1400/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1400/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Full text
Απόφαση 1400 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1400/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2012 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αταλάντης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις ….39Β', ….40Β' και …41Β', με ημερομηνία 20-6-2019, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ι. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα - πιστώτρια τράπεζα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 27-4-2018, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων - επίσης πιστώτριες τράπεζες, οι οποίες έλαβαν μέρος στην πρωτοβάθμια δίκη, "... ΑΕ" (μόνο αυτή, εκτός από τους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης, είχε λάβει μέρος και στη δευτεροβάθμια δίκη), "... ΑΕ" και "... Α.Ε.", αντίστοιχα, κατ' άρθρ. 769 εδάφ. β', 762, 760 εδάφ. α' και 748 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 153/2017, πρβλ. ΑΠ 1978/2017), οι οποίες και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, κατά την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), και να τον αποδείξει (ΑΠ 426/2019, ΑΠ 986/2018, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 551/ 2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρ. 14 ν. 3869/ 2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατ' άρθρ. 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, στηρίζει και η νομική αοριστία της αγωγής, ένστασης κ.λπ., αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής, ένστασης κ.λπ.
στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος. Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 763/2016). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 65/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.
β' ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη: [Ο αιτών, ηλικίας 58 ετών σήμερα (έτος γεννήσεως 1957), είναι έγγαμος, αλλά βρίσκεται σε διάσταση με την σύζυγό του Α.
Μ. από το έτος 2008. Από τον γάμο του απέκτησε δύο τέκνα, τον Ν., ηλικίας 26 ετών και την Α., η οποία απεβίωσε. Είναι συνταξιούχος αστυνομικός και λαμβάνει μηνιαίως σύνταξη και μέρισμα του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων το ποσό των 1.250 ευρώ, σύμφωνα με τα ενημερωτικά σημειώματα των μηνών Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου 2013.
Άλλη πηγή εισοδήματος, πλην της σύνταξής του, δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει. Περαιτέρω, στα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος περιλαμβάνονται... Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους, όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης (άρθρ. 6 παρ. 3 εδ.
τελευταίο) ληξιπρόθεσμα... 1) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε" α) οφειλή από τη με αριθμό ...440 σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού, 680,99 ευρώ και β) οφειλή από τη με αριθμό ...209 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ποσού 45.557,21 ευρώ, 2) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." α) οφειλή από τη με αριθμό ...675 σύμβαση δανείου, ποσού 4.139,21 ευρώ και β) οφειλή από τη με αριθμό ...45000 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ποσού 15.178,49 ευρώ, 3) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", εκκαλούσα, α) οφειλή από τη με αριθμό ...903 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ποσού 18.309,52 ευρώ, β) οφειλή από τη με αριθμό ...504 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ποσού 19.200,02 ευρώ και γ) οφειλή από τη με αριθμό ...6501 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 62.820,62 ευρώ, που είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης και έχει εγγραφεί επί της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, 4) στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." οφειλή από τη με αριθμό ...5880 σύμβαση δανείου, ποσού 8.117,11 ευρώ.
Δηλαδή οι οφειλές του προς τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 174.003,17 ευρώ. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι ο αιτών, λόγω της υπερχρέωσής του από το μεγάλο αριθμό των δανείων, που έχει λάβει και το ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτησή τους, έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ανωτέρω ληξιπρόθεσμων οφειλών του, η οποία δεν προέκυψε ότι οφείλεται σε δόλο.
Στην περιέλευσή του δε στην ως άνω κατάσταση συνετέλεσε αφενός μεν η λόγω της συνταξιοδότησής του μείωση των αποδοχών του, συνεπεία της οποίας η σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο είναι αρνητική, χωρίς να αναμένεται να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον, λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και της μείωσης των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και των συνεχώς αυξανόμενων δανειακών τους υποχρεώσεων εξαιτίας της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας και αφετέρου το γεγονός της ασθένειας της θυγατέρας του, που τελικώς απεβίωσε, καθόσον έπρεπε να αντιμετωπίσει τα έξοδα της θεραπείας της.
Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι η σύζυγός του δεν συνεισφέρει στις οικογενειακές δαπάνες του αιτούντος, αφού η συμβίωσή τους έχει προ πολλού λήξει. Η εκκαλούσα ισχυρίζεται με την έφεσή της ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του εκ δόλου, ενώ γνώριζε ότι δεν θα είναι σε θέση να εξοφλήσει τα χρέη του.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αόριστος, διότι δεν νοείται δολιότητα του οφειλέτη (δανειολήπτη) με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές... Ειδικότερα, η αρχή της καλόπιστης εκτέλεσης των ενοχών, που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, στοχεύει στην οριοθέτηση της παροχής και στην επαναφορά της ισορροπίας των παροχών, που διαταράχθηκε από διάφορα περιστατικά -προβλεπτά ή απρόβλεπτα- με κριτήρια αντικειμενικά, για την ασφάλεια των συναλλαγών και γενικότερα του δικαίου...
Με το Ν.3869/2010 παρέχεται στο φυσικό πρόσωπο η δυνατότητα της ρύθμισης των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά και βρίσκει νομιμοποίηση ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία -χωρίς διέξοδο και προοπτική- κατάσταση, από την οποία -άλλωστε- και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος.
Μία τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όμως να εξυπηρετεί κι ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο Ν. 3869/2010 εξειδικεύοντας τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, στοχεύει στην οριοθέτηση της παροχής του οφειλέτη, καθότι καθορίζει τις προϋποθέσεις ρύθμισης των χρεών και απαλλαγής του από αυτά και έχει σκοπό να επαναφέρει την ισορροπία των παροχών μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών, που -κατά κύριο λόγο- είναι οι τράπεζες, γι' αυτό και η αλόγιστη περιέλευση του οφειλέτη σε υπερχρέωση δυσανάλογη με την επάρκεια των εισοδημάτων του για την αποπληρωμή των αναληφθέντων χρεών δεν συνιστά λόγο μη νομιμότητας του αιτήματός του να υπαχθεί στη ρύθμιση του νόμου.
Η δολιότητα που προβλέπει ο νόμος αναφέρεται στην αδυναμία πληρωμής και όχι στον τρόπο περιέλευσης του οφειλέτη σε αδυναμία. Δεν νοείται δολιότητα κατά την ανάληψη δανείου αλλά μόνο κατά το διάστημα μετά την ανάληψή του... Εξάλλου, ο δανειολήπτης που αιτείται τη λήψη δανείου δεν έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει τον πιστωτή του ν' αποδεχθεί την πρότασή του.
Τα πιστωτικά ιδρύματα όμως έχουν το εξαιρετικό προνόμιο να ερευνήσουν τις οικονομικές δυνατότητες του αιτουμένου το δάνειο (μέσω του εκκαθαριστικού σημειώματος και βεβαίωσης αποδοχών), καθώς και τις λοιπές προηγούμενες δανειακές του υποχρεώσεις ή την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά (ύπαρξη ακάλυπτων επιταγών, απλήρωτων συναλλαγματικών, κατασχέσεων κ.λπ.) μέσω του συστήματος "Τειρεσίας", (σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων).
Γι'αυτό, στην υπ' αριθ. Ζ1-699 απόφαση περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας προς την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23-04-2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης... θεσπίζεται ρητά στο άρθρο 8 η υποχρέωση από τα πιστωτικά ιδρύματα της αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή, δηλαδή το εκάστοτε πιστωτικό ίδρυμα υποχρεώνεται, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, πριν από τη σύναψη σύμβασης πίστωσης να ερευνά και να αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητα του καταναλωτή, βάσει επαρκών στοιχείων κατά το προσυμβατικό στάδιο και κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις για την εποπτεία των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δολιότητα νοείται μόνο όταν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους της τράπεζας, προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του που για οποιονδήποτε λόγο δεν έχουν καταχωρισθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψήφιων πελατών τους...
και τέτοιου είδους εξαπάτηση δεν επικαλείται η καθ' ης η αίτηση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του αιτούντος στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα σε αυτή των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 1 και 2...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 14-9-2014 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 53/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αταλάντης που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο, κατά ένα μέρος, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, την ένδικη, από 29-5-2012, αίτηση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων για ρύθμιση των οφειλών του κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, μετ' απόρριψη, κυρίως, ως απαράδεκτης, της ένστασης της αναιρεσείουσας από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 για δόλια περιέλευση του οφειλέτη - πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του που η αναιρεσείουσα είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε επαναφέρει νόμιμα και στο δευτεροβάθμιο με τον αυτοτελή δεύτερο λόγο της έφεσής της.
Ήδη, η αναιρεσείουσα πιστώτρια τράπεζα, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 εδάφ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που συνίστανται, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να απαιτήσει για τη συνδρομή δόλιας περιέλευσης του υπερχρεωμένου οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών άμεσο δόλο αυτού, και ειδικότερα εξαπάτηση - παραπλάνηση εκ μέρους του, ως δανειολήπτη, των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος από το οποίο δανειοδοτήθηκε με την προσκόμιση πλαστών στοιχείων ή απόκρυψη των υποχρεώσεών του, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψήφιων πελατών τους, αποκλείοντας τη συνδρομή αυτής (δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών) σε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου ή παράλειψης των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενεργήσουν έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πριν από τη χορήγηση της πίστωσης, καθώς και με το να δεχθεί ότι δεν νοείται δολιότητα κατά την ανάληψη του δανείου αλλά μόνο μετά την ανάληψή του, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ που προσδιορίζει την αόριστη νομική έννοια του δόλου και διακρίνει αυτόν σε άμεσο και ενδεχόμενο, καθόσον αξίωσε πρόσθετα στοιχεία απ' αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, ως αλυσιτελής. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο της ουσίας με την πληττόμενη απόφασή του, κατά την κύρια αιτιολογία της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των επίδικων ληξιπρόθεσμων χρεών οφείλεται σε δόλο του οφειλέτη - πρώτου των αναιρεσιβλήτων αλλά στα γεγονότα που παραθέτει (5ο φύλλο, α' όψη αυτού).
Η παραδοχή αυτή του δικαστηρίου, για έλλειψη δόλου του οφειλέτη, ως κρίση περί τα πράγματα (εκτίμηση των αποδείξεων), δεν επιτρέπεται να προσβληθεί (ούτε, βέβαια, προσβλήθηκε), κατ' άρθρ. 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του σχετικού λόγου στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.
Η παράθεση της πλεοναστικής και, συνάμα, εσφαλμένης αιτιολογίας [κατά την οποία δεν νοείται δολιότητα του οφειλέτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης και, επιπλέον, απαιτείται, για τη δόλια περιέλευση του υπερχρεωμένου οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, άμεσος δόλος αυτού, και ειδικότερα εξαπάτηση εκ μέρους του, ως δανειολήπτη, των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος από το οποίο δανειοδοτήθηκε με την προσκόμιση πλαστών στοιχείων ή απόκρυψη των υποχρεώσεών του, που δεν έχουν καταχωριστεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των υποψήφιων πελατών τους, αποκλείοντας ότι συντρέχει κάτι τέτοιο (δόλια περιέλευση σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών) σε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου ή παράλειψης των υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενεργήσουν έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πριν από τη χορήγηση της πίστωσης], με την οποία (αιτιολογία) και απορρίφθηκε ο επίμαχος ισχυρισμός - ένσταση της αναιρεσείουσας, πρωτίστως, ως "απαράδεκτος", δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και, άρα, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος αναίρεσης (ΑΠ 156/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 675/2013).
Κατόπιν τούτου, αφού δεν πλήττεται αποτελεσματικά η προπαρατιθέμενη (κύρια) αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης, ανεξάρτητα από την αοριστία ή όχι του ισχυρισμού - ένστασης (για δολιότητα του οφειλέτη) που τείνει να τον θεμελιώσει (βλ., για το ορισμένο της ένστασης αυτής, ΑΠ 515/2018), καθίσταται πλέον αλυσιτελής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 426/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 515/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Απριλίου 2018 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 44/4-5-2018 αίτηση της "... ΑΕ" για αναίρεση της 65/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που δίκασε ως Εφετείο. Και
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ