Legislator Case Law & Legislation
1401/2011 AI generated

1401/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1401/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1401/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά δε την παράγραφο 10 εδ. β' του αυτού ως άνω άρθρου, οι νομείς καταστημάτων, εργαστηρίων και εργοστασίων υγειονομικού ενδιαφέροντος ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι τούτων οφείλουν να μη προσλαμβάνουν ή απασχολούν στην επιχείρησή τους άτομα τα οποία δεν κατέχουν βιβλιάριο υγείας ή δεν έχουν θεωρήσει τούτο, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου.

Keywords

AI generated
occupational pension contributions occupational medicine piecework breach of employment obligations occupational disability benefits rights and obligations of staff
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1401 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1401/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Ζ. και Σία ΕΕ" και το διακριτικό τίτλο "TEO'S GROUP - ΔΡΟΣΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ασπρογέρακα - Γρίβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. συζ. Κ. Μ., το γένος Π. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1162/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2333/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-1-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 8-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 14 παράγραφος 1 της ΑΙβ/8577/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β', 526), που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/1940, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την 8405/1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 665), όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών, ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, κουρεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο να βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα και δεν είναι φορέας εντερικών παθογόνων μικροβίων και παρασίτων.

Κατά δε την παράγραφο 10 εδ. β' του αυτού ως άνω άρθρου, οι νομείς καταστημάτων, εργαστηρίων και εργοστασίων υγειονομικού ενδιαφέροντος ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι τούτων οφείλουν να μη προσλαμβάνουν ή απασχολούν στην επιχείρησή τους άτομα τα οποία δεν κατέχουν βιβλιάριο υγείας ή δεν έχουν θεωρήσει τούτο, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου.

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες αποσκοπούν στην προστασία της δημόσιας υγείας και θεσπίσθηκαν για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 του ΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση ελλείψεως του βιβλιαρίου ή της περιοδικής θεωρήσεως αυτού, η σύμβαση εργασίας των απασχολουμένων στις ως άνω ειδικότητες μισθωτών είναι άκυρη και λογίζεται ως μη γενομένη, ο έτσι δε εργαζόμενος διατελεί σε απλή σχέση εργασίας προς τον εργοδότη του, ο οποίος, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του ή καταγγέλλων την σύμβαση, χωρίς την καταβολή πλήρους αποζημιώσεως, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν υποχρεούται, ως εκ τούτου, στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, ούτε στην συνέχιση της σχέσεως εργασίας, αφού αυτή, μη αναγνωριζόμενη από το νόμο, δεν δύναται να εξακολουθήσει χωρίς την θέλησή του.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι και σε περίπτωση σχέσεως εργασίας από άκυρη σύμβαση ο εργοδότης, όταν θέλει να παύσει να δέχεται την εργασία που του προσφέρεται, πρέπει να καταγγείλει τη σχέση και να καταβάλει την αποζημίωση που προβλέπει για την καταγγελία ο Ν. 2112/1920 ή το β.δ.

της 16/18-7-1920 ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της σχέσης εργασίας, αφού μάλιστα η αποζημίωση αυτή, κατά το Ν. 2112/1920 ή το ως άνω β. δ/μα, που αποσκοπεί στην εξασφάλιση των στοιχειωδών μέσων συντηρήσεως του εργαζομένου μέχρις ανευρέσεως από αυτόν νέας εργασίας, συνιστά μέτρο προνοίας, που είναι συγγενές προς τα λοιπά τοιαύτα, τα οποία, ως αποβλέποντα στην προστασία του εργαζομένου, προσήκουν στον ίδιο τόσο εφόσον τελεί υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας, όσο και εφόσον τελεί σε απλή σχέση εργασίας.

Έτσι, λοιπόν, η ως άνω αποζημίωση οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, γι' αυτό και αρκεί για τη νόμιμη θεμελίωση του σχετικού αιτήματος η επίκληση της σχέσεως εργασίας και η διάρκειά της, ως και η διά καταγγελίας λύση της, χωρίς να είναι κρίσιμο το κύρος της συμβάσεως εργασίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, με την ένδικη από 20-6-2006 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι εργάσθηκε ως κομμώτρια στο κομμωτήριο, που διατηρεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στη ..., με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, από της προσλήψεώς της, στις 16-10-1996, έως τις 18-4-2006 που η εναγομένη την απέλυσε, παρέχουσα εργασία υπαλλήλου.

Ζήτησε δε με την αγωγή της να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει την διαφορά μεταξύ της αποζημιώσεως εργατοτεχνίτριας που της καταβλήθηκε και εκείνης που προσήκει σε υπάλληλο, για την από την εναγομένη καταγγελία της εργασιακής της συμβάσεως, καθώς επίσης και τα αναφερόμενα ποσά για επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ: Η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε στις 18-10-1996 από την αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία είναι μέλος του ομίλου κομμωτηρίων με τον διακριτικό τίτλο "ΤΕΟ", δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί ως κομμώτρια στο κομμωτήριο που διατηρεί η αναιρεσείουσα στην ...

και ότι μετά την έναρξη της απασχολήσεώς της και συγκεκριμένα από 17-6-1997 η αναιρεσίβλητη κατείχε και επέδειξε στην αναιρεσείουσα το απαιτούμενο για την εγκυρότητα της συμβάσεως εργασίας της βιβλιάριο υγείας, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο έγγραφο της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής - Διεύθυνση Υγιεινής, σύμφωνα με το οποίο, η αναιρεσίβλητη, κάτοχος του με αριθμό 982/1997 βιβλιαρίου υγείας, η ισχύς του οποίου, ανανεωθείσα, παρατάθηκε έως 8-5-2011, δύναται να απασχολείται ως κομμώτρια.

Συνεπώς - δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο - με βάση έγκυρη σύμβαση εργασίας παρείχε η αναιρεσίβλητη τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες της στην αναιρεσείουσα μέχρι τις 18-4-2006, που η τελευταία κατήγγειλε την εργασιακή της σύμβαση και κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη αποζημίωση, λόγω απολύσεώς της, ως εργάτριας, ενώ αυτή παρείχε εργασία κομμώτριας, που της προσέδιδε την ιδιότητα της υπαλλήλου, γι' αυτό και εδικαιούτο να λάβει την κατά το Ν. 2112/1920 και το Ν. 3198/1955 αποζημίωση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως και είχε επιδικάσει στην αναιρεσίβλητη την εντεύθεν προκύπτουσα διαφορά μεταξύ της αποζημιώσεως που προσήκει σε υπάλληλο και εκείνης της εργατοτεχνίτριας που πράγματι καταβλήθηκε σ' αυτήν.

Μετά από αυτά, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια, που προβλέπεται από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. πρωτ. 5147/6-6-2007 εγγράφου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, με το να δεχθεί, στηριζόμενο αποκλειστικά στο παραπάνω έγγραφο, ότι η αναιρεσίβλητη κατείχε βιβλιάριο υγείας, νομίμως θεωρημένο, ενώ στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι το βιβλιάριο υγείας της αναιρεσίβλητης ανανεώθηκε στις 8-5-2006, δηλαδή μετά τις 18-4-2006, που λύθηκε η μεταξύ τους εργασιακή σχέση, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού πλήττει την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης περί εγκυρότητας της εργασιακής συμβάσεως της αναιρεσίβλητης, η οποία κρίση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πλεοναστικώς, χωρίς ανάγκη στηρίξεως του διατακτικού της, περιελήφθη σ' αυτήν.

Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου και της από 15-3-2005 Υπεύθυνης Δηλώσεως της αναιρεσίβλητης, υπογεγραμμένης από την ίδια, στην οποία δηλώνει αυτή ότι στερείται άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, αποδεικνυομένου έτσι του γεγονότος ότι δεν διέθετε άδεια εργασίας ούτε κατά τον χρόνο της προσλήψεώς της, αλλά ούτε και μεταγενέστερα.

Δεν αναφέρεται, όμως, στο αναιρετήριο, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο αυτό (η από 15-3-2005 Υπεύθυνη Δήλωση της αναιρεσίβλητης), και η έννομη επιρροή του (εγγράφου) στην υπόθεση.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, το μεν ως αλυσιτελής, το δε ως αόριστος.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2, 5 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του από το άρθρο 1 του Ν. 1346/1983, άρθρ. 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και άρθρ. 3 παρ. 8 του άνω ΑΝ 539/1945, όπως η παράγραφος 8 προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966, συνάγεται ότι είναι ανεπίτρεπτος ο συμψηφισμός των αποδοχών και του επιδόματος αδείας προς τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές, ακόμη και αν υπάρχει σχετική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού.

Εξάλλου δε, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 361 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του Ν. 4321/1963, που αφορά τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των οικοδόμων, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4469/1965, συνάγεται ότι, εξαιρέσει των οικοδόμων, για τους λοιπούς μισθωτούς τα δώρα εορτών μπορούν να καταβληθούν προκαταβολικά σε δόσεις, συνυπολογιζόμενα στις καταβαλλόμενες αποδοχές, ή να συμψηφισθούν στον καταβαλλόμενο επιπλέον του νόμιμου μισθό, εφόσον όμως υπάρχει ειδική περί τούτων συμφωνία.

Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποδείχθηκε συμφωνία της ενάγουσας με την εναγομένη περί συμψηφισμού των, επιπλέον των νομίμων, αποδοχών που ελάμβανε (η ενάγουσα) με τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επομένως δικαιούται η ενάγουσα τα ποσά που επιδικάσθηκαν σ' αυτήν με την εκκαλούμενη απόφαση για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2002 έως 2005, ενόψει του ότι για το ύψος των ποσών αυτών δεν υπάρχει ειδικός λόγος εφέσεως.

Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η ενάγουσα δικαιούται και το επίδομα αδείας για τα παραπάνω έτη 2002 έως 2005, που επιδικάσθηκε σ' αυτήν με την εκκαλούμενη απόφαση, καθόσον το επίδομα αδείας χορηγείται ανεξαρτήτως του ύψους των καταβαλλομένων αποδοχών, πάσα δε συμφωνία περί συμψηφισμού του επιδόματος αδείας με τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές είναι άκυρη.

Συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά το ένα του μέρος, της παραβιάσεως των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, κατά δε το έτερο μέρος του, της παραβιάσεως της υπ' αριθμ. 19040/81 Υπουργικής Αποφάσεως "Επιδόματα (δώρα) εορτών" (ΦΕΚ 742, τεύχος Β' της 9-12-1981) κατά τον υπολογισμό του ύψους των οφειλομένων (κατά την αναιρεσίβλητη) επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2002 έως 2005, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά την εφαρμογή ή την ερμηνεία της παραπάνω 19040/81 Υπουργικής Αποφάσεως.

Από την διάταξη του άρθρου 1 του ΝΔ 2655/1953 - το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 7 του Ν. 4558/1930, που είχε τροποποιήσει και συμπληρώσει το άρθρο 10 του Ν. 3514/1928 - σε συνδυασμό και προς το άρθρο 1 παρ. 2 του ΒΔ της 16/18-7-20, συνάγεται ότι τα στοιχεία τα οποία διακρίνουν τον ιδιωτικό υπάλληλο από τον απλό εργάτη (που η παροχή της εργασίας του συνίσταται στην καταβολή σωματικής ενέργειας) είναι η εξιδιασμένη εμπειρία, η θεωρητική μόρφωση και ιδία η επίδειξη πρωτοβουλίας και η ανάληψη ευθύνης στην εκτέλεση της εργασίας, εκ της αναπτύξεως των οποίων προκύπτει ότι το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού στην εργασία.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Από τις αρχές του έτους 2002, κατόπιν σχετικής προφορικής συμφωνίας της με την εναγομένη, η ενάγουσα ανέλαβε αυξημένα καθήκοντα, παράλληλα με τα καθήκοντά της ως κομμώτρια και συγκεκριμένα της ανατέθηκε η γενικότερη επίβλεψη της επιχειρήσεως του κομμωτηρίου, όπως και του προσωπικού αυτού, από κοινού με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, τον οποίο αναπλήρωνε όταν ο τελευταίος απουσίαζε.

Ειδικότερα - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - η ενάγουσα είχε αναλάβει την παραγγελία των υλικών του κομμωτηρίου, καθόριζε το ωράριο των εργαζομένων στο κομμωτήριο, τον κομμωτή ή την κομμώτρια που θα εξυπηρετούσε κάθε πελάτη, τις άδειες του προσωπικού, καθώς και τα προσόντα που απαιτούντο για κάθε νεοπροσλαμβανόμενο.

Σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών της αυτών συμφωνήθηκε με τον εκπρόσωπο της εναγομένης να αμείβεται η ενάγουσα με ποσοστό 5% επί όλων των εισπράξεων του κομμωτηρίου (5% επί του τζίρου του καταστήματος), ενώ μέχρι τότε αμειβόταν με ποσοστό επί των εισπράξεων που είχε το κομμωτήριο από την προσωπική της εργασία.

Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι η ενάγουσα, κατά την πρόσληψή της από την εναγομένη είχε εμπειρία 18 ετών στην κομμωτική τέχνη και είχε παρακολουθήσει ειδικά σεμινάρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με αντικείμενο τόσο την χρήση διαφόρων χημικών ουσιών βαφής και περιποίησης της γυναικείας κόμης, όσο και τον διαφορετικό τρόπο χτενίσματος αυτής (γυναικείας κόμης).

Έτσι - συνεχίζει το Εφετείο - είχε αποκτήσει η ενάγουσα εξιδιασμένη εμπειρία και κατάρτιση στους παραπάνω τομείς της κομμωτικής τέχνης, εκτελούσε δε την εργασία της αυτή με ιδιαίτερη υπευθυνότητα, πέραν της υπευθυνότητας που επεδείκνυε κατά την συμμετοχή της στην λειτουργία του κομμωτηρίου. Βάσει των παραδοχών αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα ήταν υπάλληλος και όχι εργάτης, καθόσον στην εργασία που παρείχε, τουλάχιστον από τις αρχές του έτους 2002 έως την απόλυσή της, στις 18-4-2006, υπερτερούσε το πνευματικό στοιχείο του σωματικού, ενόψει του ότι, εκτός από την σωματική καταβολή δυνάμεων που ήταν το δευτερεύον στοιχείο, παρείχε πνευματική κατά κύριο λόγο εργασία, γι' αυτό και κατά την καταγγελία της εργασιακής της συμβάσεως εδικαιούτο αποζημιώσεως υπαλλήλου και όχι εργάτη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ, εξάλλου, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτηρισμού της αναιρεσίβλητης ως υπαλλήλου και όχι εργάτριας, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, πλήττεται πράγματι η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου ότι η ενάγουσα είχε μεν την επίβλεψη του κομμωτηρίου από το έτος 2002, με την έννοια ότι εκτελούσε καθήκοντα πλείονα της κομμώτριας, για τα οποία είχε προσληφθεί το έτος 1996, δεν ήταν όμως πρόσωπο ταυτισμένο με τον εργοδότη, ώστε να μη δικαιούται άδειας αναψυχής και επιδόματος αδείας.

Ενόψει όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-1-2010 αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "Γ. Ζ. και Σία Ε.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2333/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Σεπτεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ