1400/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο-Εισηγητή, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1400/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας [ολΑΠ 1/2005].
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1400 / 2016 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1400/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο-Εισηγητή, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ρ.-Χ. (R.-H.) Ο. (O.) του B., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τρουφάκο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.38373/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) S. I. M. F. F. του R., κάτοικο ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου και 2) Π. Α., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του S. I. M. F. F..
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 230/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα και την αυτοπροσώπως παραστάσα με την ιδιότητα της δικηγόρου πολιτικώς ενάγουσα S. I. M. F. F., που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α του Π.Κ., στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία:
α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.
Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π Κ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.
Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος, Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία σύμβασης, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια από την οποία ο υπαίτιος της παράλειψης αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον και δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου [ενέργεια ή παράλειψη] συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος [ ΑΠ 124/2016, ΑΠ 323/2015, ΑΠ 932/2013].
Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε .
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας [ολΑΠ 1/2005].
Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν, το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ'? αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.
Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός από το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στη πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.
Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο [ΑΠ 669/2016]. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 38.373/2015 απόφαση του Α' Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, το εν λόγω Δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται σε αυτή, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον υπό αναιρετική διαδικασία μέρος κατά λέξη, τα ακόλουθα: <<ο πρώτος κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων), στις 22-10-2008, από συγκλίνουσα αμέλεια με τη δεύτερη κατηγορούμενη, προκάλεσε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλου, καίτοι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος τούτου, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προέβλεψε ως δυνατό το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παρακάτω παράλειψη του, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν και ειδικότερα, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", έχοντας αναλάβει τη συντήρηση των ανελκυστήρων του Μεγάρου που βρίσκεται επί της οδού ..., δυνάμει της από 28-8-2002 σύμβασης, έχοντας την υποχρέωση να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τη καλή λειτουργία των ανελκυστήρων και τις δέουσες επισκευές τους, ώστε να μη δύναται να προκληθεί κίνδυνος για την ασφάλεια των χρηστών τους, έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση εκ της διατάξεως του άρθρου 6 παρ.4 της Φ92/29362/1957/21-12-2005 απόφασης, σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης ή ο διαχειριστής ή ο νόμιμος εκπρόσωπος τους δε συμμορφώνεται με τις υποδείξεις τους για επισκευές ή λήψη αναγκαίων μέτρων στον ανελκυστήρα και προκαλείται κίνδυνος για την ασφάλεια των χρηστών, να διακόψει τη λειτουργία του ενημερώνοντας ταυτόχρονα τον ιδιοκτήτη ή το διαχειριστή και τη διεύθυνση ανάπτυξης της οικείας νομαρχίας παρέλειψε μετά τη σύνταξη της από 6-3-2007 έκθεσης ελέγχου της ..., στην οποία διαπιστώνονται ελλείψεις, μεταξύ των οποίων και οι υπ αριθμ. 6, 9, 14 για το μεσαίο ανελκυστήρα που προκαλούσαν κίνδυνο των χρηστών, εφόσον διαπιστώθηκε ότι το σετ περιοριστήρα -τανυστήρα- συρματόσχοινο χρήζει αντικατάστασης, η έλξη ήταν μικρή, δεν υπήρχαν, κοντάκτ, το συρματόσχοινο είχε σχεδόν "τερματίσει", η ταχύτητα ενεργοποίησης ήταν άγνωστη και εκκρεμούσε η δυναμική δοκιμή της αρπάγης, τα συρματόσχοινα ανάρτησης και η τροχαλία τριβής έχρηζαν αντικατάστασης, διότι υπήρχε μεγάλη ολίσθηση και τα συρματόσχοινα ήταν πεπλατυσμένα, γυαλισμένα και περιείχαν κομμένα συρματίδια, ενώ έπρεπε να τοποθετηθούν προσκρουστήρες θαλάμου και αντιβάρου (σε συνάρτηση με τον ελάχιστο άνω και κάτω χώρο προστασίας, ενώ μετά την εγκατάσταση των προσκρουστήρων θα έπρεπε να διασφαλίζεται ότι τα τέρματα της διαδρομής κόβουν πριν την επαφή των προσκρουστήρων και ότι παραμένουν κομμένα μέχρι την πλήρη συμπίεση τους, της οποίας έκθεσης έλαβε γνώση, όπως προκύπτει από την κατάθεση του πρώτου μάρτυρα υπεράσπισης κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να προβεί σε διακοπή της λειτουργίας του (μεσαίου ανελκυστήρα), μέχρι την άρση των ανωτέρων και των λοιπών ελλείψεων που διαπιστώθηκαν κατά τον έλεγχο από τον προρρηθέντα οργανισμό πιστοποίησης με αντικατάσταση του μεσαίου ανελκυστήρα από τους ιδιοκτήτες του Μεγάρου (βλ.
και την από 13-2-2009 έκθεση αυτοψίας του Π. Τ., Επιθεωρητή ΕΛΟΤ), ενημερώνοντας τους ιδιοκτήτες, τη διαχείριση του Μεγάρου και την αρμόδια διεύθυνση της Νομαρχίας, ενώ γνώριζε ότι η κατάσταση των ανελκυστήρων ήταν κάκιστη και απαιτείται άμεσα η εκτέλεση εργασιών εκσυγχρονισμού τους καθώς είναι πλέον αδύνατο να πραγματοποιούνται επιμέρους επισκευές για την ασφαλή λειτουργία τους (βλ.
την από 11-1-2008 επιστολή του προϊσταμένου συντήρησης της εταιρείας που εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος της οποίας δεν αμφισβητεί ότι είχε γνώση ως εκ της θέσεως του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας βάσει, του καταστατικού της και δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση αυτή, ήταν γνώστες της κατάστασης του συγκεκριμένου ανελκυστήρα), και ότι έπρεπε να αντικατασταθούν λειτουργικά μέρη των ανελκυστήρων και να εκτελεστούν εργασίες που εκφεύγουν των ορίων της απλής και περιοδικής συντήρησης (βλ.
την από 7-5-2007 επιστολή περί αναβάθμισης της λειτουργίας των ανελκυστήρων, της οποίας, ομοίως, δεν αμφισβητεί ότι είχε γνώση)..... Αποτέλεσμα δε της ανωτέρω παράλειψης του κατηγορουμένου ήταν κατά τη χρήση του μεσαίου ανελκυστήρα από τους πολιτικώς ενάγοντες, με προορισμό το ισόγειο του ως άνω Μεγάρου, στο χρόνο που αναφέρεται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας, να αυξήσει ξαφνικά την ταχύτητα του προοδευτικά, λόγω ανεξέλεγκτης ολίσθησης, χωρίς να σταματήσει στο ισόγειο που ήταν ο προορισμός του, αλλά με μεγάλη ταχύτητα να προσκρούσει στο τέλος του φρεατίου του με σφοδρότητα (ο ενώπιον του ακροατηρίου εξετασθείς μάρτυρας ο οποίος τυγχάνει θυρωρός κατέθεσε ότι άκουσε το θόρυβο), διανύοντας διαδρομή πολλών μέτρων, με περαιτέρω συνέπεια, την οποία προέβλεψαν ως δυνατή, πίστεψαν όμως ότι δεν θα επερχόταν, να υποστούν αμφότεροι οι πολιτικώς ενάγοντες τις σωματικές βλάβες που εκτίθενται αναλυτικώς στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως και αποδεικνύονται από τα αναγνωσθέντα ιατρικά έγγραφα.
Το ότι ο θάλαμος του ανελκυστήρα κατήλθε με μεγάλη ταχύτητα και τερμάτισε στο τέλος του φρεατίου επιβεβαιώνεται τόσο από τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων όσο και των λοιπών επιβαινόντων σ' αυτό, μαρτύρων. Δεν αναιρούνται, δε, τα ανωτέρω από τον ελαφρύτερο τραυματισμό του πρώτου πολιτικώς ενάγοντος και το μη τραυματισμό των λοιπών επιβαινόντων, σε αντίθεση με τη δεύτερη πολιτικώς ενάγουσα, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο βαρύτερος τραυματισμός της τελευταίας οφείλεται στο ότι η τελευταία βρισκόταν σε σχέση με τους προρρηθέντες σε διαφορετικό σημείο του θαλάμου του ανελκυστήρα, αποκλειστικά κάτωθεν του οποίου, σε μέρος του φρέατος, υπήρχε σκαλοπάτι, επί του οποίου προσέκρουσε με σφοδρότητα ο θάλαμος.
Την ύπαρξη του σκαλοπατιού σε μέρος του φρέατος επιβεβαιώνουν οι πολιτικώς ενάγοντες και προκύπτει και από σχετική φωτογραφία που επισκοπήθηκε>>. Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο, ότι << Στην Αθήνα στις 22-10-2008, ο πρώτος κατηγορούμενος από αμέλεια ....... προκάλεσε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλου, καίτοι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος τούτου, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προέβλεψε ως δυνατό το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παρακάτω παράλειψη του, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...[", έχοντας αναλάβει τη συντήρηση των ανελκυστήρων του Μεγάρου επί της οδού ...
στο Σύνταγμα, δυνάμει της από 23-8-2002 σύμβασης, έχοντας την υποχρέωση να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τη καλή λειτουργία των ανελκυστήρων και τις δέουσες επισκευές τους, ώστε να μη δύναται να προκληθεί κίνδυνος για την ασφάλεια των χρηστών τους, έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση εκ της διατάξεων του άρθρου 6 παρ.4 της Φ92/29362/1357/21-12 2005 απόφασης, σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης ή ο διαχειριστής ή ο νόμιμος εκπρόσωπος τους δε συμμορφώνεται με τις υποδείξεις τους για επισκευές ή λήψη αναγκαίων μέτρων στον ανελκυστήρα.
και προκαλείται κίνδυνος για την ασφάλεια των χρηστών, να διακόψει τη λειτουργία του ενημερώνοντας ταυτόχρονα τον ιδιοκτήτη ή το διαχειριστή και τη διεύθυνση ανάπτυξης της οικείας νομαρχίας, παρέλειψε μετά τη σύνταξη της από 6-3-2007 έκθεσης ελέγχου της ..., στην οποία διαπιστώνονται ελλείψεις μεταξύ των οποίων και οι υπ' αριθμ. 6, 9, 14 για το μεσαίο ανελκυστήρα που προκαλούσαν κίνδυνο των χρηστών, εφόσον διαπιστώθηκε ότι το σε πεοιοριστήρα - τανυστήρα -συρματόσχοινο χρήζει αντικατάστασης, η έλξη ήταν μικρή, δεν υπήρχαν κοντάκτ, το συρματόσχοινο είχε σχεδόν "τερματίσει", η ταχύτητα ενεργοποίησης ήταν άγνωστη και εκκρεμούσε η δυναμική δοκιμή της αρπαγής, τα συρματόσχοινα ανάρτησης και η τροχαλία τριβής έχρηζαν αντικατάστασης, διότι υπήρχε μεγάλη ολίσθηση και τα συρματόσχοινα ήταν πεπλατυσμένα, γυαλισμένα και περιείχαν κομμένα συρματίδια, ενώ έπρεπε να τοποθετηθούν προσκρουστήρες θαλάμου και αντιβάρου (συνάρτηση με τον ελάχιστο άνω και κάτω χώρο προστασίας, ενώ μετά την εγκατάσταση των προσκρουστήρων θα έπρεπε να διασφαλίζεται ότι τα τέρματα της διαδρομής κόβουν πριν την επαφή των προσκρουστήρων και ότι παραμένουν κομμένα μέχρι την πλήρη συμπίεση τους, να προβεί σε διακοπή της λειτουργίας του (μεσαίου) ανελκυστήρα, μέχρι την άρση των ανωτέρω και των λοιπών ελλείψεων που διαπιστώθηκαν κατά του έλεγχο από τον προρρηθέντα οργανισμό πιστοποίησης με αντικατάσταση του μεσαίου ανελκυστήρα από τους ιδιοκτήτες του Μεγάρου, ενημερώνοντας τους ιδιοκτήτες, τη διαχείριση του Μεγάρου και την αρμόδια διεύθυνση της Νομαρχίας, ενώ γνώριζε ότι η κατάσταση των ανελκυστήρων ήταν κάκιστη και απαιτείται άμεσα η εκτέλεση εργασιών εκσυγχρονισμού τους καθώς είναι πλέον αδύνατο να πραγματοποιούνται επιμέρους επισκευές για την ασφαλή λειτουργία τους και ότι έπρεπε να αντικατασταθούν λειτουργικά μέρη των ανελκυστήρων και να εκτελεστούν εργασίες που εκφεύγουν των ορίων της απλής και περιοδικής συντήρησης....
Αποτέλεσμα δε της ανωτέρω παράλειψης .... του πρώτου ..... κατηγορουμένου ήταν κατά τη χρήση του ο μεσαίος ανελκυστήρας από τους πολιτικώς ενάγοντες, με προορισμό το ισόγειο του ως άνω Μεγάρου, στον προρρηθέντα τόπο και χρόνο, να αυξήσει ξαφνικά την ταχύτητα του προοδευτικά, λόγω ανεξέλεγκτης ολίσθησης, χωρίς να σταματήσει στο ισόγειο που ήταν ο προορισμός του, αλλά με μορφή ελεύθερης πτώσης με μεγάλη ταχύτητα να προσκρούσει στο τέλος του φρεατίου του με σφοδρότητα, διανύοντας διαδρομή πολλών μέτρων, με περαιτέρω συνέπεια, την οποία προέβλεψαν ως δυνατή, πίστεψαν όμως ότι δεν θα επερχόταν, να υποστούν ο μεν πρώτος πολιτικώς ενάγων Π.
Α., κάκωση οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης, χωρίς νευρολογική συμμετοχή και οξεία οσφυαλγία, η δε δεύτερη πολιτικώς ενάγουσα S. I. M.-F. μικρό αποσπαστικό κάταγμα της οπίσθιας επιφάνειας του σώματος του Α6 σπονδύλου με ήπια μείωση του ύψους αυτού, εντύπωση γραμμοειδούς κατάγματος στο σώμα του Α5 σπονδύλου και μικρό ρωγμώδες κάταγμα στην κάτω επιφάνεια του σώματος του Ε11 σπονδύλου>> και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι ενός [21] μηνών, την οποία, στη συνέχεια, ανέστειλε επί τριετία.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1β, 28, 314 παρ. 1 α, 315 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως εκτίθενται στο σκεπτικό και συμπληρώνονται, παραδεκτώς, από τα παρατιθέμενα στο διατακτικό, προσδιορίζονται με επάρκεια, χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις οι συνθήκες επέλευσης του τραυματισμού των πολιτικώς εναγόντων Π. Α. και S. I. M.-F., παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντα συνισταμένη στην παράλειψη των οφειλομένων εκ μέρους του ενεργειών και τη μη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την καλή λειτουργία του συγκεκριμένου ανελκυστήρα και την άμεση αποκατάσταση των σοβαρών βλαβών και ελλείψεων, που, όπως είχε διαπιστωθεί παρουσίαζε, όντας σε κάκιστη κατάσταση, οι οποίες εκτίθενται αναλυτικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία του και η ασφαλής μεταφορά όσων το χρησιμοποιούσαν, προβαίνοντας, ακόμη, και σε διακοπή της λειτουργίας του, ενώ, σύμφωνα με τις οικείες παραδοχές της προσβαλλόμενης, σαφώς προσδιορίζεται η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντα, νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "...", που είχε αναλάβει τη συντήρηση του ανελκυστήρα, δυνάμει της από 28-8-2002 σύμβασης, ως εκ της ιδιότητάς του αυτής, να εμποδίσει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος και ότι η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του αναμφισβήτητα πήγαζε από τη εν λόγω σχετική σύμβαση συντήρησης που η ανωτέρω, εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρεία, είχε συνάψει.
Επίσης, αναφέρεται το είδος της αμέλειας και δη αυτής της ενσυνείδητης, ενώ, προσέτι, αιτιολογείται και εξειδικεύεται επαρκώς, ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντα και στο επελθόν αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης των παθόντων πολιτικώς ενάγοντων. Περαιτέρω, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς καμία αμφιβολία συνάγεται, ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει την καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα.
Τα περί αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, είναι απαράδεκτες.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.
δ' του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή το έγγραφο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο [Α.Π.323/2015, Α.Π. 1354/2013].
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στα έγγραφα που αναγνώστηκαν περιλαμβάνεται και η 51.533/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τα πρακτικά της, στα οποία ρητώς μνημονεύεται ότι αναγνώστηκε η από 11-1-2008 επιστολή του προϊσταμένου της εταιρίας, που εκπροσωπεί ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος [έγγραφο με αριθμό 68].
Ακόμη αναφορά στην επιστολή αυτή γίνεται και στο σκεπτικό της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως δεν επήλθε ακυρότητα από τη λήψη υπόψη από το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Πλημμελειοδικείο της εν λόγω επιστολής χωρίς ανάγνωση αυτής στο ακροατήριο, αφού προέκυπτε από άλλο έγγραφο που αναγνώστηκε και ειδικότερα από τα πρακτικά και την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα οποία αναγνώστηκαν στην κατ' έφεση δίκη και μπορούσε ο ήδη αναιρεσείων να ζητήσει και να υποβάλει παρατηρήσεις επ' αυτού ή εξηγήσεις.
Συνεπώς είναι απορριπτέες οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα και ο επ' αυτών στηριζόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτ. δ' ιδίου Κώδικα προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο από τη λήψη υπόψη μη αναγνωσθέντος στο ακροατήριο εγγράφου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16 Φεβρουαρίου 2016 αίτηση του O. R. H. [Ο. Ρ. Χ.] κατοίκου ..., για αναίρεση της 38373/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ