συνακόλουθα σε παραβίαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔικ, η οποία (παραβίαση) θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον οποίο όμως δεν ελέγχονται, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αποφάσεις, όπως η προσβαλλομένη, που έχει εκδοθεί επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου.

Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2, 3, 9, 12, 13, 19, 30, 34, 49, 68, 71, 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274, τα ακίνητα κτήματα διακρίνονται α) σε ιδιόκτητα (μούλκια), τα οποία έχουν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητά τους αυτοί που τα εξουσιάζουν, β) στα δημόσια (μυριγιέ) στα οποία περιλαμβάνονται τα χωράφια, οι χειμερινές και θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκιση ζώων), οι λειμώνες (τσαϊρια), τα δάση, καθώς επίσης και τα μέρη στα οποία υπάρχουν δένδρα, που δεν τα φυτεύει κανένας, γ) στα αφιερωμένα σε έναν ευαγή σκοπό (μεβκουφέ), δ) στα εγκαταλελειμμένα και ε) στα νεκρά.

Η κυριότητα των δημοσίων γαιών ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο. Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών, γίνεται με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομάζεται "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου και αποτελούσε τίτλο αναγνωριστικό έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με τον προορισμό για κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης.

Η παραχώρηση αυτή δεν προσπόριζε στον ιδιώτη εμπράγματο δικαίωμα (κυριότητα) αλλά μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), περιεχόμενο του οποίου ήταν ορισμένη ανεπίδεκτη μετατροπής χρήση του εδάφους, που αναφερόταν στον τίτλο. Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπί) αποκτάται το δικαίωμα εξουσίασης για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω νόμου, το οποίο όμως δεν ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση.

Τα δάση λοιπών, οι μη καλλιεργήσιμές γαίες και οι μη αφιερωμένες στην κοινή χρήση βοσκίσιμες γαίες, εξουσιάζονται μόνο με την έκδοση ταπίου. Περαιτέρω με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/2014 που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας ορίστηκε ότι στις Νέες Χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική Νομοθεσία Διατηρούνται όμως εν ισχύ αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσα τα επ’ αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους...".

Επομένως τα εξουσιαζόμενα με ταπί ακίνητα, ένεκα των επ’ αυτών αναγνωρίσεως ιδιωτικής φύσεως δικαιωμάτων, έναντι του Ελληνικού Δημοσίου απώλεσαν τον δημόσιο χαρακτήρα τους και στις Νέες Χώρες από το 1914 και επέκεινα, καθόσον το Οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνώριζε τον θεσμό της χρησικτησίας (αρθρ. ...8 και 1614 του Οθωμ.

Νόμου) ήταν δεκτικά χρησικτησίας κατά τους Ελληνικούς νόμους, ήτου κατά μεν το ΒΡΔ με άσκηση νομής επ’ αυτών με καλή πίστη, για χρονικό διάστημα μιας τριακονταετίας, με δυνατότητα υπολογισμού και της χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου, κατά δε το ΑΚ υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 974, 976 1045 και 1051. Ειδικότερα κατά το άρθρο 1045 ΑΚ.

για την απόκτηση της κυριότητας πράγματος κινητού ή ακίνητου, με τον προαναφερθέντα τρόπο, απαιτείται νομή, δηλαδή εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως επί εικοσαετία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1051 του ίδιου κώδικα, εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976 και 1045 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία, για τον συνυπολογισμό στον χρόνο νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος πράγμα κινητό ή ακίνητο, του χρόνου νομής του τελευταίου, για τη συμπλήρωση του από το νόμο αξιούμενου χρόνου νομής (εικοσαετίας), δεν απαιτείται ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία (ειδική διαδοχή στη νομή) αναγνωριζόμενη από τον ΑΚ, χωρεί με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του τέως νομέα (άρθρο 976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι σ’ εκείνον που αποκτά μεταβιβάζεται η ίδια νομή, την οποία έχει και εκείνος που μεταβιβάζει και παραδίδει.

Ο χρόνος που απαιτείται για την έκτακτη χρησικτησία ανέρχεται σε είκοσι χρόνια, εφόσον όμως ολόκληρος αυτός ο χρόνος έχει διαρρεύσει από 23-2-1946 και μετά (1045 ΑΚ) αν πρόκειται όμως για συνυπολογισμό χρόνου που έχει διαρρεύσει κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του ΑΚ και κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του βρδ, τότε κατ’ εφαρμογή των άρθρων 64 και 65 του Εισ.

Ν.ΑΚ, αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου, που έχει διαρρεύσει πριν από τον ΑΚ υπολείπεται προς συμπλήρωση του χρόνου των 30 ετών, που απαιτείται κατά το προηγούμενο δίκαιο, χρόνος μικρότερος των 20 ετών θα εφαρμοσθεί το προηγούμενο δίκαιο και η 30ετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου, αν δε αντίθετα υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των 20 ετών, θα εφαρμοσθεί ο ΑΚ και η 20ετία που καθορίζεται από αυτόν θα αρχίσει από την ισχύ τούτου (23-2-1946).

Η επίκληση όμως του πριν από τον ΑΚ χρόνου χρησικτησίας θα γίνει με τα προσόντα του προηγούμενου δικαίου, δηλαδή η νομή να ασκήθηκε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Εξάλλου κατά το άρθρο 57 του Ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος" που επαναλαμβάνει το άρθρο 1 του Ν. ΑΞΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών" ως δάσος θεωρείται κάθε έκταση, η οποία μερικώς ή εξ ολοκλήρου καλύπτεται από άγρια ξυλώδη φυτά οποιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων δασικών προϊόντων, ενώ δασικά εδάφη θεωρούνται οι εντός δασών ασκεπείς εκτάσεις, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο και συστατικό τους μέρος.

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 45, 46 του Ν. 4178/1929, 1 του ΑΝ 86/1969 και 3 του Ν. 998/1979, που ίσχυσαν μεταγενέστερα στην έννοια του δάσους και των δασικών εκτάσεων περιλαμβάνονται και οι εκτάσεις, που καλύπτονται από αραιή ή πενιχρή υψηλή ή θαμνώδη, ξυλώδη βλάστηση οποιασδήποτε δασικής διάπλασης, καθώς και οι εντός των εκτάσεων αυτών οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη.

Κατ’ εφαρμογή των παραπάνω, έκταση άγονη και βραχώδης, κατάλληλη για βοσκή, που καλύπτεται από ποώδη και φρυγανώδη είδη και από θάμνους νανώδους μορφής και δεν παράγει δασικά προϊόντα με δασική εκμετάλλευση, δεν ήταν δάσος. Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔικ αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ’ αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη αρνητική αγωγή, επί ενός ακινήτου, επιφανείας 16.000 τμ., που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της Κοινότητας ..., που άσκησαν ως συγκύριοι του ακινήτου αυτού, κατά τα επικαλούμενα από καθένα τους ποσοστά εξ αδιαιρέτου οι αρχικοί ενάγοντες, από τους οποίους οι 1ος, 3ος, 4ος, 5ος, 7ος, 8ος και 12ος έχουν αποβιώσει και στη θέση τους είχαν υπεισέλθει οι παρακάτω αναφερόμενοι ως καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι και με νόμιμα μεταγεγραμμένους κτητικούς τίτλους κατά τις παραπάνω διακρίσεις, οι οποίοι συνεχίζουν, ως προς τους εν λόγω δικαιοπαρόχους τη δίκη α) στη θέση του πρώτου ενάγοντα - αναιρεσίβλητου (Γ.

Δ. Ν.) ο εκ διαθήκης κληρονόμος του Π. Ν. του Δ., β) στη θέση του τρίτου ενάγοντα - αναιρεσίβλητου (Κ. Δ. Κ.) οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του Β. Κ. Κ. και Δ. Κ. Κ., γ)στη θέση του τέταρτου (Ε. Δ. Κ.) η εκ διαθήκης κληρονόμος του Κ. Ζ. του Ι., δ) στη θέση του πέμπτου (Δ. Χ. Κ.) οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Τ. Κ. του Δ. και Γ. Κ. του Δ.), ε) στη θέση της έβδομης (Β.

συζ. Ε. Κ.) ο ειδικός από γονική παροχή διάδοχός της Η. Κ., στ) στη θέση του όγδοου (Ν. Χ. Κ.) η Χ. - Α. Κ. του Ν. και Κ. Κ. του Ν. ως εκ διαθήκης κληρονόμοι της Α. Κ., που ήταν εκ διαθήκης κληρονόμος του εν λόγω αναιρεσιβλήτου ζ) στη θέση του αρχικού ενάγοντα Λ. Χ. Κ. είχαν υπεισέλθει κατά την ενώπιο του Εφετείου δίκη, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και ήδη 9η, 10ος και 11η των αναιρεσιβλήτων η) στη θέση της δέκατης ενάγουσας (Μ.

χας Ε. Κ.) και ήδη δωδεκάτης αναιρεσίβλητης η εκ διαθήκης κληρονόμος της Π. θυγ. Ε. Κ.. "Στη διοικητική περιφέρεια της Κοινότητας ... και στη θέση "..." βρίσκεται έκταση, συνολικής επιφάνειας 16.000 τμ., που συνορεύει ολόγυρα με δρόμο προς εκκλησία ..., με δρόμο ..., με ρεύμα ..., με αγρούς των εναγόντων και πέραν αυτών με ημιονηγό δρόμο ... - ...

με δάσος κληρονόμων Κ. Ν., Β. Κ. και Χ. Κ. και πέραν αυτού με ημιονηγό δρόμο ... - .... Η ως άνω επίδικη έκταση, περιήλθε στους ενάγοντες ως εξής: α) Στους δυο πρώτους ενάγοντες και κατά ποσοστό 12/72 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από κληρονομιά του κατά την 13-6-1979 αποβιώσαντος πάππου τους Κ. Γ. Ν., συγκυρίου αυτής (επίδικης έκτασης) κατά ποσοστό 24/72 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της με αριθμ. .../1958 δημόσιας αυτού διαθήκης ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Γεωργίου Κυρκόπουλου, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων με τα με αριθμ. .../1979 πρακτικά αυτού, σε συνδυασμό με την με αριθμ. .../1992 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Βασιλικής Παππά που μεταγράφηκε νόμιμα.

Στον δε κληρονομούμενο, το ως άνω ποσοστό συγκυριότητος, περιήλθε με άτυπη παραχώρηση κατά το έτος 1930 από τον προγονό του και κύριο του όλου ακινήτου Μ. Κ., β) στον τρίτο και τέταρτο από τους ενάγοντες, κατά ποσοστό 12/72 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, και ειδικότερα, κατά μεν τα 8/72 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από κληρονομιά του κατά την 2-11-1960 αποβιώσαντος παππού τους Β.

Κ. Κ., συγκυρίου αυτής (επίδικης έκτασης) κατά ποσοστό 24/72 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της με αριθμ. .../1960 δημόσιας αυτού διαθήκης ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κίμωνα Τζάλλα που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων με τα με αριθμ. .../1960 πρακτικά αυτού, σε συνδυασμό με τη με αριθμ. .../1991 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Βασιλικής Παππά που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά δε τα 4/72 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από κληρονομιά της κατά την 22-1-1987 αποβιωσάσης χωρίς διαθήκη μητέρας τους Γ.

Χας Δ. Κ., συγκυρίας αυτής (επίδικης έκτασης) κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου, σε συνδυασμό με τη με αριθμ .../1991 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Βασιλικής Παππά που μεταγραφήκε νόμιμα. Στη μεν κληρονομούμενη Γ. Χα Δ. Κ., το ως άνω ποσοστό συγκυριότητος περιήλθε από κληρονομιά του πεθερού τους Β.

Κ. Κ., όπως αμέσως προηγουμένως και για τους υιούς της τρίτο και τέταρτο των εναγόντων εκτίθεται, στον δε κληρονομουμένο Β. Κ. Κ., το ως άνω ποσοστό συγκυριότητας του, περιήλθε με άτυπη παραχώρηση κατά το έτος 1930 από τον πρόγονο του και κύριο του όλου ακινήτου Μ. Κ., γ) στον πέμπτο, έκτο, έβδομη, όγδοο και ένατο των εναγόντων, κατά ποσοστό 4/72 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, και ειδικότερα, κατά μεν τα 3/72 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά την 11-1-1983 αποβιώσαντος πατέρα τους Χ.

Γ. Κ. συγκυρίου αυτής (επίδικης έκτασης) κατά ποσοστό 24/72 εξ αδιαθέτου, την οποία αποδέχθηκαν δυνάμει της με αριθμ. .../1991 δήλωσης αποδοχής ενώπιον της συμβολαιογράφου Βασιλικής Παππά που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά δε το 1/72 με δωρεά εν ζωή από την μητέρα τους Γ. Χ. Χ. Κ., συγκυρίας αυτής (επίδικης έκτασης) κατά ποσοστό 6/72 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του με αριθμ. .../1991 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Βασιλικής Παππά που μεταγράφηκε νόμιμα.

Στη μεν δωρήτρια Γ. Χ. Χ. Κ., το ως άνω ποσοστό συγκυριότητος περιήλθε από κληρονομιά του συζύγου της Χ. Γ. Κ., όπως αμέσως προηγουμένως και για τα τέκνα της πέμπτο, έκτο, έβδομη, όγδοο και ένατο τωv εναγόντων, εκτίθεται, στον δε κληρονομούμενο Χ. Γ. Κ., το ως άνω ποσοστό συγκυριότητας του περιήλθε, με άτυπη παραχώρηση κατά το έτος 1930 από τον πρόγονό του και κύριο του όλου ακινήτου Μ.

Κ., και δ) στην δέκατη, ενδέκατη και δωδέκατο των εναγόντων, κατά ποσοστό 4/72 εξ αδιαιρέτου σε όλους μαζί, και ειδικότερα, κατά μεν τα 3/72 εξ αδιαιρέτου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά την 14-2-1990 αποβιώσαντος συζύγου της δέκατης και πατέρα των λοιπών Ε. Χ. Κ., συγκυρίου αυτής (επίδικης έκτασης) κατά ποσοστό 3/72 εξ αδιαιρέτου, την οποία αποδέχθηκαν δυνάμει της με αριθμ. .../1992 δήλωσης αποδοχής ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Βασιλικής Παππά που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με την με αριθμ. .../1993 τροποποιητική πράξη της ως άνω δήλωσης αποδοχής της ιδίας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά δε το 1/72 εξ αδιαιρέτου, με δωρεά εν ζωή από την Γ.

Χ. Χ. Κ., συγκυρία αυτής (επίδικης έκτασης) κατά ποσοστό 6/72 εξ αδιαίρετου, δυνάμει του με αριθμ. .../1991 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Βασιλικής Παππά που μεταγράφηκε νόμιμα. Στη μεν δωρήτρια Γ. Χ. Χ. Κ., το ως άνω ποσοστό συγκυριότητος περιήλθε από κληρονομία του συζύγου της Χ. Γ. Κ., όπως προεκτέθηκε και για τα τέκνα της, πέμπτο, έκτο, έβδομη, όγδοο και ένατο των εναγόντων, στον δε κληρονομούμενο Ε.

Χ. Κ., το ως άνω ποσοστό συγκυριότητος περιήλθε, όπως προεκτέθηκε και για τους αδελφούς του πέμπτο, έκτο, έβδομη, όγδοο και ένατο των εναγόντων. Ο, απώτερος και κοινός δικαιοπάροχος των εναγόντων Μ. Κ., κατείχε και νεμόταν την επίδικη έκταση από την εποχή της Τουρκοκρατίας, καταβάλλοντας φόρο (ίμορο) στο Τουρκικό δημόσιο.

Ειδικότερα, όλη η εδαφική περιοχή του τότε χωρίου ... ανήκε κατά κυριότητα στο Τουρκικό Κράτος. Το έτος 1879, οι κάτοικοι του, εξουσιοδότησαν τον προύχοντα του χωριού Ε. Ι. Π., να αγοράσει για λογαριασμό τους ολόκληρο το χωριό. Ο τελευταίος, αποδεχόμενος την ως άνω πληρεξουσιότητα, το έτος 1883 αγόρασε από το Τουρκικό Κράτος ολόκληρη την εδαφική περιφέρεια του χωριού, αποτελούμενη από αγρούς, βοσκές και δάση, και στη συνέχεια, μεταβίβασε στους εντολείς του (κατοίκους του χωριού) τους διάφορους αγρούς, όπως αυτοί τους κατείχαν, εκδοθέντων προς τούτο και των σχετικών τίτλων.

Μάλιστα, την κυριότητα των κατοίκων του χωριού στους μεταβιβασθέντες, με τον προαναφερόμενο τρόπο, σε καθένα από αυτούς αγρούς, αναγνώρισαν και οι κληρονόμοι του Ε. Π.. Παρέμειναν όμως κοινά και ανήκοντα σε όλους τους κατοίκους του χωριού, οι βοσκότοποι και οι δασώδεις εκτάσεις αυτού, χρησιμοποιούμενες οι τελευταίες για καυσοξύλευση των κατοίκων και μετά την Ελληνική κατοχή.

Και οι μεν βοσκότοποι περιήλθαν χωρίς καμία διατύπωση στην κυριότητα της αναγνωρισθείσας ως νομικό πρόσωπο, μετά απελευθέρωση (1913), Κοινότητα ..., οι δε δασικές εκτάσεις, περιήλθαν στην κυριότητα της παραπάνω Κοινότητας δυνάμει της με αριθμ. 26/20-5-1937 απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γ. (όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα α) επικυρωμένο από την Μητρόπολη Ιωαννίνων αντίγραφο του με αριθμ. .../19-10-1879 πληρεξουσίου όλων των κατοίκων του χωριού ...

προς τον Ε. Π. για την εξαγορά από το Τουρκικό Δημόσιο της εδαφικής έκτασης του χωρίου, β) επικυρωμένο από την Μητρόπολη Ιωαννίνων αντίγραφο της με αριθμ. .../19-10-1979 έγγραφης αποδοχής από τον Ε. Π. της ως άνω δοθείσης πληρεξουσιότητας, και γ) αντίγραφο της με αριθμ. 26/20-5-1937 απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γ.).

Με τον προεκτεθέντα τρόπο, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Μ. Κ.ς, έλαβε (στην κυριότητα του) από τον Ε. Π. την επίδικη έκταση, την οποία έκτοτε κατείχε και νεμόταν συνεχώς, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1930, οπότε και την παραχώρησε άτυπα στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων Κ.

Γ. Ν., Β. Κ. Κ. και Χ. Γ. Κ., κατά ποσοστό 24/72 στον καθένα από αυτούς, απέκτησε δε σ’ αυτή δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ). Η έκταση αυτή, από τον χρόνο της εξαγοράς της (1883), ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της βραχώδης και άγονη, μη καλυπτόμενη εν όλω ή εν μέρει από άγρια ξυλώδη φυτά και ως εκ τούτου, μη δυνάμενη να παράγει, με δασική εκμετάλλευση, δασικά προϊόντα.

Το μη βραχώδες τμήμα της, που σήμερα καλύπτεται από πουρνάρια και μεμονωμένα άτομα δρυός, τα οποία δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν εξαιτίας της έλλειψης συστηματικής καλλιέργειας, ήταν ξηρικό, οι δε ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι αυτών, κτηνοτρόφοι και γεωργοί είχαν εγκαταστήσει σ’ αυτό ποιμνιοστάσια και το καλλιεργούσαν με σιτάρι και ρόβια μέχρι το έτος 1962, έκτοτε δε, το εξεμίσθωσαν στο Ν.

Μ., ο οποίος μέχρι και σήμερα το χρησιμοποιεί ως βοσκότοπο. Έτσι, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Κ. Γ. Ν., Β. Κ. Κ. και Χ. Γ. Κ., απέκτησαν την κυριότητα, της επίδικης έκτασης με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού από το έτος 1930 και ειδικότερα από τις 23-2-1946 (ημ/α ισχύος του ΑΚ) και εφεξής, ασκούσαν συνεχώς σ’ αυτή με διάνοια κυρίου τις ανωτέρω διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό της.

Με βάση τα προαναφερόμενα, η επίδικη έκταση, ουδέποτε είχε τη μορφή δάσους κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του Β.Δ της 17/29 Νοεμβρίου 1836, και συνακόλουθα, δεν περιήλθε στην κυριότητα του

εναγόμενου, παρά το γεγονός ότι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του άρθρου 3 του ως άνω Β.Δ, αφού, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, έκταση άγονη και βραχώδης, κατάλληλη για βοσκή, που καλύπτεται από ποώδη και φρυγανώδη είδη και από θάμνους νανώδους μορφής μη παράγουσα δασικά προϊόντα με δασική εκμετάλλευση, όπως στη προκείμενη περίπτωση είναι η επίδικη έκταση, δεν είναι δάσος, και συνεπώς, εφόσον ανήκε σε ιδιώτες πριν από την αρχή του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα δεν περιήλθε στην κυριότητα του Δημοσίου με τη μη τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 3, αφού αυτό εφαρμόζεται μόνο σε δάση.

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου περί της μη δασικής μορφής της επίδικης έκτασης, ενισχύεται και από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη εξέταση της μάρτυρος του εναγόμενου Μ. Γ., η οποία κατέθεσε, ότι επειδή για το χρονικό διάστημα πριν από το έτος 1945 δεν υπάρχουν αεροφωτογραφίες της επίδικης έκτασης, συμπερασματικά καταλήγει στο ότι αυτή, είχε από την εποχή της Τουρκοκρατίας τη μορφή δάσους.

Εξάλλου, μεταξύ των δασικών εκτάσεων που αναγνωρίστηκαν από το Διοικητικό Δικαστήριο του Υπουργείου Γ. με την προαναφερόμενη με αριθμ. 26/20-5-1937 απόφαση του ως ανήκουσες στην Κοινότητα ... από αγορά, με τον τρόπο που προεκτέθηκε, από το Τουρκικό Κράτος διά του Ε. Π., δεν περιλαμβάνεται η επίδικη έκταση. Το γεγονός δε ότι οι ενάγοντες, δεν έχουν στην κατοχή τους τον τίτλο ιδιοκτησίας της επίδικης έκτασης, όταν αυτή μεταβιβάστηκε από τον Ε.

Π. στον απώτερο δικαιοπάροχο τους Μ. Κ., που προεκτάθηκε, οφείλεται στο ότι, τόσο οι κατοικίες των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, όσο και το κτηματολογικό μεταφραστικό γραφείο Ιωαννίνων, καταστράφηκαν από πυρκαγιά από τα Τουρκικά στρατεύματα κατοχής κατά τον πόλεμο του 1912-1913 (όπως τούτο προκύπτει από το με αριθμ.

πρωτ. .../23-9-1995 πιστοποιητικό της κοινότητας ... και την από 4-3-1936 αίτηση της τελευταίας προς τον Επιθεωρητή Δασών). Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, έκρινε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε τους αρχικούς ενάγοντες ως συγκυρίους του επιδίκου ακινήτου, κατά τα αιτηθέντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά και υποχρέωσε το εναγόμενο να παύσει κάθε διατάραξη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες και επικαλούμενες περί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ισχύοντος και προϊσχύσαντος δικαίου, αφού υπό τα ως άνω, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι ως εκ της περιγραφομένης μορφής του το επίδικο από το 1883 δεν ήταν δάσος και ειδικότερα ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος του ήταν βραχώδες και άγονο, ενώ κατά το μη βραχώδες τμήμα του ήταν ξηρικό και ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους είχαν εγκαταστήσει σ’ αυτό ποιμνιοστάσια και το καλλιεργούσαν με σιτάρι και ρόβι μέχρι το 1962 και ότι έκτοτε το εκμισθώναν στο Ν.

Μ. που μέχρι σήμερα το χρησιμοποιεί ως βοσκότοπο και ότι οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοί του, κατά τα προσδιοριζόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, με παράγωγο τρόπο και δη με κληρονομική διαδοχή και δωρεά και ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους Κ. Γ. Ν., Β. Κ. Κ. και Χ. Γ. Κ. είχαν γίνει συγκύριοι με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθέντες το επίδικο με τα οικεία του προϊσχύσαντος και του ΑΚ προσόντα, από το 1930 και επέκεινα και μέχρι του χρόνου του θανάτου τους, που έλαβε χώρα στις 13-6-1979, 2-11-1960 και 11-1-1983 αντίστοιχα, ενώ ο δικαιοπάροχός τους Μ.

Κ., που τους το παραχώρησε άτυπα το 1930 και κατά ποσοστό 24/72 εξ αδιαιρέτου (1/3) στον καθένα, είχε αποκτήσει σ’ αυτό δικαίωμα εξουσιάσεως, που διατήρησε μέχρι του χρόνου της παραχωρήσεως (1930) με ταπί που το 1883 είχε εκδοθεί για λογαριασμό του και για λογαριασμό όλων των κατοίκων του τότε χωριού ... (όπου βρίσκεται το επίδικο), με ενέργειες του προς τούτο εξουσιοδοτηθέντος προύχοντα του χωριού Ε.

Ι. Π., με το υπ’ αριθμ. .../19-10-1879 πληρεξούσιο το οποίο αυτός αποδέχθηκε, με το υπ’ αριθμ. .../19-10-1879 έγγραφο. Το επίδικο δεν ήταν δάσος και ως εκ τούτου οι αναφορές της απόφασης στο ΒΔ της 17/29-11-1836 και την προβλεπόμενη από τα άρθρα 1 και 3 του Διατάγματος αυτού διαδικασία ήταν πλεοναστικές, αφού το εν λόγω Διάταγμα δεν ήταν δυνατό να εφαρμοσθεί στα απελευθερωθέντα το 1913 Ιωάννινα.

Ενόψει τούτων δεν συνέτρεχε ως προς το επίδικο περίπτωση διαδοχής του Ελληνικού Δημοσίου και ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αναιρέσεως, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ β’ 11/21-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Χωρίζει την υπόθεση ως προς τον απολιπόμενο έκτο αναιρεσίβλητο Η. Κ. του Χ..

Κηρύσσει ως προς αυτόν απαράδεκτη τη συζήτηση.

Απορρίπτει την από 28-9-1999 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Γ. Δ. Ν., Π. Δ. Ν., κλπ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 368/1997 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ