Supreme Court dismisses appeal against company judgment for lack of substantive law violation and contradictory reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the anonymous company's appeal against a Thessaloniki Court of First Instance judgment. The appellant argued that the lower court failed to apply substantive law regarding capital contribution and contained contradictory findings on the source of funds. The court rejected these claims, finding no violation of substantive law and no genuine contradiction in the lower court's reasoning regarding the company's financial status and capital injection. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law without contradiction, even if the appellant disputes the factual basis or economic implications of the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1400 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1400/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" [πρώην "... Επιχειρηματικές Συμμετοχές και Επενδύσεις Ανώνυμη Εταιρεία" (πρώην διακριτικός τίτλος "... ... ΑΕ")] που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παρασκευά Αρβανιτάκη .
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 2. Π. Μ. του Δ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αργυρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πολυγύρου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 612/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-10-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 30-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ. ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1997 ιδρύθηκε η Χρηματιστηριακή Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών με την επωνυμία "Κ. Χρηματιστηριακές Υπηρεσίες Α.Ε.Π.Ε.Υ.", της οποίας ιδρυτής, βασικός μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο ...
Π. Κ.. ...Το αρχικό κεφάλαιο αυτής ανερχόταν στο ποσόν των 2 δις δρχ....Mε απόφαση έκτακτης Γ.Σ. αυτής στις 30-1- 1999 πραγματοποιήθηκε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της κατά 800.000.000 δρχ., του συνόλου του μετοχικού της κεφαλαίου ανερχομένου σε 4.000.000.000 δρχ., ενώ η διαφορά των 3.200.000.000 δρχ. μεταφέρθηκε στο λογαριασμό "διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιον".
Στις 28-5-1999 το Δ.Σ. της εταιρείας πιστοποίησε την καταβολή της αύξησης, της οποίας η ολοκλήρωση έγινε αργότερα στην πραγματικότητα. ... Με τον τρόπο αυτό για ποσό αύξησης 277.700.000 δρχ. δεν είχε λάβει χώρα η καταβολή από τους μετόχους του ποσού της αύξησης κατά την ημερομηνία που το Δ.Σ. της Α.Ε.Π.Ε.Υ. πιστοποίησε την καταβολή του.
Ο εκπρόσωπος της εταιρείας Π. Κ., επειδή διέβλεψε ότι η αύξηση του κεφαλαίου δυσχερώς θα καλυφθεί αποκλειστικά από νέους επενδυτές, αποφάσισε να συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου μέσω άλλης ανώνυμης εταιρείας, στην οποία θα συμμετείχαν και μέλη της οικογένειάς του και παράλληλα θα επέκτεινε την επιχειρηματική του δραστηριότητα.
Προς τούτο, ... συστήθηκε το Μάιο του 1999 ... με πρωτοβουλία του ανωτέρω η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα), ... ενώ το μετοχικό της κεφάλαιο 300.000.000 δρχ. ... θα καλυπτόταν εξ ολοκλήρου με εισφορά μετρητών. ... Η καταβολή του αρχικού κεφαλαίου της ενάγουσας έγινε από τους Π.
Κ. και Π. Κ. - Λ., με κατάθεση στις 25-5-1999 επιταγών άλλων ... στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης ... Οι καταβολές των ποσών 297.000.000 δρχ. και 3.000.000 δρχ. ήταν ελεγχόμενες, καθώς τα γραμμάτια είσπραξης έφεραν τη ρήτρα: "κάθε κατάθεση επιταγής γίνεται οριστική μόνο μετά την είσπραξή της" ... Η πιστοποίηση της καταβολής του αρχικού κεφαλαίου αυτής έγινε στη συνεδρίαση της 26-5-1999 του Δ.Σ.
της ενάγουσας ... Με ... έκθεση των ... ελεγκτών διαπιστώθηκε ότι καταβλήθηκε το ως άνω αρχικό κεφάλαιο. Το Δ.Σ. της Α.Ε.Π.Ε.Υ. κατά τη συνεδρίαση της 25-5-1999 αποδέχθηκε εισήγηση του προέδρου της, με βάση την οποία 256.220 μετοχές από τις 608.437 αδιάθετες μετοχές της αύξησης κεφαλαίου αυτής να καλυφθούν από την ενάγουσα και ενώ αυτή δεν είχε τα αναγκαία κεφάλαια και η πιστοποίηση καταβολής του αρχικού κεφαλαίου αυτής έγινε την επομένη ημέρα.
Με το από 25-5-1999 πρακτικό του Δ.Σ. της ενάγουσας αποφασίστηκε η σύγκληση της Γ.Σ. των μετόχων της για τις 13-6-1999, με θέμα ημερήσιας διάταξης την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 1.100.000.000 δρχ. ... με την έκδοση 1.100.000 νέων ανώνυμων μετοχών ονομαστικής αξίας καθεμίας 1.000 δραχμών ... Με το υπ’ αρ. 5/25-6-1999 πρακτικό του Δ.Σ.
της ενάγουσας πιστοποιήθηκε η καταβολή της αύξησης του ποσού με επιταγές άλλων της ιδίας πόλης ... Η καταβολή της αύξησης ήταν ελεγχόμενη και οι αρμόδιες υπηρεσίες διαπίστωσαν πραγματική καταβολή της ... Οι ορισθέντες ελεγκτές ανωνύμων εταιρειών με έκθεσή τους διαπίστωσαν ότι πραγματοποιήθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και ότι διατέθηκε για συμμετοχή της ενάγουσας στο μετοχικό κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Κ.
Α.Ε.Π.Ε.Υ. ποσό 1.281.000.000 δρχ. Εκ των υστέρων και μετά από τη διενέργεια του από 1-2-2000 ελέγχου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς στην Α.Ε.Π.Ε.Υ. και του προσωπικού λογαριασμού του Π. Κ. αναφέρεται ότι ποσό που υπερέβαινε το 1.000.000.000 δρχ., που χρησιμοποιήθηκε για την αύξηση του κεφαλαίου της ...., προέκυψε στη χρηματιστηριακή Α.Ε.
από αδιαφανείς πιστώσεις και συναλλαγές σε μεταβιβάσεις πακέτων μετοχών των εταιρειών ... ... Με την από 28-9-1999 έκτακτη Γ.Σ. των μετόχων της ενάγουσας: 1) αυξήθηκε εκ νέου το μετοχικό κεφάλαιο, ανερχόμενο έτσι σε 2.600.000.000 δρχ. διαιρεμένο σε 2.600.000 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ. με τιμή διάθεσης 4.000 δρχ.
της καθεμιάς και τη δημιουργία αποθεματικού από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, ... ποσού 3.600.000.000 δρχ. ... Προς προσέλκυση επενδυτών παρουσιάστηκε διά τοϋ προέδρου της Π. Κ. στο κοινό σχεδίαση της ενάγουσας εταιρείας, που προέβλεπε κάλυψη μεγάλου φάσματος συνεργαζόμενων εταιρειών του χρηματοοικονομικού χώρου, ίδρυση νέων καταστημάτων, ενεργή συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο της χρηματιστηριακής εταιρείας "... ..." και μεταξύ άλλων ίδρυση ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων (...), εταιρείας επενδύσεων χαρτοφυλακίου, εταιρείας πληροφορικής, καθώς και μιας νέας τράπεζας.
Οι δύο εναγόμενοι, παλαιός επενδυτής με μεγάλες καθημερινές χρηματιστηριακές συναλλαγές και ιδιοκτήτης εταιρείας λήψης και διαβίβασης εντολών, αντίστοιχα, πείστηκαν ότι επρόκειτο για καλή επένδυση και μετείχαν στην αύξηση του κεφαλαίου της ενάγουσας με την αγορά μετοχών στην υπέρ το άρτιον τιμή των 4.000 δρχ.
Ακολούθησαν καταθέσεις για την καταβολή του κεφαλαίου, από 6-10-1999 με τελευταία στις 28-1-2000, οπότε ολοκληρώθηκε αυτή, συμμετείχαν δε τελικώς και παλαιοί μέτοχοι ... και ο Π. Κ. με καταβολή στις 28-1-2000 436.800.000 δρχ. Το Δ.Σ. της ενάγουσας με το από 28-1-2000 πρακτικό πιστοποίησε την καταβολή της αύξησης του κεφαλαίου. Στο θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
βιβλίο πρακτικών του Δ.Σ. έγινε χειρόγραφη διόρθωση ως προς το δεύτερο αριθμό της ημερομηνίας 27ης σε 28ης και του έτους 1999 σε 2000 ... Ακολούθησαν έλεγχοι της χρηματιστηριακής ανώνυμης εταιρείας ... και διαπιστώθηκε η προαναφερθείσα, μεταγενέστερη της πιστοποίησης, καταβολή της αύξησης κεφαλαίου αυτής για το ποσό των 277.700.000 δρχ.
Ακόμη, οι ελεγκτές διαπίστωσαν συμψηφισμό απαιτήσεων και υποχρεώσεων μεταξύ αγοραστών και πωλητών πακέτων μετοχών των εταιρειών ... ..., με αποτέλεσμα να εμφανίζεται μεγάλη διαφορά μεταξύ της πραγματικής τιμής διεξαγωγής των συναλλαγών των και εκείνης που δημοσιοποιήθηκε από την .... στον Πρόεδρο του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών.
Εκτός από τον παραπάνω συμψηφισμό και με την από 21-7-2000 απόφαση της αυτής ως άνω Επιτροπής διαπιστώθηκε ότι ορισμένα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο Π. Κ., εισπράττουν ένα είδος προμήθειας είτε με πίστωση χρηματικών ποσών στο λογαριασμό τους ή με την παραλαβή μετοχών χωρίς να έχουν καταβάλει οποιοδήποτε τίμημα γι’ αυτές. ...
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ... τις από 18-1-2001 και από 25-7-2001 εγκλήσεις της. ... Η με αρ. 3862/2007 απόφαση του Ζ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απήλλαξε τον Π. Κ., δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε σκοπός προσπορίσεως αθέμιτης ωφέλειας στον ίδιο ή σε τρίτο, αφού δεν διέθετε ο ίδιος μετοχές των παραπάνω εταιρειών, ούτε έλαβε ιδιαίτερη αμοιβή πέραν της νομίμου προμηθείας.
Με ... απόφαση του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αρχικά επιβλήθηκε στην ... χρηματικό ποσό ύψους 180.000.000 δρχ. Συνεργείο του ... Σ.Δ.Ο.Ε. πραγματοποίησε ελέγχους στην εταιρεία "Κ. ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ..." από 22-8- 2000 έως 26-8-2000 καθώς και στις 13-9-2000, κατά τους οποίους διαπίστωσε ότι το έτος 1999 πραγματοποιήθηκαν από τη χρηματιστηριακή εταιρεία αγοραπωλησίες πακέτων μετοχών διαφόρων εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, με πωλητές τους μετόχους των εταιρειών αυτών και αγοραστές διαφόρους επενδυτές.
Με βάση την έκθεση εκδόθηκε η με αρ. 439/2000 απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών 190.979.256 ευρώ. Η ενάγουσα συμμετείχε στο μετοχικό κεφάλαιο διάφορων εταιρειών εσωτερικού (... κ.λ.π.). Οι εναγόμενοι και άλλοι μέτοχοι διαπίστωσαν ότι δεν αναπτύσσονται οι στόχοι της ενάγουσας, με τη συμμετοχή σε τραπεζική εταιρεία, τη δημιουργία ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και τη συμμετοχή σε άλλες εταιρείες με πλειοψηφικά πακέτα.
Παράλληλα, άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στην απρόσκοπτη πορεία της ενάγουσας, η οποία άρχισε να πλήττεται από τις ποινικές διώξεις σε βάρος μελών του Δ.Σ. της χρηματιστηριακής Α.Ε., που ήταν μέλη και του δικού της Δ.Σ.,. Για το λόγους αυτούς εξέφρασαν στην ενάγουσα την επιθυμία τους να αποχωρήσουν από αυτήν, αφού η τελευταία εξαγόραζε τις μετοχές τους, προσδιορίζοντας, τελικώς, με σχετικές αγωγές τους, που κατέθεσαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, την αξία εκάστης μετοχής τους στο ποσό των 7,44 ευρώ, συγχρόνως δε (οι εναγόμενοι μαζί με άλλους μετόχους) κατέθεσαν στις 12-12-2006, στην Εισαγγελία Αθηνών, την από 12-12-2006 μήνυσή τους εναντίον των μελών του Δ.Σ.
της ενάγουσας...αποδίδοντας σ’ αυτούς την πράξη της κακουργηματικής απάτης σε βάρος τους και ζήτησαν την τιμωρία τους. Στη μήνυση αυτή γίνεται αναφορά ότι οι μηνυτές ανήκουν στο πελατειακό, μετοχικό, φιλικό περιβάλλον της ... και εκτενής αναφορά του μετοχικού κεφαλαίου αυτής και στα τεράστια, κατά τα έτη 1999 και 2000, κέρδη της και ίδια κεφάλαια.
Αναφέρεται περαιτέρω η μήνυση στην ίδρυση της ενάγουσας και στις σχετικές πράξεις της διοίκησής της για αυτήν, τις αυξήσεις κεφαλαίων της, ακολούθως δε αναπτύσσεται από τους μηνυτές, η αποδιδόμενη σ’ αυτούς πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τα εκτιθέμενα σε συγκεκριμένες περικοπές της μήνυσης αυτής συνιστούν συκοφαντικά γεγονότα που θίγουν τη φήμη, την οικονομική θέση, τη συναλλακτική της πίστη και την επιχειρηματική δραστηριότητα και το μέλλον της, ενώ γίνεται σαφώς προσπάθεια των μηνυτών να δημιουργηθεί σύγχυση με τη μήνυση μεταξύ αυτής και της χρηματιστηριακής εταιρείας..
Πλην όμως μόνη η αναφορά στη μήνυση - της μετοχικής σύνθεσης της εταιρείας "... ..." δε δημιουργεί κίνδυνο ασάφειας και σύγχυσης των μετόχων και των ιδρυτών και των δύο εταιρειών, διότι γίνεται προκειμένου να καταδειχθεί ότι ανήκουν αυτοί στο πελατειακό και μετοχικό κεφάλαιο αυτής, ενώ δεν είναι ψευδές ότι την ενάγουσα συνέστησαν πράγματι οι Π.
Κ. και η σύζυγος του Π. Λ., σκοπεύοντας κυρίως να καλυφθεί μέρος του κεφαλαίου της αποφασισθείσας στην έκτακτη Γ.Σ. της 30-1-1999, αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της Χρηματιστηριακής, κατά 800.000.000 δρχ. Πράγματι....αμέσως μετά την ίδρυση της ενάγουσας το Δ.Σ. της Δ.Ε.Π.Ε.Υ, κατά τη συνεδρίαση της -25-5-1999, αποδέχθηκε την εισήγηση του προέδρου της Π.
Κ., προκειμένου 256.220 μετοχές από τις 608.437 αδιάθετες της αύξησης κεφαλαίου αυτής να καλυφθούν από την ενάγουσα και ενώ η τελευταία δεν είχε τα αναγκαία κεφάλαια, καθώς και ότι η πιστοποίηση καταβολής του αρχικού κεφαλαίου αυτής έγινε την επόμενη ημέρα, προς κάλυψη δε του άνω μετοχικού κεφαλαίου, με το από 25-5- 1999 πρακτικό του Δ.Σ.
της ενάγουσας αποφασίστηκε η σύγκληση της Γ.Σ. των μετόχων της για τις 13-6-1999, με θέμα ημερήσιας διάταξης την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 1.100.000.000 δρχ., η οποία και αποφασίστηκε στην έκτακτη αυ.τή Γ. Σ. με την έκδοση 1.100.000 νέων ανώνυμων μετοχών ονομαστικής αξίας καθεμίας 1.000 δραχμών και οι ορισθέντες ελεγκτές ανωνύμων εταιρειών με έκθεση τους διαπίστωσαν ότι διατέθηκε για συμμετοχή της ενάγουσας στο μετοχικό κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Κ.
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, 1.281.000.000 δρχ., ενώ αδιαφανής ήταν και ο τρόπος από τον οποίο προήλθε το ποσό των 1.000.000.000 δρχ....Τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την αύξηση του κεφαλαίου της ενάγουσας, η οποία στη συνέχεια συμμετείχε στην αύξηση κεφαλαίου της Α.Ε.Π.Ε.Υ. Η μη εξειδίκευση στη μήνυση ότι μόνον ο πρώτος και η δεύτερη ήταν ιδρυτικοί μέτοχοι αυτής δεν επιδρά ουσιωδώς στο αληθές γεγονός ότι οι λοιποί μηνυόμενοι, όπως προκύπτει από το με αρ. 2797/21-5- 1999 Φ.Ε.Κ., συγκρότησαν και αποτέλεσαν το πρώτο Δ.Σ.
της ενάγουσας, το οποίο πιστοποίησε την πρώτη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της. Εξάλλου, δεν είναι ψευδές το αναφερόμενο στη μήνυση γεγονός ότι δεν αναφέρεται στο καταστατικό επακριβέστερος προσδιορισμός της έδρας της ενάγουσας, πλην του γενικού "Δήμος Αθηναίων", διότι πράγματι η ενάγουσα ουδέποτε απέκτησε ίδια δομή, γραφεία και υπαλλήλους, συστεγαζόμενη με την προαναφερθείσα χρηματιστηριακή εταιρεία, επί της οδού ...
και εξυπηρετούμενη γραμματειακά από αυτήν, ενώ και το ΣΔΟΕ επέβαλε πρόστιμο για τη συστέγαση αυτή. Η ανωτέρω επισήμανση δε από πλευράς μηνυτών κρίνεται ότι δε συνιστά αναφορά δυσφημιστική για την ενάγουσα. Σχετικά με τη μη καταβολή του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας και του ποσού της πρώτης αύξησης, την παράνομη προέλευση των συγκεκριμένων ποσών, καθώς και τις δημοσιεύσεις στο ΦΕΚ της καταβολής του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου και των αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας, αποδεικνύεται μεν ότι έγινε η καταβολή του αρχικού κεφαλαίου καθώς και αυτού της αύξησης, πλην όμως οι εναγόμενοι δικαιολογημένα πίστευαν ότι δεν είχε γίνει πραγματική καταβολή, ενώ για τον ισχυρισμό τους περί παράνομης προέλευσης του χρηματικού ποσού των 1.000.000.000 δρχ.
από τον Π. Κ., οι εναγόμενοι στηρίχθηκαν σε δημόσια έγγραφα (πορίσματα και εκθέσεις ελέγχου) και δεν είχαν την πρόθεση να μειώσουν τη φήμη και την αξιοπιστία της ενάγουσας. Ειδικότερα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι παρακάτω περικοπές είναι ψευδείς και συκοφαντικές: "... επιχειρείται το μήνα Νοέμβριο 1999 η οικονομική τακτοποίηση της εταιρείας με σωρευτικές δημοσιεύσεις στο ΦΕΚ, δηλ.
στο ...ΦΕΚ 9053/11-11-1999, μετά πάροδο 6 ολόκληρων μηνών πιστοποιείται η καταβολή του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου των 300 εκατ. δρχ. κατά σαφή παράβαση των ανωτέρω διατάξεων...ο Π. Κ. φέρεται ότι κατέβαλε 297.000.000 δρχ. και η σύζυγος του Π. Λ. 3.000.000 δρχ.., όταν ιδρύθηκε η εταιρεία ... ... και ακολούθως ..., Επιχειρηματικές Συμμετοχές και Επενδύσεις ΑΕ ουδέν κεφάλαιο κατεβλήθη από τους ιδρυτές και μετόχους της εταιρείας...βεβαίως ουδέν είναι γνωστό ακόμη περί της καταβολής των χρημάτων από τους μηνυομένους του ιδρυτικού μετοχικού κεφαλαίου και της πρώτης αύξησης, δηλ.
του ποσού του 1,4 δις δρχ. (300 εκ. + 1,1 δις) σε ειδικό λογαριασμό τραπέζης... συνεπώς μας εξαπάτησαν δεινώς οι μηνυόμενοι όταν δήθεν μας διαβεβαίωναν ότι η ... ΑΕ είχε τα κεφάλαιά της, διότι εκ του παρατεθέντος ιστορικού στην παρούσα μήνυση, τότε η εταιρεία αυτή δήθεν είχε κεφάλαια, τα οποία ουδέ καν είχαν πιστοποιηθεί ακόμη, ενώ σ’ εμάς παρουσιάστηκε η εταιρεία ως υγιής και δρώσα...διότι πλέον έχει αποδειχθεί εκ των μέχρι σήμερα στοιχείων ότι είναι απολύτως διάτρητη η κατάθεση των αρχικών κεφαλαίων των 300 εκατ.
‘ ‘ δρχ. και του 1,1 δις δρχ. από τους μηνυομένους, όχι μόνο γιατί δεν πιστοποίησαν νομίμως την καταβολή των κεφαλαίων, αλλά και διότι δεν υφίσταται κανένα στοιχείο ότι κατετέθησαν απ’ αυτούς τα χρήματα. Προδήλως έχουν γίνει λογιστικές εγγραφές, που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή, εν πάσει περιπτώσει, τέτοιες κινήσεις οικονομικών δεδομένων, που δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα ...καθόσον τα χρήματα, τα αφορώντα στο κεφάλαιο της εταιρείας αυτής προέρχονται από παράνομες χρηματιστηριακές δραστηριότητες του Π.
Κ. δια της εταιρείας ... ......Το πλέγμα των δολίων κινήσεων κεφαλαίων σε βάρος της ... ΑΕ καταγράφεται ανάγλυφα στον προαναφερθέντα έλεγχο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.... το υπόλοιπο ποσό της συμμετοχής της εταιρείας ... ΑΕ στην αύξηση της ΑΧΕ". Η ίδρυση της ενάγουσας, οι στόχοι των ιδρυτών της -Π. Κ. και συζύγου του- ο τρόπος καταβολής τόσο του αρχικού κεφαλαίου όσο και της πρώτης αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, με κατάθεση στην Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης επιταγών άλλων....με γραμμάτια είσπραξης στα οποία αναφέρεται ότι "κάθε κατάθεση επιταγής γίνεται οριστική μόνο μετά την είσπραξη της", η ανυπαρξία των extre της τράπεζας, οδηγούν σε αδυναμία ευχερούς διαπίστωσης της πίστωσης από την τράπεζα του καταβληθέντος ποσού στην εταιρεία, για τον έλεγχο των λογιστικών εγγραφών στα βιβλία της ενάγουσας και τους εναγόμενους σε δικαιολογημένη αμφισβήτηση της καταβολής αυτών.
Τις απόψεις αυτές των εναγόμενων δεν ήρε ούτε η ενάγουσα με παροχή σ’ αυτούς των απαραίτητων παραστατικών, αν και της ζητήθηκαν, ενώ και η ακολουθήσασα έρευνα διαχειριστικού ελέγχου των υπαλλήλων της Νομαρχίας Αθηνών...διενεργήθηκε και σε υποκαταστήματα τεσσάρων άλλων τραπεζών....προκειμένου να διαπιστωθεί τελικώς η συνήθης πρακτική καταβολής του κεφαλαίου με επιταγές άλλων ιδίας πόλης και στην από 19-10-2009 έκθεση αυτής να διατυπωθεί στο συμπέρασμα ότι καταβλήθηκε το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο, καθώς και αυτό της αύξησης.
Την ενίσχυση της εκφραζόμενης θέσης των εναγομένων προκάλεσε και η αργοπορία καταχώρησης στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών και δημοσίευσης των πιστοποιήσεων καταβολής στο Φ.Ε.Κ. καθώς και η διενέργεια των προβλεπόμενων ελέγχων της αρμόδιας αρχής...Είναι δε αληθές ότι στο από 1-2-2000 πόρισμα ελέγχου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς εκτίθεται τελικώς ότι, από την κίνηση του αναλυτικού λογαριασμού της ενάγουσας στην ως άνω Α.Χ.Ε., προκύπτει πως ο Π.
Κ. κατέβαλε με βεβαιότητα για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας το ποσό των 270.000.000 δρχ., πλην όμως οι εναγόμενοι ως μη ειδικοί σε ελέγχους δικαιολογημένα δεν αποδέχονταν το συμπέρασμα αυτό εξαιτίας των ως άνω ανακριβών γραμματίων και της ανυπαρξίας αντίστοιχων παραστατικών της τράπεζας.
Την ενίσχυση της άποψής τους περί μη καταβολής επέτειναν και οι προαναφερθείσες διαπιστώσεις από την Επιτροπή Κεφαλαιογοράς περί προέλευσης του ποσού 1.000.000.000 δρχ. από ύποπτες συναλλαγές σε συγκεκριμένες μετοχές, που χρησιμοποιήθηκε για την αύξηση του κεφαλαίου της ενάγουσας και τη χρήση αυτού μετά για τη συμμετοχή της ενάγουσας στο μετοχικό κεφάλαιο της χρηματιστηριακής ....
Άλλωστε οι εναγόμενοι στην επίδικη μήνυσή τους, δεν διατύπωσαν απλώς αυθαίρετες κατηγορίες σε βάρος των μηνυομένων αλλά παράλληλα επικαλέστηκαν και συμπεριέλαβαν τα μέχρι τη χρονική στιγμή της υποβολής αυτής συμπεράσματα και διαπιστώσεις των προαναφερθέντων ελεγκτών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για ενέργειες της χρηματιστηριακής, που προκλήθηκαν από τον πρόεδρο και διευθύνοντα αυτήν, που συνέπιπτε να είναι το αυτό πρόσωπο με αυτό της ενάγουσας.
Ενδεικτικά, στη μήνυση περιλήφθηκε και η διαπίστωση των ελεγκτών αυτής ότι "Η ΑΧΕ για καταθέσεις πελατών της σε τράπεζες για τις οποίες δεν είχε τη δυνατότητα να εντοπίσει άμεσα τον καταθέτη δεν τηρούσε -μέχρι να της γίνει σχετική σύσταση από τον έλεγχο-λογαριασμό "αγνώστων καταθετών", ο οποίος θα πιστωνόταν με την κατάθεση και χρεωνόταν σε πίστωση του καταθέτη πελάτη όταν θα γινόταν γνωστή η ταυτότητά του.
Το ξεκαθάρισμα αυτό γινόταν μέσω λογαριασμού της "Κ. Δ.", κόρης του Π. Κ.. Το πιστωτικό μάλιστα υπόλοιπο δρχ. 28.67 6.431 που προέκυψε στο λογαριασμό στις 29-9-1999 αφού σταμάτησε να λειτουργεί γι’ αυτό το σκοπό, επενδύθηκε σε ρέπος προς όφελός της, κατά παράβαση της παρ. 4.3 του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ. Διαπιστώθηκαν περιπτώσεις πελατών ενδεικτικά αναφερομένων, που διατηρούν σε συνεχή σχεδόν βάση μεγάλα χρεωστικά υπόλοιπα, υπερβαίνοντα κάποτε τα 200 και 300 εκατ.
δρχ. με ελάχιστη ταμειακή κίνηση. Η πιστοληπτική πολιτική της εταιρείας δε στηρίζεται σε έγγραφους κανονισμούς αλλά σε άτυπους κανόνες και αποφάσεις των στελεχών της εταιρείας, που ενδεχομένως συνιστούν παράνομες δανειοδοτήσεις. Διαπιστώθηκαν επίσης περιπτώσεις πελατών, οι οποίοι ενώ έχουν χρεωστικό υπόλοιπο τους καταβάλλονται χρήματα..
Από τον έλεγχο του προσωπικού λογαριασμού του Π. Κ. προκύπτουν πολλές ταμειακές συναλλαγές ή μεταφορές μεταξύ λογαριασμών, ....Εξαιτίας των προαναφερομένων πιστώσεων, που προέκυψαν όλες από συναλλαγές σε συγκεκριμένες μετοχές προέκυψε πιστωτικό - υπόλοιπο στο λογαριασμό που υπερέβαινε το 1 δις δρχ.. Στις 26-5-1999 χρεώθηκε ο λογαριασμός με το ποσό των δρχ. 1.000.000.000.
Η πληρωμή αυτή προς τον Π. Κ., όπως προκύπτει από το παραστατικό, που εκδόθηκε, έγινε με επιταγή ... της Ιονικής Τράπεζας, η οποία εκδόθηκε, όπως αναφέρει το παραστατικό, στο όνομα ... (ως προελέχθη). Η εταιρεία αυτή, συμφερόντων του Π. Κ., συμμετείχε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΧΕ, που πραγματοποιήθηκε το 1999 και πιστοποιήθηκε από το Δ.Σ. 1999 ...Εκτιμούμε, επομένως, ότι το ποσό των δρχ. 1.000.000.000,’ που εισέπραξε ο Π.
Κ. χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει το υπόλοιπο ποσό της συμμετοχής της εταιρείας ... στην αύξηση της ΑΧΕ", ενώ ακολουθεί στη μήνυση αναφορά διάφορων πιστώσεων του λογαριασμού με ποσά που προέκυψαν από διαφορές πωλήσεων μετοχών ... και μεταφορών μεταξύ πελατών συνδεδεμένων με τον Π. Κ., που περιλαμβάνονται στο ανωτέρω πόρισμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται τελικώς ότι έγινε μεν η καταβολή του αρχικού κεφαλαίου καθώς και αυτού της αύξησης, πλην όμως οι εναγόμενοι δικαιολογημένα πίστευαν ότι δεν είχε γίνει πραγματική καταβολή, ενώ για την παράνομη προέλευση του χρηματικού ποσού των 1.000.000.000 δρχ. από τον Π. Κ., οι εναγόμενοι στηρίχθηκαν σε δημόσια έγγραφα (πορίσματα και εκθέσεις ελέγχου) και δεν είχαν την πρόθεση να μειώσουν τη φήμη και την αξιοπιστία της ενάγουσας.
Εξάλλου, με την ανωτέρω μήνυση υποστηρίζεται ότι η ενάγουσα διά του προέδρου της Π. Κ., για την προσέλκυση επενδυτών - μετόχων στην ανωτέρω δεύτερη αύξηση του κεφαλαίου της, παρέστησε εν γνώσει της ψευδή γεγονότα ως αληθινά αλλά και αθέμιτα απέκρυψε ή παρασιώπησε αληθινά γεγονότα, με αποτέλεσμα να πεισθούν αυτοί να προβούν στην αγορά των μετοχών της με τιμή ανώτερη κατά 3.000 δρχ.
της ονομαστικής αξίας κάθε μετοχής και να ζημιωθούν κατά το υπερβάλλον, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους επωφελήθηκε ο ανωτέρω, ενσωματώνοντας το στην περιουσία του. Ειδικότερα (διατείνονται) ότι παρουσίασε στο κοινό σχεδίαση της ενάγουσας εταιρείας, με βάση την οποία αυτή θα αποτελούσε τη ναυαρχίδα ενός ευρύτερου χρηματοπιστωτικού ομίλου, που θα κάλυπτε μεγάλο φάσμα συνεργαζόμενων - θυγατρικών εταιρειών του χρηματοοικονομικού χώρου, με ίδρυση νέων καταστημάτων, με ενεργή συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο της χρηματιστηριακής εταιρείας "... ...", ενώ μεταξύ άλλων θα ίδρυε ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων (...), εταιρεία επενδύσεων χαρτοφυλακίου, εταιρεία πληροφορικής, καθώς και μία νέα τράπεζα, προς τούτο δε απέστειλε στους εγκαλούντες σχετικές ενημερωτικές επιστολές αλλά και ένα οργανόγραμμα του σχεδιαζόμενου ομίλου, η συμμετοχή στον οποίον μέσω και της επικείμενης αύξησης του μετοχικού του κεφαλαίου θα ήταν εξαιρετικά συμφέρουσα και προσοδοφόρα γι’ αυτούς επένδυση.
Οι μηνυτές κάνουν συγκεκριμένα λόγο στις καταθέσεις τους για συναντήσεις γενικές σε ξενοδοχείο ή εστιατόριο ή και κατ’ ιδίαν με τον ανωτέρω ή υπαλλήλους της ενάγουσας, στις οποίες αντικείμενο των συζητήσεων ήταν αναφορά σε "πολυσχιδείς επιχειρηματικές δραστηριότητες" της ενάγουσας, όπως ρητά αναφέρεται με την εισήγησή του και στο από 27-8-99 πρακτικό του Δ.Σ.
αυτής, η προβολή εκ μέρους των οργάνων της των επιχειρηματικών πλάνων αυτού... ενώ όσον αφορά στην τελευταία ανωτέρω σχεδίαση της δημιουργίας νέας τράπεζας εγκαταλείφθηκε αυτή, όταν...αυτό το εγχείρημα κρίθηκε μεταγενέστερα ως επιχειρηματικά ασύμφορο. Το ανωτέρω βέβαια όλο περιεχόμενο των επιχειρηματικών πλάνων, ως μελλοντικών σχεδίων της ενάγουσας με τις σχετικές επιστολές και το προαναφερόμενο οργανόγραμμα....ανεξαρτήτως της αλήθειας ή αναλήθειας αυτών δεν αποτελούν παρά υποσχέσεις για το μέλλον που δε στοιχειοθετούν την έννοια των ψευδών παραστάσεων και συνακόλουθα το αποδιδόμενο από τους μηνυτές αδίκημα της απάτης, όπως έκρινε και το ήδη τελεσίδικο επί της ανωτέρω μηνύσεως με αρ. 1290/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών.....
Από το γεγονός ότι με την από 26-11-2008 απόφαση της πλειοψηφίας των μετόχων της Γ.Σ. της ενάγουσας λόγω μη επίτευξης των αρχικών σκοπών της, αποφασίστηκε ότι σκοπό αυτής αποτελεί και "Η εμπορία, αντιπροσώπευση και ενοικίαση ειδών μουσικής, ήχου και εικόνας, όπως δίσκοι, κασέτες, compact - discs, dvds, ηλεκτρονικών παιχνιδιών, ηλεκτρονικών υπολογιστών προγραμμάτων και αναλωσίμων, ειδών κινητής και σταθερής τηλεφωνίας...η εμπορία, εισαγωγή και αντιπροσώπευση ειδών ρουχισμού, υποδημάτων...ί η ίδρυση, λειτουργία και εκμετάλλευση καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, όπως καφέ - μπαρ, χώρων εστίασης και αναψυχής εν γένει" κ.λ.π., αποδεικνύεται ότι οι ανωτέρω, διαλαμβανόμενοι στη μήνυση των εναγομένων, ισχυρισμοί είναι αληθείς ενώ οι εναγόμενοι δεν επιθυμούσαν να πλήξουν την οικονομική αξιοπιστία, τη φήμη, και τη φερεγγυότητα της ενάγουσας και των μελών του Δ.Σ.
αυτής. Οι εναγόμενοι δεν επικαλέστηκαν ότι η δεύτερη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου έλαβε χώρα για να επιτευχθεί κάλυψη και καταβολή της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ...., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Παράλληλα, οι τελευταίοι διατείνονται στη μήνυσή τους ότι ο Π. Κ., τηρώντας αδιαφανή διαδικασία σχετικά με την αύξηση του κεφαλαίου της ενάγουσας, παρέστησε επί πλέον ψευδώς ότι είναι εξαιρετικά φερέγγυος επιχειρηματίας χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται στην αλήθεια και ότι οι μέχρι τότε δημιουργηθείσες εκ μέρους του εταιρείες και κυρίως η προαναφερόμενη χρηματιστηριακή εμφάνιζαν τεράστια κερδοφορία, ενώ στην πραγματικότητα αυτή αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και από το Σεπτέμβριο του 1999 είχε τεθεί σε καθεστώς ελέγχου από ελεγκτές της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Η πεποίθηση περί του αδιαφανούς της διαδικασίας επιτάθηκε και από τις προαναφερθείσες χειρόγραφες διορθώσεις της ημεροχρονολογίας 27ης σε 28ης, αφού έτσι υπήρχε το ενδεχόμενο να έγινε η πιστοποίηση στις 27-1-2010 και ενώ δεν είχε γίνει αντιληπτό από την ενάγουσα ότι δεν είχε γίνει καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου από τον Π.
Κ. καθώς και από τον επενδυτή Σ. Π., που κατέθεσαν στην τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης στις 28-1-2000 μία επιταγή ποσού 436.800.000 δρχ. ο πρώτος και 50.000.000 δρχ. ο δεύτερος, για συμμετοχή στη δεύτερη αυτή αύξηση του κεφαλαίου. ‘ Αλλωστε είναι αληθές ότι η ενάγουσα συστήθηκε και για να καλυφθεί μέρος της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ...
και ενώ ο Π. Κ. γνώριζε ότι λειτουργεί.... αδιαφανώς. Ειδικότερα ως προς το τελευταίο, πράγματι διενεργήθηκε ο έλεγχος αυτός και η σχετική έκθεση συντάχθηκε την 1-2-2000, δηλ. μετά την ολοκλήρωση της επίμαχης αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου. Σ’ αυτήν διαπιστώθηκαν συγκεκριμένες αδυναμίες και ελλείψεις της ανωτέρω εταιρείας, με βάση δε την έκθεση αυτή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξέδωσε τη με αρ. .../24-10-2000 απόφασή της, επιβάλλοντας στην εταιρεία πρόστιμο 180.000.000 δρχ.
για πέντε συγκεκριμένες χρηματιστηριακές συναλλαγές.... Kαι είναι βέβαια αληθές ότι η ανωτέρω απόφαση ακυρώθηκε με την 3496/2006 απόφαση του ΣτΕ, για τυπικούς λόγους, στη συνέχεια’ όμως εκδόθηκε για τις ίδιες παραβάσεις η με αρ. 7/436/26-7-2007 απόφαση της Eπιτροπής Κεφαλαιαγοράς επιβάλλοντας την ίδια ποινή στην εταιρεία.
Παράλληλα, από τη με αρ..../24-2-11 απόφαση της ίδιας ως άνω Επιτροπής για την αύξηση του κεφαλαίου της ενάγουσας, που αποφασίστηκε στις 28-9-99, της επιβλήθηκε πρόστιμο 10.000 Ε για παράβαση του άρθρου 5 π.δ.52/1992, διότι αυτή, ενώ απηύθυνε πρόσκληση προς το κοινό για να επενδύσει στις μετοχές της, με αποτέλεσμα η αύξηση του κεφαλαίου να καλυφθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της (ποσοστό 90,17%) από 159 νέα πρόσωπα, δεν δημοσίευσε προηγουμένως ενημερωτικό δελτίο και δεν υπέβαλε προς αυτήν (Επιτροπή) αίτημα για έγκριση αυτού, κατά παράβαση της ανωτέρω διατάξεως, που διέπει τη συναλλακτική συμπεριφορά των εποπτευόμενων εταιρειών και θεσπίζει την υποχρέωσή τους να ασκούν τις δραστηριότητές τους εντός του πλαισίου της ισχύουσας νομοθεσίας και σε κάθε περίπτωση με τρόπο ώστε να διαφυλάσσεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, να προστατεύονται τα συμφέροντα του επενδυτικού κοινού και να εξυπηρετείται η ασφάλεια των συναλλαγών.
Επομένως, εκ του αποτελέσματος κρίνεται ότι οι διενεργηθέντες έλεγχοι διαπίστωσαν πράγματι σε κάποια σημεία παραβάσεις στις συναλλαγές της ενάγουσας, αποδεικνύοντας ως αληθή τα καταγγελλόμενα εκ μέρους των εδώ εναγομένων. Την αλήθεια δε όλων των πιο πάνω διαπιστώσεων οπωσδήποτε εγνώριζε λόγω της ιδιότητός του στις δύο ελεγχόμενες εταιρείες ο Π.
Κ., σε κάθε δε περίπτωση όφειλε να μην παρασιωπήσει τον κατ’ εκείνο το χρόνο διενεργούμενο στην χρηματιστηριακή εταιρεία ανωτέρω έλεγχο, ασχέτως του γεγονότος ότι δεν αφορούσε άμεσα στην ενάγουσα εταιρεία αλλά σε διαφορετικό νομικό πρόσωπο, αφορώντας όμως έμμεσα έστω αυτήν- καθώς...συμμετείχε (η ενάγουσα) με ποσό 1.281.000.000 δρχ.
από το κεφάλαιο της, συνολικού ύψους 1.400,000.-0.00 .δρχ.- ενδιέφερε ο έλεγχος και της χρηματιστηριακής εταιρείας τους εναγόμενους. Εξάλλου, στη μήνυση γίνεται αναφορά σε εμπλοκή του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ενάγουσας σε ποινικό επίπεδο, σε έκθεση της ενάγουσας σε διαχειριστικούς, οικονομικούς και ποινικούς κινδύνους, σε αδιαφανή διαχείριση του Δ.Σ.
αυτής και λειτουργία της ενάγουσας. Συγκεκριμένα, με τη μήνυση προσκομίστηκαν σε αντίγραφα τα κατηγορητήρια και η δικαστική απόφαση, δυνάμει της οποίας καταδικάσθηκε ο Π. Κ. από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, γινόταν δε λόγος ότι η ... ΑΕ εκτέθηκε πλέον διαχειριστικά, οικονομικά και ποινικά, με αποτέλεσμα να αναφέρεται ότι κινδυνεύει η ανάκληση της αδείας της ανά πάσα στιγμή (ως ...
Συμμετοχών πλέον) και είναι δεδομένο ότι μετά από διοικητικό και οικονομικό έλεγχο κινδυνεύει να υποστεί κυρώσεις, οι οποίες θα την οδηγήσουν τόσο στη διάλυση όσο και στην απώλεια του κεφαλαίου της, εάν ακόμη αυτό υφίσταται, εφόσον είναι απολύτως αδιαφανής η διαχείριση που ενεργεί το παρόν Δ.Σ. απαρτιζόμενο από τους μηνυομένους, Επειδή δε οι μηνυόμενοι αρνούνται σθεναρώς να τους ενημερώσουν, ότι έφθασαν στο σημείο να καταφεύγουν με εξώδικες δηλώσεις και καταγγελίες στο Υπουργείο Ανάπτυξης, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το ΣΔΟΕ, τη Νομαρχία Αθηνών, το ΧΑΑ και την ΕΑ.ΑΣ. "Λαμβανομένου υπόψη ότι η εταιρεία δεν έχει επενδυτική επιτροπή και εσωτερικό έλεγχο, συνάγεται ότι οι μηνυόμενοι ενεργούν με όχι διαφανείς διαδικασίες":
Πράγματι, όμως, η ενάγουσα.....από τότε που συστάθηκε δε διέθετε ούτε κανονισμό λειτουργίας, διεύθυνση εσωτερικού ελέγχου και οργανόγραμμα, ούτε επενδυτικό πλάνο, αλλά ούτε και δικά της γραφεία και γραμματειακή υποστήριξη, καθώς συστεγαζόταν από την έναρξη της λειτουργίας της στην οδό ... στην Αθήνα με τη χρηματιστηριακή εταιρεία "... ...", συμφερόντων του Π.
Κ.. Οι εναγόμενοι μαζί με άλλους μετόχους ζήτησαν πολλές φορές έως το 2006, τόσο προφορικώς, ειδικά ο πρώτος εξ αυτών με παρεμβάσεις του στη Γ.Σ. της εταιρείας, όσο και εγγράφως, ενδελεχή ενημέρωση σχετικά με τη διαχείριση, την πορεία και τις δραστηριότητες της ενάγουσας, πλην όμως ουδέποτε λάμβαναν σχετικές απαντήσεις, ενώ τα μέλη του Δ.Σ.
αυτής δεν παρευρίσκονταν στις γενικές συνελεύσεις της, με αποτέλεσμα οι μέτοχοι της (ανάμεσά τους και οι εναγόμενοι) να αναγκασθούν να προσφύγουν, αρκετές φορές, στις αρμόδιες αρχές (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, Σ.Δ.Ο.Ε., Νομαρχία Αθηνών, Υπουργείο Ανάπτυξης και Εισαγγελία Αθηνών), προκειμένου να καταγγείλουν τη συμπεριφορά και τις μεθοδεύσεις των μελών του Δ.Σ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο σύστασης της ενάγουσας, η χρηματιστηριακή "... ..." αντιμετώπιζε μεγάλα και σοβαρά οικονομικά προβλήματα και για το λόγο αυτό η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διενεργούσε σ’ αυτήν σχετικούς ελέγχους από τις αρχές Σεπτεμβρίου του 1999, ζητώντας οι ελεγκτές στις 14-9- 1999 να τους υποβάλει στοιχεία της κεφαλαιακής επάρκειας για την 10-9-1999, τα οποία τους υπέβαλε, μετά από οχλήσεις, στις 21-9-1999.
Από τους ελέγχους αυτούς διαπιστώθηκε η από μέρους της προσπάθεια χειραγώγησης διαφόρων μετοχών εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο, καθώς και προσπάθεια παραπλάνησης του επενδυτικού κοινού. Για τις πράξεις αυτές ο Π. Κ. καταδικάσθηκε αμετάκλητα με την υπ’ αριθμ. 44847/2007 απόφαση του Ζ’ Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών σε ποινή φυλάκισης δυο ετών, χωρίς να παραλλάσσει το γεγονός ότι για τυπικούς λόγους και μετά από προσφυγή στην ΕΔΔΑ κρίθηκε ακυρωτέα αυτή, ενώ δυνάμει του υπ’ αρ.2749/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε από το με αρ: 1764/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκε μαζί με άλλους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικασθεί για απάτη κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, κατά τον κρίσιμο χρόνο από το Μάιο ως και το Δεκέμβριο του 1999.
Ο Π. Κ. γνώριζε ότι από τους ελέγχους των αρμόδιων υπηρεσιών θα προκύψουν αδιαφανείς διαδικασίες λειτουργίας της, με αποτέλεσμα και δυσμενείς οικονομικές συνέπειες από την επιβολή χρηματικών προστίμων, μείωση της συναλλακτικής πίστης και της επαγγελματικής της δραστηριότητας. Και ενώ είχε ήδη καταστεί σαφές ότι και οι καταστατικοί στόχοι της ενάγουσας ήταν αδύνατοι και απρόσιτοι γι’ αυτήν, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας καθώς και το μέλος του ΔΣ.
της Σ. Κ., διαβεβαίωναν σε νέους και υποψήφιους επενδυτές ότι η ενάγουσα είχε συγκεκριμένο businnes plan για πολυσχιδείς δραστηριότητες, όπως ουσιαστική συμμετοχή σε τράπεζες, αμοιβαία κεφάλαια κ.λ.π., προκειμένου να προσελκύσουν επενδυτές στην ενάγουσα, η οποία ήταν μέτοχος της ..., ώστε το προκύψαν κεφάλαιο να μπορεί να χρησιμοποιηθεί, μέσω επενδύσεων και για την αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων της τελευταίας.
To γεγονός ότι στη δεύτερη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου συμμετείχαν ο πρώτος, ο τρίτος κα πέμπτος, των μηνυομένων, μελών του Δ.Σ. της ενάγουσας, με μεγαλύτερη συμμετοχή απ’ αυτήν των εναγομένων, δεν αναιρεί το λόγο για τον οποίο προσέλκυαν νέους μετόχους στην ενάγουσα. Άλλωστε ο Π. Κ. και ο Σ. Κ. συμμετείχαν στην αύξηση αυτή, μόνο όταν δεν έγινε κάλυψη του κεφαλαίου από νέους μετόχους και μόλις πριν λήξει η προθεσμία καταβολής αυτού.
Η εμπλοκή του προέδρου της ενάγουσας στις αδιαφανείς διαδικασίες της χρηματιστηριακής και η ανωτέρω καταδίκη του εξέθεταν την ενάγουσα όχι μόνο σε ελέγχους αλλά και κίνδυνο ανάκλησης της άδειας λειτουργίας και αυτής, εκτός της χρηματιστηριακής εταιρείας. Για το λόγο αυτό μεταβίβασε τις μετοχές του και απεχώρησε από τη διοίκηση της ενάγουσας.
Συνεπώς, τα αμέσως ανωτέρω διαλαμβανόμενα στη μήνυση των εναγομένων είναι αληθή. Όσον αφορά στις επιμέρους επενδύσεις της ενάγουσας και την εταιρεία ... ΑΕ, την κτήση από την ενάγουσα των μετοχών της ... ... και ... ΑΕ, την αξία των διενεργούμενων μεταβιβάσεων των μετοχών και τη ζημία των μηνυτών, στη μήνυση των εναγομένων αναφέρεται ότι Ηοι μηνυόμενοι προχώρησαν σε τοποθετήσεις σημαντικών κεφαλαίων...και ουδέν έτερον, αδιαφορώντας πλήρως για την πορεία της εταιρείας Συμμετοχών...επαυξάνεται δε η ευθύνη τους και από το γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα αποκαλυφθεί από ποίον αγόρασε η ...
Συμμετοχών και σε ποία τιμή τις άνω μετοχές της ... ... και της ... ΑΕ, διότι υφίσταται η πληροφορία ότι πωλητής είναι ο ίδιος ο Π. Κ., γεγονός το οποίο τον οδηγεί σε απιστία και σε παραπλάνηση όλων ημών των μετόχων ...εκ των άνω στοιχείων προκύπτει ότι η εταιρεία αυτή κατέστη εταιρεία φάντασμα...με άλλα λόγια, η περίφημη συμμετοχή της ...
ΑΕ - ... Επιχειρηματικές Συμμετοχές & Επενδύσεις ΑΕ, στο κομμάτι ‘ ‘ Internet - Πληροφορική’ ‘ , ήταν απατηλή προβολή ψευδών στοιχείων και απόκρυψη αληθών... ερευνητέο εάν, πότε, από ποίον και με ποία διαδικασία καταβλήθηκαν τα προαναφερθέντα μετρητά, δρχ. 246.982.705.... και ενώ η εταιρεία όφειλε να έχει εκκαθαρισθεί προ πολλού...
στο πρακτικό 78/31.8.2004 της εταιρείας ... Επιχειρηματικές Συμμετοχές & Επενδύσεις ΑΕ που υπογράφουν όλα τα μέλη του Δ. Σ.... αναφέρεται συμμετοχή στην εταιρεία ... αξίας 755.199, 84 ευρώ... από πληροφορίες το μέλος του Δ.Σ. της ... Συμμετοχές, Δ. Ζ., ο τέταρτος των μηνυομένων, με εντολή του Π. Κ. έρχεται σε επαφή με δυσανασχετούντες μετόχους και προσφέρει για την εξαγορά των μετοχών τους την τιμή των 3 ευρώ.
Οι μετοχές που εξαγοράζονται μεταβιβάζονται στο όνομα της συζύγου του Π. Κ. και των θυγατέρων του Δ., Ε., Χ. και Μ. και του αδελφού της συζύγου του Γ.Λ., του έτερου αδελφού Λ. Λ. και της πεθεράς του Ε. Λ.... Τούτο αποτελεί ρητή συνομολόγηση εκ μέρους των μηνυομένων ότι, αφού απαξίωσαν την εταιρεία ... ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ με απατηλούς τρόπους, επιχειρούν τώρα (7 χρόνια μετά την κατάθεση των χρημάτων τους), τους μετόχους που αγόρασαν τις μετοχές έναντι 4.000 δρχ. (12 ευρώ περίπου), να τους αποβάλουν από την εταιρεία προσφέροντάς τους 3 ευρώ ανά μετοχή (1.000 δρχ.) με αποτέλεσμα για όλους μας να υφίσταται ζημία της τάξεως του 75% του καταβληθέντος κεφαλαίου".
Επ’ αυτών αποδείχθηκε ότι στο με αρ. 5738/28-6-2000 ΦΕΚ καταχωρήθηκε η ανακοίνωση σύστασης της εταιρείας πληροφορικής "...", με αρχικό μετοχικό κεφάλαιο 300.000.000 δρχ., στο οποίο συμμετείχε η ενάγουσα με το ποσό των 189.000.000 δρχ..... Η πιστοποίηση της καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου έγινε με το με αρ. 2/16-8-2000 πρακτικό του Δ.Σ.
της εταιρείας που καταχωρήθηκε στο με αρ. 8234/2000 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ), ενώ πρώτος Πρόεδρος της εταιρείας ήταν επίσης ο Π. Κ.. Περαιτέρω, στον από 31-12-2003 ισολογισμό της εταιρείας "..." αναγράφεται ότι αυτή έχει σύνολο ιδίων κεφαλαίων 328.184,00 ευρώ και ζημίες 265.105,00 ευρώ. Ωστόσο, στο με αρ. 78/31-8-2004 πρακτικό του Δ.Σ. της ενάγουσας με θέμα την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεών της αναφέρεται αναληθώς ότι η συμμετοχή της ενάγουσας στην εταιρεία "..." ανέρχεται στο ποσό των 755.199,84 ευρώ.
Από το με αρ. 536/23-1-2007 ΦΕΚ αποδεικνύεται η διαγραφή της εταιρείας "..." από τα μητρώα ανωνύμων εταιρειών ως ζημιογόνας, και στο με αρ. 555/23-1-2007 ΦΕΚ δημοσιεύθηκε ο ισολογισμός λήξης και εκκαθάρισης της εταιρείας με σύνολο ιδίων κεφαλαίων - 353.910,86 ευρώ, που σημαίνει ότι η ενάγουσα έχασε το σύνολο των χρημάτων που επένδυσε στην εν λόγω εταιρεία, ενώ τελευταίος Πρόεδρος και εκκαθαριστής της "..." ήταν ο Δ.
Ζ., που διετέλεσε και μέλος του Δ.Σ. της ενάγουσας. Περαιτέρω, ως προς την αξία των μετοχών της ενάγουσας που κατείχαν οι εναγόμενοι κατά το χρόνο άσκησης της μήνυσής τους, αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ο Π. Κ., μέσω του Δ. Ζ., προσφέρθηκε να αγοράσει αυτές έναντι του ποσού των 3 ευρώ εκάστη, δηλαδή στο 1/4 της αξίας που οι εναγόμενοι τις αγόρασαν (11,73 ευρώ) το έτος 1999, ενώ ήδη από το 2002 η αξία της κάθε μετοχής είχε μειωθεί στην τιμή των 2000 δρχ.
Oι εναγόμενοι αρνήθηκαν να τις μεταβιβάσουν στην τιμή αυτή και ....ανήγγειλαν μέσω εφημερίδων την πώλησή τους με ευκολίες πληρωμής, κανείς όμως δεν προσφέρθηκε να τις αγοράσει. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί ζημιογόνας επένδυσης της ενάγουσας στην εταιρεία "..." και περί προσφοράς του εκ των μηνυομένων Π.
Κ. να τις αγοράσει στο 1/4 της τιμής που αυτές αγοράσθηκαν το 1999, είναι αληθείς, ενώ δεν σκοπούσαν στη δυσφήμηση της προσωπικής και επαγγελματικής αξίας των μελών του Δ.Σ. της ενάγουσας. Αντίθετα με την .../17-7-2008 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς επιβλήθηκε πρόστιμο 17.000 ευρώ στην ..., επειδή δεν είχε επαρκείς διαδικασίες για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική ενέργεια και ο Π.
Κ., λόγω της κατά τα ανωτέρω εμπλοκής του με την ποινική δικαιοσύνη δεν έχει την απαιτούμενη αξιοπιστία, την καταλληλότητα να μετέχει στη διοίκηση αυτής. Σε βάρος επίσης του Π. Κ. ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, μετά από έγκληση του επενδυτή Σ. Π., το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών όμως με το 999/11 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ’ αυτού, ενώ το ίδιο συνέβη κατ’ αποτέλεσμα με το 2632/2010 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου για τη σε βάρος του κατηγορία για υπεξαίρεση, μετά από έγκληση που υπέβαλε ο I.
Σ., μέτοχος της ενάγουσας και μάρτυρας των εναγομένων. Επίσης, με τη με αρ. 4048/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε αγωγή του τελευταίου κατά του Π.Κ.. Παράλληλα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στη μήνυση συμπεριλήφθηκαν ψευδή, συκοφαντικά γεγονότα, σχετικά με την επένδυση των εναγομένων στην ενάγουσα "όντων ημών απάντων παθόντων και θυμάτων της οργανωμένης από αυτούς μεθόδευσης δια παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθών, να μας παραπλανήσουν, με αποτέλεσμα να υποστούμε ένας έκαστος σημαντικότατη οικονομική ζημία και μάλιστα πολλοί εξ ημών επενδύσαμε με βάση τις απατηλές υποσχέσεις και ενέργειες τους μεγάλα χρηματικά ποσά".
Οι εναγόμενοι όμως, από τους οποίους ο πρώτος είναι σήμερα κάτοχος 3.500 μετοχών, για την αγορά των οποίων κατέβαλε το ποσό των 13.400.000 δρχ. (ήδη 39.325, 00 ευρώ) και ο δεύτερος είναι κάτοχος 5.000 μετοχών, για την αγορά των οποίων κατέβαλε το ποσό των 20.000.000 δρχ. (ήδη 58.694,06 ευρώ), πράγματι έχασαν σημαντικά ποσά από την απαξίωση και τη μείωση της τιμής των μετοχών της ενάγουσας.
Ο εν λόγω ισχυρισμός που αυτοί προβάλλουν, ήτοι της παραπλανητικής και απατηλής συμπεριφοράς των μηνυομένων που είχε ως αποτέλεσμα την οικονομική ζημία τους, αποτελεί αξιολογική κρίση σχετικά με την όλη στάση των μηνυομένων, η οποία συνοδεύεται με τα παραπάνω αληθή πραγματικά γεγονότα, ενώ η συμπεριφορά των τελευταίων ήδη διερευνάται σε ποινικό επίπεδο μετά την έκδοση του 1764/2012 τελεσιδίκου βουλεύματος....Συνακόλουθα, αποδείχθηκε ότι τα παραπάνω περιστατικά, που περιέχονται στην από 12-12-2006 μήνυση των εναγομένων κατά των μελών του αρχικού Δ.Σ.
της ενάγουσας ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κών Αθηνών, ανεξαρτήτως εάν δε στοιχειοθετούν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς την αποδιδόμενη στους τελευταίους πράξη της κακουργημάτικής απάτης, περιγράφουν όμως και αποτυπώνουν πραγματικά γεγονότα και καταστάσεις και επομένως, δε στοιχειοθετείται η πράξη της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας, ούτε είχαν πρόθεση συκοφάντησης της ενάγουσας και των μελών του Δ.Σ.
αυτής. Σε καμία περίπτωση δεν προβλήθηκαν από τους εναγόμενους με σκοπό να δυσφημήσουν και να κλονίσουν τη φήμη, την επαγγελματική, τη συναλλακτική και την οικονομική πίστη της ενάγουσας, της οποίας μάλιστα οι ίδιοι είναι μέτοχοι. Η χρήση αυτών στη μήνυση ήταν απολύτως απαραίτητη προκειμένου να αποτυπώσουν τη δυσμενή οικονομική θέση, στην οποία περιήλθαν, και υποστηρίξουν θεμιτά τα οικονομικά συμφέροντά τους, χωρίς να υπερβαίνει το αναγκαίο για την περίπτωση μέτρο.
Από το σύνολο των ανωτέρω δικογράφων (μηνύσεων και αγωγών τρίτων-μετόχων επίσης της ενάγουσας) ανεξαρτήτως της έκβασης των σχετικών με αυτές δικών, αλλά και των πορισμάτων - εκθέσεων των προαναφερομένων αρμοδίων οργάνων συνάγεται σαφώς ότι η γενικότερη εντύπωση, που επικρατούσε για την οικονομική κατάσταση της ενάγουσας αλλά και την αξιοπιστία του Π.
Κ. και των υπολοίπων μελών του Δ.Σ. αυτής, κατά τον κρίσιμο χρόνο της υποβολής της ερευνώμενης μήνυσης τουλάχιστον, ήταν αρνητική, με αποτέλεσμα δικαιολογημένα οι εναγόμενοι να υποβάλουν αυτήν με το ανωτέρω περιεχόμενο. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε με απόλυτη βεβαιότητα ειδικός σκοπός εξύβρισης εκ μέρους των εναγομένων, και ειδικότερα απαξίωσης της προσωπικότητας των μελών του Δ.Σ.
της ενάγουσας, της φερεγγυότητας, της φήμης, της επαγγελματικής και συναλλακτικής πίστης αυτών και αυτής της ιδίας. Επομένως, δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη κρίνεται η σχετική ένσταση των εναγομένων, οι οποίοι, κατ’ ενάσκηση νομίμου δικαιώματος και από δικαιολογημένο συμφέρον, συμπεριέλαβαν τα προαναφερθέντα στη μήνυσή τους και για υποστήριξη αυτής, σε αντίθεση με την προβληθείσα αντένσταση της ενάγουσας, που απορριπτέα κρίνεται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, όπως και η κρινόμενη αγωγή".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 57, 914, 932 ΑΚ, 362, 363, 364 και 367 Π Κ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με την έλλειψη ευθύνης των αναιρεσιβλήτων με βάση την επικαλούμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά τούτων έναντι της αναιρεσείουσας, και συνεπώς καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα περιστατικά που περιέχονται στην από 12-12-2006 μήνυση των εναγομένων κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με βάση την οποία ασκήθηκε η ένδικη αγωγή χρηματικής ικανοποιήσεως για συκοφαντική δυσφήμηση ανώνυμης εταιρείας, ανεξάρτητα αν στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την αποδιδόμενη στους τελευταίους πράξη της κακουργηματικής απάτης, περιγράφουν ωστόσο και αποτυπώνουν πραγματικά γεγονότα και καταστάσεις, και επομένως δεν στοιχειοθετείται η πράξη της δυσφημήσεως ανώνυμης εταιρείας, ούτε είχαν πρόθεση οι αναιρεσίβλητοι να κλονίσουν τη φήμη, την επαγγελματική, συναλλακτική και οικονομική πίστη της ενάγουσας εταιρείας, της οποίας οι ίδιοι τυγχάνουν μέτοχοι, και περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από την έκβαση των σχετικών με την ενάγουσα εταιρεία δικών με αφορμή μηνύσεις και αγωγές των εναγομένων και τρίτων, μετόχων επίσης της ενάγουσας εταιρείας, η επικρατούσα εντύπωση για την οικονομική της κατάσταση και την αξιοπιστία του Π.
Κ. και των λοιπών μελών του διοικητικού της συμβουλίου ήταν αρνητική, και κατά συνέπεια η χρήση των περιστατικών αυτών στη μήνυση των εναγομένων ήταν απολύτως απαραίτητη, προκειμένου να αποτυπώσουν τη δυσμενή οικονομική θέση στην οποία είχαν περιέλθει αυτοί και να υποστηρίξουν τα συμφέροντά τους, χωρίς να υπερβαίνουν το αναγκαίο για την περίπτωση μέτρο.
Η αναιρεσείουσα με τους λόγους αναιρέσεως υποστηρίζει τα αντίθετα, προβάλλοντας: α) Με τον πρώτο λόγο ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, που καθιερώνουν τα άρθρα 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, από την κρίση της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τον μη δυσφημιστικό χαρακτήρα των ισχυρισμών των εναγομένων, γεγονός που ενέχει αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή των μελών του διοικητικού της συμβουλίου από κάθε ποινική ευθύνη, όπως κρίθηκε αμετακλήτως με το 1290/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο, μη αμφισβητώντας το τεκμήριο αθωότητας των μελών του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας από το ως άνω βούλευμα, το οποίο μάλιστα και μνημονεύει, το συνεκτίμησε κατά τρόπο που δεν δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την αθωότητα τούτων (ΑΠ 215/2013, 1364/2011), και δέχθηκε ότι σε κάθε περίπτωση υπήρχε δικαιολογημένο συμφέρον των αναιρεσίβλητων στην υποβολή της σχετικής μηνύσεως, προκειμένου να περιφρουρήσουν τα οικονομικά τους συμφέροντα από την επικρατούσα αρνητική εντύπωση για την οικονομική κατάσταση της ενάγουσας εταιρείας, β) Με το δεύτερο λόγο, ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 364 ΠΚ, κρίνοντας πως συνιστά αξιολογική κρίση και όχι γεγονός ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η παραπλανητική και απατηλή συμπεριφορά των μηνυομένων είχε ως αποτέλεσμα την οικονομική τους ζημία, αφού με τον τρόπο αυτό χαρακτήρισε ως αξιολογική κρίση συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούσαν δυσφήμησή της.
Το Εφετείο, ωστόσο, ανεξάρτητα από τη θέση περί αξιολογικής κρίσεως, έκρινε ότι με τη μήνυσή τους οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν σκοπό να δυσφημήσουν και να κλονίσουν τη φήμη, την επαγγελματική, τη συναλλακτική και οικονομική πίστη της αναιρεσείουσας, της οποίας και οι ίδιοι είναι μέτοχοι, αλλά να περιφρουρήσουν τα οικονομικά τους συμφέροντα από την επικρατούσα αρνητική εντύπωση για την οικονομική κατάσταση της ενάγουσας εταιρείας, γ) Με τον τρίτο λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις σχετικά με το ζήτημα της προελεύσεως των χρημάτων που καταβλήθηκαν στο μετοχικό κεφάλαιο της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, ενόψει του ότι, το μεν δέχεται ότι ο Π.
Κ. δεν προσπορίσθηκε αθέμιτο οικονομικό όφελος, αφού δεν εισέπραξε προμήθειες, πέραν των νομίμων, για αγοραπωλησίες πακέτων μετοχών μεταξύ της Α.Ε.Π.Ε.Υ. και τρίτων εταιρειών, το δε ότι ποσόν που υπερέβαινε το 1.000.000.000 δρχ. και χρησιμοποιήθηκε για την αύξηση του κεφαλαίου της ενάγουσας προέκυψε από αδιαφανείς πιστώσεις και συναλλαγές σε μεταβιβάσεις πακέτου μετοχών τρίτων εταιρειών και της Α.Ε.Π.Ε.Υ.
Ο ισχυρισμός τυγχάνει αβάσιμος, δεδομένου ότι στις παραδοχές του Εφετείου ρητά αναφέρονται δύο διαφορετικά ζητήματα στην από 1-2-2000 έκθεση των ελεγκτών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που διενεργήθηκε, προκειμένου να ελεγχθεί ο τρόπος χρηματοδότησης της χρηματιστηριακής αυτής εταιρείας και της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της και διαπιστώθηκαν οι ως άνω παραβάσεις, που δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Επίσης, σχετικά με την πεποίθηση των εναγομένων για την πραγματική καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας εταιρείας, δεν υπάρχει αντίφαση στις παραδοχές του Εφετείου, εφόσον το δικαστήριο δέχθηκε ότι, όπως προέκυψε από τη σχετική έκθεση των ελεγκτών της αρμόδιας αρχής, έλαβε χώρα πράγματι η καταβολή του αρχικού κεφαλαίου της ενάγουσας, καθώς και αυτού της αυξήσεως, και ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιολογημένα πίστευαν ότι δεν είχε γίνει πραγματική καταβολή, έχοντας στηριχθεί για τη θέση τους αυτή σε πορίσματα και εκθέσεις ελέγχου μέχρι τη χρονική στιγμή υποβολής της μηνύσεώς τους και στην ανυπαρξία των extre της τράπεζας για τον έλεγχο καταβολής των σχετικών ποσών, και ότι δεν είχαν πρόθεση να μειώσουν τη φήμη και την αξιοπιστία της ενάγουσας.
Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι και ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Οκτωβρίου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ Α.Ε." για αναίρεση της 612/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ