1401/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1401/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως η αναίρεση, καθόσον μεν 1 απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης και ζητείται η αναίρεση της απόφασης του Εφετείου, είναι απαράδεκτη, καθόσον δε απευθύνεται κατά της πρώτης αναιρεσβλητης και ζητείται η αναίρεση της προδικαστικής και οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου είναι επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Full text
Απόφαση 1401 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1401/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....... ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "EOYPOMENT ΙΑΤΡΙΚΑ MHXANHMATA KAI ΑΝΑΛΩΣΙΜΑ ΑNΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROMED AE" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Διαμαντόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "RADIOMETER INTERNATIONAL A/S" (ΡΑΝΤΙΟΜΕΤΕΡ ΙΝΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ ΑΕ) που εδρεύει στην Δανία και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "RADIOMETER MEDICAL A/S" (ΡΑΝΤΙΟΜΕΤΕΡ ΜΕΝΤΙΚΑΛ ΑΕ) που εδρεύει στην Δανία και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Νάκου .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21118/2001 μη οριστική, 25296/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 972/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 5-6-2006 αίτησή τους, η οποία κατατέθηκε α) στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με αριθμό κατάθεσης 170/2006 και β) στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθμό κατάθεσης 2258/2006. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 8-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από τα άρθρα 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον του αντίδικου του αναιρεσείοντος, που υπήρξε διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αν δε αυτός έχει αποβιώσει ή προκειμένου για αντίδικο νομικό πρόσωπο, αν αυτό έπαυσε να υπάρχει, κατά νόμιμο τόπου, και το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση του αναιρεσείοντος κατά την άσκηση της αναίρεσης, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του αποβιώσαντος, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει κατατεθεί στη γραμματεία τόσο του πρωτοβαθμίου όσο και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσαν τις συμπροσβαλλόμενες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Θεσσαλονίκης, απευθύνεται εναντίον των εδρευουσών στη Δανία ανωνύμων εταιριών με τις επωνυμίες α) "RADIOMETER INERNATIONAL A/S" και β) "RADIOMETER MEDICAL A/S" Από τις προσβαλλόμενες με την αναίρεση αυτή αποφάσεις, ήτοι την υπ' αριθμ. 972/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και τις υπ' αριθμ. 21.118/2001 προδικαστική και 25.296/2004 οριστική του Πρωτοβαθμίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, προκύπτουν τα εξής:
Ότι η άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, εκδόθηκε επί εφέσεως των ήδη αναιρεσειουσών εταιριών κατά της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία έφεση απευθύνεται μόνο κατά της παραπάνω πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά δε τη συζήτηση αυτής, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, παρέστη ως αντίδικος των τότε εκκαλουσών και ήδη αναιρεσιεουσών η πρώτη εφεσίβλητη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη.
Κατά τις συζητήσεις της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά τις οποίες εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες προδικαστική και οριστική αυτού απόφαση, παρέστη η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως καθολικός διάδοχος της πρώτης δι' απορροφήσεως, και όχι η πρώτη αρχικώς εναγομένη. Επομένως η μεν πρώτη αναιρεσίβλητη δεν υπήρξε αντίδικος στην δίκη που εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες οριστική και προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η δε δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν υπήρξε αντίδικος των αναιρεσειουσών στη δίκη στο Εφετείο επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου.
Ακολούθως η αναίρεση, καθόσον μεν 1 απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης και ζητείται η αναίρεση της απόφασης του Εφετείου, είναι απαράδεκτη, καθόσον δε απευθύνεται κατά της πρώτης αναιρεσβλητης και ζητείται η αναίρεση της προδικαστικής και οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου είναι επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτη.
II Από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ΑΠ 654/07, 827/02).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 62 του ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος, που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (αρθρ. 73 ΚΠολΔ), παύει να υπάρχει με το θάνατο του φυσικού προσώπου (αρθρ. 35 ΑΚ), προκειμένου δε για νομικό πρόσωπο, αφότου τούτο κατά νόμο έχει λυθεί.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, αν το νομικό πρόσωπο, που ήταν διάδικος, λύθηκε νομίμως, πράγμα που συμβαίνει και σε περίπτωση συγχωνεύσεως εταιρείας ή εταιρειών με απορρόφηση, κατά την οποία μία ή περισσότερες εταιρείες (απορροφούμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη εταιρία (απορροφούσα) το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους (βλ.
και Οδηγία 78/855/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Εταιρικού Δικαίου, ΑΠ 647/2003) ή απορροφούσα εταιρία, υποκαθιστάμενη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφουμένης εταιρείας και εξομοιούμενη εντεύθεν με καθολική διάδοχο αυτής, συνεχίζει αυτοδικαίως την εκκρεμή δίκη χωρίς καμιά ειδικότερη διατύπωση εκ μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχωνεύσεως, διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψη της, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς λόγω μη ειδικής αμφισβήτησης η ιδιότητα της συνεχίζουσας τη δίκη ως καθολικής διαδόχου με απορρόφηση της αρχικής διαδίκου εταιρίας, η οποία ιδιότητα, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα, από το δικονομικό μόνο και όχι το ουσιαστικό δίκαιο, δικονομικές δηλαδή ενέργειες που ρυθμίζουν την έναρξη και εξέλιξη της έννομης σχέσης της δίκης και κατατείνουν στην έκδοση δικαστικής απόφασης επί της αιτουμένης έννομης προστασίας.(Ολ.ΑΠ 12/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 14, 19 και 10 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο και το πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, την πλημμέλεια ότι, ότι το πρώτο μεν με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.972/2006 απόφαση του, παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση αυτών κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που απευθύνονταν κατά της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "RADIOMEDICAL INTERNATIONAL A/S", στο πρωτοβάθμιο δε πρωτοδικείο που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες υπ' αριθμ. 21.118/2001 προδικαστική και 25.296/2004 οριστική αποφάσεις, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, δεχόμενο ότι η δίκη νομίμως συνεχίζεται από την ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία, ως καθολική διάδοχο με απορρόφηση της αρχικώς εναγομένης ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης χωρίς αιτιολογίες και χωρίς να διατάξουν αποδείξεις για την ιδιότητα αυτής ως καθολικής διαδόχου της εναγομένης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείουσες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, καθορίζοντας και το νόμιμο τρόπο προβολής και επανέφεραν νομίμως με λόγο έφεσης στο Εφετείο ισχυρισμό, ότι η συνεχίζουσα τη δίκη δεύτερη αναιρφεσίβλητη, ως καθολική διάδοχος με απορρόφηση της αρχικώς εναγομένης, δεν είχε πράγματι απορροφήσει την εναγομένη, και ως εκ τούτου δεν εδικαιούτο να συνεχίσει τη δίκη καθολικός της διάδοχος, ώστε το δικαστήριο να εξετάσει παρεμπιπτόντως τη ικανότητα της παρασταθείσας να είναι διάδικος και να συνεχίσει τη δίκη ως καθολικός 1 διάδοχος της εναγομένης.
Το γεγονός δε του ότι, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, τόσο η κλήση αυτών για μετ' απόδειξη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο, όσο και οι προτάσεις της καθώς και το δικόγραφο της έφεσης της απευθύνονταν, όχι κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης που συμμετείχε στη δίκη στο πρωτοβάθμιο, αλλά κατά της αρχικώς εναγομένης, που δεν είχε συμμετάσχει σ'αυτή, δεν συνιστά αυτό και μόνο ειδική αμφισβήτηση της ιδιότητας της συνεχίζουσας τη δίκη ως καθολικής διαδόχου της εναγομένης, ώστε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να ερευνήσει παρεμπιπτόντως αν πράγματι η συνεχίζουσα τη δίκη εταιρία είχε καταστεί καθολική με απορρόφηση διάδοχος της εναγομένης και εδικαιούτο να συνεχίσει ως διάδικος τη δίκη.
III. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, τα οποία αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν ιστορική βάση και επομένως τείνουν σε θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι η αιτιολογημένη άρνηση αυτών ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ( Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 22/2005) Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο Β-1 λόγο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ 25.296/04 οριστική απόφαση την αιτίαση ότι απορρίπτοντας την αγωγή αυτών, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της καταχρηστικής καταγγελίας της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής από την εναγομένη, και με την αιτιολογία, ότι αυτές (ενάγουσες διανομείς) ασκούσαν ανταγωνιστικές προς τα συμφέροντα της εναγομένης πράξεις, χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να προταθεί από την εναγομένη, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο άνω φερόμενος ως ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, δεν αποτελεί πράγμα, αλλά επιχείρημα του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την κρίση του, ότι η καταγγελία των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής από την εναγομένη αντιπροσωπευόμενη, δεν έγινε καταχρηστικώς, ούτε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού και κατά παράβαση των χρηστών ηθών, όπως με την αγωγή του ισχυρίζονταν οι ενάγουσες και ζητούσαν αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης IV.Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/01 αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.
Ο όρος πράγματα στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ήτοι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής ένστασης κλπ, όχι δε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχείο Β-2 λόγο, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 25.296/2004 απόφαση η αιτίαση, ότι παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά και ειδικότερα ότι χωρίς να διατάξει απόδειξη δέχτηκε, α)ότι "δεν χρειάστηκε όμως να δραστηριοποιηθούν (οι ενάγουσες) αποκλειστικά για την ευόδωση του σκοπού αυτού κα την εδραίωση των προϊόντων της εναγομένης στην αγορά της Β.Ελλάδος, όπως ισχυρίζονται, δεδομένου ότι η εναγομένη είχε εδραιωθεί στο χώρο της Β.
Ελλάδος πολύ πριν την ίδρυση των εναγουσών" και β) ότι "η προώθηση των προϊόντων της εναγομένης υπολείπονταν αυτής της ΔΕΛΤΑ ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΕ". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι άνω παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας δεν αποτελούν πράγματα, αλλά επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
V.Με τον υπό στοιχείο Β-3 λόγο οι αναιρεσείουσες, αποδίδουν στο Πολυμελές Πρωτοδικείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αρθμ.25.296/04 απόφαση του την αιτίαση, ότι με το να απορρίψει την ένσταση αυτών περί εξαιρέσεως του μάρτυρα ......, δεχόμενο ότι αυτός δεν εξαρτά συμφέρον από την έκβαση της δίκης, αφενός μεν παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο (άρθρο 559 αρ. 14) αφετέρου δε παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που ο νόμος δεν επιτρέπει (άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ) Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος κατ' αμφότερα τα σκέλη του, κατά το πρώτο μεν ως απαράδεκτος, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή συμφέροντος ή όχι στο πρόσωπο του μάρτυρα από την έκβαση της δίκης, ανάγεται στην ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου, κατά το δεύτερο δε σκέλος του ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, τουτέστιν της παραδοχής της περί εξαιρέσεως του μάρτυρα αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ένστασης.
VI. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999).
Για να είναι, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφαση του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται πλην των άλλων και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθέμενων μερών των προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή, το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την επάρκεια τους (Ολ 20/2005, 32/1996), να αναφέρεται η φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου και οι παραδοχές του δικαστηρίου.
Ελλείψεις δε που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή σε πραγματικά και νομικά επιχειρήματα, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό αναίρεσης, αν το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχείο Β-4 λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες μέμφονται την οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αποδίδοντας την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, ισχυριζόμενες ότι σε άλλα σημεία της η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες, ως προς άλλα έχει ανεπαρκείς και ως άλλα αντιφατικές αιτιολογίες Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται επί ποίων ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ζητημάτων η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ούτε επίσης αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά με αποσπασματική επιλογή, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, οι δε φερόμενες ως ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, συνιστούν επιχειρήματα του δικαστηρίου από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, πληττόμενης πράγματι της αναιρετικώς ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων.
VII. Με τον υπό στοιχείο Β-5 λόγο αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο η αιτίαση, ότι απορρίπτοντας την αγωγή με την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 12.2.1999 επιστολής της εναγομένης προς την πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη προκύπτει, ότι το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειουσών, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το άνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, το οποίο και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
VIII,
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ'ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τα πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι ισχυρισμοί, μη νόμιμοι, αόριστοι ή απαράδεκτοι.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή, ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει στο αναιρετήριο, τόσο τα αποδεικτικά μέσα που δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο και το νόμιμο τρόπο που αυτά προσκομίστηκαν στο δικαστήριο αυτό, όσα και τον πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν ο ισχυρισμός είναι νόμιμος και προβλήθηκε παραδεκτώς και ως εκ τούτου ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω ναι μεν το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι νόμιμα για απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών τους.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχεία Β-6 λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο που εξέδωσε την άνω προσβαλλόμενη οριστική απόφαση την αιτίαση, ότι με το να απορρίψει την αγωγή τους δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων ....
και ....., οι οποίες περιέχονται στην οικεία εισηγητική έκθεση του εισηγητή δικαστή, και από τις οποίες προκύπτει ότι η εναγομένη καταχρηστικώς κατάγγειλε τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, ούτε επίσης έλαβε υπόψη "σειρά εγγράφων....τους ισολογισμούς και τιμολόγια πωλήσεων..." Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως σ' αυτή βεβαιώνεται, αδιστάκτως προκύπτει, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την υπ' αριθμ.25.296/2004 οριστική απόφαση και απέρριψε την αγωγή, έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην υπ' αριθμ.27.599/2001 και 2/2003 εκθέσεις του εισηγητή δικαστή και του εντεταλμένου ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, στις οποίες περιέχονται και οι καταθέσεις των άνω μαρτύρων.
Επομένως ο λόγος αυτός, καθόσον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις και των προαναφερομένων μαρτύρων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά τα λοιπά δε ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Ως προς το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν ελήφθησαν υπόψη σειρά εγγράφων, οι ισολογισμοί και τιμολόγια, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν καθορίζονται τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγραφα, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα τους, ούτε ο νόμιμος τρόπος που αυτά προσκομίστηκαν στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση.
Επειδή, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ ή η επιβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής ήττας κατ' άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 692/04, 859/02) Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, και εκείνων των άρθρων 177 και 189 Κ.Πολ,Δ, προκύπτει, ότι αποδοτέα στον τον διάδικο δικαστική δαπάνη, στην καταβολή της οποίας καταδικάζεται ο αντίδικος του με τη δικαστική αποφάσεως, συνήθως μεν κατά την αρχή της ήττας (Κ.Πολ,Δ. 176), ενίοτε δε κατά την αρχή της υπαιτιότητας (Κ.Πολ,Δ. 177), είναι η δαπάνη που καθορίζεται κατά την περί αυτής διάταξη του άρθρου 189 Κ.Πολ,Δ.
στην οποία καταλέγεται και η κατά τις ισχύουσες διατιμήσεις αμοιβή του δικηγόρου του για τις κατατεθείσες προτάσεις του, της οποίας η εκκαθάριση γίνεται όπως ειδικότερα εις το άρθρο 192 Κ.Πολ,Δ ορίζεται και χωρίς την υποβολή ειδικού καταλόγου, αρκεί να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα (ΑΠ 196/1974) Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 25.296/2004 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, προκύπτει, ότι το δικαστήριο αυτό, αφού απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η αντίδικος τους εναγομένη να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 2.452.705.458 δρχ. ( 901.321.895 στην πρώτη και 1.551.383.563 στη δεύτερη) δεχόμενο σχετικό αίτημα της εναγομένης καταδίκασε τις ενάγουσας, που ηττήθηκαν στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης από ευρώ 144.500.
Επομένως ο υπό στοιχείο Β-7 λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείουσες, κατ'επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, μέμφονται την άνω προσβαλλόμενη απόφαση, αποδίδοντας σφάλμα στο δικαστήριο, διότι δεν συμψήφισε την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη , άλλως δεν καθόρισε αυτή στο ποσό των 2.000 ευρώ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμούς κατάθεσης στο πρωτοβάθμιο 2258/2006 και 170/2006 στο δευτεροβάθμιο αίτηση α) της εδρεύουσας στη ..... εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..... ΕΠΕ" και β) της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη ανώνυμης εταιρίας "ΕΟΥΡΟΜΕΝΤ ΙΑΤΡΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΩΣΙΜΑ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 972/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, της υπ 'αριθ. 25.296/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της υπ' αριθ. 21.119 απόφασης του ίδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από ευρώ χίλια οκτακόσια (1800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ