1401/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1401/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό ο οποίος ήταν απαράδεκτος, μη νόμιμος ή επουσιώδης, υπό την έννοια ότι δεν έχει ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Α.Π. 714/2006).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1401 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1401/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας "ΠΕΦΑΝΑ-Ξενοδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις ..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. "ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΕΛΛΑΣ)" και ήδη ΜΑRFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκαλιάρη-Γιατρά που δήλωσε στο ακροατήριο την μετονομασία της σε Εταιρία περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. ανώνυμης εταιρείας "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΚΟΡΗ Ανώνυμος Εταιρεία Τουριστικών και Ξενοδοχειακών Επιχειρήσεων" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κυριακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 276/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 4-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή των πρώτου και δευτέρου βασίμων λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της πρώτης, αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την παρ. 2 του άρθρου 585 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, το δικόγραφο δε αυτό, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.
Από τις διατάξεις αυτές, που έχουν εφαρμογή και στην ανακοπή των άρθρων 933 επ. ΚΠολΔ, προκύπτει ότι νέοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, λόγοι δεν είναι επιτρεπτό να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο από τον οριζόμενο στο άρθρο 585 παρ. 2εδ.β' του ΚΠολΔ, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ή με το δικόγραφο της έφεσης κατά απόφασης απορριπτικής της ανακοπής, ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης.
Σε περίπτωση έκδοσης απόφασης απορριπτικής της ανακοπής χωρίς να έχουν προταθεί νέοι λόγοι κατά την ανωτέρω ειδική διάταξη, η πρόταση τέτοιων λόγων είναι παραδεκτή μόνο αν ανακύψει, ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου, διαδικαστικό στάδιο νέας εκδίκασης της ανακοπής και εφόσον η πρόταση τους γίνει με πρόσθετο δικόγραφο κατατιθέμενο στη γραμματεία του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί ήδη η ανακοπή, όπως ορίζει το άρθρο 585 παρ. 2 εδ.
β' του ΚΠολΔ. (Α.Π.169/2012, Α.Π.72/2000). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι νομίμως προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά τον νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσον).
Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό ο οποίος ήταν απαράδεκτος, μη νόμιμος ή επουσιώδης, υπό την έννοια ότι δεν έχει ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Α.Π. 714/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των δικογράφων της δικογραφίας, προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα άσκησε την ένδικη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ανακοπή κατά της υπ' αριθ. .../7-2-2007 εκθέσεως πλειστηριασμού και της αντίστοιχης υπ' αριθ. .../6-3-2007 κατακυρωτικής εκθέσεως του συμβολαιογράφου Χερσονήσου Γεωργίου Σαββάκη, προβάλλουσα με την ανακοπή και τους προσθέτους λόγους, μεταξύ των άλλων, ότι "αναληθώς βεβαιώνεται" στην έκθεση ότι έγιναν τα αναφερόμενα σε αυτήν κατά τον πλειστηριασμό του ακινήτου της.
Ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι αναληθώς βεβαιώνεται στην έκθεση του πλειστηριασμού α) ότι έγινε η σχετική κήρυξη από τον αναφερόμενο Ι.Κ. πρό της ενάρξεως του πλειστηριασμού, καθόσον αυτός έως της 12.45 ώρας ευρίσκετο στο ..., β) ότι η έκθεση πλειστηριασμού συνετάγη στον τόπο του πλειστηριασμού, ενώ το αληθές είναι ότι συνετάγη στο συμβολαιογραφείο και μάλιστα πολλές ημέρες μετά από τον πλειστηριασμό, γ) ότι η προσφορά του φερομένου ως υπερθεματιστού έγινε κατά την διάρκεια του πλειστηριασμού, ενώ το αληθές είναι, ότι έγινε μετά την πάροδο της 14.00 ώρας και μάλιστα στο κυλικείο του Δημαρχείου, δ) ότι υπεβλήθη αίτημα για 15ήμερη προθεσμία προς καταβολήν του πλειστηριάσματος, ενώ το αληθές είναι ότι δεν υπεβλήθη τέτοιο αίτημα, ε) ότι ο συμβολαιογράφος προσήλθε στον τόπο του πλειστηριασμού στις 12.00 η ώρα, ενώ το αληθές είναι ότι προσήλθε την 13.30 ώραν, στ) ότι έγινε πρόσκληση προς άλλους προσελθόντες στον πλειστηριασμό για να πλειοδοτήσουν, ενώ η αλήθεια είναι ότι δεν έγινε τέτοια πρόσκληση.
Με την υπ' αριθ. 313/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απερρίφθη η ανακοπή στο σύνολό της, ειδικότερα δε ο ως άνω λόγος απερρίφθη ως απαράδεκτος, επειδή η έκθεση του συμβολαιογράφου δεν προσεβλήθη ως πλαστή.
Ακολούθως, ο αναιρεσείων άσκησε έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως και προσθέτους λόγους, με τους οποίους προέβαλε και πάλι τον ως άνω ισχυρισμό, ανέφερε ως ψευδώς βεβαιώσαντα τον συμβολαιογράφο και κατέληγε, επί λέξει, ως εξής: "Eπειδή έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μη αναγνώριζαν ψευδείς- πλαστές τις πληττόμενες εκθέσεις του συμβολαιογράφου Γ.
Σαββάκη με την αιτιολογία ότι δεν προσέβαλα αυτές ως πλαστές, ενώ στην ανακοπή και στους προσθέτους αυτούς λόγους ρητώς και σαφώς προσβάλλονται αυτές ως αναληθείς και παρατίθενται τα αντιπαλλόμενα αληθή περιστατικά. Επειδή προσέβαλα και με τον κατά τον Κωδ. Ποιν. Δικονομίας προνοούμενο τρόπο τις Εκθέσεις ως ψευδείς-πλαστές, αποδεικνύεται δε πλήρως η πλαστότητα αυτών εκ των και πρωτοδίκως επικληθέντων και προσαχθέντων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, πλημμελώς εκτιμηθέντων από το εκδόν τη προσβαλλομένη απόφαση Μονομελές Πρωτοδικείο ...".
Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα, ενώ είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρόσθετους λόγους ανακοπής με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο είχε κατατεθεί νομίμως και είχε επιδοθεί εμπροθέσμως στους αντιδίκους της, εν τούτοις δεν είχε περιλάβει σε εκείνους και τον ισχυρισμό περί πλαστότητος των υπ' αριθ. .../7-2-2007 και .../6-3-2007 εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρωτικής εκθέσεως αντιστοίχως του συμβολαιογράφου Χερσονήσου Γεωργίου Σαββάκη, τον οποίο εν τέλει επρότεινε για πρώτη φορά με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων εφέσεως, ενώ επί πλέον το Εφετείο δεν εδίκασε εκ νέου την ανακοπή, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Επομένως, ο ανωτέρω περί πλαστότητος των εκθέσεων του συμβολαιογράφου πρόσθετος λόγος εφέσεως απαραδέκτως προτάθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με το σχετικό δικόγραφο, σύμφωνα με τις εκτεθείσες σκέψεις και διατάξεις, το δε Εφετείο, το οποίο δεν τον έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Ακολούθως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, βεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι. Από την βεβαίωση αυτή του Εφετείου, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα από την αναιρεσείουσα αναφερόμενα έγγραφα, ήτοι α) την από 30-5-2009 έγκληση, β) το Β' επαναληπτικό πρόγραμμα πλειστηριασμού για την 7-3-2007, γ) την υπ' αριθ. 23750/8-2-2007 έκθεση του συμβολαιογράφου, δ)την από 8-2-2007 "εντολή συνεχίσεως" του πλειστηριασμού και ε)τις αναφερόμενες ένορκες καταθέσεις, από τα οποία μνημονεύει ειδικώς την υπό στοιχείον γ' έκθεση. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ αντίθετος τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 994 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 60 Ν. 3994/2011, ο πλειστηριασμός ακινήτου, με ποινή ακυρότητος, δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις οι οποίες ορίζονται στις παραγράφους 1 και 3 εδάφια α', β', γ', ε', στ' του ιδίου άρθρου.
Μεταξύ των διατυπώσεων αυτών, είναι, εφόσον δεν εκδίδεται εφημερίδα, για την δημοσίευση αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, στον δήμο ή στην κοινότητα ή στην πρωτεύουσα της επαρχίας του τόπου του πλειστηριασμού, α) η τοιχοκόλληση περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως 15 τουλάχιστον ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό στο γραφείο της κοινότητος ή του δήμου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο και β) η κήρυξη από κήρυκα στην έδρα του δήμου ή της κοινότητος, όπου ο τόπος του πλειστηριασμού και στον συνηθισμένο για τους πλειστηριασμούς τόπο, την προηγούμενη του πλειστηριασμού Τετάρτη, από τις 12.00 το μεσημέρι έως τις 14.00 το απόγευμα, για την κήρυξη δε αυτήν ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει έκθεση, η οποία υπογράφεται και από τον κήρυκα.
Η ανωτέρω διάταξη αφορά, κατά την σαφή έννοιά της, στην καθόλου παράλειψη των σχετικών διατυπώσεων, όχι δε και την περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της αντίστοιχης πράξης, ως ακυρότητα ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (αρθρ. 934§§1β και 2 ΚΠολΔ) και για την ευδοκίμηση της απαιτείται η επίκληση και η απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το αρθρ. 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 116/1998, ΑΠ 916/2004).
Ευνόητο είναι ότι η ακύρωση μιας ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας επιδρά ακυρωτικώς και στον εν συνεχεία πλειστηριασμό, ο οποίος, αν αφορά ακίνητο και πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, κηρύσσεται άκυρος κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται μέσα σε προθεσμία 90 ημερών, αφότου μεταγραφεί η περίληψη της οικείας κατακυρωτικής έκθεσης, καθώς η ακυρότητα αφορά την τελευταία πράξη της εκτέλεσης.
Για να ασκηθεί, δηλαδή, παραδεκτά ανακοπή κατά του πλειστηριασμού λόγω δικονομικών ακυροτήτων της προδικασίας του, απαιτείται να έχει προσβληθεί ως άκυρη και η ελαττωματική πράξη της προδικασίας του μέσα στην προθεσμία του αρθρ. 943§1β ΚΠολΔ. Αν όμως δεν πρόκειται για ελάττωμα απλώς ή αταξία της προδικασίας του πλειστηριασμού, αλλά για παντελή έλλειψη όλων ή μιας των διατυπώσεων που τάσσει ο νόμος για τη διενέργεια του και παρά την έλλειψη αυτή ο πλειστηριασμός διενεργηθεί, τότε είναι άκυρος ανεξάρτητα από βλάβη και η ακυρότητα του κηρύσσεται ύστερα από ανακοπή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον μέσα στην προθεσμία του αρθρ. 934§1γ ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για λόγο ακυρότητας του ίδιου του πλειστηριασμού και όχι διατύπωσης της προδικασίας του που ποτέ δεν έγινε (ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 8/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Στο Δήμο που είναι ο τόπος του άνω πλειστηριασμού, δεν εκδίδεται καθημερινή εφημερίδα και έτσι κατ' εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 999 ΚΠολΔ, αντίγραφο της με. αριθμ. .../21.12.2006 Α' επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακινήτων του ίδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηρακλείου ...
ανακοινώθηκε δημόσια με τοιχοκόλληση στο δημοτικό κατάστημα Χερσονήσου δεκαπέντε ημέρες πριν τον πλειστηριασμό, σύμφωνα με την υπ. αριθμ. .../9.1.2007 έκθεση τοιχοκόλλησης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, ενώ έλαβε χώρα και η κήρυξη του πλειστηριασμού στην έδρα του άνω Δήμου την προηγούμενη του πλειστηριασμού Τετάρτη και ώρα 12-2 , συντάχθηκε δε για την εν λόγω κήρυξη η με αριθμ. .../31.1.2007 έκθεση κήρυξης αναγκαστικού πλειστηριασμού του ίδιου δικαστικού επιμελητή.
Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, την κήρυξη έκανε ο ίδιος ο δικαστικός επιμελητής Χ. Κ., την υπέγραψε δε αυτός και ο δικαστικός επιμελητής Ά. Μ., τον οποίο προσέλαβε ως μάρτυρα ο πρώτος. Επικαλούμενη η ανακόπτουσα-εκκαλούσα το γεγονός ότι η κήρυξη του επίδικου πλειστηριασμού έγινε από τον ίδιο το δικαστικό επιμελητή κι όχι από άλλο πρόσωπο που προσέλαβε ο δικαστικός επιμελητής ως κήρυκα, ο οποίος και θα υπέγραφε -όπως και ο δικαστικός επιμελητής- την έκθεση κήρυξης, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της ισχυρίζεται ότι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του νόμου περί κήρυξης του επίδικου πλειστηριασμού στο συνηθισμένο για τους πλειστηριασμούς τόπο, και ως εκ τούτου ο διεξαχθείς πλειστηριασμός είναι άκυρος.
Ωστόσο...ακυρότητα του πλειστηριασμού θα επέφερε η εκπρόθεσμη ή η παντελής παράλειψη της κήρυξης αυτού, για την οποία δεν τίθεται ζήτημα στην προκειμένη περίπτωση, αφού έγινε εμπρόθεσμα κήρυξη από τον ίδιο το δικαστικό επιμελητή, έχοντας ως βοηθητικό όργανο εκτέλεσης -ιδιότητα που φέρει και ο κήρυκας-τον έτερο δικαστικό επιμελητή Ά.
Μ.. Τα επικαλούμενα δε από την ανακόπτουσα-εκκαλούσα παραπάνω ελαττώματα των διατυπώσεων της προδικασίας του πλειστηριασμού, αφενός μπορούν να προβληθούν αυτοτελώς με ανακοπή μόνο με την συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (αρθ. 159 αρθ.3 Κ.Πολ.Δ), η οποία να μην μπορεί να επανορθωθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας και τέτοια βλάβη ουδόλως επικαλείται η ανακόπτουσα, αφετέρου δε η ανακοπή αυτή αφού ο λόγος της δεν βάλλει αμέσως κατά του κύρους του πλειστηριασμού, αλλά της ενδιάμεσης αυτού πράξης, θα έπρεπε για το παραδεκτό τούτης να ασκηθεί, -δεδομένου ότι πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης -εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ.1β' Κ.Πολ.Δ, δηλαδή μέχρι την προηγούμενη ημέρα του πλειστηριασμού και όχι μετά τον πλειστηριασμό ...".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και συνεπώς ο τα αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-7-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 276/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ