Supreme Court reverses appeal court ruling declaring creditor's notice invalid due to insufficient detail in debt description.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court reversed the appeal court's decision that invalidated a creditor's notice for insufficient detail regarding the debt amount. The appeal court found the description too vague to allow the debtor to defend itself, but the Supreme Court held that the notice clearly identified each specific claim and the legal services involved. Consequently, the court ruled that the debtor suffered no procedural harm and ordered the appeal court to re-examine the case with a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArt. 972, 974, 979, 212, 293, 559 of the Code of Civil Procedure: A creditor's notice is invalid only if the description of the claimed debt is so incomplete that the debtor cannot effectively exercise their right of defense, but minor omissions regarding the exact percentage of reduction in a settlement do not render the notice void if the nature and amount of each claim remain identifiable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1401 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1401/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Καλλιόπη Μακρίδου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πασχάλη Εμμανουηλίδη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευανθία Κατσίγιαννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36313/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2281/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-1-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 30-4-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την αναφερόμενη στο σκεπτικό διάταξη αυτής κατά παραδοχή του μοναδικού περί τούτου λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η παραστάσα πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. που ορίζει, πλην των άλλων, ότι η αναγγελία πρέπει να περιέχει περιγραφή της απαιτήσεως του δανειστή που αναγγέλεται, το δικόγραφο της αναγγελίας ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, άκυρο μόνον όταν η περιγραφή της αναγγελόμενης απαιτήσεως και του τυχόν υφισταμένου προνομίου της είναι τόσο ελλιπής, ώστε να μη μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπερασπίσεως τους, κατά τα άρθρα 974 και 979 Κ.Πολ.Δικ.
και να υφίστανται έτσι βλάβη. Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση στο βαθμό που αυτή απαιτείται επί της αγωγής και της ανακοπής (άρθρ. 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), γιατί ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος δεν διατάσσει αποδείξεις ως προς την περιεχομένη στην αναγγελία απαίτηση, ούτε το αναγγελτήριο αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αιτήσεως για δικαστική προστασία κατά την έννοια του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δικ.
Εξ άλλου, από τον συνδυασμό του άρθρου 212 § 1, 3 και 4 Κ.Πολ.Δικ. με το άρθρο 293 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι ο συμβιβασμός που έγινε σύμφωνα με τα άρθρα 208 επόμενα αυτού του Κώδικα έχει όλα τα αποτελέσματα του δικαστικού συμβιβασμού και δεσμεύει τους διαδίκους μέχρι την ακύρωση ή την ανατροπή του με νεώτερη συμφωνία αυτών, το δε πρακτικό του ειρηνοδίκη που έγινε για αυτόν αποτελεί εκτελεστό τίτλο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους της αναιρεσίβλητης κατά του υπ' αριθ. ... πίνακα κατάταξης δανειστών της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτέμιδος Αντωνιάδου, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτέμιδος Αντωνιάδου διενεργήθηκε την 16 Νοεμβρίου 2005, με επίσπευση της ανακόπτουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias AE", δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός της ακίνητης περιουσίας της οφειλέτριας Ο1 και συγκεκριμένα ένα αυτοτελές και διαιρετό διώροφο διαμέρισμα που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, στον πέμπτο και έκτο όροφο της οικοδομής της οδού ..., ..., ...και ..., εκπλειστηριάστηκε αντί πλειστηριάσματος 292.450 ευρώ και κατακυρώθηκε στην υπερθεματίστρια ..., η οποία κατέβαλε ολόκληρο το πλειστηρίασμα στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο.
Μεταξύ των δανειστών που αναγγέλθηκαν περιλαμβάνονται οι καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2. Ο Χ1 ανήγγειλε συνολική απαίτησή του, ύψους 28.000 ευρώ, που προέρχεται από συμφωνηθείσα δικηγορική αμοιβή του για τη σύνταξη δύο γνωμοδοτήσεων, δηλαδή α) της από 24-10-2005 γνωμοδότησης σχετικά με τις αμυντικές δυνατότητες της οφειλέτριας κατά της 14407/2005 διαταγής πληρωμής, ενόψει της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης της ανακόπτουσας και β) της από 15-11-2005 γνωμοδότησής του σχετικά με την τύχη ασκηθείσης ανακοπής της οφειλέτριας κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, η αμοιβή δε αυτού ανέρχεται σε 15.000 ευρώ για την καθεμία γνωμοδότηση και συνολικά σε 30.000 ευρώ.
Η απαίτηση αυτή επιδικάσθηκε με το 5135/25-11-2005 πρακτικό συμβιβαστικής επέμβασης του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 209 Κ.Πολ.Δ, ύστερα από αίτηση και αυθόρμητη προσέλευση της οφειλέτριας Ο1 που αναγνώρισε την οφειλή της για αμοιβή του πρώτου καθού, την οποίαν ο τελευταίος περιόρισε λόγω του συμβιβασμού στο τελικό ποσό των 28.000 ευρώ.
Η Χ2 ανήγγειλε συνολική απαίτησή της, ύψους 60.000 ευρώ, που προέρχεται από δικηγορική αμοιβή της. Ειδικότερα η απαίτηση αυτή αναλύεται στα εξής κονδύλια: α)για σύνταξη της 574/2005 ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ, που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής προς ακύρωση της 2463/26-9-2005 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και της ....περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής ..., με την οποίαν επισπευδόταν αναγκαστικός πλειστηριασμός από την αναιρεσίβλητη τράπεζα σε ακίνητα της οφειλέτριας, που ορίστηκε για τις 16-11-2005, βάσει της 14.407/2005 διαταγής πληρωμής, ποσού 2.036.138,76 ευρώ, δικαιούται την κατώτερη αμοιβή της, βάσει των άρθρων 100 και 103 του Ν.Δ 3026/1954 (κώδικα Δικηγόρων), που ορίζεται σε 2% επί του ποσού για την ικανοποίηση του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση και είναι 40.722,78 ευρώ (2.036.138,76 ευρώ Χ 2%), β) για σύνταξη της από 7-11-2005 αίτησης αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 ΚΠολΔ, ενόψει της ασκηθείσης ως άνω ανακοπής, δικαιούται το ποσό των 1.500 ευρώ, γ) για παράσταση κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναστολής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής στις 10-11-2005, δικαιούται το ποσό των 1.500 ευρώ, δ) για σύνταξη της 44368/2005 ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προς ακύρωση της ...
έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και της... περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης ..., με την οποία επισπεύσθηκε ο επίδικος πλειστηριασμός, βάσει της 14.407/2005 διαταγής πληρωμής, ποσού 2.036.138,76 ευρώ, δικαιούται ως συμφωνηθείσα κατώτερη αμοιβή το 2% επί του ποσού αυτής, δηλαδή 40.722,78 ευρώ, ε) για σύνταξη της από 8-11-2005 αίτησης αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 ΚΠολΔ ενόψει της ασκηθείσας ως άνω ανακοπής, δικαιούται το ποσό των 1.500 ευρώ, στ) για παράσταση κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναστολής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 11-11-2005, δικαιούται το ποσό των 1.500 ευρώ και ζ) για παράσταση κατά τη διενέργεια του επίδικου πλειστηριασμού στις 16-11-2005, βάσει του οποίου συντάχθηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης, δικαιούται το ποσό των 1.000 ευρώ.
Συνεπώς, η συνολική αμοιβή της ανέρχεται σε 88.445,56 ευρώ. Η απαίτηση αυτή της επιδικάστηκε με το 5134 /25-11-2005 πρακτικό συμβιβαστικής επέμβασης του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 209 ΚΠολΔ, ύστερα από αίτηση και αυθόρμητη προσέλευση της οφειλέτριας Ο1 που αναγνώρισε την εν λόγω οφειλή της την οποίαν η δεύτερη των αναιρεσειόντων περιόρισε, λόγω του συμβιβασμού, στο ποσό των 60.000 ευρώ.
Έκρινε δε το Εφετείο ότι από το περιεχόμενο των παραπάνω πρακτικών συμβιβαστικής επέμβασης του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και από τα αναγγελτήρια των καθ' ων, που έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με τα πρακτικά, προκύπτει ότι σ'αυτά αναγράφεται ξεχωριστά η καθεμία από τις αρχικές απαιτήσεις των καθών-αναιρεσειόντων πριν την επέλευση του συμβιβασμού, ως προς το είδος και το ποσό, που προέρχεται από την αναφερόμενη παροχή υπηρεσιών κατά την άσκηση του δικηγορικού τους λειτουργήματος.
Όμως, συνεχίζει το Εφετείο, η λεπτομερής αυτή περιγραφή δεν αφορά την τελικώς αναγγελθείσα μικρότερη οριστική απαίτηση, αλλά τα αδιάφορα για την αναγγελία και κατάταξη μεγαλύτερα ποσά των αρχικών απαιτήσεων των αναιρεσειόντων, ύψους 30.000 ευρώ και 88.445,56 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία μεταβλήθηκαν μετά την επέλευση του συμβιβασμού.
Οι αναιρεσείοντες περιόρισαν με τα παραπάνω πρακτικά συμβιβαστικής επέμβασης τις απαιτήσεις τους, γενικά, κατά το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ ο πρώτος και κατά το συνολικό ποσό των 28.445,56 ευρώ η δεύτερη, χωρίς να προσδιορίσουν ειδικότερα το μερικότερο ποσό στο οποίο περιορίζουν καθεμία από τις επιμέρους απαιτήσεις τους, για τις οποίες αναγγέλθηκαν, ούτε να αναφέρουν ότι ο περιορισμός γίνεται αναλογικά κατά κλάσμα ή εκατοστιαίο ποσοστό του όλου αιτήματος, για να θεωρηθεί ότι επέρχεται αντίστοιχη αναλογική μείωση όλων των κονδυλίων.
Εξαιτίας δε της ελλείψεως οποιουδήποτε σχετικού προσδιοριστικού στοιχείου, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί α) για ποιες από τις ως άνω συνολικές απαιτήσεις τους έχουν αναγγελθεί οι καθ' ων, β) για ποίες από αυτές έχουν παραιτηθεί εν όλω ή εν μέρει και γ) για ποιο ποσό από την καθεμία. Επομένως, καταλήγει το Εφετείο το δικόγραφο της αναγγελίας αμφοτέρων των αναιρεσειόντων είναι άκυρο λόγω αοριστίας των αναφερόμενων σε αυτό ως άνω απαιτήσεων, αφού η περιγραφή αυτών είναι τόσο ελλιπής, ώστε αφενός μεν το δικαστήριο να μην μπορεί να κρίνει για το "νόμιμο" της καθεμίας επιμέρους αναγγελθείσης απαίτησης, αφετέρου δε να μην μπορεί η αναιρεσίβλητη, να αντικρούσει τις αναγγελίες κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπερασπίσεώς της, κατά τα άρθρα 974 και 979 ΚΠολΔ και να υφίστανται έτσι βλάβη.
Συνεπώς, οι αναιρεσείοντες, που έχουν το βάρος απόδειξης της καθεμίας από τις απαιτήσεις τους, δεν τις απέδειξαν ως προς το είδος και το ποσό. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ως βάσιμο το σχετικό λόγο της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων, μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα και, αφού απέβαλε από αυτόν τους αναιρεσείοντες που είχαν καταταχθεί προνομιακά, για το συνολικό ποσό των 88.000 ευρώ, κατέταξε για το ίδιο ποσό την αναιρεσίβλητη.
Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε άκυρο λόγω αοριστίας το δικόγραφο της αναγγελίας των αναιρεσειόντων, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο (όπως εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) των προαναφερομένων πρακτικών συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς και των αναγγελτηρίων των αναιρεσειόντων, αναγράφεται σε αυτά ξεχωριστά καθεμία από τις αρχικές απαιτήσεις των αναιρεσειόντων πριν από την επέλευση του συμβιβασμού, ως προς το είδος, το ποσό και την παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών κατά την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος τους απ' την οποία προέρχονται.
Από την περιγραφή αυτή είναι εφικτό να προσδιορισθεί α)σε ποιες από τις συνολικές απαιτήσεις τους έχουν αναγγελθεί οι αναιρεσείοντες και β)για ποιες από αυτές έχουν παραιτηθεί εν μέρει. Η περιγραφή δε αυτή είναι τόσο σαφής και πλήρης ώστε να μπορούν, το μεν Εφετείο να διαγνώσει το είδος και το μέγεθος καθεμιάς εκ των επί μέρους αναγγελθείσων απαιτήσεων, η δε αναιρεσίβλητη να αντικρούσει τις αναγγελίες κατά την άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισής της, με συνέπεια να μη υφίσταται καμιά δικονομική βλάβη από την ως άνω περιγραφή των απαιτήσεων.
Προς τούτο, δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός του ποσοστού μείωσης, καθεμιάς από τις εν λόγω απαιτήσεις, για την επίτευξη του συμβιβασμού, εν όψει μάλιστα της προαναφερομένης φύσης του συμβιβασμού αυτού ως δικαστικού, Επομένως, πρέπει, κατ' αποδοχή του μοναδικού από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τη διάταξή της περί αποβολής των αναιρεσειόντων από τον πίνακα κατάταξης για τις άνω απαιτήσεις τους και περί κατάταξης σε αυτόν, για ισόποση απαίτηση, της αναιρεσίβλητης εταιρίας, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2281/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά την αναφερόμενη στο σκεπτικό διάταξη αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ