Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and substantive grounds for insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a share capital contribution. The appellant argued the lower court erred in fact-finding and reasoning, but the court found the appeal inadmissible because the absent defendant did not appear and the appellant failed to specify the exact deficiencies in the lower court's reasoning. Consequently, the appeal was rejected as procedurally flawed and substantively unsupported by specific grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) of the Code of Civil Procedure; Articles 173 and 200 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the precise deficiencies in the lower court's reasoning, and the court proceeds to judgment in absentia if the summoned defendant does not appear.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1401 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1401/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βασιλακάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ συζ. Α, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/1999 μη οριστική 95/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 552/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-6-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 15-4-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Εδέσσης ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο (26-4-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στην αναιρεσίβλητη Ψ συζ. Α. Επομένως, εφ' όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Επειδή, οι γενικοί κανόνες που τίθενται από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι αφορούν την αναζήτηση κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθινής βούλησης των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο διέγνωσε, έστω και έμμεσα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ" αυτόν, για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν με την εσφαλμένη χρησιμοποίηση ή παράλειψη χρησιμοποιήσεως αυτών για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ή έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η εκ δανείου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να καταβάλει σ' αυτήν για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 88.041.09 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της δήλης ημέρας αποδόσεως του ληφθέντος δανείου.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το εφετείο για παράβαση των ανωτέρω γενικών κανόνων, κατά την ερμηνεία του από 18-6-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού το οποίο επικαλέσθηκε αυτός προς ανταπόδειξη του ισχυρισμού του, ότι το ανωτέρω ποσό δόθηκε όχι ως δάνειο αλλά ως συμμετοχή του συζύγου της αναιρεσείουσας στην αφανή εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΚΙΝΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΟΝΣΕΡΒΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΝΩΠΩΝ ΦΡΟΥΤΩΝ Α.Ε", της οποίας εμφανείς εταίροι ήταν ο ίδιος (αναιρεσείων) και η σύζυγος του, διότι "δεν απαντά εάν τα χρηματικά ποσά της συμμετοχής αυτής δόθηκαν επί πλέον των όσων δήθεν μεταβιβάσθηκαν στα πλαίσια της συμβάσεως δανείου".
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του, απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός αυτός "ούτε από το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον αναιρεσείοντα ιδιωτικό συμφωνητικό με ημερομηνία 18-6-1992 στο οποίο αναφέρεται συμφωνία συμμετοχής στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία ως αφανών εταίρων του ... (υιού της αναιρεσίβλητης), της αναιρεσίβλητης και του ... (γαμβρού της αναιρεσίβλητης από την θυγατέρα της) με ποσοστό συμμετοχής 30%, 10% και 10% αντιστοίχως, πλην όμως η εν λόγω συμφωνία δεν προκύπτει ότι υλοποιήθηκε ούτε λειτούργησε, καθόσον άλλωστε ο αναιρεσείων και η σύζυγος του δεν το υπέγραψαν".
Επομένως ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι εφόσον το εφετείο δέχθηκε ότι δεν υλοποιήθηκε η σχετική συμφωνία των συμβληθέντων στο ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν προέβη, και ορθά, σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων σ' αυτό.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 περ.β' ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας.
Ως πράγματα, τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστανσης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι το εν λόγω ποσό δόθηκε σ' αυτόν από την αναιρεσίβλητη, όχι λόγω δανείου αλλά λόγω συμμετοχής της στην κατόπιν συμφωνίας τους συσταθείσα αφανή εταιρεία. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, ανεξαρτήτως του ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως αλλά αιτιολογημένη άρνηση της εκ δανείου αγωγής της αναιρεσίβλητης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε ως αβάσιμο.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει στην απόφαση του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την σχετική αποδεικτική κρίση.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλούμενος την ανωτέρω διάταξη, μέμφεται το εφετείο ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως δανείου, ποσού 30.000.000 δραχμών, αποδοτέου την 31-12-1992, χωρίς να προκύπτουν τα περιστατικά αυτά από τα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, την κρίση του για τα ανωτέρω περιστατικά, το Εφετείο διαμόρφωσε από τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων ενώπιον της ορισθείσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εισηγήτριας-δικαστή, έγγραφα και ομολογίες των διαδίκων, ρητές και συναγόμενες) και δεν τα δέχτηκε χωρίς απόδειξη.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 42/2002). Ο λόγος είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο ως άνω λόγος.
Εν προκειμένω το Εφετείο, για να σχηματίσει το ανωτέρω σαφές πόρισμα του έλαβε υπόψη, όπως βεβαιώνει στην απόφαση, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν. Από τη διαβεβαίωση αυτή αλλά και από το υπόλοιπο αιτιολογικό της απόφασης, είναι απολύτως βέβαιο ότι το εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής και αβασιμότητας του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι το ποσό του δανείου δόθηκε σ' αυτόν από την αναιρεσίβλητη ως συμμετοχή στην ανωτέρω αφανή εταιρεία, έλαβε υπόψη του και το από 18-6-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό που προσκόμισε και επικαλέσθηκε αυτός, για το οποίο μάλιστα κάνει ειδική μνεία, δεχόμενο ότι η αναφερόμενη σ' αυτό συμφωνία δεν υλοποιήθηκε ούτε λειτούργησε. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Προϋπόθεση για την ίδρυση του από το άρθρο 559 αριθ. 20 λόγου αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου, είναι η ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος - λάθους "στην ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου (Ολ. ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου του εγγράφου, προς συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφορετικού από εκείνο το οποίο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εν προκειμένω με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, κατ' επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 18-6-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού με το να δεχθεί ότι η περιεχόμενη σ' αυτό συμφωνία περί συστάσεως αφανούς εταιρείας στην οποία συμμετείχε και η αναιρεσίβλητη δεν υλοποιήθηκε, ενώ κατά τον αναιρεσείοντα, "το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου είναι ότι στις 18 Ιουνίου 1992 είχε ήδη δοθεί η συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο με το ποσό των 30.000.000 δραχμών σε αφανή εταιρεία και δηλώθηκε σαφώς από την αναιρεσίβλητη η βούληση περί αφανούς συμμετοχής της στην ΜΕΔ Α.Ε". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι η αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται σε σφάλμα, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα του δικάσαντος δικαστηρίου.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης (παντελής έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα) των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" (ΟΛ ΑΠ 32/1996, 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Εν προκειμένω με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατ' επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, ο αναιρεσείων αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δανείου ενώ από το περιεχόμενο του από 18-6-1002 ιδιωτικού συμφωνητικού σε συνδυασμό με τις μαρτυρικές καταθέσεις έπρεπε να καταλήξει στην κρίση ότι υλοποιήθηκε η συμφωνία περί συστάσεως αφανούς εταιρείας και ως εκ τούτου το καταβληθέν σ' αυτόν ποσό δόθηκε για τη συμμετοχή στην αφανή αυτή εταιρεία. Ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, επιπλέον δε είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το εφετείο. Εξάλλου, το Εφετείο δεν δέχεται ότι υπήρξε "καθυστερημένη προσπάθεια αποτυπώσεως της συμφωνίας σε γραπτή συμφωνία" αλλά ότι η συμφωνία συμμετοχής στην αφανή εταιρεία δεν υλοποιήθηκε τελικά και συνεπώς δεν υφίσταται η επικαλούμενη με τον ίδιο λόγο αντίφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 552/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ