Supreme Court dismisses appeals against appellate court property division ruling due to lack of legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by heirs against a property division judgment. The appellants argued that the appellate court failed to consider a specific factual claim regarding land area, but the court found this argument inadmissible as it did not meet the strict requirements for reopening a final judgment. Consequently, the appeals were rejected, the costs were assigned to the appellants, and the original property division ruling stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 573 para. 1 and 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject appeals if the grounds raised do not constitute a valid legal basis for re-examining the final judgment, particularly when the lower court has already addressed the factual assertions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1400 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1400/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Ψ. του Κ., 2) Μ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χατζόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ξ. του Α., 2) Α. Ξ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Παπαδοπούλου που ανακάλεσε την από 1-2-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Τ. του Γ., 2) Π. Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Α. Μακρή και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ξ. του Α., 2) Α. Ξ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Παπαδοπούλου που ανακάλεσε την από 1-2-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2004 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Α. Π. Ξ., την από 30-8-2004 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων και την από 23-11-2004 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αποβιωσάσης Κ. Τ., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111ΤΜ/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 137/2012 μη οριστική, 75/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α και Β αναιρεσείοντες με τις από 10-9-2020 αντίστοιχες αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες των διαδίκων που παραστάθηκαν, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθεμία δε, την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκείμενη περίπτωση φέρονται για συζήτηση οι κρινόμενες από 10-9-2020 αιτήσεις αναιρέσεως των α)ι. Φ. Ψ. του Κ. και Μ. Κ. του Κ. και β) ι. Ε. Τ. του Γ. και Π. Τ. του Γ. αντίστοιχα κατά της υπ'αριθμ. 75/2020μ αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Οι αιτήσεις αυτές στρέφονται κατά της αυτής αποφάσεως, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Οι ως άνω αιτήσεις, έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 110 παρ. 2, 553, 556, 556, 564 αρ.1, 566, 577 παρ.1 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος, και 6 παρ. ι της ΕΣΔΑ). Έχουν κληθεί δε για το παραδεκτό των αιτήσεων αυτών αναιρέσεως α. από τους αναιρεσείοντες-επισπεύδοντες της πρώτης αίτησης αναίρεσης οι Ε. Τ. και Π.
Τ. (βλ. τις 0603Β και 9604Β/18-6-2021 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αιγαίου Α. Κ.) ως υπεισελθόντες και συνεχίζοντες την δίκη στη θέση της αρχικής προσθέτως παρεμβαίνουσας, μετά τον επισυμβάντα θάνατό της, Κ. Τ., υπέρ των εναγομένων της από 15-3-2004 διεκδικητικής αγωγής του αρχικού ενάγοντα Α.
Ξ. και ήδη αναιρεσειόντων και β. από τους αναιρεσείοντες επισπεύδοντες της δεύτερης αναίρεσης οι εναγόμενοι της από 15-3-2004 διεκδικητικής αγωγής του αρχικού ενάγοντα Α. Ξ., Φ. Ψ. και Κ. Μ. (βλ. τις 10850, 10854/5-4-2021 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γ. Μ.). Πρέπει δε να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3).
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ως εξής: Με την από 15.3.2004 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Φ.
Ψ. και Μ. Κ., ο αρχικός ενάγων Α. Ξ. του Π. εξέθετε ότι είχε καταστεί κύριος με παράγωγο άλλως με πρωτότυπο τρόπο του περιγραφομένου επιδίκου ακινήτου και ότι οι εναγόμενοι το κατέλαβαν αποβάλλοντάς τον από αυτό. Ζητούσε δε να αναγνωριστεί κύριος αυτού και να διαταχθούν οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν.
Οι εναγόμενοι άσκησαν την από 30-8-2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση προς την δικαιοπάροχό τους, Κ. Τ., ως δικονομική εγγυήτρια, να παρέμβει στην κυρία δίκη και να τους υποστηρίξει προς απόκρουση της αγωγής, στην οποία είχαν ενώσει και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως εναντίον της προσεπικαλούμενης, ζητώντας σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αγωγής, να υποχρεωθεί αυτή να τους καταβάλλει το συνολικό ποσό των 118.851,72 ευρώ, προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την παράνομη συμπεριφορά της, καθώς και ότι άλλο υποχρεωθούν αυτοί να καταβάλλουν στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής.
Η προσεπικαλούμενη άσκησε την από 23-11-2000 πρόσθετη παρέμβαση υπερ. των εναγόμενων, ζητώντας την απόρριψη της κύριας αγωγής. Επ' αυτών εκδόθηκε η 111ΤΜ/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, το οποίο, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, συνεκδίκασε τις αγωγή, ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε παρέμβαση, παρεμπίπτουσα αγωγή και πρόσθετη-παρέμβαση, απέρριψε την κύρια αγωγή ως αόριστη, ενώ, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ανακοίνωσης δίκης με την προσεπίκληση προς παρέμβαση, της παρεμπίπτουσας αγωγής και της πρόσθετης παρέμβασης, έκρινε ότι παρείλκε η εξέταση αυτών.
Κατά της απόφασης αυτής ο αρχικώς ενάγων άσκησε την από 15-3-2006 έφεσή του, ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου, επιδιώκοντας την εξαφάνισή της και την παραδοχή της αγωγής του. Κατά τη συζήτηση επ' αυτής υπεισήλθαν και συνέχισαν τη δίκη, μετά τον θάνατο του αρχικού ενάγοντα την 1-11-2008, οι νόμιμοι κληρονόμοι του, ήδη αναιρεσίβλητοι Ξ.
Α. του Α. και Ξ. Α. του Α.. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 137/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία, αφού δέχθηκε την έφεση από τυπική και ουσιαστική άποψη και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το προσβληθέν μέρος της, κράτησε την υπόθεση και, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ανέβαλε την έκδοση της απόφασης και διέταξε, προς συμπλήρωση των αποδείξεων, την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, από τον ορισθέντα από αυτήν πραγματογνώμονα.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν προχώρησε στην ερευνά της παρεμπίπτουσας αγωγής των εναγόμενων και ήδη εφεσίβλητων, διότι οι τελευταίοι δεν άσκησαν (επικουρική) έφεση κατά του κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης, που αφορούσε την παρεμπίπτουσα αγωγή και έτσι δεν είχε μεταβιβασθεί ενώπιον του Εφετείου το κεφάλαιο αυτό.
Περαιτέρω, οι νόμιμοι κληρονόμοι του αρχικού ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι υπεισήλθαν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και συνέχισαν τη δίκη, επανέφεραν με την από 19-7-2018 κλήση τους, την υπόθεση για συζήτηση μετά και την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης που διέταξε το Δικαστήριο κατά τα ανωτέρω.
Εκδόθηκε δε από το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 75/2020 απόφαση η οποία δικάζοντας κατ'αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε τον αρχικό ενάγοντα κύριο του επιδίκου ακινήτου και διέταξε τους εναγόμενους να του το αποδώσουν.
ii. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 28/2022, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 45/2016, ΑΠ 536/2011).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που ανάγονται στη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. 'Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή η ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της, επιφέρει δε την απόρριψη της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1492/2021, ΑΠ 982/2021).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αλλά και της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ακινήτου (άρθρ 1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ) ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ'αυτού, του οποίου απαιτείται να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του και να μπορεί να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη, όταν δε το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου ο ενάγων έχει την υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του και να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου (και όχι ασαφούς) επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 388/2017, ΑΠ781/2016, ΑΠ78/2015).
Τέτοια περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα που ενσωματώνεται στην αγωγή. Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής στο οποίο δεν ενσωματώνεται τοπογραφικό διάγραμμα, εφόσον από την περιγραφή του ακινήτου δεν υφίσταται αμφιβολία για την ταυτότητα του (ΑΠ 1214/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της πιο πάνω αγωγής προκύπτει ότι ο αρχικός ενάγων Α. Ξ., εξέθετε σ αυτήν ότι είναι κύριος με παραγωγό άλλως με πρωτότυπο τρόπο ενός αγροτεμαχίου χέρσου εκτάσεως τριών (3) ζευγαριών ή 20.150 τετρ. μέτρων η κατά νεότερη καταμέτρηση 21.590 τετρ.
μέτρων, στην θέση "..." η "..." της περιφέρειας της κοινότητας ... και πρώην Δήμου …, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ζώνης, άρτιου και οικοδομήσιμου κατά τις διατάξεις του Γ.O.K.. Ότι ο αγρός αυτός εμφανίζεται στο από μηνός Ιανουάριου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Β. Α. Ζ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο υπ' αριθμόν ...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Κωνσταντίνος Σ. - Μ., στο οποίο εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ..., περιτριγυρίζεται δε από ιδιόκτητο δρόμο πλάτους τεσσάρων (4) μέτρων, η έκταση του οποίου συμπεριλαμβάνεται καθ' όλο το μήκος και πλάτος αυτού στην έκταση του προαναφερθέντος αγρού και συνορεύει πέραν τούτου βόρεια επί πλευράς Θ-Ι μήκους εβδομήντα (70) μέτρων συν πλευράς Ι-Κ με ιδιοκτησία Ο., επί πλευράς Κ-Λ μήκους σαράντα (40) μέτρων συν πλευράς Λ-Μ μήκους τριάντα ενός (31) μέτρων συν πλευράς Μ-Ν μήκους τριανταέξι μέτρων με ιδιοκτησία Μ., ανατολικά επί πλευράς Ν-Ξ μήκους πενήντα τεσσάρων (54) μέτρων συν πλευράς Ξ-0 μήκους σαράντα (40) μέτρων με ιδιοκτησία Γ.
Μ. (στην πλευρά δε αυτή -ανατολική του αγρού- υπάρχει ιδιωτικός παλαιός ναΐσκος ανεγερθείς προ πολλών ετών), νότια επί πλευράς Ο - Π συν πλευράς Π - Ρ μήκους εκατόν έξι (106) μέτρων με ιδιοκτησία Κ. συζ. Γ. Τ., επί πλευράς Ρ-Λ μήκους ενενήντα έξι (96) μέτρων με ιδιοκτησία Α. συζ. Α. Σ. και δυτικά επί πλευράς Α-Β μήκους τεσσάρων (4) μέτρων συν πλευράς Β - Γ μήκους πενήντα πέντε (56) μέτρων συν πλευράς Γ-Δ μήκους δεκατεσσάρων (14) μέτρων συν πλευράς Δ - Ε συν πλευράς Ε - Ζ μήκους τριάντα πέντε (35) μέτρων συν πλευράς Ζ - Η μήκους τριάντα τριών (33) μέτρων συν πλευράς Η - Θ με ιδιοκτησίες Ι.
Π. και Α. Τ.. Ότι εντός του προαναφερόμενου αγροτεμαχίου, στο βοριοδυτικό άκρο του, περιλαμβάνεται το επίδικο εδαφικό τμήμα επιφάνειας 4.238 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία Ξ-Ο-Π-Ρ-Χ-Ξ στο από μηνός Οκτωβρίου 1992 Τοπογραφικό Διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Ν. Μ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο υπ' αριθμόν ...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου οι εναγόμενοι αγόρασαν αυτό από την δικαιοπάροχο του (ενάγοντα) Κ. Τ. και μετέγραψαν. Έχει δε έκταση πλευράς Η-Ο εξήντα πέντε μέτρα και πενήντα εκατοστά (65,50), Ο-Π εβδομήντα μέτρα (70), Π-Ρ πενήντα επτά μέτρα και πενήντα εκατοστά (57,50), Ρ-Χ εξήντα μέτρα (60) και Χ - Ξ τριάντα οκτώ μέτρα (38), όπως προκύπτει από τη σύγκριση του προαναφερόμενου αυτού διαγράμματος με το από μηνός Ιανουαρίου 1969 διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ζ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο ...
πωλητήριο Συμβόλαιο της Κ. Σ. - Μ., δυνάμει του οποίου αυτός (αρχικός ενάγων) απέκτησε την κυριότητα του μείζονος ακινήτου, αλλά και όπως προκύπτει από την σύγκριση με το από το από 3-11-2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Μ., στο οποίο το μείζον ακίνητο εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ...
η δε πλευρά Ξ-Ο του επιδίκου ακίνητου βρίσκεται εντός του μείζονος ακινήτου και το σταθερό σημείο Ξ ταυτίζεται με το σημείο Η του μείζονος ακινήτου, οι πλευρές Ο-Π, Π-Ρ και Π -Χ βρίσκονται εντός των ορίων του μείζονος ακίνητου, ενώ η πλευρά Χ- Ξ ταυτίζεται με την πλευρά Ζ - Η του μείζονος ακίνητου. Ζητούσε δε, ο αρχικός ενάγων, ν'αναγνωριστεί η κυριότητα του επί του επίδικου ακίνητου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι που το κατέλαβαν να του το αποδώσουν.
Η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και πλήρης, διότι αναφέρεται σ αυτήν κτήση κυριότητας του αρχικού ενάγοντος επί του επιδίκου με παράγωγο τρόπο (αγορά από αληθινό κύριο) και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), προσδιορίζεται δε επακριβώς κατά είδος, θέση, έκταση και όρια τόσο το μείζον ακίνητο, όσο και το εντός αυτού επίδικο και δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Το γεγονός ότι τα μνημονευόμενα στην αγωγή, τοπογραφικά διαγράμματα, στα οποία και εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο (και η μεγαλύτερη έκταση στην οποία αυτό εμπίπτει) δεν προσαρτήθηκαν στην αγωγή, δεν καθιστά την αγωγή αόριστη ως προς την περιγραφή του. Επιπλέον, το εάν τα επικαλούμενα στην αγωγή τοπογραφικά διαγράμματα και ο προσδιορισμός του επιδίκου αλλά και του μείζονος ακινήτου που γίνεται με βάση αυτά, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αποτελούν θέμα αποδείξεως και δεν καθιστούν την αγωγή αόριστη, όπως επίσης δεν καθίσταται αυτή αόριστη και από την αναφερόμενη ως επιφάνεια του μείζονος ακινήτου τριών (3) ζευγαριών ή 20.150 τ.μ.
ή κατά νεότερη καταμέτρηση 21.560 τ.μ. Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο, μη κηρύξεως απαραδέκτου και ο τρίτος λόγος και των δύο συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ: αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παραγωγό αυτό τρόπο της κυριότητας, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Από δε. τις διατάξεις των άρθρων 239, 513 επ., 1033 και 1191ΑΚ προκύπτει ότι η πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη, δηλαδή, μόνο η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της συμβάσεως, πλην όμως, έναντι του αληθινού κυρίου, δεν είναι ισχυρή η εν λόγω μεταβίβαση αφού γι' αυτήν απαιτείται να είναι κύριος αυτός που μεταβιβάζει (ΑΠ 20/2017, ΑΠ 308/2015).
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045 και 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, φυσική εξουσία (κατοχή), με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις του νομέα να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 1496/2021, ΑΠ 308/2015).
Ειδικότερα κατά το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus).
Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini).
άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, ο καθαρισμός η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το Δικαστήριο κατά την κοινή αντίληψη με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίσταση (ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 401/2016).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1041, 1045 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αποτελεί ένσταση, αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον, όμως, τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ:
αυτήν' είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή ή συμπίπτουν με αυτά της αγωγής όχι εξολοκλήρου, αλλά τόσο ώστε ο υπολειπόμενος χρόνος να μην είναι αρκετός για θεμελίωση της αγωγής (ΑΠ 778/2021, ΑΠ 54/2014).
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, υ κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 638/2020).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας" ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 354/2022).
Από δε τη διάταξη δε του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λογούς αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις η οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 573/2018).
Επίσης κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του (ΑΠ 587/2020).
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ:
αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 619/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 92/2013).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν η χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (AΠ 619/2020, AΠ 65/2017, 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε (Α Π 272/2021, ΑΠ 13/8/2018, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 225/2009, ΑΠ 2174/2007).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού(Α Π1215/2020,87/2013).
Με βάση αυτά δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχόμενου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 687/2020, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 67/2013).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (ΟΛΑΠ 11/1996, AΠ 306/2021, ΑΠ 85/2021, ΑΠ 1454/2014).
IV. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αυτή δέχθηκε μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο εδαφικό τμήμα βρίσκεται εκτός οικισμού ..., στην θέση "..." ή ..., εμφαίνεται στο από Οκτώβριος 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.
Μ. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α, είναι επιφάνειας κατ' αυτό 4.238 τμ και συνορεύει γύρωθεν, κατ' αυτό, επί πλευράς Α-Β-Γ μήκους 135,5 μ. με αγροτική οδό, επί πλευράς Γ-Δ, μήκους 57,50 μ. με φερόμενη ιδιοκτησία M. D., επί πλευράς Δ-Ε, μήκους 65μ. με ιδιοκτησία Κ. Τ. και επί πλευράς Ε-Α μήκους 38μ. με ιδιοκτησία Α. Τ.. Κατά τον πραγματογνώμονα, αγρονόμο-τοπογράφο μηχανικό, Θ.
Τ. που ορίστηκε με την με αριθμό 141/2015 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, σε αντικατάσταση αυτού, που είχε οριστεί με την με αριθμό 137/2012 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, το επίδικο έχει επιφάνεια 4.479 τ.μ. και εμφαίνεται στο από Ιούνιο του 2018 τοπογραφικό διάγραμμα, με τα στοιχεία Θ-α1-α2-Ζ-Θ, το οποίο συνορεύει γύρωθεν κατ'αυτό:
Βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς Θ-α1, συνολικού μήκους 134.85μ , υλοποιημένης με συρματόπλεγμα με την υπόλοιπη έκταση του αρχικού ενάγοντος και ειδικότερα με την αγροτική οδό, που διέρχεται από το ακίνητο του αρχικού ενάγοντος και περιλαμβάνεται στην έκταση αυτού, ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς α1-α2 συνολικού μήκους 56,14τμ, υλοποιημένης με το ίχνος λίθινου τοιχίου πρόσφατης κατασκευής (είναι εμφανές το θεμέλιο), με φερόμενη ιδιοκτησία Ν.
Μ. Γ., δυνάμει του με αριθμό 879/20-11-1991 συμβολαίου, νότια επί τεθλασμένης πλευράς α2-Ζ, συνολικού μήκους 67,45 μ., υλοποιημένης με συρματόπλεγμα, με την υπόλοιπη έκταση του αρχικώς ενάγοντος και δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς Ζ-Θ, συνολικού μήκους 38,21 μ., υλοποιημένης με ξηρολιθικό τοιχίο πρόσφατης κατασκευής, με ιδιοκτησία Α.
Τ.. Ο αρχικός εκκαλών - αρχικός ενάγων, Α. Π. Ξ. και μετά τον επισυμβάντα θάνατό του την 1-11-2008, οι καλούντες - νόμιμοι κληρονόμοι του, που συνεχίζουν την δίκη, ισχυρίζονται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των ιδίων και των αμέσων, απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους, ενώ οι εναγόμενοι και η αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα και μετά τον επισυμβάντα θάνατό της στις 14-10-2006, οι νόμιμοι κληρονόμοι της, που συνεχίζουν την δίκη, ισχυρίζονται ότι αυτό περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους.
Δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου διανομής κληρονομιαίων ακινήτων του συμβολαιογράφου ... Φραγκίσκου Σαρρή το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου της νήσου ... ... ο Ν. Φ. του Α. (απώτερος δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος) έλαβε στην αποκλειστική του κυριότητα, μεταξύ άλλων κληρονομιαίων και διανεμητέων ακινήτων και ένα ακίνητο, που περιγράφεται επί λέξει: "έναν αγρό κείμενον κατά την θέση "..., της ιδίας Κοινότητας, εκτάσεως τριών περίπου ζευγαριών, περιέχοντα "... ...", συνορεύοντα με κτήματα κληρονόμων Ι.
Β., Ε. Ρ. και οδόν διερχομένην δια των κτημάτων Ε. Ρ.". Στη συνέχεια ο κύριος του ως άνω ακινήτου, Ν. Φ. του Α., δυνάμει του με αριθμό ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, του συμβολαιογράφου ... Θεόδωρου Κονταράτου, νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ......., μεταβίβασε δια πωλήσεως την κυριότητα του ως άνω ακίνητου στην αρχική προσεπικαλούμενη και προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ.
συζ. Γ. Τ. και συγκεκριμένα "έναν αγρόν χέρσον κείμενον κατά την θέσιν "..." της περιφέρειας της Κοινότητας ... και τέως Δήμου …, εκτάσεως τριών (3) ζευγαριών, συνορευόμενον γύρωθεν με κτήματα Σ. Ε. Ρ, Γ. Τ. και Κ. Τ., η οδός δε η άγουσα εις τον αγρόν τούτον όστις περιήλθε αυτώ εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός του, Α.
Ν. Φ. και δυνάμει του υπ'αρίθμ. ... της 15ης Φεβρουάριου του 1924 έτους διανεμητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου ..., Φραγκίσκου Σαρρή, μεταγραφέντος νομίμως εν τοις βιβλίοις των μεταγραφών του τέως Δήμου ... ...., διέρχεται δια του αγρού του Σ. Ρ.". Ακολούθως η αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ.
συζ. Γ. Τ., με το με αριθμό ... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ενώπιον του συμβολαιογράφου ..., Δημητρίου Κονδύλη, διόρισε ειδικό αυτής πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο, τον Κ. Π. Λ., προς τον οποίο παρείχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα , να πωλήσει, μεταβιβάσει και να παραδώσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή προς οποιονδήποτε και με οποιουσδήποτε όρους, συμφωνίας και τίμημα εγκρίνει το ως άνω ακίνητο της, το οποίο εξειδικεύεται στο εν λόγω πληρεξούσιο ως εξής: "έν αγρόκτημα κείμενον εις θέσιν "..." της περιφερείας της Κοινότητας ..., εκτάσεως κτήματα Γ.
Μ. Κ. Τ. Α. Σ., Ι. Π., Α. Κ. Τ. και Γ. Κ. και οδευόμενον δια κτήματος του Γ. Μ., περιελθόν αυτής εξ αγοράς, δυνάμει του με αριθμόν ... της 13ης Οκτωβρίου 1965 έτους του τότε συμβολαιογράφου ..., Θεόδωρου Κονταράτου, μεταγεγραμμένου νομίμως...... Τα όρια του εν λόγω ακινήτου, που περιγράφεται στο παραπάνω πληρεξούσιο, του οποίου έδωσε την ειδική εντολή να μεταβιβάσει την κυριότητα για λογαριασμό της η κυρία αυτού, Κ.
Τ., τα υπέδειξε η ίδια, όπως κατέθεσε ρητά γι'αυτό και ο τότε μάρτυρας της, Ε. Τ., στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Όπως προαναφέρθηκε, στο εν λόγω ειδικό πληρεξούσιο, γίνεται ρητή αναφορά και στον τίτλο με τον οποίο η πληρεξουσιοδότρια Κ. Τ. απέκτησε την κυριότητα αυτού, που είναι ο ίδιος με αυτόν, δυνάμει του οποίου αγόρασε η ίδια το παραπάνω ακίνητο από τον Ν.
Α. Φ., ώστε δεν γεννάται ουδεμία αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα και το αυτό ακίνητο. Περαιτέρω η αρχική προσεπικαλούμενη και προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ. Τ. εκπροσωπούμενη νόμιμα, δυνάμει του ως άνω ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της, το οποίο δεν είχε ανακληθεί, από τον πληρεξούσιό της Κ. Λ., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, την κυριότητα του ως άνω ακινήτου της και παρέδωσε την νομή και κατοχή αυτού, δυνάμει του με αριθμό ...
ανοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Κ. Σγούρδα- Μελισσουργού που μεταγράφηκε νόμιμα ... στον αρχικό εκκαλούντα - αρχικό ενάγοντα, Α. Ξ. του Π. και συγκεκριμένα, όπως επί λέξει αναφέρετα: "έναν αγρό χέρσο κείμενο στη θέση ... της περιφέρειας της Κοινότητας ... και πρώην Δήμου ..., εκτάσεως τριών (3) ζευγαριών, συνορευόμενων τριγύρω με κτήματα Σ.
Ε. Ρ., Γ. Τ., η οδός δε που οδηγεί στον αγρόν αυτό διέρχεται δια του αγρού του Σ. Ρ.. Ο πιο πάνω αγρός εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ... και στο εδώ προσαρτώμενο, νόμιμα χαρτοσημασμένο και υπογεγραμμένο από τους συμβαλλόμενους και εμένα , από μηνός Ιανουάριου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Β.
Α. Ζ., στο οποίο υπάρχει και η δήλωση του N.G51/1977 του συντήξαντος αυτό υπομηχανικού ότι ο εν λόγω αγρός είναι εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός Ζώνης, είναι άρτιος και οικοδομήσιμος κατά τις διατάξεις του ΓΟΚ, έχει έκταση, σύμφωνα με αυτό, μέτρα τετραγωνικά είκοσι χιλιάδες εκατόν πενήντα (20.150) ή όσης έκτασης και αν είναι επί τόπου και συνορεύει βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς Θ-Ι μήκους εβδομήντα (70) μέτρων, συν πλευράς I - Κ, με ιδιοκτησία Ο., συν πλευράς Κ - Α μήκους σαράντα (40) μέτρων, συν πλευράς Λ - Μ μήκους τριάντα ενός (31) μέτρων, συν πλευράς Μ - Ν μήκους τριάντα έξι (36) μέτρων, με ιδιοκτησία Μ., ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Ν - Η μήκους πενήντα τεσσάρων (54), συν πλευράς Ξ-Ο μήκους σαράντα (40) μέτρων, με ιδιοκτησία Γ.
Μ., νότια επί τεθλασμένης πλευράς Ο - Π, συν πλευράς Π - Ρ μήκους μέτρων εκατόν έξι (106), με ιδιοκτησία ιδίας πωλήτριας Κ. συζ. Γ. Τ. συν πλευράς Ρ-Α μήκους μέτρων ενενήντα έξι (96), με ιδιοκτησία Α. συζ. Α. Σ. και δυτικά επί τεθλαμένης πλευράς Α-Β μήκους μέτρων τεσσάρων (4), συν πλευράς Β-Γ μήκους μέτρων πενήντα πέντε (55), συν πλευράς Γ-Δ μήκους μέτρων δεκατεσσάρων (14), συν πλευράς Δ-Ε, συν πλευράς Η - Ζ μήκους μέτρων τριάντα πέντε (35), συν πλευράς Ζ - Η μήκους μέτρων τριάντα τριών (33), συν πλευράς Η-Θ, με ιδιοκτησίες Ι.
Π. και Α. Τ.. Περιμετρικά του αγρού και όπως αυτό αποτυπώνεται στο εδώ προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα και σε πλευρές Η-Θ, συν Θ-Ι, συν Ι-Κ, συν Κ-Λ, συν Λ-Μ, συν Μ-Ν, συν Ν-Ξ, συν Ξ-Ο, συν Ο-Π, συν Π-Ρ, συν Ρ-Α, συν Α-Β υπάρχει ιδιωτικός δρόμος, πλάτους τεσσάρων (4) μέτρων, η έκταση του οποίου καθ' όλο το μήκος και πλάτος αυτού συμπεριλαμβάνεται στην έκταση του πωλουμένου δια του παρόντος αγρού, στην δε ανατολική πλευρά αυτού υπάρχει μικρός ιδιωτικός παλαιός ναΐσκος ανεγερθείς προ πολλών ετών".
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στο συμβόλαιο αυτό (...), όπως και στο πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου εκπροσωπήθηκε η πωλήτρια, γίνεται ρητή αναφορά όλων των ανωτέρω τίτλων, δυνάμει των οποίων ο εν λόγω αγρός περιήλθε στην κυριότητα της αρχικής προσεπικαλούμενης - προσθέτως παρεμβαίνουσας, Κ. συζ. Γ. Τ., ώστε δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία ότι πρόκειται για το ίδιο ακίνητο.
Τα όρια του ως άνω ακινήτου, που μεταβιβάστηκε στον αρχικό εκκαλούντα - αρχικό ενάγοντα, προκειμένου να συνταχθεί το από Ιανουάριο 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του υπομηχανικού Β. Ζ.., που προσαρτήθηκε στο παραπάνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ως άνω ακινήτου δυνάμει του οποίου περιγράφηκε σ'αυτό το ακίνητο, υποδείχθηκαν, κατά ρητή δήλωση του συντάξαντος αυτό υπομηχανικού στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, από την ιδιοκτήτρια του εν λόγω ακινήτου, αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ.
συζ. Γ. Τ., αλλά το ίδιο κατέθεσε και ο μάρτυρας του ενάγοντος, ότι δηλαδή τα όρια του ακίνητου, που αγόρασε ο αρχικός ενάγων τα υπέδειξε, παρουσία του ιδίου (μάρτυρα), η ίδια η πωλήτρια, Κ. Τ.. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο παραπάνω πληρεξούσιος Κ. Λ., που ενήργησε στην ως άνω αγοραπωλησία για λογαριασμό της πωλήτριας Κ.
Τ., δυνάμει του με αριθμό ... ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, απέδωσε το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο αυτό τίμημα, ποσού 1.500.000 δρχ, το οποίο και είχε προηγουμένως λάβει από τον αγοραστή, στο σύζυγο της ιδιοκτήτριας, Γ. Τ., ο οποίος παρέλαβε αυτό (τίμημα) για λογαριασμό της συζύγου του, όπως τούτο προκύπτει ρητά από την από 28-12-1990 ιδιόγραφη απόδειξη υπογεγραμμένη από τον λαβόντα το τίμημα, Γ.
Τ., την οποία ουδείς των διαδίκων αμφισβήτησε. Συγκεκριμένα αναφέρεται σ' αυτήν επί λέξει "Απόδειξη δρχ. 1.500.000. Ο υπογεγραμμένος Γ. Τ. έλαβον από τον κ. Κ. Λ., δια λογαριασμό της συζύγου μου, το ως άνω ποσό από την πώληση ενός κτήματος είκοσι ( 20) στρεμμάτων περίπου, στην θέση ... ..., ιδιοκτησίας της συζύγου μου. 28-12-1990.
Ο λαβών υπογραφή ΓΕ Τ.". Από την παραπάνω αλληλουχία των τίτλων αποδεικνύεται ότι το ακίνητο, που απέκτησε ο αρχικός εκκαλών - αρχικός ενάγων, Α. Ξ. του Π. από την αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ. Τ., με το με αριθμό ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ταυτίζεται τόσο ως προς τα όρια, όσο και ως προς την έκταση με το ακίνητο, που είχε αποκτήσει η ως άνω δικαιοπάροχος του με το με αριθμό .../13-10-1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο από τον δικαιοπάροχο της Ν.
Φ. και ο οποίος είχε αποκτήσει αυτό από διανομή κληρονομιαίων ακινήτων, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου διανομής και το οποίο εμφαίνεται στο μεν ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Ζ.., με τα στοιχεία ..., στο δε από Ιούνιος 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του διορισθέντος με την με αριθμό 141/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, σε αντικατάσταση του διορισθέντος με την με αριθμό 137/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονα, Θ.
Τ. αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, εμφαίνεται με τα στοιχεία ... είναι επιφανείας σύμφωνα με το τελευταίο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα και την με αριθμό ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης, 21.519τμ και συνορεύει κατ' αυτό και την με αριθμό ... ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης: Δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς Α-Β συνολικού μήκους 7,64μ, υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Α.
συζ. Ν. Σ. (νυν Α. και Ι. Λ.), επί τεθλασμένης πλευράς Β-Γ-Δ-Ε συνολικού μήκους 72,29μ., υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, κατά τμήματα κατεστραμμένο, επί του οποίου έχει τοποθετηθεί συρματόπλεγμα, με ακίνητο ιδιοκτησίας Ι. Π. και επί τεθλασμένης πλευράς Ε- Ζ-Θ συνολικού μήκους 70,04μ, υλοποιημένο με ξηρολιθικό τοιχίο πρόσφατης κατασκευής, με ακίνητο ιδιοκτησίας Α.
Τ., Βόρεια επί ευθείας πλευράς Θ-Ι μήκους 70,00μ, μη υλοποιημένης, με ακίνητο ιδιοκτησίας Ο. και επί πλευράς τεθλασμένης Ι-Κ-Λ-Μ-Ν συνολικού μήκους 111,37 μ., με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ., Ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Ν-Ξ συνολικού μήκους 54,00μ. υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, κατά τμήματα κατεστραμμένο και επί τεθλασμένης πλευράς Ξ-Ο συνολικού μήκους 41,99μ, υλοποιημένης με την οριογραμμή χωματόδρομου, με ακίνητο ιδιοκτησίας των Κληρονόμων Μ.
Δ. του Γ. (πρώην Σ. Ρ. του Ε. και παλαιότερα Μ. συζ. Ε. Ρ.), Ανατολικά επί πλευράς O-Ο' μήκους 6,12μ με αγροτική οδό διερχόμενη από το ακίνητο και επί τεθλασμένης πλευράς Ο'-Π-Ρ συνολικού μήκους 111,93μ., υλοποιημένης στο τμήμα Π-Ρ με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Κ. συζ. Γ. Τ. (πρώην ιδιοκτησίας Ν.
Κ. και παλαιοτέρα Μ. χήρας Ι. Β.) και Νότια επί τεθλασμένης πλευράς Ρ-Α, συνολικού μήκους 95,36μ, υλοποιημένης με παλαιό ξηρολοθικό τοιχίο, με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Α. συζ. Ν. Σ. (νυν Α. και Ι. Λ.). Στο εν λόγω ακίνητο περιλαμβάνεται και ο ιερός Ναός "...". Το ως άνω ακίνητο, όπως προκύπτει από την με αριθμό ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το δικαστήριο τούτο με την προαναφερόμενη απόφασή του πραγματογνώμονα, Θ.
Τ., αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού, αλλά και από την από Μάρτιος 2018 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού Χ. Π., είχε ανέκαθεν χαρακτηριστικό σχήμα του περιμετρικού του ορίου και ήταν οριοθετημένο με υλοποιημένα όρια με ξηρολιθιές, οι οποίες διατηρούνται κατά τόπους ακόμη και σήμερα και κατά τμήματα είναι κατεστραμμένες.
Όπως προκύπτει από την αεροφωτογραφία λήψης 1960 το ακίνητο αυτό, στο βορειοανατολικό τμήμα του οποίου βρίσκεται ο ιδιόκτητος παλαιός ναός "...", που αναφέρεται και στον τίτλο του 1924, χωρίζεται σε τρία διακριτά τμήματα , ανάλογα της χρήσης του. Στο νοτιότερο τμήμα αυτού, που βρίσκεται και στο χαμηλότερο υψομετρικό σημείο, υπάρχουν αναβαθμοί με χαμηλού ύψους δενδρώδη καλλιέργεια, κατά πάσα πιθανότητα αμπέλια.
Στο ενδιάμεσο τμήμα αυτού παρατηρείται έδαφος οργωμένο, χωρίς αναβαθμούς με εξαίρεση ένα κεντρικό αναβαθμό και μία ακόμα εσωτερική ξηρολιθιά. Το βορειότερο τμήμα, που βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο και δη στην παρυφή του λόγου, περιλαμβάνει το κτίσμα της εκκλησίας, δεν φαίνεται να καλλιεργείται, αλλά οριοθετείται βόρεια με ξηρολιθιά.
Πέραν του τμήματος αυτού η όμορη ιδιοκτησία προς βορρά είναι καλλιεργημένη. Το σύνολο του ακινήτου αυτού οριοθετείται από όμορες ιδιοκτησίες, που καλλιεργούνται και διαχωρίζονται επίσης από υλοποιημένα όρια. Στην αεροφωτογραφία του 1982 το μόνο που διαφοροποιείται είναι στην χρήση της γης και συγκεκριμένα στην γεωργική της εκμετάλλευση.
Η γη έχει εγκαταλειφθεί, ως προς την γεωργική της χρήση, όχι μόνο στο ως άνω ακίνητο, αλλά και σε μεγάλο ποσοστό και στις όμορες εκτάσεις. Από αυτό προκύπτει και το ότι στο προαναφερόμενο με αριθμό ... συμβόλαιο διανομής κληρονομιαίων ακινήτων, το ως άνω ακίνητο αναφέρεται ως αγρός, ενώ στο ως άνω με αριθμό .../1965 ανοραπωλητήριο συμβόλαιο, που είχε εγκαταλειφθεί η καλλιέργεια, αναφέρεται ως χέρσος αγρός.
Επίσης σε όλους τους παραπάνω τίτλους, ρητά αναφέρεται ότι η οδός, που οδηγεί στον αγρό αυτό διέρχεται από τα κτήματα αρχικά του Ε. Ρ. (...) και μετέπειτα Σ. Ρ. (... και ...), που είναι σε όλους τους τίτλους η όμορη προς ανατολάς ιδιοκτησία του ως άνω ακινήτου και δεν αναφέρεται σε κανένα τίτλο ότι εντός του εν λόγω ακίνητου αεροφωτογραφίες του 1960.
Εάν υπήρχε νότια του ως άνω ακινήτου, που απέκτησε ο αρχικός εκκαλών - αρχικός ενάγων από την αρχική προσεπικαλουμένη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ. Τ., αγροτική οδός, με την οποία μάλιστα και συνόρευε προς νότο το ακίνητο αυτό, που απέκτησε ο αρχικός ενάγων, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι και το αναφέρει αυτό και ο αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός τους Ε.
Κ. στην από 5-11-2019 τεχνική έκθεσή του, ότι δηλαδή διακρίνεται τέτοιος στην (αεροφωτογραφία του 1945, ο οποίος διέρχεται από δυσμάς προς ανατολάς, περνά νότια του Ι.Ν. του Σ. και κατευθύνεται προς τα ανατολικά ευρισκόμενα κτήματα Ρ. και συνορεύει προς νότο το ως άνω ακίνητο , σίγουρα θα αναφερόταν αυτό στους παραπάνω τίτλους του αρχικού εκκαλούντος - αρχικού ενάγοντος και δεν θα αναφερόταν σ'αυτούς, όπως προλέχθηκε, ότι η οδός που οδηγεί στον εν λόγω αγρό, διέρχεται από τα κτήματα Ρ., που είναι όμορη προς ανατολάς ιδιοκτησία.
Το σχήμα του ως άνω ακινήτου, τα όριά του, η διατήρηση των ανατολικών, δυτικών και νοτίων παλαιών τοιχίων εκ ξηρολιθιάς και τα ίχνη αυτών, που το οριοθετούσαν και το οριοθετούν στον χώρο, διαχωρίζοντάς το από τις όμορες ιδιοκτησίες, που και αυτές οριοθετούνται με υλοποιημένα όρια, καθώς και η θέση του ναού προσδιορίζουν το εν λόγω ακίνητο κατά θέση και έκταση, που απέκτησε ο αρχικός ενάγων, δυνάμει του ως άνω με αριθμό ...
αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και είναι αυτό, που εμφαίνεται στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Ζ.. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ..., επιφανείας, κατ'αυτό 20.150τμ και στο από Ιούνιο 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του διορισθέντος πραγματογνώμονα Θ. Τ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ... και έχει έκταση, και'αυτό 21.519 τμ.
Το ότι η επιφάνεια του παραπάνω ακινήτου είναι η προαναφερομένη στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης (21.519 τμ), παρότι στους αρχικούς τίτλους αλλά και σε αυτόν (τίτλο) του αρχικού εκκαλούντος - αρχικού ενάγοντος αναγράφεται και επιφάνειας τριών ζευγαριών, πέραν της αναφερομένης των 20.150 τμ, αποδεικνύεται, εκτός της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και του συνοδεύοντος αυτήν τοπογραφικού διαγράμματος, που αναφέρουν την επιφάνεια αυτή, που προέκυψε από την μέτρησή της, δυνάμει των υλοποιηθέντων και διατηρημένων παλαιών ορίων του εν λόγω ακινήτου, που οριοθετούσε αυτό ανέκαθεν από τις όμορες ιδιοκτησίες και από το γεγονός ότι το σημείο Α του διαγράμματος Β.
Ζ.. ταυτίστηκε με το πλέον νότιο - δυτικό σημείο του παλαιού τοιχίου που υλοποιεί το όριο με το όμορο ακίνητο, πρώην ιδιοκτησίας Α. συζ. Α. Σ. (σημείο Α και κατά τα τοπογραφικά διαγράμματα του προαναφερομένου πραγματογνώμονα) και η οριογραμμή Ο-Π-Ρ του διαγράμματος Ζ., έχει την ίδια διεύθυνση με το παλαιό τοιχίο στην ίδια θέση (βλ.
προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Επίσης ενισχυτικό στοιχείο του ότι η επιφάνεια του παραπάνω ακινήτου, δεν είναι αυτή των 12 στρεμμάτων, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι, αλλά αυτή των 21.519 τμ., είναι και το ότι: 1) τα όρια του ακινήτου που μεταβιβάστηκε στον αρχικό ενάγοντα από την αρχική προσεπικαλούμενη-προσθέτως παρεμβαίνουσα, με βάση τα οποία μετρήθηκε και η επιφάνεια αυτού, υποδείχθηκαν από την ίδια την ιδιοκτήτρια αυτού, Κ.
Τ., στον ορισμένο από αυτήν πληρεξούσιο Κ. Λ. και αναγράφονται ρητά τα όρια αυτού στο εν λόγω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, όπως προαναφέρθηκε, τα οποία συμπίπτουν με αυτά του με αριθμό ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και 2) από την προαναφερομένη από 28-12-1990 απόδειξη, με την οποία, όπως έχει προλεχθεί, ο σύζυγος της πωλήτριας Γ.
Τ., έλαβε για λογαριασμό της συζύγου του, από τον πληρεξούσιο Κ. Λεούση, που ενεργούσε για λογαριασμό της πωλήτριας του ως άνω ακινήτου, το ποσό του τιμήματος των 1.500.000 δρχ. αναφέροντας σ' αυτήν (απόδειξη) ο ίδιος ο λαβών σύζυγος ότι το πωληθέν ακίνητο ήταν επιφάνειας είκοσι (20) στρεμμάτων. Επίσης τα όρια του εν λόγω ακινήτου, υποδείχθηκαν στον συντάξαντα το από Ιανουάριο 1989 τοπογραφικό διάγραμμα Β.
Ζ.αφειράτο, το οποίο προσαρτήθηκε στο με αριθμό ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο , από την ίδια την πωλήτρια, όπως προκύπτει από την σχετική δήλωση του συντάξαντος αυτό. Το δε προαναφερόμενο με αριθμό ... ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ήταν ισχυρό κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης του εν λόγω ακίνητου, καθόσον δεν είχε αυτό ανακληθεί, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού των εφεσιβλήτων - εναγόμενων περί συμπαιγνίας μεταξύ του πληρεξουσίου και του αγοραστού -αρχικού ενάγοντος εκμεταλλευόμενοι την απειρία αυτής, καθόσον κάτι τέτοιο δεν ισχυρίστηκε με τις προτάσεις της ούτε η ίδια η πωλήτρια, αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, αντιθέτως η τελευταία ισχυρίστηκε ότι πράγματι δια του εν λόγω πληρεξουσίου μεταβίβασε το ακίνητο αυτό στον αρχικό ενάγοντα αλλά πέραν τούτου κάτι τέτοιο ουδόλως αποδείχθηκε.
Αντίθετα από την προαναφερόμενη απόδειξη, όπου ο σύζυγος της πωλήτριας Γ. Τ. αναφέρει ότι έλαβε το τίμημα από την πώληση του εν λόγω ακινήτου από τον ως άνω πληρεξούσιο Κ. Λ., ο οποίος ενήργησε για λογαριασμό της συζύγου του και ο οποίος, όπως αναφέρεται και στο ίδιο το ως άνω συμβόλαιο, είχε εισπράξει το τίμημα από τον αγοραστή, αποδεικνύεται ότι ουδεμία συμπαιγνία ή εκμετάλλευση της πωλήτριας έγινε.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι, Φ. Ψ. και Μ. Κ. απέκτησαν δυνάμει του με αριθμό ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ..., Ιωάννη Γκίκα, νομίμως μεταγραμμένο ... με διαλυτική αίρεση, από την αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ. συζ. Γ. Τ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της Κοινότητας ..., πρώτα Δήμου ..., έκτασης τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων τριάντα οκτώ (4.238) τ.μ.
το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου της και φαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ- Ε-Α στο συνημμένο στον εν λόγω τίτλο με ημερομηνία από Οκτωβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Μ., και συνορεύει γύρω του κατά το πιο πάνω διάγραμμα: Βόρεια σε πλευρά Α-Β-Γ μέτρων εκατόν τριάντα πέντε και 50% (135,50) με αγροτικό δρόμο, Ανατολικά σε πλευρά Γ-Δ μέτρων πενήντα επτά και 50% (57,50) με ιδιοκτησία Ν.
Μ. Γ. Νότια σε πλευρά Δ-Ε μέτρων εξήντα πέντε (65) με το υπόλοιπο ακίνητό της και Νοτιοδυτικά σε πλευρά Ε-Α μέτρων τριάντα οκτώ με ιδιοκτησία Α. Τ.. Η δικαιοπάροχος αυτών (εναγομένων) είχε αποκτήσει αυτό, σε μεγαλύτερη έκταση, όπως ρητά αναφέρει στον εν λόγω τίτλο από αγορά από τον Ν. Κ. του Α., δυνάμει του με αριθμό ...
αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Ιωάννη Κουτσουρού, νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών ... , στο οποίο περιγράφεται ως "ένας αγρός κείμενος στη θέση ... της Κοινότητας ... τέως Δήμου ... εκτάσεως μετά των χέρσων μερών δώδεκα ζευγαριών μετά της υπ' αυτού συκής και αγριελιάς και συνορευόμενο με κτήματα Ε.
Ρ., Ν. Φ., Β. Φ., Α. Φ., κληρονόμων Α. Β. και οδόν διερχομένη για των αγρών των κληρονόμων Ι. Κ.". Ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων, Ν. Κ. είχε αποκτήσει αυτό από αγορά από την Μ. χήρα Ι. Β., δυνάμει του με αριθμό ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ..., Φραγκίσκου Σαρρή, νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ......, το οποίο περιγράφεται ως "ένας αγρός, κείμενος στην θέση ...
της Κοινότητας ... τέως Δήμου ..., εκτάσεως μετά των χέρσων μερών δώδεκα ζευγαριών, περιέχοντος μία αγριοσυκιά και μία αγριοελιά, συνορεύοντος με κτήματα Ε. Ρ., Ν. Φ., Α. Φ., Β. Φ., κληρονόμων Α. Β. και οδόν διερχομένη δια των εκεί κτημάτων Ι. Κ.". Από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι, το ακίνητο που μεταβιβάστηκε στον αρχικό ενάγοντα Α.
Ξ. του Π., είχε πάντοτε σύμφωνα με όλους τους προαναφερθέντες τίτλους ιδιοκτησίας επί αυτού, τα ίδια σταθερά όρια και ταυτίζεται απολύτως με αυτό των προηγούμενων τίτλων, όπως τούτο προκύπτει και από την με αριθμό ... ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την παραπάνω απόφαση του δικαστηρίου τούτου απόφαση, Θ.
Τ. και συγκεκριμένα η όμορη ιδιοκτησία Ε. Ρ., μετέπειτα Σ. Ρ., μετέπειτα Γ. Δ. Μ. και νυν κληρονόμων Δ. Γ. Μ. η όμορη ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Β., μετέπειτα Ν. Κ. και μετέπειτα Κ. συζ. Γ. Τ. και η οδός, η οποία διέρχεται από τα κτήματα του Ρ. και οδηγεί στον αγρόν αυτόν, χωρίς να αναφέρεται ότι και αυτή (οδός) διέρχεται από τον αγρόν αυτόν, όπως θα αναφερόταν, εάν υπήρχε, όπως άλλωστε αναφερόταν η ύπαρξη του Ι.Ν.
Σ. εντός του ακινήτου τούτου. Επίσης ήταν πάντοτε οριοθετημένο με ξηρολιθιές, που σώζονται μέχρι σήμερα κατά τόπους, τα δε όρια αυτού έχουν υποδειχθεί από την δικαιοπάροχο του αρχικού ενάγοντα, Κ. Τ., όπως προαναφέρθηκε. 'Αλλωστε και όπως, έχει προλεχθεί, από τα σταθερά όρια, που ήταν υλοποιημένα ανέκαθεν με παλαιές ξηρολιθιές, που οριοθετούν τις όμορες ιδιοκτησίες, αποδεικνύεται ότι και η επιφάνεια του ακινήτου, που αγόρασε ο αρχικός ενάγων από την αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα Κ.
Τ. με το με αριθμό ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ήταν επιφάνειας 20.150 τμ κατά τον τίτλο και 21.519 τμ κατά την παραπάνω με αριθμό ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ως άνω πραγματογνώμονα και το συνημμένο με αυτήν από Ιούνιο 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου και το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία ... και ταυτίζεται απολύτως κατά έκταση και όρια, με αυτό του αρχικού τίτλου με αριθμό ..., με το οποίο ο απώτερος δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντος απέκτησε αυτό, αλλά και με αυτό του τίτλου με το οποίο η δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντα απέκτησε τούτο, ήτοι με αυτό του με αριθμό ...
τίτλου, όπως προκύπτει και από την με αριθμό ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Θ. Τ. και την από Μάρτιος 2018 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του αγρ. τοπογράφου μηχανικού Χ. Π. και συνορεύει κατ'αυτό: Δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς Α-Β συνολικού μήκους 7,64μ, υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Α.
συζ. Ν. Σ. (νυν φερόμενο Α. και Ι. Λ.), επί τεθλασμένης πλευράς Β-Γ-Δ-Ε συνολικού μήκους 72,29μ, υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, κατά τμήματα κατεστραμμένο, επί του οποίου έχει τοποθετηθεί συρματόπλεγμα, με ακίνητο φερόμενο ιδιοκτησίας Ι. Π. και επί τεθλασμένης πλευράς Ε-Ζ-Θ συνολικού μήκους 70,04μ, υλοποιημένο με ξηρολιθικό τοιχίο πρόσφατης κατασκευής, με ακίνητο φερόμενο ιδιοκτησίας Α.
Τ., Βόρεια επί ευθείας πλευράς Θ-Ι μήκους 70,00μ, μη υλοποιημένης, με ακίνητο φερόμενο ιδιοκτησίας Ο. και επί πλευράς τεθλασμένης Ι-Κ-Λ-Μ-Ν συνολικού μήκους 111.37 μ, με ακίνητο φερόμενο ιδιοκτησίας Μ., Ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Ν-Ξ συνολικού μήκους 54,00μ, υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, κατά τμήματα κατεστραμμένο και επί τεθλασμένης πλευράς Ξ-Ο συνολικού μήκους 41,99μ, υλοποιημένης με την οριογραμμή χωματόδρομου, με ακίνητο ιδιοκτησίας των Κληρονόμων Μ.
Δ. του Γ. (πρώην Σ. Ρ. του Ε. και παλαιότερα Μ. συζ. Ε. Ρ.), Ανατολικά επί πλευράς Ο-Ο' μήκους 6,12μ με αγροτική οδό διερχόμενη από το ακίνητο και επί τεθλασμένης πλευράς Ο'-Π-Ρ συνολικού μήκους 111,93 μ, υλοποιημένης στο τμήμα Π-Ρ με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Κ. συζ. Γ. Τ. (πρώην ιδιοκτησίας Ν.
Κ. και παλαιότερα Μ. χήρας Ι. Β.) και Νότια επί τεθλασμένης πλευράς Ρ-Α συνολικού μήκους 95,3μ, υλοποιημένης με παλαιό ξηρολιθικό τοιχίο, με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Α. συζ. Ν. Σ. (νυν φερόμενο Α. και Ι. Λ.). Στο εν λόγω ακίνητο περιλαμβάνεται και ο ιερός Ναός "...". Ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων - εναγόμενων ότι το ακίνητο, ο αρχικός ενάγων Α.
Π. Ξ., δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου, είναι μόνο αυτό που περιλαμβάνει τον Ι.Ν. Σ. και ορίζεται στο βόρειο τμήμα αυτού και οριοθετείται κατά την από 5-11-2019 τεχνική έκθεση του οριζόμενου από αυτούς (εναγόμενους) αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού Ε. Κ. με την κίτρινη διαγράμμιση και, που στο από Ιούνιο 2018 ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα είναι με τα στοιχεία Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Θ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι, πέραν των ανωτέρω υποδειχθέντων, τα σύνορα του ακινήτου, που ορίζουν οι εναγόμενοι, είναι τελείως διαφορετικά με αυτά του αρχικού με αριθμό ...
συμβολαίου διανομής, στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είναι κτήματα κληρονόμων Β., που είναι αυτό, που στη συνέχεια αγόρασε ο Ν. Κ. και στη συνέχεια η αρχικώς προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ. Τ., Ε. Ρ. και βρίσκεται ανατολικά του αγορασθέντος από τον αρχικό ενάγοντα ακινήτου και οδό διερχομένη δια των κτημάτων Ε.
Ρ.. Περαιτέρω από όλα τα τοπογραφικά σχεδιαγράμματα και από την με αριθμό ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του προαναφερομένου πραγματογνώμονα, αλλά και από την ως άνω από Μάρτιο 2018 τεχνική έκθεση προκύπτει ότι το επίδικο τμήμα, που περιλαμβάνεται στο ως άνω με αριθμό ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο οι εναγόμενοι αγόρασαν αυτό (επίδικο) από την Κ.
Τ., επιφανείας κατά τον τίτλο 4.238 τμ, εμφαίνεται στο συνημμένο στον τίτλο αυτό από Οκτώβριο 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Μ. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α, έχει επιφάνεια, κατ'αυτόν (πραγματογνώμονα) 4.479 τμ και εμφαίνεται στο από Ιούνιο 2018 τοπογραφικό του διάγραμμα, με τα στοιχεία Θ-α1-α2-Ζ-Θ, περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στο ως άνω μείζον ακίνητο του αρχικού εκκαλούντος - αρχικού ενάγοντος, που ορίζεται με τα στοιχεία ...
στο παραπάνω τοπογραφικό του διάγραμμα και έχει το μείζον ακίνητο, σταθερή επιφάνεια 21.519 τμ και περιλαμβάνεται και στους τίτλους ιδιοκτησίας του αρχικού ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του και το οποίο είχε περιέλθει προηγουμένως στον αρχικό ενάγοντα Α. Π. Ξ. με το με αριθμό ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 8-1-1991 κατά τα παραπάνω και επομένως αποδείχθηκε ότι το επίδικο τμήμα αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου του αρχικού ενάγοντος.
Ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων - εναγόμενων και των συνεχιζόντων την δίκη στη θέση της αρχικής προσθέτως παρεμβαίνουσας κληρονόμων της ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου των 12 ζευγαριών, που είχε στην κυριότητά της η αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα Κ. Τ., δυνάμει του με αριθμό ...
ως άνω συμβολαίου και το οποίο (μείζον ακίνητο) ορίζεται στην από 5-11-2019 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου - μηχανικού Ε. Κ. με την κίτρινη, ερυθρά και μπλέ διαγράμμιση και στο από Οκτώβριος 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Γ. εμφαίνεται με τα στοιχεία ..., καθώς και το επίδικο και το με αριθμό δύο (2) εδαφικό τμήμα, το οποίο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα προσαρτήθηκε στη νόμιμα μεταγραμμένη ...
με αριθμό ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής προσεπικαλούμενης - προσθέτως παρεμβαίνουσας, οι οποίοι και υπέδειξαν τα όρια αυτού, κατά ρητή δήλωση του συντάξαντος αυτό πολιτικού μηχανικού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή τα σύνορα του μείζονος αυτού ακινήτου, θα ήταν τελείως διαφορετικά, με αυτά που αναφέρονται στους παραπάνω με αριθμούς ...
και ... τίτλους και συγκεκριμένα δεν θα αναφερόταν στους τίτλους αυτούς ως όμοροι οι Ν., Α. και Β. Φ., που είναι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αρχικώς ενάγοντος, αλλά θα αναγραφόταν αγροτικός δρόμος, που ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι ότι υπήρχε ως όριο του μείζονος ακινήτου, στο οποίο περιλαμβανόταν, και το επίδικο και το οποίο συνορεύει, όπως ισχυρίζονται οι τελευταίοι, με τον αγροτικό αυτόν δρόμο.
Επίσης θα ανέφεραν οι ως άνω τίτλοι, εάν ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός τους, ως όμορο την ιδιοκτησία Α. Σ., παλαιότερα Π., όπως επίσης την ιδιοκτησία Α. Τ., που δεν την αναφέρουν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι το έτος 2001 προέβησαν στην περίφραξη του επιδίκου με πασσάλους και συρματόπλεγμα, ενεργώντας για πρώτη φορά εμφανή πράξη νομής, διανοία κυρίου στο επίδικο τμήμα και αποβάλλοντας τον αρχικό ενάγοντα από την νομή αυτού.
Πλην όμως από 2001 ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι ασκούσαν επί του επιδίκου τμήματος, οποιαδήποτε εμφανή πράξη νομής, διανοία κυρίου. Αντίθετα από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο αρχικός ενάγων και οι δικαιοπάροχοι του από το 1924 μέχρι και το 2001 νέμονταν το επίδικο, ως τμήμα του μείζονος ακινήτου τους, με διανοία κυρίου.
Συγκεκριμένα το επέβλεπαν και το επιτηρούσαν και ο απώτερος δικαιοπάροχος Ν. Φ. καλλιεργούσε αυτό, ως τμήμα μείζονος ακινήτου του, όπως προαναφέρθηκε, καθόσον εμφαίνονται καλλιέργειες εντός αυτού στις αεροφωτογραφίες του 1960. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο αρχικός ενάγων Α. Π. Ξ. κατέστη κύριος του παραπάνω περιγραφομένου επιδίκου εδαφικού τμήματος που αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου του, με παραγωγό τρόπο, ήτοι δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου, με αριθμό ...
αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς... με αγορά από την αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ. , Γ. Τ.., η οποία ετύγχανε αληθής κυρία αυτού. Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας αυτών επί του επιδίκου, με παράγωγο τρόπο και ιδίως με το με αριθμό ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με αγορά από την αρχική προσεπικαλούμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, Κ.
συζ. Γ. Τ., που αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, για να επέλθει η μεταβίβαση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο, απαιτείται ο μεταβιβάζων να είναι κύριος αυτού και στην προκειμένη περίπτωση η μεταβιβάζουσα το επίδικο, Κ.
Τ., στους εναγομένους με το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν ήταν κυρία αυτού κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (1992), καθόσον το είχε προηγουμένως μεταβιβάσει στον αρχικό ενάγοντα με το με αριθμό ... συμβόλαιο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 8-1-1991. Άλλωστε, η ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου που προτείνουν οι εναγόμενοι, με την οποία ισχυρίζονται ότι απόκτησαν με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρούμενου στον χρόνο νομής τους και αυτού της δικαιοπάροχου τους από το 1961, δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά της ιδίας της δικαιοπαρόχου τους, ούτε κατά του αρχικού ενάγοντος, Α.
Π. Ξ., προς τον οποίο η κοινή δικαιοπάροχος Κ. Τ. μεταβίβασε την κυριότητα αυτού με το προαναφερθέν νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο, καθόσον τούτο αντιτίθεται στο θεσμό της χρησικτησίας και της δημοσιότητας της μεταβίβασης της κυριότητας επί ακινήτων, όπως προεκτέθηκε αναλυτικά στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Επομένως, το χρονικό διάστημα από το έτος 1961 μέχρι και τον χρόνο μεταγραφής του με αριθμό ... συμβολαίου, με το οποίο μεταβιβάστηκε η κυριότητα του επιδίκου από την μέχρι τότε αποκλειστική κυρία αυτού Κ. Τ. στον αρχικό ενάγοντα Α. Π. Ξ., που έγινε στις 8-1-1991, δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στον χρόνο των δέκα και των είκοσι ετών, που απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας αυτού με τακτική και έκτακτη χρησικτησία από τους εναγόμενους.
Κατά συνέπεια, αφού στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι το έτος 2001 ενήργησαν επί του επιδίκου ακινήτου για πρώτη φορά εμφανή πράξη νομής διανοία κυρίου, αποβάλλοντας τότε τον αρχικό ενάγοντα από την νομή του επιδίκου, που μέχρι τότε ασκούσε αυτός (αρχικός ενάγων) επί του επιδίκου πράξεις νομής διανοία κυρίου, όπως προαναφέρθηκε, το επόμενο χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως και το έτος 2004 (χρόνος άσκησης της ένδικης αγωγής) δεν επαρκεί για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, διότι, έχοντας νόμιμο τίτλο και καλή πίστη οι εναγόμενοι, δεν συμπληρώνεται το απαιτούμενο χρονικό διάστημα της δεκαετίας για την τακτική χρησικτησία και της εικοσαετίας από την έκτακτη χρησικτησία και η άνω ένσταση ιδίας κυριότητας, που πρότειναν οι εναγόμενοι, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Σημειώνεται ότι η αρχική δικαιοπάροχος Κ. Τ. παρέδωσε τη νομή του επιδίκου ακινήτου, που ασκούσε μέχρι τότε η ίδια, στον αρχικό ενάγοντα Α. Π. Ξ. με την μεταβίβαση του παραπάνω ακινήτου, δυνάμει του με αριθμό ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και επομένως στη συνέχεια, εφόσον η ίδια δεν ήταν κυρία του επιδίκου, αλλά ούτε και είχε τη νομή αυτού, δεν μπορούσε να παραδώσει αυτήν (νομή) στους εναγόμενους, όταν συντάχθηκε το με αριθμό ...
συμβόλαιο με τους εναγόμενους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο αρχικός ενάγων απέκτησε το επίδικο εδαφικό τμήμα, που αποτελεί τμήμα της μείζονος έκτασης του ακινήτου του, με παραγωγό τρόπο, δυνάμει του προαναφερομένου συμβολαίου από αληθή κυρία και αναφερόμενο το Δικαστήριο τούτο στις σκέψεις της προηγηθείσας με αριθμό 137/2012 απόφασής του, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή, ως βάσιμη και'ουσίαν, ως προς την κυρία της βάση, όπως ορίζεται στο διατακτικό, απορριπτομένου, ως ουσιαστικά αβασίμου του ισχυρισμού των εναγομένων περί κτήσεως της κυριότητας αυτού με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο ...
Οι ισχυρισμοί των κληρονόμων της αρχικής προσεπικαλούμενης προσθέτως παρεμβαίνουσας, περί ιδίας κυριότητας του εναπομείναντος εκ του μείζονος ακινήτου, που η κληρονομουμένη είχε αγοράσει με τον προαναφερόμενο τίτλο από τον Ν. Κ., είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, καθόσον δεν αποτελεί αυτό στην προκειμένη περίπτωση επίδικο τμήμα".
IV Με τον πρώτο και δεύτερο λόγους και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1α και β και 19 του Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις περί τακτικής χρησικτησίας (1041 και 974 Α.Κ.) και τα διδάγματα κοινής πείρας, δεχόμενο κατά παράβαση των ουσιαστικών αυτών διατάξεων και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες Ξ.
Α. και Ξ. Α. δεν απέκτησαν κυριότητα επί του επιδίκου με τακτική χρησικτησία διότι α) συνάγεται δικαστική ομολογία του αρχικού ενάγοντα από το περιεχόμενο της αγωγής και των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, περί ασκήσεως των αναφερομένων πράξεων νομής, στο επίδικο από τους εναγόμενους αναιρεσείοντες από το 1992 μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, β) συνάγεται απόδειξη από την μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα του αρχικού ενάγοντα, ότι αυτός (αρχικός ενάγων) παραιτήθηκε από το δικαίωμά του, ν'αρνηθεί - αμφισβητήσει τις από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους ασκηθείσες πράξεις νομής, επί του επιδίκου, από του έτους 1992 μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, γ) παρείδε το Εφετείο, ότι ο αρχικώς ενάγων δεν ασκούσε πράξεις νομής επί του μείζονος ακινήτου ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν οι εναγόμενοι ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου, αφού μόλις το 2001 άσκησε αγωγή, παρά την ανέγερση από το 1995 οικοδομής από έτερο πρόσωπο σε παρακείμενο και όμορο του επιδίκου ακίνητο εντός της αναφερόμενης ως μείζονος έκτασης ιδιοκτησίας του, το οποίο επίσης διεκδικούσε, δ) το Εφετείο για την κτήση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας απαίτησε από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες εμφανείς πράξεις νομής, δηλαδή την περίφραξη του επίδικου, ενώ αρκούσε η επίβλεψη και η επιτήρηση που δεν αποτελούν εμφανείς άμεσα αντιληπτές πράξεις νομής, τις οποίες ασκούσαν από το 1992.
Και ε)το Εφετείο παρέλειψε εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι είναι αδύνατον να κατέβαλαν (οι εναγόμενοι) το ουδόλως ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό των 2.200.000 δραχμών, πλέον βέβαια των λοιπών εξόδων, για αμοιβές Δικηγόρου, Συμβολαιογράφου, Πολιτικού Μηχανικού, για Φόρο Μεταβίβασης, έξοδα μεταγραφής στο κατά τόπον Υποθηκοφυλακείο κ.λ.π.
σχετικά, το έτος 1992, για να αγοράσουν το ένδικο ακίνητο στη νήσο Αντίπαρο, βεβαίως με την προοπτική στη συνέχεια να ανεγείρουν εξοχική κατοικία σ' αυτό, και στη συνέχεια να το εγκαταλείψουν στην τύχη του, χωρίς να ασκούν, μάλιστα κατά τρόπο συνεχή και αδιάλειπτο εποπτεία, επίβλεψη και φύλαξη του. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι προεχόντως διότι ανάγονται αποκλειστικά σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, και σε συμπεράσματα και επιχειρήματα που εξάγουν από αυτά οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρονται.
Ενώ επιπρόσθετα, το επικαλούμενο ως δίδαγμα κοινής πείρας, δεν αποτελεί τέτοιο, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην σχετική νομική σκέψη. Σε κάθε δε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 1041 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι ο αρχικός ενάγων Α.
Ξ. του Π. έγινε κύριος με παράγωγο τρόπο του επιδίκου, ενώ οι εναγόμενοι- αναιρεσείοντες στην πρώτη αίτηση αναίρεσης Φ. Ψ. και Μ. Κ. δεν άσκησαν εμφανείς πράξεις νομής, όπως αναφέρονται στην αντίστοιχη νομική σκέψη από το 1992, επί του επιδίκου αλλά μόλις το έτος 2001 ενήργησαν για πρώτη φορά επ' αυτού εμφανείς πράξεις νομής, διανοία κυρίου, αποβάλλοντας τότε τον αρχικό ενάγοντα από τη νομή του επιδίκου και ότι το χρονικό διάστημα από το 2001 μέχρι την άσκηση της αγωγής το 2004 δεν επαρκεί, συντρεχόντων και των λοιπών προϋποθέσεων, για την απόκτηση κυριότητας με τακτική χρησικτησία.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από αυτούς (αναιρεσείοντες) ισχυρισμό ότι μία ζευγαριά αντιστοιχεί σε επιφάνεια 2,5 έως 4 στρεμμάτων και ότι η έκταση του μείζονος ακινήτου εντός του οποίου περιλαμβάνεται το επίδικο είναι δώδεκα (12) στρέμματα, με το να δεχθεί ότι η επιφάνεια του μείζονος ακινήτου, εντός του οποίου περιλαμβάνεται το επίδικο, είναι 20.150 τ.μ, και κατ' άλλη καταμέτρηση 21.590 τ.μ., ενώ αναφέρεται η έκταση αυτούς τρεις (3) ζευγαριές, στο .../1924 συμβόλαιο διανομής του Συμβολαιογράφου ...
Φραγκίσκου Σαρρή και στο ... συμβόλαιο του Θεόδωρου Κονταράτου, δυνάμει των οποίων απέκτησαν αντίστοιχα την αποκλειστική κυριότητα αυτού, ο απώτερος δικαιοπάροχος του αρχικού ενάγοντα Ν. Φ., και η άμεσος δικαιοπάροχος αυτού Κ. Τ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν προβάλλεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη [συγκεκριμένος αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, ο οποίος να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη σχετική νομική σκέψη, αλλά υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων της ως άνω διάταξης, πλήττεται η μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ο λόγος αυτός, τυγχάνει και αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και τον απέρριψε, δεχόμενο ότι το μείζον ακίνητο, το οποίο μεταβιβάστηκε στον αρχικό ενάγοντα δυνάμει του αναφερομένου συμβολαιογραφικού συμβολαίου που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον πληρεξούσιο της προσθέτως παρεμβαίνουσας Κ.
Τ., Κ. Λ., δυνάμει του αναφερομένου ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, είχε επιφάνεια 21.519 τ.μ, και όχι 12 στρέμματα, όπως ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι, μη απαιτουμένου περαιτέρω να προσδιορίσει το Εφετείο την αντιστοιχία σε στρέμματα της μιας ζευγαριάς. Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθούν οι από 10-9-2020 αιτήσεις για αναίρεση της υπ'αριθμ. 75/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ., η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στις σχετικές από 10-9-2020 εκθέσεις κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Αιγαίου Τέλος, στους αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους, το οποίο οι τελευταίοι νόμιμα και βάσιμα υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 163, 169 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 10-9-2020 αιτήσεις των α) Ψ. Φ. και Κ. Μ. και ) Τ. Ε. και Τ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 75/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Α) ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-9-2020 αίτηση των Ψ. Φ. και Κ. Μ., για αναίρεση της 75/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλήτων εις βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Β) ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-9-2020 αίτηση των Τ. Ε. και Τ. Π. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 75/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Αυγούστου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ