Supreme Court dismisses appeal in labor dispute for introducing new facts not in original complaint.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of his labor claim. The appellant argued that the employer's dismissal was invalid because it violated a collective agreement regarding economic reasons, but the court found this argument inadmissible. The court ruled that the appellant's original complaint relied solely on the abuse of the employer's right to terminate, and the new claim regarding the collective agreement constituted a separate issue never raised before the court of first instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 and 562 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be based on facts and arguments presented in the original complaint; introducing new substantive claims or facts not previously argued renders the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1400 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1400/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Όμηρο Ζέλιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας με την επωνυμία "F. Α. Ε. Σ. Τ., Π. Τ. Υ. και Σ." με το διακριτικό τίτλο "F. M. SA", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραμητσάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1559/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/10/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17 Οκτωβρίου 2019 και με αριθμό κατάθεσης 9853/948/18.10.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 24/7.1.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθμό 1559/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 25.4.2016 και με αριθ. κατάθεσης 1193/6.5.2016 έφεση του εκκαλούντος - ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εφεσίβλητης - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και επικυρώθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 10.11.2011 και με αριθμό κατάθεσης 198198/5705/16.11.2011 αγωγή, με την οποία (όπως αυτή περιορίστηκε) ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων ζητούσε κατά την κύρια βάση της:
α) την αναγνώριση της ακυρότητας της εκ μέρους της εναγομένης από 23.8.2011 καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας του, β) την επιδίκαση σε αυτόν μισθών υπερημερίας ύψους 18.295,04 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 23.8.2011 έως 23.12.2011, γ) την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ύψους 89.188,32 ευρώ για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 23.12.2011 έως 23.4.2013 (συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων 2011, εορτών και αδείας 2012 και εορτής Πάσχα 2013) και δ) την αναγνώριση της υποχρέωσής της ύψους 20.000 ευρώ για τη χρηματική του ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την καταχρηστική απόλυσή του, με το νόμιμο τόκο:
για τους μισθούς υπερημερίας από το τέλος του μήνα που κάθε μισθός κατέστη απαιτητός, άλλως από το τέλος του έτους που αφορά, άλλως από την επίδοση της αγωγής και για το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης από την επίδοση της αγωγής και κατά την επικουρική της βάση την καταβολή εκ μέρους της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης του ποσού των 7.684,93 ευρώ, ως μη καταβληθέντος υπολοίπου της αποζημίωσης απόλυσης με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία της απόλυσής του, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Ι. Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση, όμως, το δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 ΑΚ (ΑΠ 485/2019, ΑΠ 179/2016).
Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζόμενου (ΑΠ 179/2016).
Ειδικότερα επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή/και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους, προκειμένου να αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής λόγω της εξακολούθησης της συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 485/2019, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 31/2013).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. β του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, είτε για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020).
Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδαφίου β του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν περιλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018).
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 109/2020).
ΙΙΙ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ούτε αποτελούν ζητήματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα πραγματικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου, με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται για τη συνδρομή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1703/2009). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης:
α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Συνακόλουθα η ευθεία ή η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή περί απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλόμενης απόφασης πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 145/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος των από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαία, ο αναιρεσείων, αφού εκθέτει τον ισχυρισμό του ότι κατ' αρχήν η αιτία της απόλυσής του ήταν η προηγηθείσα δική του επίμονη διεκδίκηση των νομίμων προσαυξήσεων του μισθού του για εργασία τη νύκτα και τις Κυριακές και αργίες και αφού παραθέτει τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ'αυτόν αποδεικνύουν τον παραπάνω ισχυρισμό του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή αυτού περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 23.8.2011 καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας του λόγω καταχρηστικότητας, κρίνοντας ότι η απόλυσή του δεν έλαβε χώρα από λόγους εκδίκησης ή εμπάθειας στο πρόσωπό του λόγω προηγηθείσας διεκδίκησης εκ μέρους του των ως άνω αμοιβών του, αλλά οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ειδικότερα ο αναιρεσείων παραθέτει τις ακόλουθες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης: "... Επίσης ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη ως καταχρηστική, καθόσον έγινε αποκλειστικά, επειδή αυτός διεκδίκησε το Φεβρουάριο του έτους 2011 τις μη καταβαλλόμενες μέχρι τότε νόμιμες αμοιβές του για την παρεχόμενη προς την εναγομένη εργασία του κατά τις νύκτες και τις Κυριακές.
Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, η απόλυση του ενάγοντος δεν έλαβε χώρα από λόγους εκδίκησης ή εμπάθειας προς το πρόσωπό του, λόγω προηγηθείσας διεκδίκησης εκ μέρους του των ως άνω αμοιβών του, αλλά οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους και συγκεκριμένα στη διακοπή της εκπομπής που παρουσίαζε αυτός, την οποία αποφάσισε η εναγομένη, προκειμένου να μειώσει το κόστος λειτουργίας της επιχείρησής της και να αντιμετωπίσει με τον τρόπο αυτό τις ζημίες της, οι οποίες κατά το έτος 2011 ανέρχονταν σε 35.000.000 ευρώ περίπου.
Εξάλλου, η κρίση του Δικαστηρίου ότι η απόλυση του ενάγοντος δεν έλαβε χώρα από λόγους εκδίκησης ή εμπάθειας προς το πρόσωπό του ενισχύεται και από το γεγονός ότι της δικής του απόλυσης προηγήθηκαν στις 25.2.2010 η απόλυση του Κ. Κ. και στις 3.11.2010 η οικειοθελής αποχώρηση του Ε. Μ., αμφοτέρων συμπαρουσιαστών του ενάγοντος στην ως άνω εκπομπή" βάσει των οποίων όπως διαλαμβάνεται στον οικείο αναιρετικό λόγο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε κατ' ουσία την από 25.4.2016 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας τη με αριθμό 1559/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 10.11.2011 αγωγή του, το περιεχόμενο της οποίας συνοπτικά έχει ήδη εκτεθεί παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.
Με την κρίση του αυτή όμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955, οι οποίες αναπτύσσονται στη με αρίθμηση Ι νομική σκέψη, αλλά, αντιθέτως, τις ερμήνευσε σωστά και τις εφήρμοσε ορθά.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ότι η απόλυση του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα από λόγους εκδίκησης ή εμπάθειας στο πρόσωπό του λόγω προηγηθείσας διεκδίκησης εκ μέρους του των αμοιβών του, αλλά, αντιθέτως, δέχθηκε ότι αυτή έγινε για οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων ήταν η μείωση του λειτουργικού κόστους και ο περιορισμός των ζημιών της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης με την κατάργηση της εκπομπής που παρουσίαζε ο αναιρεσείων και την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του τελευταίου.
Σημειωτέον ότι η ως άνω απόφαση της αναιρεσίβλητης να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησής της δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Επομένως, το πρώτο σκέλος από τον αριθμό 1 εδαφ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ καθενός από τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, με τα οποία, όπως ήδη εκτέθηκε, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδαφ.
α του ΚΠολΔ πλημμέλεια ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης την πλημμέλεια της έλλειψης επαρκών αιτιολογιών, επικαλούμενος κατά λέξη: "το ένα γεγονός δεν αναιρεί η αποκλείει το άλλο, ότι δηλαδή η επιλογή του προς απολυτέου εργαζόμενου ακόμη και σε περίπτωση που συντρέχουν οικονομοτεχνικοί λόγοι, ελέγχεται αν βασίζεται σε ταπεινά ελατήρια που καθιστούν την απόλυση καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ, όπως δηλαδή αποδείχθηκε ότι συνέβη στην περίπτωσή μου" και "...
η αιτιολογία της προσβαλλόμενης στην οποία γίνεται ειδική μνεία και αντιπαραβολή με άλλους δύο δημοσιογράφους κρίνεται ανεπαρκής, καθώς η μεν προηγηθείσα από 25.2.2020 απόλυση του Κ. Κ. συνδέεται ούτε χρονικά ούτε ποιοτικά με τη λήξη της εκπομπής τέλη Μαϊου 2011 και την απόλυσή μου (ήτοι 16 μήνες πριν), ενώ η δε από 3.11.2010 δήθεν "οικειοθελής αποχώρηση" του Ε.
Μ., πρόκειται, βάσει της προσκομισθείσας σύμβασης από τον αντίδικο, για πρόωρη λύση σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνο (και όχι "οικειοθελής αποχώρηση") για την οποία μάλιστα καταβλήθηκε (ενώ συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι...) και το υπόλοιπο τίμημα της σύμβασης, χωρίς την αντιπαροχή της υπηρεσίας από τον δημοσιογράφο, συνολικού ποσού 61.092 ευρώ, ενώ ούτε και αυτή συνδέεται χρονικά με την λήξη της εκπομπής και την απόλυσή μου, η οποία έλαβε χώρα 7 μήνες αργότερα".
Με το περιεχόμενο αυτό το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτου λόγου αναίρεσης είναι απαράδεκτο, διότι αφενός είναι αόριστο, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα αναγκαία κατά το άρθρο 281 ΑΚ πραγματικά περιστατικά, τα οποία έπρεπε να περιλαμβάνει περαιτέρω για την πληρότητά της η προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την εφαρμογή ή μη της εν λόγω διάταξης και αφετέρου με αυτόν και υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών.
Σε κάθε δε περίπτωση ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, διότι οι διαλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις αφορούν πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος και του Δικαστηρίου της ουσίας, τα οποία δεν συνιστούν "ζητήματα" κατά την έννοια των άρθρων 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, για την ίδρυση του οικείου αναιρετικού λόγου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και οι μάρτυρες), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση στις σελίδες 13 και 14 αυτής ότι: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (ενός από κάθε πλευρά), που εξετάσθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη με αριθμό 1559/2014 πρακτικά συνεδρίασής του, τις με αριθμούς ...
και ... ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ανταπόδειξης ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Δράγιου που λήφθηκαν, αφού τηρήθηκε η προβλεπόμενη κατ' άρθρο 671 παρ. 1 εδαφ. δ ΚΠολΔ προδικασία (βλ. τη με αριθμό 631Β/11-4-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χρήστου Μπουτεράκου), τη μ' αριθμό ...
ένορκη βεβαίωση του εξετασθεντος μάρτυρος απόδειξης ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, η οποία, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, λαμβάνεται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, αφού λήφθηκε νομότυπα, δοθέντος ότι προηγήθηκε εμπροθέσμως σχετική δήλωση του ενάγοντος προς την αντίδικό του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασής του, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:" σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά ανωτέρω περιεχόμενο του κεφαλαίου της απόφασης, που πλήττεται με το αναιρετήριο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων και την μεταξύ των διαδίκων από 16.10.2010 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την κατάθεση της μάρτυρα Φ.
Π., που εξετάσθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την κατάθεση του Σ. Λ., που περιέχεται στη με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση του τελευταίου και τα αντίγραφα μισθοδοσίας του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια είναι αβάσιμες οι διαλαμβανόμενες στους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνυόταν η βασιμότητα των ισχυρισμών του και ότι έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 περιπτ.
γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, το οποίο, κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ΚΠολΔ, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 950/2019). Σύμφωνα δε με την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 566 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης ή μη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 950/2019, ΑΠ 772/2017, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με το τελευταίο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την επίκληση ότι αποδίδει στη λύση της σύμβασης του Μ., που προσκόμισε η εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο το οποίο έχει, καταλήγοντας σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, καθώς το χρησιμοποιεί ως απόδειξη του ότι η απόλυσή του δεν βασιζόταν σε λόγους εκδίκησης ή εμπάθειας αλλά σε οικονομοτεχνικούς λόγους, ενώ δεν πρόκειται για αντίστοιχη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την οποία θα μπορούσε να συγκριθεί, ούτε για "οικειοθελή αποχώρηση", αλλά, από την απλή ανάγνωσή της γίνεται απολύτως σαφές ότι πρόκειται για πρόωρη λύση σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών 2ετούς διάρκειας.
Στην ένδικη αίτηση αναίρεσης, όμως, δεν παρατίθεται το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη), με συνέπεια το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να είναι αόριστο και συνακόλουθα απαράδεκτο.
Στον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης παρατίθενται οι ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης "... όπως αποδείχθηκε η απόλυση του ενάγοντος (...) οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους και συγκεκριμένα στη διακοπή της εκπομπής που παρουσίαζε αυτός, την οποία αποφάσισε η εναγομένη, προκειμένου να μειώσει το κόστος λειτουργίας της επιχείρησής της και να αντιμετωπίσει με τον τρόπο ατό τις ζημίες της, οι οποίες κατά το έτος ανέρχονταν σε 35.000.000 ευρώ περίπου. (...) Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο της απολύσεως του ενάγοντος υπήρχε οποιαδήποτε άλλη κενή θέση στην επιχείρηση της εναγομένης, η οποία ήταν δυνατόν να προταθεί σ' αυτόν και ως εκ τούτου η εναγομένη δεν μπορούσε αντί της απόλυσης να χρησιμοποιήσει άλλο ηπιότερο μέσο για τον ενάγοντα και συγκεκριμένα να απασχολήσει αυτόν σ' άλλο τμήμα της επιχείρησής της και μ' άλλη θέση, έστω και υποδεέστερη.".
Σε αυτές τις παραδοχές κατ' αρχήν ο αναιρεσείων προσάπτει την από τον αριθμό 1 εδαφ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι παραβιάσθηκε ο κανόνας του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς σε κάθε περίπτωση δεν έγινε καμία προσπάθεια από την εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη να εξευρεθεί μια ηπιότερη λύση αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.
Όμως, με τον ως άνω λόγο αυτό αναίρεσης δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οποιοδήποτε νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και τη διαγνωσθείσα βάσει αυτού έννομη συνέπεια. Αντίθετα, με την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφιο β του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι "αποτελεί ... πασίδηλο γεγονός και δίδαγμα κοινής πείρας ότι η κατάργηση μιας αθλητικής εκπομπής σε ένα αθλητικό κανάλι δεν αναιρεί τη δυνατότητα απασχόλησης ενός αθλητικού δημοσιογράφου σε οποιαδήποτε άλλη θέση (ακόμη και υποδεέστερη προσωρινώς), καθώς υπάρχει διαρκής και πάγια ανάγκη απασχόλησης αθλητικών δημοσιογράφων σε πλείστες εργασίες.
Δεν πρόκειται δηλαδή για την περίπτωση ενός γενικού περιεχομένου καναλιού, το οποίο αποφασίζει να καταργήσει μια αθλητική εκπομπή και συνεπώς εκλείπει η αιτία απασχόλησης των αθλητικών δημοσιογράφων". Ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την παράλειψή της να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει τα στην συγκεκριμένη διαφορά αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθώς και από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, καθώς τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν περιλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα. Επιπρόσθετα, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθώς κατά τον αναιρεσείοντα:
α) Δεν περιλαμβάνει καμία αιτιολογία στο πόρισμά της ότι δεν μπορούσε να βρεθεί κάποια άλλη ηπιότερη λύση αντί της καταγγελίας ή γιατί έπρεπε υποχρεωτικά να απολυθεί επειδή καταργήθηκε η εκπομπή, η έλλειψη δε αιτιολογίας καθίσταται προφανής από το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση και από τα προσαγόμενα και επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα-μαρτυρίες) αποδείχθηκε ότι η ύπαρξη ή μη εκπομπής σε καμία περίπτωση δεν επηρέαζε τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του, καθώς η επί 10ετία προσφορά των υπηρεσιών του δεν εξαρτήθηκε ποτέ από την ύπαρξη ή μη εκπομπής ...
και συνεπώς μπορούσε να απασχοληθεί κάλλιστα και αποδοτικότατα σε κάποιο άλλο πόστο. β) Η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι τα καθήκοντά του περιορίζονταν μόνο στην παρουσίαση της καταργηθείσας εκπομπής αιτιολογείται ανεπαρκώς, καθώς δεν αναφέρει εάν, πότε και πως είχε πιθανόν τροποποιηθεί, άλλως αντιφάσκει με την παραδοχή της στη μείζονα σκέψη ότι είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία αυτός αμειβόταν με μηνιαίο τακτικό μισθό βάσει της οικείας κλαδικής ΣΣΕ ακόμη και όταν δεν παρουσίαζε καθόλου εκπομπή και γ) Είναι ανεπαρκής η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία γίνεται ειδική μνεία και αντιπαραβολή με τους άλλους δύο δημοσιογράφου, καθόσον και οι δύο περιπτώσεις (εννοείται η από 25.2.2010 απόλυση του Κ.
Κ. και η από 3.11.2010 οικειοθελής αποχώρηση του Ε. Μ.) είναι παντελώς άσχετές χρονικά και ποιοτικά με τη λήξη της εκπομπής... και συνεπώς καμία από τις δύο δεν συνδέεται με τη λήξη της εκπομπής και δεν μπορούν να θεμελιώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία περί υποχρεωτικής απόλυσής του (του αναιρεσείοντος) λόγω κατάργησης της εκπομπής.
Όμως, το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, δηλαδή, "... δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο της απολύσεως του ενάγοντος υπήρχε οποιαδήποτε άλλη κενή θέση στην επιχείρηση της εναγομένης, η οποία ήταν δυνατόν να προταθεί σ' αυτόν και ως εκ τούτου η εναγομένη δεν μπορούσε αντί της απόλυσης να χρησιμοποιήσει άλλο ηπιότερο μέσο για τον ενάγοντα και συγκεκριμένα να απασχολήσει αυτόν σ' άλλο τμήμα της επιχείρησής της και μ' άλλη θέση, έστω και υποδεέστερη" δεν καταλείπει αμφιβολίες ως προς τη μη παραβίαση του κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, του οποίου το πραγματικό καλύπτεται πλήρως.
Ειδικότερα, με την παραπάνω κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη σε ορθή υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών, που έκανε δεκτά, στο άρθρο 281 ΑΚ σχετικά με τη μη συνδρομή περίπτωσης κατάχρησης δικαιώματος της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος για οικονομοτεχνικούς λόγους και ως προς την έλλειψη της δυνατότητας εύρεσης ηπιότερης λύσης αντί της καταγγελίας, ενώ ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση του απορριπτικού πορίσματος, εφ'όσον τούτο διατυπώνεται σαφώς, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Επομένως, το υπό το γράμμα (α) σκέλος του προεκτεθέντος λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, κατά το μέρος δε που υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας πλήττει την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης ως απαράδεκτο (αρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, το υπό το γράμμα (β) δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, διότι στις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν διαλαμβάνεται παραδοχή σχετικά με το ότι "τα καθήκοντα του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος περιορίζονταν μόνο στην παρουσίαση της καταργηθείσας εκπομπής" και συνακόλουθα δεν στοιχειοθετείται η επικαλουμένη στον ως άνω αναιρετικό λόγο αντίφαση.
Τέλος, αβάσιμος είναι και υπό το γράμμα (γ) λόγος αναίρεσης, διότι στις ως άνω παρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν γίνεται μνεία και αντιπαραβολή με "τους άλλους δύο δημοσιογράφους", αλλά η σχετική αναφορά της προσβαλλομένης απόφασης συνιστά πραγματικό επιχείρημα του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή οικονομοτεχνικών λόγων για την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσείοντος.
Με το τελευταίο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδαφ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών παραβίασε ευθέως την ισχύουσα κατά το χρόνο της απόλυσης του αναιρεσείοντος από 10.9.2008 Σ.Σ.Ε "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των δημοσιογράφων μελών της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών, που απασχολούνται σε τηλεοπτικούς σταθμούς μέλη της Ένωσης Ιδιωτικών Τηλεοπτικών Σταθμών Εθνικής Εμβέλειας", η οποία κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική από τις 12.9.2008 με την ΥΑ 63677/2980.15.9.2008 (ΦΕΚ Β 1928 18.9.2008) και η οποία προβλέπει στο άρθρο 8 την παράταση ισχύος του άρθρου 25 της ΣΣΕ ΕΣΗΕ-ΕΙΤΗΣΕΕ του έτους 2002, που προβλέπει ότι: "Σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως για λόγους οικονομοτεχνικούς να διερευνάται η δυνατότητα συνεχίσεως της εργασίας σε λοιπά μέσα του αυτού εργοδότη".
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ισχυρισμό που συνιστά αυτοτελή λόγο ακυρότητας της εκ μέρους του εργοδότη καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου του εργαζόμενου και συνεπώς αποτελεί βάση της αγωγής. Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση του δικογράφου της από 10.11.2011 αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) για την έρευνα της βασιμότητας του οικείου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο ενάγων-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων στήριξε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του με κύρια βάση την καταχρηστική, δηλαδή, την καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, άσκηση του αντίστοιχου εργοδοτικού δικαιώματος της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης εκθέτοντας πραγματικά περιστατικά ότι η καταγγελία έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό του, άλλως ότι η εργοδότριά του δεν επέλεξε ηπιότερο της καταγγελίας μέσο, όπως θα ήταν η συνέχιση της απασχόλησής του σε άλλη θέση, άλλως ότι, αν και απολύθηκε για οικονομοτεχνικούς λόγους, ήταν καταχρηστική η επιλογή του ως απολυτέου, και με επικουρική βάση ότι η απόλυσή του ήταν άκυρη λόγω καταβολής αποζημίωσης μικρότερης της νόμιμης.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην αγωγή και, συνακόλουθα, συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό που δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα εκτέθηκαν και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η από 17.10.2019 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Οκτωβρίου 2019, με αριθμό κατάθεσης 9853/948/18.10.2019 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 24/7.1.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ