Legislator Case Law & Legislation
1400/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and insurance company's request for restoration of status ante litis. The appeal is rejected due to procedural defects and the restoration request is inadmissible at this stage.

Case Number 1400/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first-instance judgment and rejected the insurance company's request to restore the case to its pre-execution state. The appellant failed to appear, causing the court to proceed ex officio, while the insurance company's request for restoration was deemed inadmissible because the appeal had already been rejected. Consequently, the court ruled that the restoration request could not be entertained as the legal basis for such an order was no longer valid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 914 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to appear in the appeal hearing, the court proceeds ex officio; however, a request for restoration of the case to its pre-execution state is inadmissible if the appeal is rejected, as the legal basis for such restoration requires the appeal to be pending.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural default restoration of status ante litis ex officio proceedings inadmissible request code of civil procedure supreme court jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Code of Civil Procedure
Article 579, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 5084/2011
Case 305/2011
Case 511/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1400 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1400/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Χόρτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Θ. Μ. του Π., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καραμπάγια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-1-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή, κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υπ' αριθμ. 7497Ε/29-12-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Ε. Μ. η συζήτηση της υπό κρίση, από 16-1-2017 αίτησης αναίρεσης, για την προκειμένη δικάσιμο (4-5-2018) επισπεύδεται από τους αναιρεσιβλήτους. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως απ' το οικείο πινάκιο, την παραπάνω δικάσιμο, οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι (Α. Μ. και Θ. Μ.) απουσίασαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσης, οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι πρέπει να δικαστούν σαν να ήταν αυτοί παρόντες.

Επί της από 16-1-2017 κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) υπ' αριθμ. 14/2015 του δικάσαντος, ως Εφετείο, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2144/1/2011 έφεση των εναγομένων - εκκαλούντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) κατά της υπ' αριθμ. 28/2011 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., που είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 30-7-2010 αγωγή του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), που αφορούσε την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματική ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη αυτός (ενάγων) από την σύγκρουση του υπ' αριθμ. ...06 ΙΧΕ αυτοκινήτου, οδηγούμενου από τον πρώτο εναγόμενο, της ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες που προξενούνται σε τρίτους από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", το οποίο προκάλεσε από υπαιτιότητα του οδηγού του, φθορές και βλάβες στο υπ' αριθμ. ...64 ΙΧΕ αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του ενάγοντος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 εδαφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση η να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι του οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος, κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού νοείται ως ισόπεδος κόμβος: "Κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές". Κατά δε το άρθρο 26 του ΚΟΚ, "η προτεραιότητα στους κόμβους ορίζεται με κατάλληλη σήμανση (παρ. 4).

Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά. Κατ' εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, Εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα, β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό, γ) Αυτοί που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα, δ) Τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα έχουν προτεραιότητα (παρ. 5)".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε οποιοδήποτε οδικό κόμβο, είτε αυτός σχηματίζεται από διασταύρωση, είτε από απλή συμβολή οδών, στον οποίο δεν υπάρχει κατάλληλη σήμανση που να ορίζει την προτεραιότητα, αυτή (προτεραιότητα) ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά με τις εξαιρέσεις, όμως, που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 144/2017, ΑΠ 610/2016, ΑΠ 641/2014).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Τέλος ο λόγος αναίρεσης του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλ' ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης, δικάσαν ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 14/2015 απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ' αυτό: "Στις 2.4.2010 και περί ώρα 14.20, ο ενάγων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...64 Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του κινούνταν, με την κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα των 40 έως 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, επί της ... η οποία αποτελεί προέκταση της πρωτεύουσας επαρχιακής οδού 13 (...) εντός του δημοτικού διαμερίσματος .... Κατευθυνόμενος δε προς το κέντρο του οικισμού, προσέγγιζε ισόπεδο κόμβο (διασταύρωση) με ανώνυμη ασφαλτοστρωμένη δημοτική οδό που αναπτυσσόταν δεξιά σε σχέση με την πορεία του, επί της οποίας, κατά τον ίδιο χρόνο, κινούνταν, με ταχύτητα που δεν προέκυψε ότι υπερέβαινε την επιτρεπόμενη ή επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...06 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη, με κατεύθυνση προς την ....

Επί της διασταύρωσης των ως άνω οδών δεν υφίσταται σήμανση που να καθορίζει την προτεραιότητα, η δε ..., παρότι η πλέον κεντρική του ..., δεν έχει χαρακτηριστεί ως οδός προτεραιότητας κατά τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 52 του ν. 2996/1999. Ως εκ τούτου η προτεραιότητα ανήκει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 4 και 5 του ως άνω νόμου, στον από τα δεξιά ερχόμενο οδηγό και εν προκειμένω στον πρώτο εναγόμενο.

Ο τελευταίος, αφού, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του προκειμένου να ελέγξει την κίνηση επί της ..., εισήλθε στον κόμβο και διέσχισε αυτόν διαγώνια και προς τα αριστερά προκειμένου να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αιγίνιο, ήτοι στο αντίθετο από εκείνο στο οποίο κινούνταν ο ενάγων.

Πριν, ωστόσο, ολοκληρώσει τον ελιγμό του και ενώ βρισκόταν ήδη στο μέσο της ..., ο ενάγων προκάλεσε την ένδικη σύγκρουση και ειδικότερα επέπεσε με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του οχήματός του επί της αριστερής πλευράς του οχήματος του πρώτου εναγομένου. Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης είναι ο ενάγων, ο οποίος ενώ έπρεπε (α) να οδηγεί με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του (άρθρο 12 παρ. 1 ΚΟΚ), (β) να έχει μειωμένη ταχύτητα, δεδομένου ότι πλησίαζε σε διασταύρωση (άρθρο 19 παρ. 3 ΚΟΚ) και (γ) να σταματήσει προ αυτής προκειμένου να ελέγξει την κίνηση προς τα δεξιά του, ώστε να παραχωρήσει στους κινούμενους από την κατεύθυνση αυτή την οφειλομένη προτεραιότητα (άρθρο 26 παρ. 5 ΚΟΚ), αφού η οδός στην οποία κινούνταν δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις της εκ δεξιών προτεραιότητας του άρθρου 25 παρ. 5 ΚΟΚ, αυτός από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε να καταβάλει σαν μέσος συνετός οδηγός (άρθρο 330 εδ.

β' ΑΚ), δεν οδηγούσε με τεταμένη την προσοχή του, με συνέπεια, όταν έφθασε στην διασταύρωση, να μη σταματήσει για να ελέγξει την κάθετη προς την πορεία του οδό προς δεξιά του και να παραχωρήσει την προτεραιότητα στον από δεξιά του ερχόμενο πρώτο εναγόμενο, αλλά να συνεχίσει απρόσκοπτα την πορεία του προσκρούοντας επί του ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, το οποίο είχε ήδη εισέλθει στον κόμβο.

Ο δε τελευταίος δεν βαρύνεται με συνυπαιτιότητα στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, καθόσον είχε προτεραιότητα ως εκ δεξιών ερχόμενος, οδηγούσε με κανονική ταχύτητα και δεν μπορούσε να ενεργήσει αποφευκτικά δεδομένου ότι βρισκόταν ήδη στο μέσο της .... Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε διαφορετικά, αποδίδοντας την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, έσφαλε, ως εκ τούτου δε πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της η υπό κρίση έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, να δικαστεί η αγωγή, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 298, 330 εδ.

β', 2, 4, 9, 10, του ν. ΓΠΝ/1911 και 10 ν. 489/1976 και αφού γίνει δεκτός ο περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος ισχυρισμός των εναγομένων, να απορριφθεί αυτή ως αβάσιμη στην ουσία της". Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης, δικάσαν κατ' έφεση, δεν έλαβε υπ' όψη τα προσκομιζόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και συγκεκριμένα α) την με αριθμό πρωτ. 3290/28-7-2010 βεβαίωση του Δημάρχου ...

Θ. Σ., η οποία αναφέρει, ότι η ... (στην οποία εκινείτο το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος) είναι η κεντρική οδός του Τ.Δ. ... του Δήμου ... και β) την με αριθμό πρωτ. 6297/27-8-2007 απόφαση της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας - Γενικής Διεύθυνσης Περιφέρειας - Διεύθυνση Δημοσίων Έργων - Τμήμα: Οδικής Κυκλοφορίας και Τοπογραφήσεων, με θέμα την "αρμοδιότητα συντήρησης και τεχνικής αστυνόμευσης στο οδικό δίκτυο ευθύνης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας", όπου η απόφαση αυτή αναφέρει ότι η ως άνω οδός (Μ.

Αλεξάνδρου), ορίζεται ως πρωτεύουσα Επαρχιακή οδός 13 και ειδικότερα: από χ.θ. 32+600 της ΠΕΟ Κατερίνης - Θεσσαλονίκης ως Ρυάκια. Επίσης, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τις προσκομιζόμενες απ' αυτόν πρωτότυπες φωτογραφίες, από τις οποίες εμφαίνεται ότι η άνω οδός είναι πρωτεύουσα επαρχιακή οδός, έναντι των διασταυρουμένων μ' αυτήν καθέτων οδών και κεντρική οδός που μετονομάζεται σε ....

Ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά δεν συνιστούν ισχυρισμό ("πράγμα") κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα αναγόμενο στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές.

Ανεξαρτήτως, όμως, των ανωτέρω, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών του Εφετείου, αυτό (Εφετείο), έλαβε υπ' όψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία έλαβε υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως προκύπτει από τη ρητή περί τούτου διαβεβαίωση αυτού (βλ.

προσβαλλόμενη απόφαση) και συνεπώς έλαβε υπόψη και τα ως άνω, επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα (μεταξύ των οποίων και προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων γίνεται σαφής επίκληση κατά την αναφορά των αποδεικτικών μέσων) και εξέδωσε σαφές πόρισμα αντίθετο με αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Περαιτέρω το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων είναι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης διότι α) έπρεπε να οδηγεί με σύνεση, β) να έχει μειωμένη ταχύτητα δεδομένου ότι πλησίαζε σε διασταύρωση (άρθρ. 19 παρ. 3 ΚΟΚ) και γ) να σταματήσει προ αυτής προκειμένου να ελέγξει την κίνηση προς τα δεξιά του, αφού η οδός στην οποία κινούνταν δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις της εκ δεξιών προτεραιότητας του άρθρου 25 παρ. 5 του ΚΟΚ (καθόσον αυτός εκινείτο επί της ...

παρότι η πλέον Κεντρική του ... δεν έχει χαρακτηριστεί ως οδός προτεραιότητας κατά τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 52 του ν. 2996/1999 και ως εκ τούτου η προτεραιότητα ανήκει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 4 και 5 του άνω νόμου στον από δεξιά ερχόμενο από ανώνυμη ασφαλτοστρωμένη δημοτική οδό οδηγό και εν προκειμένω στον πρώτο εναγόμενο), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της προτεραιότητας των εμπλεκομένων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων και εντεύθεν της αποκλειστικής υπαιτιότητος του ενάγοντος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις του ΚΟΚ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως αλλά ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 330, 914 ΑΚ και 26 παρ. 1, 4 και 5 του ΚΟΚ, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνέτρεχε στην προκείμενη περίπτωση λόγος εξαίρεσης της εκ δεξιών προτεραιότητας του εναγομένου, κατά το άρθρο 26 παρ. 5 του ΚΟΚ, υπό στοιχεία α', β', γ' και δ' που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσης, και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τις αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις, εκ των αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο εκ του αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν προβλέπεται τέτοιος λόγος αναίρεσης, εκτός των περιοριστικώς αναφερομένων περιπτώσεων του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά απόφασης του Πρωτοδικείου που εκδίδεται σε έφεση κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου, όπως εν προκειμένω.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία κατέθεσε προτάσεις κατά το βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ.

ε' του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεχθεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίσθηκε ή μεταρρυθμίσθηκε.

Η αίτηση υποβάλλεται με το δικόγραφο της ανακοπής, ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων, είτε με τις προτάσεις, είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται. Αν όμως, για οποιοδήποτε λόγο, ο νομιμοποιούμενος στην υποβολή της κατ' άρθρο 914 ΚΠολΔ αίτησης παρέλειψε να την υποβάλει, νομότυπα, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δικάζει την έφεση, τότε δεν μπορεί να επανέλθει ενώπιον του Αρείου Πάγου, που δικάζει την αναίρεση κατά της απόφασης του Εφετείου ΚΠολΔ (ΑΠ 5084/ 2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με τις προτάσεις που κατέθεσε την προτεραία της συζητήσεως της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, υποβάλλει αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατ' άρθρο 914, διότι, όπως εκθέτει, αυτή κατέβαλε εκουσίως και σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα, το προσωρινώς επιδικασθέν ποσό, πλέον τόκων, συνολικά 3.687,21 ευρώ.

Το αίτημα αυτό, σύμφωνα με την νομική σκέψη, που προαναφέρθηκε, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, διότι η αναιρεσίβλητη δεν μπορεί να υποβάλλει, στο παρόν στάδιο, που κρίνεται η αναίρεση κατά της απόφασης του Εφετείου, το αίτημα αυτό. Ούτε, εξάλλου μπορεί να εκτιμηθεί από το δικαστήριο, ότι το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων, όπως διατυπώνεται στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ζητείται με βάση τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ που ορίζει ότι: "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση", διότι ο Άρειος Πάγος, για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη (ΑΠ 305/2011, ΑΠ 511/2011) και συνεπώς στην προκείμενη περίπτωση, που απορρίφθηκε η αναίρεση, το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο και πάλι ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ερειδόμενο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-1-2017 και με αριθμ. καταθ. 1/2017 αίτηση του αναιρεσείοντος Α. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης.

Απορρίπτει το αίτημα, της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, των τριακοσίων (300) ευρώ, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ