Legislator Case Law & Legislation
1400/2020 AI generated

Supreme Court annuls acquittal for lack of specific reasoning on intent to insult under Article 510 of Criminal Procedure Code.

Case Number 1400/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the first-instance acquittal of four defendants charged with insult via publication due to the trial court's failure to provide specific and detailed reasoning. The defendants argued they merely criticized the plaintiff's positions without intent to harm his reputation, a conclusion the lower court reached but failed to explicitly state in its judgment. Consequently, the case was remitted for a new trial before a different panel of judges to ensure the required legal justification for the acquittal is properly articulated.

Legislator headnote

AI generated

Articles 505, 507, 510, 519 of the Criminal Procedure Code; The Supreme Court must annul a judgment if it lacks the specific and detailed reasoning required by the Constitution and the Criminal Procedure Code regarding the elements of the crime, necessitating a retrial before a new panel.

Keywords

AI generated
insult via publication lack of specific reasoning acquittal annulment Criminal Procedure Code new trial panel subjective intent Article 510

Cited Legislation

AI generated
Article 505, paragraph 2 of the new Criminal Procedure Code (Law 4620/2019)
Article 507 of the Criminal Procedure Code
Article 510, paragraph 1, item D of the Criminal Procedure Code
Article 519 of the Criminal Procedure Code
Article 93, paragraph 3 of the Constitution
Article 139 of the Criminal Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1400 / 2020 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1400/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια, Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Σταματική Μιχαλέτου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της ΔΤ3720/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. Α. Μ. - Π. του Α., κάτοικο ..., 2. Π. Λ. του Κ., κάτοικο ... 3. Β. Γ. του Α., κάτοικο ... και 4. Α. Χ. του Σ., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Αβραντίνη. Με υποστηρίζων την κατηγορία τον Κ. Κ. του Θ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 7/27-1-2020 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δ. Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 143/2020.

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του νέου ΚΠοινΔ (Ν.4620/2019) ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507, δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοιν.Δ.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου (πρώτου ή δευτέρου βαθμού) και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠοινΔ). Στην προκειμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 27-1-2020, ενώπιον της Γραμματέα του Αρείου Πάγου αίτηση, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 7/2020 έκθεση, άσκησε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, κατά της υπ' αριθμό Δ.Τ.3720/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό και κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης δια του τύπου, επικαλούμενος ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρα 361 παρ. 1 εδα.

ΠΚ σε συνδ. με άρθρο μόνο Ν.1178/1981, άρθρα 1, 2, 4 ΑΝ. 1092/1038, ως αυτά διατηρήθηκαν σε ισχύ με άρθρο 32 Ν.4441/2016, επικαλούμενος ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στις 13-1-2020 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ, "όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημήσεως (άρθρα 362 και 363 ΠΚ) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως απαιτείται να διατυπωθούν από τον δράστη γραπτώς ή προφορικώς για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που κατά κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από τον δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με μία τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου.

Δηλαδή, στην εξύβριση ο όρος τιμή λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση όπως το άτομο μη τυγχάνει από κάποιον άλλον αρνητικής αξιολογικής κρίσεως ή μεταχειρίσεως τέτοιας, που δηλώνει έλλειψη εκτιμήσεως του δράστη προς τον παθόντα, σχετικά με τη συνολική αξία του, ηθική και κοινωνική. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρων 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 και 2 του α.ν. 1098/1938 "περί Τύπου", οι οποίες επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο 2 του Ν. 10/1975 και οι οποίες δεν καταργήθηκαν από την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν.2253/1994, γιατί αυτές δεν εμπίπτουν στην έννοια της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αλλ'απλώς και μόνον προσδιορίζουν την έννοια του τύπου, του εντύπου, του δημοσιεύματος και της δημοσιεύσεως, ορίζουν ότι "..., επί των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου τούτου, είναι παν ότι εκ τυπογραφίας ή οιουδήποτε άλλου μηχανικού ή χημικού μέσου παράγεται εις όμοια αντίτυπα και χρησιμεύει εις πολλαπλασιασμόν ή διάδοση χειρογράφων, εικόνων, παραστάσεων, μετά ή άνευ σημειώσεων ή μουσικών έργων μετά κειμένου ή επεξηγήσεων ή φωνογραφικών πλακών". "Ως δημοσίευση θεωρείται η διανομή, πώλησις καθώς και η εις δημόσιον μέρος ή εν δημοσία συναθροίσει ή εις μέρος προσιτόν εις τον κοινόν τοιχοκόλλησις ή έκθεσις παντός εντύπου".

Και "Αδίκημα του τύπου υπάρχει όταν λάβει χώραν η κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσίευσις". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων που τελούνται δια του τύπου, δηλαδή των εγκλημάτων του κοινού δικαίου που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα ή από τους ειδικούς ή ποινικούς νόμους και τελούνται με κατάχρηση του τύπου ως μέσου για την εκδήλωση τους (Ολ.

ΑΠ 759/88) δε αρκεί να συντρέχει το στοιχείο του εντύπου, όπως εννοιολογικώς προσδιορίζεται από το ως άνω άρθρο 2 του α.ν. 1092/1938, αλλά προσαπαιτείται και η δημοσίευσή του, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου θεωρείται ότι υπάρχει όταν συντελεσθεί η διανομή, πώληση του εντύπου, καθώς και η τοιχοκόλληση ή έκθεση αυτού σε δημόσιο μέρος ή σε δημόσια συνάθροιση ή σε μέρος προσιτό στο κοινό (ΑΠ 445/2010, 890/2015).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 130 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους και αποτελούν ενιαίο σύνολο, και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτή ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, νια την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.

ΑΠ 1/2005). Τέλος, η αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ΝΔ/μα 53/1974) και δεδομένου, ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αποδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητά του, έχει έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, είτε όταν το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά της αποφάσεως και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσεώς του (Ολ.

ΑΠ 3/2010). Παγίως, άλλωστε, η Νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μία τέτοια αιτιολογία, ως εμπεριστατωμένη.

Έτσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να συνάγεται, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή, υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους κάποια έγγραφα ή το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων (Ολ.

ΑΠ 1/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλομένης (υπ' αριθμ. ΔΤ3720/2019 αποφάσεώς του κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους: 1) Α. Μ. Π. του Α., 2) Π. Λ. του Κ., 3) Β. Γ. του Α. και 4) Α. Χ. του Σ., του ότι: "Στην Αθήνα την ...3-2018, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα:

Α] Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, δια του τύπου ως μέσου και καταχρώμενοι του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας, προσέβαλαν με πρόθεση την τιμή άλλου και συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος (Μ. Π.) ως εκδότης της εφημερίδας ..., ο δεύτερος (Λ.) και τρίτος κατηγορούμενος (Γ.) ως διευθυντές της εφημερίδας ... και η τέταρτη κατηγορούμενη (Χ.) ως συντάκτρια του κειμένου με τίτλο "..." καταχώρησαν με πρόθεση από κοινού, στη σελίδα 5 της ανωτέρω εφημερίδας, που κυκλοφόρησε στις …3-2018 και διανεμήθηκε κατόπιν αναπαραγωγής, στο κοινό όλης της ελληνικής επικράτειας, άρθρο με τίτλο "...", στο οποίο αναφέρονταν, περιφρονητικά για τον εγκαλούντα, Κ.

Κ., μειώνοντας την κοινωνική του υπόσταση και συγκεκριμένα με τις εξής φράσεις : "ένας ρατσιστής ακροδεξιός βουλευτής της κυβέρνησης[...] έχει διαπράξει όλες τις ελεεινότητες ενός απολίτιστου φασίστα[...] το ακροδεξιό σκάνδαλο της κυβέρνησης του[...]για την πράξη του που ξέπλυνε τους ναζί[...]ως άξιος εκπρόσωπος των ψεκασμένων[...]τον ανεκδιήγητο κύριο Κ.

και μια ακόμη πλειάδα γνωστών πολέμιων της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου". Για να καταλήξει στην ανωτέρω απαλλακτική του κρίση το ως άνω Δικαστήριο στο σκεπτικό του συμπεριέλαβε τα εξής κατά λέξη: "Από την αποδεικτική διαδικασία, την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που νομότυπα εξετάστηκαν στο ακροατήριο και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, σε συνδυασμό με την απολογία της παρούσης κατηγορουμένης προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την πρόθεση να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος αλλά αντιθέτως άσκησαν κριτική και αξιολόγησαν τις θέσεις του εγκαλούντος, όπως αυτές εκφράστηκαν.

Συνεπώς δεν τέλεσαν την αποδιδόμενη σ'αυτούς πράξη και πρέπει να κηρυχθούν αθώοι".

Με αυτές τις κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού παραδοχές το Δικαστήριο που δίκασε και αθώωσε τους κατηγορουμένους, επειδή δεν πληρούνται στα πρόσωπα αυτών τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης δια του τύπου, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την αθωωτική του κρίση επί της ενοχής. Πλέον συγκεκριμένα δεν μνημονεύει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, και δεν διαλαμβάνει τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τα οποία, το περιεχόμενο της δημοσιεύσεως συνιστά "άσκηση κριτικής και αξιολόγηση των θέσεων του εγκαλούντος" και ότι "οι κατηγορούμενοι δεν είχαν πρόθεση να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος".

Συνεπώς είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης για έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεση του, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν αυτή προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό ΔΤ3720/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2020.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ