Legislator Case Law & Legislation
1400/2017 AI generated

1400/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1400/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1400/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β’ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 § 1, στοιχ. β, και 346 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Keywords

AI generated
expatriation allowance pay policy fluctuating monthly income eligibility for unemployment benefits common flat-rate scheme for farmers income from dependent employment
AI generated
967/2013
Supreme Court dismisses appeal against marriage allowance calculation, upholding collective agreement terms over statutory interpretation.
1381/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
559/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/1/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 962/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3790/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/1/2006 αίτησή της.
1702/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
1422/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/00 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 459/2003 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/12/2003 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1400 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1400/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκουντοβά, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2020/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/1/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσίαν πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.

ΑΠ 27/1998 Α.Π 1614/2002). Με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη για ευθεία παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι του Ν.4046/2012, που κατά το άρθρο 5 αυτού ισχύει από της δημοσιεύσεώς του (14-2-2012) και της ΠΥΣ με αριθμό 6/29-2-2012 δυνάμει των οποίων, με διοικητικό τρόπο, λόγω της πασίδηλης οικονομικής κατάστασης της χώρας συνετελέσθη μία οριζόντια και υψηλότατη περικοπή των ισχυόντων κατωτάτων ορίων όλων αδιακρίτως των μισθών και των ημερομισθίων από 14-2-2012 κατά 22 ο/ο, προς αντιμετώπιση των εκτάκτων αναγκών της χώρας, και ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο διαφορές διαφορές μισθού και επιδομάτων, αδείας, επιδόματος αδείας και επιδομάτων (δώρων) εορτών για το διάστημα από 14-2- 2012 μέχρι 31-8-2012, με βάση το μηνιαίο μισθό (1.111,52 ευρώ), όπως και το προηγούμενο έτος 2011, πλέον επιδομάτων γάμου πολυετίας κ.λ.π., χωρίς να λάβει υπόψη:

ϊ)την προαναφερθείσα μείωση του 22 ο/ο που επήλθε στα κατώτατα διαμορφωμένα όρια μισθών και ημερομισθίων από 14-2012 της ισχυούσης από 15.07-2010 ΕΓΣΣΕ και ϊί) ότι επί ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012, δηλαδή από 14-5-2012 έπαυσε η τρίμηνη μετενέργεια της τελευταίας οικείας κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας " για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας των ετών 2006 και 2007", σχετικά με τον γενόμενο υπολογισμό των δικαιουμένων από τον αναιρεσίβλητο ποσών για τις ως άνω αιτίες και για το διάστημα από 14-2-2012 έως 31-8-2012 χωρίς όμως να αναφέρονται οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στην αίτηση αναίρεσης, ούτε να προσδιορίζονται τα επιπλέον ποσά που επιδικάστηκαν στον αναιρεσίβλητο ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η επικαλούμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος μάλιστα ότι το Εφετείο ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αναίρεσης ως αόριστος.

2.- Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 της από 29-12-80 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το ν. 1157/81, κατά τη διαδικασία του ν. 3299/55 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών εργατικών διαφορών εργασίας κ.λ.π.", προκειμένου περί μισθωτών υπαγομένων στο νόμο αυτό, πλην μισθωτών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, δύναται να καθιερούται σύστημα εβδομαδιαίας εργασίας πέντε εργασίμων ημερών, άνευ μειώσεως του κατά περίπτωση ισχύοντος ή εφαρμοζομένου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας.

Σε εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως στο σύστημα της πενθήμερης εργασίας υπήχθησαν από 28-10-83 και οι οικοδόμοι σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 8/84 ΔΑ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 25-6-84 με την ΥΑ 16080/84. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14-2-84 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ’ αριθμ. 11770/20- 3-84 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-84 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο, ως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της υπ’ αριθμ. 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/83.

Για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες μόνο ημέρες της εβδομάδος απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι τη συμπλήρωση των 45 ωρών εβδομαδιαίως, δοθέντος ότι με το άρθρο 6 της από 26-2-75 ΕΓΣΣΕ οι ώρες εργασίας δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις 9 ημερησίως.

Η εργασία του μισθωτού εντός του νομίμου ωραρίου κατά τα Σάββατα ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας δε συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών υπερεργασίας, ο δε μισθωτός ως απασχοληθείς ακύρως σε ημέρα υποχρεωτικής αναπαύσεως δικαιούται να αξιώσει κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) την απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή της εργασίας αυτής, ήτοι το ποσό, που ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την εργασία κατά τα Σάββατα του απασχοληθέντος μισθωτού.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ’ ακολουθίαν στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως.

Εξάλλου, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, Κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.

Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας" (που ίσχυσε μέχρι 8.5.1990) σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ, την οποία αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν δυσμενέστερων όρων των ΣΣΕ. Και τούτο γιατί οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής.

Τέλος, με την Ε.Ε.Σ.Σ.Ε. της 26-2-1975 η οποία κυρώθηκε με το Ν. 133/1975, εισήχθη η εβδομάδα των πέντε (5) εργάσιμων ημερών ή το λεγόμενο πενθήμερο εργασίας, δηλαδή καθιερώθηκε ως χρονικό όριο εργασίας οι σαράντα πέντε (45) ώρες την εβδομάδα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΕΣΣΕ (Υ.Α. 11770/20-3-1984, ΦΕΚ 181), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες.

Με το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. 1 του Ν.Δ. 1037/1971 καθιερώθηκε ως νόμιμο ημερήσιο ωράριο των εργαζόμενων σε εμπορικά καταστήματα οι οκτώ (8) ώρες, ενώ με το άρθρο 42 του Ν. 1892/1990, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 23 του Ν. 1957/1991, καθιερώθηκε η πενθήμερη εργασία με σαράντα (40) ώρες κατά εβδομάδα για τους εργαζόμενους στα εμπορικά καταστήματα, των οποίων η ημέρα ανάπαυσης λόγω πενθημέρου καθορίζεται κυλιόμενη.

Αν ο μισθωτός εργάστηκε, σε επιχείρηση που εφαρμόζεται η πενθήμερη εβδομάδα εργασίας και έκτη ημέρα την εβδομάδα (εκτός Κυριακής ή εξαιρετέας ημέρας ή αναπληρωματικής ανάπαυσης λόγω εργασίας κατά την Κυριακή) η σχετική συμφωνία για απασχόλησή του κατά την ημέρα αυτή, ως απαγορευμένη από τους ως άνω κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη, αφού πρόκειται για εργασία παρεχόμενη εκτός των ημερών της εβδομαδιαίας εργασίας, ήτοι σε ημέρα ανάπαυσης, και δικαιούται για αυτήν αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως αμοιβή σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης, χωρίς να δικαιούται και οποιαδήποτε άλλη προσαύξηση (ΑΠ 175/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος διατηρεί στην πόλη της Κατερίνης, ατομική εμπορική επιχείρηση πώλησης, συντήρησης και επισκευής κλιματιστικών συστημάτων, κεντρικής θέρμανσης και γεωργικών μηχανημάτων.

Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε την 1-8-1990 προσέλαβε για πρώτη φορά τον ενάγοντα προκειμένου να τον απασχολήσει στην άνω επιχείρηση του, υπό την ειδικότητα του πωλητή. Σε εκτέλεση της άνω σύμβασης εργασίας ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο μέχρι τις 31-12-1996 .

οπότε και απολύθηκε. Στις 22-1-1999 ο εναγόμενος προσέλαβε και πάλι τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να τον απασχολήσει στην επιχείρησή του υπό την αυτή, ως άνω, ειδικότητα [του πωλητή]. Μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε να εργάζεται ο ενάγων με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας [από Δευτέρα έως και Παρασκευή] και να αμείβεται με τον προβλεπόμενο από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζόμενων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας" μηνιαίο μισθό.

Από την, κατά τα ανωτέρω, επαναπρόσληψή του ο ενάγων προσέφερε συνεχώς τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο ως πωλητής, μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2012, σύμφωνα με τα κατωτέρω εκτιθέμενα. Παρά την ανωτέρω συμφωνία, όμως, ο εναγόμενος, εργοδότης κατέβαλε στον ενάγοντα από την 1-1-2007 έως τις 31- 8-2012 που λειτούργησε η εργασιακή του σύμβαση, αποδοχές κατώτερες των νομίμων, αφού δεν προσμετρούσε για τον υπολογισμό αυτών, τόσο το επίδομα δεκαετίας στον ίδιο εργοδότη από 5%, όσο και το επίδομα γάμου.

Ειδικότερα και όσον αφορά στο επίδομα δεκαετίας στον ίδιο εργοδότη, ο εναγόμενος γνώριζε πολύ καλά την προϋπηρεσία του ενάγοντος και τον ακριβή χρόνο αυτής, δεδομένου ότι, κατά τα προαναφερθέντα, ο τελευταίος είχε απασχοληθεί όλα τα ανωτέρω έτη στην επιχείρησή του, ενώ, όσον αφορά στο επίδομα γάμου, ο εναγόμενος γνώριζε επίσης πολύ καλά το γεγονός ότι ο ενάγων είχε τελέσει νόμιμο γάμο ήδη από το έτος 2000, είχε παραστεί και ο ίδιος ως προσκεκλημένος στο γάμο αυτό.

Τούτο αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον ενάγοντα έγχρωμη φωτογραφία του γάμου του, την οποία δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος, και στην οποία εμφανίζεται και ο τελευταίος. Από κανένα, όμως, αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνωστοποίησε στον εναγόμενο τη γέννηση του τέκνου του ή ότι το γεγονός αυτό είχε περιέλθει σε γνώση του εναγομένου με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.

Σύμφωνα α] με την από 7-9-2006 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας των ετών 2006-2007" [Πράξη Κατάθεσης Υπ.Απασχόλησης ...-9-2006] και β] με την από 30-7-2008 όμοια ΣΣΕ [Πράξη Κατάθεσης Υπ.Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ...5-8-2008] ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν :

Α] Το έτος 2007: από 1-1-2007 εως 31-8-2007 στο ποσό των [920,41 ευρώ βασ.μισθ.+ 92,04 επίδ.γάμου +46,02 ευρώ επίδομα δεκαετίας στον ίδιο εργοδότη =] 1.058,47 ευρώ και 2] από 1-9-2007 έως 31-12-2007 στο ποσό των [982,91+98,29+49,15=] 1.130,35 ευρώ. Αντί των ανωτέρω ποσών ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή [νόμιμο μηνιαίο μισθό] 1] από 1-1-2007 έως 31-8-2007 το ποσό των 1.012,45 ευρώ και συνεπώς οφείλει τη διαφορά από [1.058,47-1.012,45= 4β,02Χ 8 μήνες=] 368,16 ευρώ και 2] από 1- 9-2007 έως 31-12-2007 το ποσό των 1.042,82 ευρώ και οφείλει τη διαφορά από [1.130,3 5-1.042,82=87,53Χ4=] 350,12 ευρώ, ήτοι συνολικά για το έτος αυτό δικαιούται ως διαφορά το ποσό των 718,28 ευρώ.

Ακόμη δικαιούται για διαφορά δώρου Πάσχα το ποσό των [1.058,47 Χ 1/2 = 529,24 ευρώ - 506,22 ευρώ που του καταβλήθηκε για την αιτία αυτή=] 23,02 ευρώ, για διαφορά επιδόματος αδείας το αυτό ποσό των 23.02 ευρώ και για δώρο Χριστουγέννων το ποσό των [1.130,35 - 1.042,82 =] 87,53 ευρώ, ήτοι συνολικά για ανωτέρω αιτίες ο ενάγων δικαιούται το ποσό των [718,28 + 23,02 + 23,02 + 87,53=] 851,85 ευρώ.

Β] Το έτος 2008: 1] από 1-1-2008 εως 31-8-2008 στο ποσό των [1.107,31 + 101,73 + 50,87=] 1.169,91 ευρώ και 2] από 1-9-2008 έως 31-12-2008 στο ποσό των [1.052,92 + 105,29 + 52,65=] 1.210,86 ευρώ. Αντί των ανωτέρω ποσών ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα για νόμιμο μηνιαίο μισθό 1] από 1-1-2008 έως 30-3- 2008 το ποσό των 1.042, 82 ευρώ 2] από 1-4-2008 έως 31-8-2008 το ποσό των 1.078, 79 ευρώ και 3] από 1-9-2008 έως 31-12-2008 το ποσό των 1.111.15 ευρώ.

Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για διαφορές μεταξύ των νομίμων και των καταβληθέντων μισθών α] το ποσό των (1.169,91 -1.042,82 = 127,09 χ 3=) 381,27 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1 έως 30-3-2008, β] το ποσό των [1.169,91 - 1.078, 79=91,12Χ 5=]455, 60 για το χρονικό διάστημα από 1-4 έως 31-8-2008 και γ] το ποσό των [1.210, 86 - 1.111, 15= 99,71 Χ 4 = ] 398, 84 ευρώ από 1- 9 έως 31-12-2008 και συνολικά δικαιούται το ποσό των 1.235,71 ευρώ.

Ακόμη δικαιούται το ποσό των [1.169,91 Χ 584,95 - 539,39 που καταβλήθηκε=] 45,57 ευρώ για διαφορά δώρου Πάσχα, το ποσό των [584,95 - 539,40=] 45,55 ευρώ για διαφορά επιδόματος αδείας, ενώ ουδέν ποσό δικαιούται για διαφορά δώρου Χριστουγέννων αφού για την αιτία αυτή του καταβλήθηκε όπως και ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί, το ποσό των 1.111,15 ευρώ.

Δηλαδή ο ενάγων δικαιούται συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των [1.235,71 + 45,57 + 45,55=] 1.326,83 ευρώ. Γ] Το έτος 2009:1] από 1-1-2009 έως 31-8-2009 στο ποσό των [1.052,92 + 105,29 + 52,65=] 1.210,86 ευρώ και 2] από 1-9-2009 έως 31-12-2009 στο ποσό των [1.082,23 + 108,22 + 54,11=] 1.244,56 ευρώ. Αντί των ποσών αυτών ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα για την άνω αιτία 1] από 1-1-2009 ως 31-8-2009 το ποσό των 1.133,37 ευρώ και 2] από 1- 9-2009 έως 31-12-2009 το ποσό των 1.190,04 ευρώ.

Επομένως, δικαιούται για διαφορά α] το ποσό των [1.210,86 - 1.133,37= 77,49Χ 8 μήνες=] 619,92 ευρώ από 1-1 έως 31-8-2009 και β] το ποσό των [1.244,56-1.190, 04 = 54, 52 Χ 4=] 218,08 ευρώ από 1-9 έως 31-12-2009 και συνολικά το ποσό των [619,92+218,08=] 838 ευρώ, ενώ δικαιούται για διαφορά δώρου Πάσχα το ποσό των [1.210,86 Χ1/2=605,43566,68=] 38,75 ευρώ, για διαφορά επιδόματος αδείας το αυτό ποσό των 38,75 ευρώ και για διαφορά δώρου Χριστουγέννων το ποσό των [1.244,56-1.190,04=]54,52 ευρώ.

Ήτοι ο ενάγων δικαιούται για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των [838 + 38,75 + 38,75 + 54,52=] 970,02 ευρώ. Δ] Το έτος 2010: Από 1-1-2010 έως 31-12-2010 στο ποσό των [1.082,23 +108,22+54,11=] 1.244,56 ευρώ, αντί του οποίου ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα για μηνιαίο μισθό το ποσό των 1.190, 04 ευρώ και συνεπώς ο τελευταίος δικαιούται τη διαφορά από [1.244,56-1.190,04=54,52 Χ 12 μήνες=] 654,24 ευρώ.

Ακόμη δικαιούται το ποσό των [1.244, 56 Χ Η = 622,28-595,02=]27,26 ευρώ για διαφορά δώρου Πάσχα, το αυτό ποσό των 27, 26 ευρώ για διαφορά επιδόματος αδείας, και το ποσό των [1.244,56 1.190,04=] 54,52 ευρώ για διαφορά δώρου Χριστουγέννων, ήτοι ο ενάγων δικαιούται για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των [654, 24 + 27" 26 + 27, 26 + 54, 52=] 763, 28 ευρώ.

Ε] Το έτος 2011: 1] Από 1-1 έως 31-8- 2011 στο ποσό των 1.244,56 ευρώ και 2] από 1-9-2011 έως 31-12-2011 στο ποσό των [1.111,52 + 111,15 + 55,58] 1.278,25 ευρώ. Αντί των ανωτέρω ποσών ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα α] το ποσό των 852,93 ευρώ για έκαστο των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουάριου, Μαρτίου, Μαΐου και Ιουλίου β] το ποσό των 952,93 ευρώ για έκαστο των μηνών Απριλίου και Ιουνίου γ) το ποσό των 964,83 ευρώ για έκαστο των μηνών Αυγούστου, και Νοεμβρίου Σεπτεμβρίου Οκτωβρίου και Νοεμβρίου και δ] το ποσό των 864, 83 ευρώ για έκαστο των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου.

Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται τις διαφορές από [1.244,56 - 852,93 = 391,63 Χ 5 μήνες = 1.958,15 ευρώ + [1.244,56 - 952,93= 291,63 Χ 2 μήνες=] 583,26 +[1.244,56- 964,83=279,73X2=] 559,46 + [1.278,25 - 864,83= 413,42 Χ 3=] 1.240,26=] 4.341,13 ευρώ. Ακόμη δικαιούται το ποσό των [622,28- 226,46=] 395,82 ευρώ για διαφορά δώρου Πάσχα, το ποσό των [622,28 -232,41=] 389,87 ευρώ για διαφορά επιδόματος αδείας και το ποσό των [1.278,25- 464,83=] 813,42 ευρώ για διαφορά δώρου Χριστουγέννων.

Ήτοι ο ενάγων δικαιούται για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των [4.341,13 + 395,82 + 389,87 + 813,42=] 5.940,24 ευρώ και ΣΤ] Το έτος 2012: Από 1-1-2012 έως 31-7-2012 στο ποσό των 1.278,25 ευρώ. Έναντι του ανωτέρω ποσού ο εναγόμενος του κατέβαλε τον Ιανουάριο το ποσό των 1.154,83 ευρώ και οφείλει τη διαφορά από 123,42 ευρώ, τον Φεβρουάριο το ποσό των 901,83 ευρώ και οφείλει τη διαφορά από 376,42 ευρώ, το Μάρτιο το ποσό των989,83 ευρώ και οφείλει τη διαφορά από 288,42 ευρώ, τον Απρίλιο το ποσό των 1054, 83 ευρώ και οφείλει τη διαφορά από 223,42 ευρώ, τον Μάιο το ποσό των 1.469,83 ευρώ και συνεπώς δεν του οφείλει διαφορά για τον μήνα αυτό, τον Ιούνιο το ποσό των 1.262,21 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 16,04 ευρώ και τον Ιούλιο το ποσό των 1.264,83 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 13,42 ευρώ και συνολικά δικαιούται τη διαφορά από [123,42 +376,42 +288,42+ 223,42 +16,04 +13,42=] 1.041,14 ευρώ.

Ακόμη δικαιούται για διαφορά δώρου Πάσχα το ποσό των [1.278, 25 Χ Λ = 639,12- 232,41=] 406,71 ευρώ και για διαφορά επιδόματος αδείας το αυτό ποσό των 406,71 ευρώ, ήτοι συνολικά ο ενάγων δικαιούται για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των [1.041,14 + 406,71 +406,71=] 1.854,56 ευρώ. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, ο εναγών δικαιούται για τις παραπάνω αιτίες, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα [από 1-1-2007 έως 31- 7-2012] το συνολικό ποσό των [851,85 + 1.326,83+ 970,02+763,28 +5.940,24 + 1.854,56=] 11.706,78 ευρώ. 0 ισχυρισμός του εναγομένου ότι ουδέν ποσό οφείλει στον ενάγοντα διότι κατέβαλε σ’ αυτόν 1] για το έτος 2007 το ποσό των 18.285,69 ευρώ, 2] για το έτος 2008 το 18.354,58 ευρώ, 3] για το έτος 2009 το ποσό των 15.225,44 ευρώ, 4] για το έτος 2010 το ποσό των 14.875,85 ευρώ, 5] για το έτος 2011 το ποσό των 11.159,76 ευρώ και 6] για το έτος 2012 το ποσό των 4.850 ευρώ, επικαλούμενος τις προσκομιζόμενες από αυτόν [εναγόμενο] ιδιόγραφες σημειώσεις των ανωτέρω ετών, οι οποίες σημειωτέον λαμβάνονται υπόψη στην προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ως αποδεικτικό μέσο κατ’ άρθρο 671 παρ.1 εδ.α’ του ΚΠολΔ [ΑΠ 311/2010 ΝοΒ 2010] είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ο εναγόμενος δεν εξειδικεύει ποια επί μέρους ποσά αφορούν στους δεδουλευμένους μισθούς του ενάγοντα και ποια στα επιδόματα εορτών και αδείας, ούτε, άλλωστε, στις σημειώσεις αυτές γίνεται τέτοια διάκριση.

Σημειωτέον ότι στις, ως άνω, πρόχειρες ιδιόγραφες σημειώσεις, όπου υπάρχουν ξεχωριστές στήλες "Ημερομηνία" "Από ποιον παίρνει χρήματα", "ποσό", και δη στις στήλες "από ποιον" "ποσό" υπάρχουν καταχωρημένα χρηματικά ποσά ως καταβληθέντα, εκτός από την υπάλληλο του εναγομένου και τον ίδιο τον εναγόμενο και από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, όπως λ.χ. "Γ., Γ., Κ., Φ.", "Τράπεζα ...", "Τράπεζα ...", καθώς και χρηματικά ποσά ύψους 5,10,13,15,20,21,22,25,27 και 32 ευρώ και ενδείξεις "υλικά που αγόρασε", ψεκαστήρες", "από ντίζα", "έξοδα ...".

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι ο εναγόμενος έπρεπε να προσμετρά κατά τον υπολογισμό του νόμιμου μηνιαίου μισθού του ενάγοντος μόνο το προβλεπόμενο από τις οικείες ΣΣΕ επίδομα δεκαετίας στον ίδιο εργοδότη, ανερχόμενο σε ποσοστό 5% επί του εκάστοτε μηνιαίου μισθού και όχι και το προβλεπόμενο από αυτές επίδομα γάμου από 10%, στη συνέχεια δε υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 3.569, 12 ευρώ για διαφορές μεταξύ του νόμιμου και του καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθού από 1-1-2007 έως 31-8-2012, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσής του, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι, απορριπτομένου ως αβάσιμου κατ’ ουσίαν του πρώτου λόγου της αντέφεσης του εναγομένου, με τον οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι σας μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος δεν έπρεπε να συνυπολογιστεί με την εκκαλουμένη ούτε το επίδομα δεκαετίας στον ίδιο εργοδότη.

Εξάλλου, από τα ίδια, πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, απασχολήθηκε και κατά την ημέρα του Σαββάτου κατά τις ώρες από 08.30 έως 14.00, παρέχοντας έτσι εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας επί 5,5 ώρες κάθε Σάββατο. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις, μετά λόγου γνώσεως, καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος Τον Π.

του Ν. [στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου] και Δ. Κ. του Ε. και Ε. Ξ. του Π. [στην υπ’ αριθμ. ...2013 ένορκη βεβαίωσή τους]. Οι καταθέσεις δε αυτές δεν αναιρούνται, αλλά αντίθετα ενισχύονται από την κατάθεση της μάρτυρα του εναγομένου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Ε. Μ. του Α. και την υπ’ αριθμ. ...2013 ένορκη βεβαίωση του Κ.

Κ. του Α., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κατερίνης. Για την απασχόλησή του αυτή ο ενάγων δικαιούται τα ακόλουθα ποσά: Ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντα [χωρίς το επίδομα δεκαετίας στον ίδιο εργοδότη και το επίδομα γάμου] ανερχόταν με βάση τις προαναφερόμενες ΣΣΕ 1] από 1-1-2007 έως 31-8-2007 σε 920,41 ευρώ, το ημερομίσθιο σε 36,81 ευρώ και το ωρομίσθιο σε 4,60 ευρώ, 2] από 1-9-2007 εως 31-12-2007 σε 982,91 ευρώ, το ημερομίσθιο σε 39,31 ευρώ και το ωρομίσθιο σε 4,91 ευρώ, 3] από 1-1-2008 έως 31-8-2008 σε 1.017,31 ευρώ, το ημερομίσθιο σε 40,70 ευρώ και το ωρομίσθιο σε 5,09 ευρώ, 4] από 1-9-2008 έως 31-12-2008 σε 1052,92 ευρώ και το ωρομίσθιο σε 5,26 ευρώ, 5]από 1-1-2009 έως 31-8-2008 σε 1.052,92 ευρώ, το ημερομίσθιο σε 42,11 ευρώ και το ωρομίσθιο σε 5,26 ευρώ, 6] από 1-9-2009 έως 31-12-2009 σε 1.082,23 ευρώ, το ημερομίσθιο σε 43,29 ευρώ και το ωρομίσθιο σε 5,41 ευρώ, και 7] από 1-1-2010 έως 10-5-2010 σε 1.082,23 ευρώ, το ημερομίσθιο σε 43, 29 ευρώ και το ωρομίσθιο σε 5,41 ευρώ.

Μετά την έναρξη όμως ισχύος του ν.3846/2010 ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν 1] από 11-5-2010 έως 31-12-2010 σε 1.190, 04 ευρώ, το ημερομίσθιο σε 47,60 ευρώ και το ωρομίσθιο σε5,95 ευρώ, 2] από 1-1-2011 έως 31-8-2011 σε 964,83 ευρώ, το ημερομίσθιο σε 38,59 ευρώ και το ωρομίσθιο σε 4,82 ευρώ, 3] από 1-9-2011 έως 31-12-2011 σε 864,83 ευρώ το ημερομίσθιο σε 34,59 ευρώ και το ωρομίσθιο σε 4,32 ευρώ, και 4] από 1-1- 2012 έως 26-6-2012 σε 1.138,89 ευρώ, το ημερομίσθιο σε 45,55 ευρώ και το ωρομίσθιο σε 5,69 ευρώ.

Έτσι ο ενάγων, με βάση τα Σάββατα και τις ώρες που εργάστηκε κάθε Σάββατο, τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές, το νόμιμο ημερομίσθιο και το ωρομίσθιο τις καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές, το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο και ωρομίσθιο, όπως προσδιορίζονται ανωτέρω κατά τα ειδικότερα χρονικά διαστήματα, δικαιούται ως αμοιβή: 1] από 1-1-2007 έως 31-8-2007για εργασία επί 31 Σάββατα επί 5,5 ώρες κάθε Σάββατο, το ποσό των [ωρομίσθιο 4,60 Χ 5,5 ώρες =25,30 Χ 31=] 784,30 ευρώ, 2] από 1-9-2007 έως 31-12-2007 γ ια εργασία επί 18 Σάββατα επί 5,5 ώρες κάθε Σάββατο το ποσό των [4,91 Χ 5,5= 27 Χ 18=] 486 ευρώ 3] από 1-1-2008 έως 31-8-2008 για εργασία επί 33 Σάββατα το ποσό των [5,09 X 5,5 = 28 X 33=] 924 ευρώ, 4] από 1-9-2008 εως 31-12-2008 για εργασία επί 17 Σάββατα το ποσό των [5,26 Χ 5, 5 = 28, 93 Χ 17 = ] 491,81 ευρώ, 5] από 1-1-2009 έως 31-8-2009 για εργασία επί 33 Σάββατα το ποσό των [5,26 Χ 5,5 = 28,93 Χ33=] 954,69 ευρώ, 6] από I-9-2009 έως 31-12-2009 για εργασία επί 16 Σάββατα το ποσό των [5,4IX 5,5=29,75 Χ 16=] 476 ευρώ, 7] από 1-1-2010 έως 10-5-2009 για εργασία επί 17 Σάββατα το ποσό των [5,41 Χ 5,5=29,75Χ 17=] 505,75 ευρώ, 8] από II-5-2010 έως 31-12-2010 για εργασία επί 30 Σάββατα το ποσό των [5,95 Χ 5,5 = 32,72 + 9,81 για προσαύξηση 30%= 42,53 ευρώ Χ 30=] 1.275,90 ευρώ, 9] από 1-1-2011 έως 31-8-2011 για εργασία επί 32 Σάββατα το ποσό των [4,82Χ 5,5= 26, 51 + 7, 95 για προσαύξηση 30%= 34, 46 ευρώ Χ 32=]1.102,72ευρώ, 10] από 1-9-2011 έως 31-12-2011 για εργασία επί 16 Σάββατα το ποσό των [4,32 Χ 5,5. 23, 76 + 7, 12 = 30, 88 Χ 16=] 494, 08 ευρώ, και 11] από 1-1-2012 έως 26-6-2012 για εργασία επί 24 Σάββατα το ποσό των [5,69 Χ 5,5= 31,29+9,38 για προσαύξηση 30%= 40,67 Χ 24=] 976,08 ευρώ.

Ήτοι, συνολικά ο ενάγων δικαιούται για την ανωτέρω αιτία το ποσό των [ 784,30 + 486 + 924 +491,81 +954,69+476 + 505,75 + 1.275,90+ 1.102,72+ 494,08 + 976,08=] 8.471,33 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι οι ώρες εργασίας της ημέρας του Σαββάτου, ως έκτης ημέρας, προσμετρώνται στις ώρες εργασίας των υπολοίπων πέντε εργασίμων ημερών της εβδομάδας και ότι η απασχόληση πέραν του ανωτάτου νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας με τον συνυπολογισμό και της απασχολήσεως κατά την ημέρα του Σαββάτου συνιστά υπερεργασία [ή, κατά περίπτωση υπερωριακή απασχόληση] στη συνέχεια δε επιδίκασε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 4.885 ευρώ για πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερεργασίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων με τον πρώτο λόγο της έφεσης του ο οποίος πρέπει να γίνει απορριπτομένου ως αβασίμου κατ’ ουσίαν του δεύτερου λόγου της αντέφεσης του εναγομένου με τον οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι ο ενάγων δεν απασχολήθηκε στην επιχείρησή του κατά την ημέρα του Σαββάτου.

Εξάλλου, από το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον εναγόμενο βιβλίο αδειών προσωπικού της επιχείρησής του αποδεικνύεται ότι ο ενάγων ελάμβανε κανονικά κατά τα έτη 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011 τις ετήσιες άδειες αναψυχής του για είκοσι πέντε [25] ημέρες που δικαιούνταν. Το γεγονός τούτο αποδεικνύεται πέραν του προαναφερθέντος σχετικού βιβλίου αδειών προσωπικού όχι μόνον από την μετά λόγου γνώσεως, κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της μάρτυρα του εναγομένου Ε.

Μ. ["..... έπαιρνε κανονική άδεια ...Όλα ήταν καταγεγραμμένα...."] αλλά και από την κατάθεση στο ακροατήριο του άνω Δικαστηρίου του μάρτυρα του ίδιου του ενάγοντος Ι. Π. ["...Δεν ξέρω αν ο εναγόμενος του έδινε άδειες ..."]. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, απορρίπτοντας το κονδύλιο της αγωγής συνολικού ποσού 3.192,84 ευρώ για αποδοχές και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Τέλος, από τα ίδια, πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατήγγειλε σιωπηρά την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο τελευταίος. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι στις 26-6-2012 έλαβε χώρα στο κατάστημα του εναγομένου έντονος διαπληκτισμός μεταξύ των διαδίκων παρουσία και τρίτων προσώπων [των άλλων εργαζομένων στην επιχείρηση Ε.

Μ. και Κ. Κ., καθώς και του πρώην εργαζομένου σ’ αυτή Δ. Κ.] κατά τον οποίο ο ενάγων επιτέθηκε φραστικά κατά του εναγομένου, παραπονούμένος για χρήματα που ισχυριζόταν ότι του όφειλε ο τελευταίος από τα δεδουλευμένα του. Ο εναγόμενος, προκειμένου να εκτονωθεί η κατάσταση, είπε στον ενάγοντα να λάβει άδεια ολίγων ημερών και να αποχωρήσει από το γραφείο του.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου Ε. Μ. και Κ. Κ. οι οποίες [καταθέσεις] δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Ί. Π., διότι πηγή γνώσεως όσων αυτός καταθέτει σχετικώς αποτελεί ο ίδιος ο ενάγων. Ο τελευταίος προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπου κατά τη συζήτηση της προσφυγής του στις 9-8-2012 ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο εργοδότης του [εναγόμενος] τον έχει θέσει σε άδεια από τις 26-6-2012 και αρνείται την παροχή της εργασίας του.

Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός του ενάγοντος [ότι δηλαδή ο εναγόμενος αρνείται να αποδεχθεί την εργασία του] από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται. Ο μόνος που καταθέτει περί τούτου είναι ο άνω μάρτυράς του Ί. Π., ο οποίος εργάζεται ως πλακατζής και ουδεμία σχέση έχει με την επιχείρηση του εναγομένου και ο οποίος μεταφέρει όσα του είπε ο ίδιος ο ενάγων [".....

μου είπε ότι αυτός ήθελε να γυρίσει αλλά δεν τον έπαιρνε πίσω..-"]. Ακολούθως ο ενάγων με την από 18-9-2012 εξώδικη δήλωση - όχληση- πρόσκληση διαμαρτυρία του, που επιδόθηκε στον εναγόμενο την ίδια ημέρα [βλ. την υπ’ αριθμ. ... /18-9-2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης Ν. Κ.] δήλωσε ότι θεωρεί ["από την εν γένει προπεριγραφόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά σας"] πως ο εναγόμενος τον έχει απολύσει και αξιώνει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του ποσού 12.495,42 ευρώ. 0 εναγόμενος με την από 19-9-2009 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία - κλήση, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 21-9-2012 [βλ.

την υπ’ αριθμ. .../21-9-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης Π. Τ. αρνείται κατηγορηματικά ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του τελευταίου και τον καλεί να προσέλθει στην εργασία του. Αντί γι’ αυτό, όμως, ο ενάγων, λίγες μόνον ημέρες μετά την επίδοση σ’ αυτόν της προαναφερόμενης εξώδικης απάντησης του εναγομένου και δη στις 9-10-2012 κατέθεσε στο ΙΚΑ- ΕΤΑΜ την υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../9-10-2012 αίτηση για λήψη σύνταξης λόγω γήρατος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε το κονδύλιο της αγωγής ποσού 12.495,42 ευρώ, που αφορά αποζημίωση απόλυσης, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με τον πέμπτο [και τελευταίο] λόγο της έφεσής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Μετά τις σκέψεις αυτές, εφόσον γίνονται δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της έφεσης του ενάγοντος, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσία βάσιμη, απορριπτόμενης της αντέφεσης ως ουσία αβάσιμης και, κατόπιν αυτού, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις της. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο, και αφού δικαστεί κατ’ ουσίαν η αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των [11.706,78+ 8.471,33=] 20.178,11 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους ως εξής ...:".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι εφόσον ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε σε επιχείρηση στην οποία εφαρμόζεται η πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, και μάλιστα κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, η απασχόλησή του κατά την έκτη ημέρα είναι άκυρη, αφού πρόκειται για εργασία που παρέχεται σε ημέρα ανάπαυσης και ως εκ τούτου δικαιούνται γι’ αυτήν ιδιαίτερη αμοιβή σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αφού δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση η οποία είχε κρίνει διαφορετικά, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη ποσά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις που αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω υπό στοιχείο 2 μείζονα πρόταση της παρούσης και στο δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αφού ορθά έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος ως υπάλληλος εμπορικού καταστήματος υπάγεται στο καθεστώς της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τούτο ρητά είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων και δεν είχε ανατραπεί με ρητή ή σιωπηρή συναίνεσή του και προς το συμφέρον του, το νόμιμο σύστημα της πενθήμερης εργασίας. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ως πράγματα, των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που έχει ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Υπό την έννοια αυτή πράγμα είναι και ο αυτοτελής ισχυρισμός που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί κατά το νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή την αντένσταση (Ολομ.ΑΠ 3/1997. ΑΠ. 1795/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη ότι έλαβε υπόψη της τη γνώση αυτού, του γάμου του αναιρεσιβλήτου, ήτοι ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με την επιδίκαση σε αυτόν του επιδόματος γάμου, μολονότι στην αγωγή του ο αναιρεσίβλητος όλως αορίστως αναφέρει ότι δεν του καταβαλλόταν το επίδομα γάμου και με τις προτάσεις του αρκέσθηκε να επισημάνει ότι ο γάμος του αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη γάμου χωρίς να επικαλείται απόδειξη του γάμου του με την προβλεπόμενη από το άρθρο 16 παρ. 1 δ του ν. 435/1976 δήλωση του εργαζόμενου αναιρεσιβλήτου που να έχει κατατεθεί στον εργοδότη του (αναιρεσείοντα).

Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον η καταβολή του επιδόματος γάμου σε εργαζόμενο τελεί υπό δύο προϋποθέσεις της γνωστοποιήσεως του γάμου από το μισθωτό στον εργοδότη η οποία σε κάθε περίπτωση απαιτείται να περιέλθει σε γνώση του και της απόδειξης του γάμου, οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης, συντρέχουν στην κρινόμενη υπόθεση Περαιτέρω ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.

β’ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 § 1, στοιχ. β, και 346 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση (ΑΠ 399/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του Εφετείου (ΚΠολΔ 561 § 2), περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των προσκομισθέντων από τον τελευταίο εγγράφων.

Ειδικότερα, στις προτάσεις αυτές αναφέρεται ότι προσκομίζονται α) το με αριθμό πρωτοκόλλου ...18-10-2012 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του δήμου Κατερίνης β) η ληξιαρχική πράξη γάμου του και γ) φωτογραφίες του αναιρεσείοντα από το γάμο του του αναιρεσιβλήτου ( αντίστοιχα με αριθμούς σχετικών 4 και 5 και 18) (ΑΠ 1234/2015).

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατά το οποίο δεν έγινε νόμιμη επίκληση των άνω αποδεικτικών στοιχείων και δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Τέλος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι" αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα. (ΑΠ 81/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα των ισχυρισμών των διαδίκων και συγκεκριμένα, του γάμου του αναιρεσιβλήτου και της γνώσης αυτού από τον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκομίσθηκαν με επίκληση στο Δικαστήριο και τα σχετικά έγγραφα και τις φωτογραφίες που προαναφέρθηκαν.

Συνεπώς, το Εφετείο με το να εκτιμήσει ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις τα ως άνω έγγραφα, που υπάγονται, όπως άλλωστε και οι ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου μαρτυρικές καταθέσεις, στο όνομα της ελεύθερης εκτίμησής τους του άρθρου 340 ΚΠολΔ, δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του αποδεικτικού αυτού μέσου, δεν υπέπεσε δηλαδή στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και επομένως και κατά το σκέλος του αυτό ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, είναι αβάσιμος.

4.- Από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ’ έφεση δίκη (ΚΠολΔ 674 παρ. 2), συνάγεται ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψη και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει νομικούς κανόνες ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση ως προς τη δικαστική ομολογία.

Εξάλλου, από την διάταξη του άρθ. 416 ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλομένη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχομένη εργασία του, εκτός εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθ. 3, 174, 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, 8§4 ν. 4020/1959). ( Α.Π. 447/2015).

Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, με το άρθ. 18 § 1 ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θ’ απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ’ αυτών κρατήσεις (ΑΠ 176/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ των αριθμών 1,11 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολ Δ σχετικά με την απόρριψη της προβληθείσης από αυτόν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και κατά τη συζήτηση της έφεσης του αναιρεσιβλήτου και της αντέφεσής του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένστασης καταβολής των ενδίκων αξιώσεών του αναιρεσιβλήτου που του επιδικάσθηκαν για την απόδειξη της οποίας προσκόμισε με επίκληση στο πρωτοβάθμιο αλλά και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τις ιδιόγραφες σημειώσεις του ισχυριζόμενος συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 του Α.Κ., ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο τις ιδιόχειρες σημειώσεις του που νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε και που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη και ότι η προσβαλλόμενη δεν έχει νόμιμη βάση διότι στο αιτιολογικό της δεν αναφέρονται με πληρότητα ,σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 416 του Α.Κ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης τόσο κατά το σκέλος του που στηρίζεται στους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όσο και κατά το σκέλος του που στηρίζεται στον αριθμό 11 περ. γ του ίδιου άρθρου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, που εκτίθενται παραπάνω, η τελευταία έλαβε υπόψη της αφενός την προβληθείσα ένσταση εξόφλησης την οποία απέρριψε ως αβάσιμη με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία και αφετέρου τις ιδιόγραφες σημειώσεις του αναιρεσείοντος για τις οποίες μάλιστα ρητά αναφέρει στη σελίδα 17 αυτής κατά λέξη ότι "σημειωτέον, λαμβάνονται υπόψη στην προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ως αποδεικτικό μέσο κατ’ άρθρο 671 παρ. 1 εδ.

α του ΚπολΔ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσεν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 ιανουαρίου2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 2020/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Αυγούστου 2017.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ