1401/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1401/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): λογαριασμό της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε.", τον οποίο είχε ανοίξει ο δεύτερος εναγόμενος ............ στο όνομά του, σε συνεννόηση με τον πρώτο εναγόμενο και συνδικαιούχους τους πρώτο εναγόμενος και τον ενάγοντα, εν αγνοία του τελευταίου. Στο λογαριασμό αυτό κατατέθηκε στις 23-6-1998 το συνολικό ποσό των [25.000.000 + 22.433.300 =] 47.433.300 δρχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1401 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1401/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γαβαλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: ..............., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζαραφέτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16683/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2831/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-12-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 30-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Με το υπ΄ αριθμ. .......... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Μουρατίδου - Ζαχαριάδου, ο ενάγων χορήγησε στον πρώτο εναγόμενο (και μη διάδικο στην αναιρετική δίκη) ............. (και στους μη διαδίκους .............
και ................) την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, να παραλάβουν για λογαριασμό του [ενάγοντος] το σύνολο των μετοχών ιδιοκτησίας του, ήτοι 18.100 μετοχές της "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑΚ" από την εταιρεία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" ή οπουδήποτε αλλού βρίσκονται κατατεθειμένες και να προβούν στη μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών σε οποιονδήποτε τρίτο της επιλογής τους, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ακόμα και σ΄ αυτούς τους ιδίους με οποιουσδήποτε όρους, συμφωνίες και τίμημα που αυτοί εγκρίνουν.
Στη συνέχεια ο ενάγων με το από ........ ιδιωτικό συμφωνητικό χορήγησε μόνο στον πρώτο εναγόμενο την εντολή, να εισπράττει αυτός το τίμημα των άνω μετοχών, σε περίπτωση που τις μεταβιβάσει εν όλω ή εν μέρει σε οποιονδήποτε τρίτο "και να το διαθέσει όπως αυτός βούλεται χωρίς κανένα περιορισμό". Είναι προφανές, ότι με τις ανωτέρω συμβάσεις ο ενάγων χορήγησε την εντολή στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος και την αποδέχθηκε, όπως αυτός προβεί στη ρευστοποίηση των πιο πάνω μετοχών, που ανήκαν στην ιδιοκτησία του [ενάγοντος] και στη συνέχεια, να διαχειρισθεί το χρηματικό ποσό της ρευστοποιήσεως για λογαριασμό και επ' ωφελεία του ενάγοντος.
Ακολούθως, ο ενάγων δυνάμει του υπ' αριθμ. .............πληρεξoυσίoυ της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Σοφίας Μουρατίδου - Ζαχαριάδου, με την υπόδειξη του πρώτου εναγομένου, χορήγησε εντολή και πληρεξουσιότητα στο .............η [ο οποίος ήταν υπάλληλος της χρηματιστηριακής εταιρείας "NEXUS Χρηματιστηριακή Α.Ε."] "να παραλάβει για λογαριασμό του το σύνολο των προαναφερθεισών μετοχών από την εταιρεία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." ή oπουδήποτε αλλού βρίσκονται".
Με την από ......... δε έγγραφη σύμβαση "παροχής επενδυτικών υπηρεσιών", που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της ως άνω εταιρείας "NEXUS", ο ενάγων εξουσιοδότησε την τελευταία, όπως επ΄ ονόματι και για λογαριασμό του ενεργεί κάθε πράξη για την πώληση και μεταβίβαση των μετοχών του. Εις εκτέλεση των άνω συμβάσεων εντολής μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου, ο τελευταίος έδωσε την εντολή στην ανωτέρω εταιρεία "NEXUS Α.Ε.", να ρευστοποιήσει τις πιο πάνω μετοχές του ενάγοντος, το δε προϊόν της ρευστοποιήσεως να κατατεθεί στον υπ΄ αριθμ. ...........
λογαριασμό της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ Α.Ε.", τον οποίο είχε ανοίξει ο δεύτερος εναγόμενος ............ στο όνομά του, σε συνεννόηση με τον πρώτο εναγόμενο και συνδικαιούχους τους πρώτο εναγόμενος και τον ενάγοντα, εν αγνοία του τελευταίου. Στο λογαριασμό αυτό κατατέθηκε στις 23-6-1998 το συνολικό ποσό των [25.000.000 + 22.433.300 =] 47.433.300 δρχ.
και στις 24-6-1998 το ποσό των 15.839.350 δρχ., ήτοι συνολικά 63.272.650 δρχ.. Ο δεύτερος εναγόμενος την ίδια ημέρας [24-6-1998] προέβη ο ίδιος σε ανάληψη του εν λόγω ποσού των 63.272.650 δρχ. και ο λογαριασμός έκλεισε. Από τα προεκτεθέντα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σαφώς προκύπτει, ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν απέδωσε, όπως όφειλε, το ανωτέρω ποσό των 63.272.650 δρχ.
στον ενάγοντα που του ανήκε και του εμπιστεύθηκε τη διαχείριση, αλλά υπαιτίως και παρανόμως το ιδιοποιήθηκε. Αυτό δε έπραξε με την άμεση συνέργεια του δεύτερου εναγομένου, ο οποίος υπαιτίως και παρανόμως, σε συνεννόηση με τον πρώτο εναγόμενο, προέβη στο άνοιγμα του προαναφερθέντος τραπεζικού λογαριασμού, μέσω του οποίου επιτεύχθηκε η παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων του ενάγοντος.
Γνώριζε δε αυτός [δεύτερος εναγόμενος], ότι το σύνολο των χρημάτων αυτών ανήκε κατά κυριότητα στον ενάγοντα. Τούτο αποδεικνύεται ιδίως από το γεγονός, ότι στο από ......... ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ των εναγομένων, ήτοι την ίδια ημέρα της αναλήψεως των άνω χρημάτων, αναφέρεται, ότι ο πρώτος εναγόμενος είναι ειδικός πληρεξούσιος του ενάγοντος, έχει δε αυτός τη δυνατότητα να προβαίνει στη μεταβίβαση των μετοχών του εντολέα του, που λογικά σημαίνει, ότι και το προϊόν ρευστοποιήσεως των εν λόγω μετοχών ανήκε στον εντολέα - ενάγοντα.
Ο δόλος του δε προκύπτει από το ότι άνοιξε τον τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα του, με συνδικαιούχους τον πρώτο εναγόμενο .- πληρεξούσιο και τον ενάγοντα πληρεξουσιοδότη, εν αγνοία του τελευταίου, αποβλέποντας σε περιουσιακή μετάθεση προς αποκλειστικά δικό του όφελος, πράγμα που δεν θα έπραττε, εάν εκινείτο από αγαθή προαίρεση, οπότε και θα είχε ενημερώσει τον ενάγοντα σχετικώς με το άνοιγμα του λογαριασμού, με συνέπεια να αποφευχθεί η ζημία του τελευταίου.
Ο ίδιος άλλωστε (δεύτερος εναγόμενος) στην από 19-1-1999 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Ανακριτή Α' Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατέθεσε, ότι "δεν γνωρίζει αν είχε ενημερωθεί ο ενάγων για την ύπαρξη του κοινού λογαριασμού στην ΕΓΝΑΤΙΑ τράπεζα". Ο ισχυρισμός του δε, ότι η είσπραξη του ανωτέρω ποσού έγινε προς εξόφληση δανείου συνολικού ύψους 63.000.000 δρχ., που αυτός είχε χορηγήσει στον πρώτο εναγόμενο, αλυσιτελώς προβάλλεται εν προκειμένω.
Εκτός του ότι το εν λόγω ποσό φέρεται ότι δόθηκε ως δάνειο στην εταιρεία "ΣΤΑΡ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." ,της οποίας ο πρώτος εναγόμενος φέρεται ότι ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής, ενώ κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στο προαναφερθέν από 24-6-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, αντίθετα αναφέρεται ότι "μετά την ανάληψη του ποσού από τον δεύτερο εναγόμενο εξοφλεί πλήρως και ολοσχερώς ο πρώτος εναγόμενος το δάνειο που έλαβε απ' αυτόν και ουδεμία απαίτηση έχει από αυτή την αιτία", αυτός εγνώριζε, όπως προαναφέρθηκε, ότι το ποσό των 63.272.650 δρχ.
ανήκε στον ενάγοντα ως προερχόμενο από τη ρευστοποίηση των μετοχών του και όχι στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος διαθέτοντας τούτο για δικό του όφελος ή όφελος τρίτου διαπράττει το αδίκημα της υπεξαιρέσεως". Με τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο για το αδίκημα που, ως αυτουργός, διέπραξε ο (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη) ............
εις βάρος του αναιρεσιβλήτου ............, όσο και για την (δολία) συμμετοχή του αναιρεσείοντος ............ στο ίδιο αδίκημα. Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Ο από τον αρθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο είτε έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν, είτε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Στην τελευταία περίπτωση για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το παραδεκτό της προτάσεώς τους και το περιεχόμενό τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους, ακόμη και αν αυτά λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Τέλος πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσον και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 πλημμέλεια και υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν του την από ..........
ένορκη βεβαίωση του ..........., η οποία είχε δοθεί ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με επιμέλεια του αναιρεσείοντος και ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, και την οποία ο αναιρεσείων είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου. Από την επισκόπηση των προτάσεων εκείνων, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων αναφέρεται στο θέμα αυτό ως εξής: "Πράγματι τον Δεκέμβριο του 2000 ο ..............
μου είχε αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά, που τότε δεν τα έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα διότι το πρόσωπο αυτό είχε χάσει την εμπιστοσύνη μου. Στη συνάντησή μας αυτή, παρών ήταν και ο .........., ένορκη κατάθεση του οποίου προσάγω και επικαλούμαι (σχετικό 39), η οποία ελήφθη μετά από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη έκθεση επίδοσης (σχετικό 46)." Στο αναιρετήριο όμως ο αναιρεσείων ενώ επαναλαμβάνει τα παραπάνω δεν αναφέρει ούτε να εξειδικεύει το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την επικαλούμενη πλημμέλεια.
Επομένως, κατά το μέρος του αυτό ο ρηθείς λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος.
Περαιτέρω στον ίδιο (πρώτο) λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν του -παρά την νόμιμη σχετική επίκλησή της από τον αναιρεσείοντα- εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου περί συνάψεως συμβάσεως δανείου μεταξύ αυτού και του .............., περιεχομένη στην από 20-4-1999 εξέτασή του ενώπιον της Ανακρίτριας Α΄ Τμήματος Θεσσαλονίκης. Η σχετική περικοπή της καταθέσεως του αναιρεσιβλήτου, όπως αυτή αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως έχει ως εξής : "Επίσης, και αφού κέρδισε την εμπιστοσύνη μας, του έδωσα και μετοχές ύψους 65.000.000 δραχμών και του είπα να τις εκποιήσει και με το τίμημα να κάνει κερδοφόρες επενδύσεις στην επιχείρησή του..... Τελικά όχι μόνο δεν τοποθέτησε επωφελώς τα χρήματα αλλά τα πήρε και δεν μου τα δίνει πίσω.". Και κατά το μέρος του όμως αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η μεν επικαλούμενη ομολογία του εφεσιβλήτου στην πραγματικότητα δεν υφίσταται, η δε σύμβαση δανείου, κατά την έννοια του άρθρου 806 ΑΚ, προϋποθέτει παράδοση, από τον δανειστή στον οφειλέτη, των δανειζομένων χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, αυτό δε -ακόμα και υπό τα διαλαμβανόμενα στην αίτηση αναιρέσεως- δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ η παραμόρφωση εγγράφου, ως λόγος αναιρέσεως, πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να έχει προσκομισθεί για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό του από ........... ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ αυτού και .........., από το οποίο προέκυπτε ότι ο πρώτος είχε δανείσει στον τελευταίο χρηματικό ποσό 63.000.000 δραχμών. Η αποδεικνυόμενη όμως από το έγγραφο αυτό -κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος- έννομη σχέση μεταξύ αυτού και του ............ θεμελίωνε επιχείρημα υπέρ των απόψεών του και δεν αποτελούσε αντικείμενο και ουσιώδη ισχυρισμό στη δίκη μεταξύ αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου. Τούτο δε διότι, ακόμα, και αν είχε όντως ο αναιρεσείων κατά του ................ απαίτηση (ισόποση μάλιστα προς το τίμημα των μετοχών του αναιρεσιβλήτου) αυτό καθόλου δεν θα απέκλειε την συμμετοχή του πρώτου στο ένδικο αδίκημα εις βάρος του τελευταίου κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως είναι απαράδεκτος ο λόγος αυτός και απορριπτέος, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-12-2005 αίτηση του ............ για αναίρεση της 2831/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ