Legislator Case Law & Legislation
1400/2014 AI generated

1400/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1400/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1400/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής έχει την έννοια ότι η υποχρέωση του εργοδότη για ίση μεταχείριση δεν υπάρχει τόσο κατά τον χρόνο που προηγείται της ενάρξεως της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, όσο και κατ' αυτόν που ακολουθεί μετά την λήξη της εργασιακής σχέσεως, διάστημα κατά το οποίο δεν υφίσταται νομικός δεσμός μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.

Keywords

AI generated
unemployment benefits overpayment change of job suspension of unemployment benefits labour market measure migrant unemployment wages and movements of workers
AI generated
806/2010
Supreme Court allows bank employee's appeal on equal treatment principle violation regarding pension adjustments after termination.
1515/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
1079/2011
Ι. Έ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Λ. Α. του Ε., κατοίκου ... 3) Α. Ζ. του Κ., κατοίκου ... 4) Κ. Ζ. του Δ., κατοίκου ... 5) Α. Ζ. του Α. , κατοίκου ... ,6) Ε. Ζ. του Χ. , κατοίκου ... 7) Π. Ζ. του Κ., κατοίκου ...,8) Θ. Θ. του Ε., κατοίκου ...,9) Μ. Θ. του Κ., κατοίκου ...,10) Μ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 11) Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 12) Θ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., 13) Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 14) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ... 15) Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 16) Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 17) Σ. Κ. του Π. ,κατοίκου ... 18) Β. Κ. του Α., κατοίκου ... 19) Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 20) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 21) Ζ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 22) Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 23) Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., 24) Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 25) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 26) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 27 ) Χ. Κ.- Δ. του Θ., κατοίκου ..., 28) Θ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 29) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 30) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ....
1084/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1509/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 665/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3785/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2008 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1400 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1400/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Π. Δ. Β. - Ζ., συζ. Θ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Ανδριόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 527/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3920/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-10-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 3-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της από 25-3-1957 ιδρυτικής της ΕΟΚ Συνθήκης της Ρώμης και 288 ΑΚ, ο εργοδότης που απασχολεί πολλούς μισθωτούς, οι οποίοι έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες για την εξυπηρέτηση αναγκών της ίδιας κατηγορίας, υποχρεούται να τους μεταχειρίζεται ομοιομόρφως και συνεπώς να μη εξαιρεί ορισμένον ή ορισμένους από τις παροχές που έχουν άμεσο οικονομικό συμφέρον ή αφορούν μισθολογική ή βαθμολογική εξέλιξη, στις οποίες προβαίνει οικειοθελώς, χωρίς δηλαδή νομική υποχρέωση, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο.

Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής αυτής πρέπει η σύμβαση εργασίας να λειτουργεί και να είναι ενεργός. Αν η σύμβαση εργασίας για οποιοδήποτε λόγο είχε λυθεί, ο μισθωτός δεν μπορεί να επικαλεσθεί την αρχή αυτή, εκτός αν πρόκειται για παροχή εκ μέρους του εργοδότη, που έγινε κατά τη λύση της ή ενόψει αυτής ή ανάγεται στο χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός.

Η συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής έχει την έννοια ότι η υποχρέωση του εργοδότη για ίση μεταχείριση δεν υπάρχει τόσο κατά τον χρόνο που προηγείται της ενάρξεως της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, όσο και κατ' αυτόν που ακολουθεί μετά την λήξη της εργασιακής σχέσεως, διάστημα κατά το οποίο δεν υφίσταται νομικός δεσμός μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.

Για να εφαρμοσθεί η αρχή αυτή υπέρ του ενάγοντος εργαζομένου, πρέπει η σύγκριση να γίνεται μεταξύ εκείνων των συναδέλφων του που παρέχουν την ίδια εργασία και με τις αυτές προϋποθέσεις στην αυτή επιχείρηση, κατά την ίδια χρονική περίοδο, εκτός αν πρόκειται, όπως προαναφέρθηκε, για παροχή που έγινε κατά τη λύση της συμβάσεως εργασίας ή ενόψει αυτής ή ανάγεται στο χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός.

Δηλαδή στη τελευταία αυτή περίπτωση, ο εργαζόμενος δύναται να ζητήσει και μετά την λύση της συμβάσεως εργασίας οικειοθελή παροχή, που ο πρώην εργοδότης του έδωσε αναδρομικά, αναγόμενη σε χρόνο που υπήρχε ενεργός μετ' αυτού σύμβαση εργασίας, εφόσον, βεβαίως, συντρέχουν και οι λοιπές προς τούτο προϋποθέσεις της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

Χαρακτήρα δε μισθολογικής εργοδοτικής παροχής έχει και η απλή μετονομασία ενός επιδόματος, έστω και αν δεν μεταβάλλεται το ύψος του χορηγούμενου με αυτό ποσού, εφόσον το επίδομα αυτό, σε αντίθεση με το προηγούμενο, συνυπολογίζεται στο ύψος της συντάξεως του εργαζομένου. Η μισθολογική αυτή εργοδοτική παροχή συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος για την είσπραξη μεγαλύτερης συντάξεως και, συνεπώς, επί της παροχής αυτής, εφόσον έχει χαρακτήρα οικειοθελή, έχει εφαρμογή η παραπάνω αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, προσλήφθηκε στις 19-7-1976 από την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και απασχολήθηκε σ' αυτή ως υπάλληλος έως τις 4-3-2002, που παραιτήθηκε, κατέχοντας τον βαθμό του Τμηματάρχη.

Από το έτος 1989, δυνάμει της υπ' αριθμ. 13/5-9-1989 αποφάσεως του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, η ενάγουσα ελάμβανε το επίδομα κεντρικής τράπεζας, που υπολογίζεται ποσοστιαίως επί των αποδοχών, σύμφωνα με τον τύπο Σ χ Β χ Π : Σ', όπου Σ το άθροισμα του συντελεστή βαρύτητας των μεταβλητών "θέση ευθύνης" και "βαθμού", Β το σύνολο βασικού μισθού και λοιπών επιδομάτων επί των οποίων υπολογίζεται το επίδομα, Π το ποσοστό υπολογισμού επιδόματος 20% επί των παραπάνω αποδοχών και Σ' ο συντελεστής 100 (βλ.

παρ. 1 και 2 της διευκρινιστικής υπ' αριθμ. 578/19-9-1989 πράξης του Διοικητή της εναγομένης). Επίσης, από το έτος 1996, δυνάμει των υπ' αριθμ. 8/24-5-1995 και 4/26-4-1996 αποφάσεων του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, επεκτάθηκε σε όλο το προσωπικό της και, επομένως, και στην ενάγουσα το δραχμικό επίδομα εξειδικευμένης εργασίας, διά της προσθήκης του στο επίδομα κεντρικής τράπεζας.

Έτσι, το επίδομα κεντρικής τράπεζας αποτελείτο από δύο κονδύλια, το ποσοστιαίο (υπολογιζόμενο όπως παραπάνω με τον τύπο Σ χ Β χ Π : Σ') και το δραχμικό (ήτοι το πρώην επίδομα εξειδικευμένης εργασίας). Παρότι, όμως, γινόταν υπέρ του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού της εναγομένης παρακράτηση ποσοστού 4% από τα παραπάνω επιδόματα, εν τούτοις αυτά, βάσει του άρθρου 10 παρ. 4 του Κανονισμού του παραπάνω Ταμείου, δεν συνυπολογίζονταν στις συντάξιμες αποδοχές, με συνέπεια την καταβολή μειωμένης συντάξεως στο προσωπικό της εναγομένης.

Γι' αυτό η εναγομένη, με την υπ' αριθμ. 12/6-11-2001 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της, μετέφερε το πρώην επίδομα εξειδικευμένης εργασίας, δηλαδή μόνο το δραχμικό μέρος του επιδόματος κεντρικής τράπεζας, στο επίδομα θέσης, το οποίο συμπεριλαμβανόταν στις συντάξιμες αποδοχές, κατά το άρθρο 10 παρ. 4α' του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού αυτής (εναγομένης).

Η ως άνω μεταφορά επιδόματος έγινε σταδιακά, ήτοι κατά ποσοστό 25% από 1-11-2001, 25% από 1-11-2002 και 50% από 1-7-2003. Η ρύθμιση αυτή, που συνεπαγόταν αύξηση των συντάξεων, εφαρμόσθηκε πλήρως μόνο για τους αποχωρούντες μετά την 1-7-2003. Για την ενάγουσα - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - εφαρμόσθηκε εν μέρει, δηλαδή υπολογίσθηκε μόνον η μεταφορά του ποσοστού 25% του επιδόματος, που έγινε την 1-11-2001, δηλαδή πριν την αποχώρησή της (4-3-2002) και όχι και η μεταφορά του υπολοίπου 75%.

Αυτό, όμως, συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση, διότι οι εργαζόμενοι που αποχώρησαν μέχρι τις 30-10-2001, λόγω του μη συνυπολογισμού στις συντάξιμες αποδοχές τους του δραχμικού μέρους (πρώην επίδομα εξειδικευμένης εργασίας) του επιδόματος κεντρικής τράπεζας, ελάμβαναν μειωμένη σύνταξη σε σχέση με τους αποχωρήσαντες μετά την 1-11-2001 και οι τελευταίοι μειωμένη κατά τα σταδιακά ποσοστά μεταφοράς του επιδόματος από τους αποχωρήσαντες μετά την 1-7-2003, παρ' ότι όλοι είχαν υποβληθεί σε κρατήσεις ποσοστού 4% από το επίδομα εξειδικευμένης εργασίας υπέρ του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού της εναγομένης.

Επομένως - καταλήγει το Εφετείο - κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να επεκταθεί και στην ενάγουσα η σταδιακή πλήρης μεταφορά του επιδόματος εξειδικευμένης εργασίας στο επίδομα θέσης, σύμφωνα με τους όρους των παραπάνω αποφάσεων του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης. Το επίδομα εξειδικευμένης εργασίας ανερχόταν για την ενάγουσα, κατά τον χρόνο παραίτησής της, στο ποσό των 278,20 ευρώ και η μεταφορά του στο επίδομα θέσης πρέπει να γίνει κατά ποσοστό 25%, δηλαδή 69,55 ευρώ από 1-11-2002 και κατά ποσοστό 50%, δηλαδή 139,10 ευρώ από 1-7-2003, αφού ήδη ποσοστό 25% (69,55 ευρώ) είχε μεταφερθεί από 1-11-2001.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης - είπε στη συνέχεια το Εφετείο - ότι για την επέκταση της παραπάνω ρυθμίσεως στην ενάγουσα απαιτείται ενεργός μεταξύ αυτών σύμβαση εργασίας, η οποία από την παραίτησή της (4-3-2002) δεν υφίστατο, πρέπει να απορριφθεί, διότι η απόφαση της εναγομένης για την, κατά τ' άνω, μεταφορά επιδόματος ελήφθη (6-11-2001) όταν η ενάγουσα ήταν ακόμη υπάλληλος εν ενεργεία της εναγομένης και μόνον η σταδιακή υλοποίηση της αποφάσεως αυτής ορίσθηκε όπως παραπάνω, άλλωστε η εν λόγω απόφαση της εναγομένης είχε για την ενάγουσα αναδρομικές συνέπειες, αναγόμενες στον χρόνο υπηρεσίας της, καθ' όλη την διάρκεια του οποίου παρακρατείτο ποσοστό 4% από το επίδομα εξειδικευμένης εργασίας, χωρίς να της καταβληθεί σύνταξη αυξημένη κατά το αντίστοιχο μη προσμετρηθέν μέρος του επιδόματος, όπως θα ήταν εύλογο, με βάση τον σκοπό αυτών των κρατήσεων.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης - δέχθηκε επίσης το Εφετείο - ότι η παραπάνω μεταφορά επιδόματος δεν επιφέρει οποιαδήποτε αύξηση αποδοχών ή άλλη ωφέλεια για τους υπαλλήλους της και ότι, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί εργοδοτική παροχή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι με την μη επέκταση της ρυθμίσεως, περί μεταφοράς επιδόματος, στην ενάγουσα, αυτή επιβαρύνθηκε με κρατήσεις, χωρίς αντίστοιχη αύξηση συντάξεως, σε αντίθεση με τους συναδέλφους της που αποχώρησαν μετά την 1-7-2003, οπότε υλοποιήθηκε πλήρως η σχετική ρύθμιση και αυξήθηκε αντίστοιχα η σύνταξή τους και, συνεπώς, υπήρξε ανάλογη ανταπόδοση των κρατήσεών τους.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, έσφαλε και, ακολούθως, μετά παραδοχή της εφέσεως της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 527/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε, ότι η εναγομένη (αναιρεσείουσα) οφείλει να αποφασίσει για την ενάγουσα την σταδιακή μεταφορά του δραχμικού μέρους του επιδόματος κεντρικής τράπεζας, ποσού 278,20 ευρώ, κατά ποσοστό 25%, ήτοι 69,55 ευρώ, από 1-11-2002 και κατά ποσοστό 50%, ήτοι 139,10 ευρώ, από 1-7-2003, στο επίδομα θέσης.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της από 25-3-1957 ιδρυτικής της ΕΟΚ Συνθήκης της Ρώμης και 288 του ΑΚ, και επαρκώς στήριξε την παραπάνω κρίση του στο ότι, η πιο πάνω αναφερόμενη στην απόφαση μεταφορά του ενδίκου επιδόματος αποτελεί οικειοθελή παροχή και στο ότι, κατά την χορήγηση της οικειοθελούς αυτής παροχής από την εργοδότρια Τράπεζα (αναιρεσείουσα), υπήρχε ενεργός σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δύο λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-10-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3920/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ