Legislator Case Law & Legislation
1400/2011 AI generated

1400/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1400/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1400/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): το ποσό των 300.000 δραχμών η κάθε μία από τα χέρια του κ. Γ. Α., δικηγόρου, κατοίκου …, έναντι του ποσού του 1.500.000 δραχμών που αναλογεί στις απαιτήσεις μας από τον επιτευχθέντα την 24 Σεπτεμβρίου 1994 συμβιβασμό των εργατικών απαιτήσεών μας με την Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής Ν. Μουδανιών, ύστερα από αφαίρεση των εξόδων και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου μας κ.

Keywords

AI generated
right to disconnect union representative employers' association act of accession of Greece exclusion from consortium posted workers detachment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1400 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1400/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των καλουσών - αναιρεσειουσών: 1) Π. χας Γ. Α., 2) Τ. Α. του Γ., 3) Α. Α. του Γ. και 4) Κ. Α. του Γ., όλων κατοίκων …, κληρονόμων του Γ. Σ. Α., κατοίκου εν ζωή …. Εκπροσωπήθηκαν όλες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αηδονά.

Των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) Τ. συζ. Χ. Α., 2) Ε. συζ. Ν. Α., 3) Μ. συζ. Σ. Γ., 4) Μ. συζ. Ε. Π., 5) Μ. συζ. Α. Π., κατοίκων ..., 6) Φ. Σ. του Κ. (στην κλήση αναφέρεται Φ. Κ.), 7) Π. συζ. Δ. Κ., κατοίκων ..., 8) Μ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 9) Μ. συζ. Π. Τ., κατοίκου ..., 10) Σ. συζ. Β. Π., κατοίκου ..., 11) Π. συζ. Π. Τ., το γένος Ν. Σ., κατοίκου ..., 12) Ε. συζ. Α. Θ., κατοίκου ..., 13) Ε. συζ. Π. Κ., κατοίκου ..., 14) Ο. Γ. του Ν., πρώην συζ. Ι. Τ., κατοίκου ... και 15) Γ. συζ. Α. Μ. (εκ παραδρομής στην κλήση αναφέρεται Μ.), κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλες από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Καμάρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμ. καταθ. 47555/1999 και 5642/2000 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν με τις προφορικώς ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου ανταγωγές του ήδη αποβιώσαντος (αρχικού ενάγοντος) Γ. Α.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16587/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 445/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο Γ. Α. με την από 13-3-2002 αίτησή του και τους από 5-9-2002 πρόσθετους λόγους, καθώς και οι κληρονόμοι αυτού (ήδη καλούσες - αναιρεσείουσες) με τους από 1-10-2003 πρόσθετους λόγους.

Εκδόθηκε η 1228/2005 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Ακολούθως εκδόθηκε η 8/2009 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη.

Στη συνέχεια, μετά από νέα κλήση των αναιρεσειουσών, η υπόθεση εισήχθη και πάλι για συζήτηση και εκδόθηκε η 6/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε την 445/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και ανέπεμψε την υπόθεση στο Β1' Πολιτικό Τμήμα για ν' αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 31-5-2010 κλήση των καλουσών.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε τις εκθέσεις του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη (μετέπειτα Αντιπροέδρου) Πολύκαρπου Βούλγαρη, με τις οποίες εισηγήθηκε α) την παραδοχή της αίτησης αναιρέσεως κατά τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής και την απόρριψή της ως προς τους λοιπούς (κυρίους και πρόσθετους) και β) την απόρριψη των προσθέτων λόγων αναιρέσεως που περιέχονται στο από 1-10-2003 δικόγραφο αυτών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-12-1999 και από 9-2-2000 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν, κατόπιν συνεκδικάσεως των άνω αγωγών, η υπ' αριθμ. 16587/2001 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η υπ' αριθμ. 445/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αρχικώς αναιρεσείων Γ. Α., δικηγόρος, ο οποίος απεβίωσε στις 24-12-2002, με την από 13-3-2002 αίτησή του και τους από 5-9-2002 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, καθώς και οι κληρονόμοι του Π. Α., Τ. Α., Α. Α. και Κ. Α. με το από 1-10-2003 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1228/2005 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, αφού έκρινε ότι οι ως άνω από 1-10-2003 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκήθηκαν παραδεκτώς και πρέπει να εξετασθούν μαζί με τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και τον πρώτο λόγο του από 1-10-2003 δικογράφου των προσθέτων λόγων της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 445/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Με την ως άνω υπ' αριθμ. 1228/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε επίσης ότι ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 5 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να δικάσει τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ακόμη δε, όσον αφορά τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του από 1-10-2003 δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτες τις ένδικες αγωγές, οι οποίες, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτές περιστατικά, είχαν τον χαρακτήρα αγωγής κακοδικίας, στηριζόμενες στο άρθρο 73 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, χωρίς να συντρέχουν όμως οι απαιτούμενες από το άρθρο αυτό προϋποθέσεις για την εγκυρότητα και το παραδεκτό της αγωγής κακοδικίας, το Δικαστήριο τούτο, με την ίδια απόφασή του (1228/2005), αποφάνθηκε ότι ο λόγος αυτός, πέραν του ότι βασίζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι οι ένδικες αγωγές ήταν αγωγές κακοδικίας, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται στο ανωτέρω δικόγραφο των προσθέτων λόγων ότι το ως άνω απαράδεκτο των αγωγών είχε προταθεί στο Εφετείο (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την υπ' αριθμ. 6/2010 απόφασή του το Δικαστήριο τούτο, σε Τακτική Ολομέλεια, έκρινε ότι ο δικηγόρος που ενήργησε συγκεκριμένες διαδικαστικές πράξεις πριν από τον συμβιβασμό, στον οποίο συνέπραξε, δικαιούται, εκτός από την κατά το άρθρο 124 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων αμοιβή (για την επίτευξη του συμβιβασμού), και ιδιαίτερη αμοιβή για τις παραπάνω πράξεις, οι οποίες αμείβονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τον επιτευχθέντα συμβιβασμό και ότι συνεπώς το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αρχικώς αναιρεσείων δικηγόρος, ο οποίος εκτέλεσε κατ' εντολή των αναιρεσιβλήτων τις αναφερόμενες δικαστικές και εξώδικες εργασίες και ακολούθως συνέπραξε στον συμβιβασμό, που επιτεύχθηκε μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και της αντιδίκου αυτών "Ενώσεως Αγροτικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής", δεν δικαιούται ιδιαίτερη αμοιβή για τις εργασίες που εκτέλεσε πριν συμπράξει στον ανωτέρω συμβιβασμό, διότι η αμοιβή για τον συμβιβασμό καλύπτει και την αμοιβή για τις παραπάνω εργασίες, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 124 του Κώδικα Δικηγόρων και οι σχετικοί δεύτερος του κυρίου δικογράφου και πρώτος του από 1-10-2003 δικογράφου των προσθέτων λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, που παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια, είναι βάσιμοι, γι' αυτό και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά παραδοχή των λόγων αυτών και ενόψει του ότι με την παραπεμπτική απόφαση δεν έχουν κριθεί όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως, πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Β1' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου για να αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως.

Με τον τέταρτο του κυρίου δικογράφου λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 455 και 147 ΑΚ με το να δεχθεί, ότι οι γενόμενες από τις αναιρεσίβλητες από 20-10-1994 και 15-9-1995 εκχωρήσεις προς είσπραξη αμοιβής από τον αναιρεσείοντα για κάλυψη των πάσης φύσεως οφειλομένων προς αυτόν αμοιβών και εξόδων του, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του για την σύμπραξή του στην κατάρτιση συμβιβασμού επί της υποθέσεως, την οποία βάσει εντολής των αναιρεσιβλήτων είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει, ήταν προϊόν απάτης του αναιρεσείοντος.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες (15 τον αριθμό) απασχολούντο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εργάτριες, στην Ένωση Γεωργικών (Αγροτικών) Συνεταιρισμών Χαλκιδικής έως τις 31-10-1987, που η εργοδότριά τους αυτή κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους και τις απέλυσε.

Το Νοέμβριο του 1987 οι ενάγουσες, μαζί με άλλες 37 ακόμη απολυθείσες από την Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής εργαζόμενες, έδωσαν εντολή στον εναγόμενο - αρχικώς αναιρεσείοντα δικηγόρο Θεσσαλονίκης να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες από το νόμο ενέργειες (δικαστικές και εξώδικες) προκειμένου να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των απολύσεών τους και να καταβληθούν σ' αυτές μισθοί υπερημερίας, επικουρικά δε να τους καταβληθεί η προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση απολύσεως.

Ειδική συμφωνία για την αμοιβή του εναγόμενου δικηγόρου δεν έγινε μεταξύ τους. Προς εκτέλεση της εντολής αυτής ο εναγόμενος συνέταξε και κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής την από 27-1-1998 σχετική αγωγή, η οποία μετά από αλλεπάλληλες αναβολές και ματαιώσεις συζητήθηκε τελικά στις 6-11-1991. Κατά την συζήτηση της αγωγής παραιτήθηκαν από το δικόγραφο αυτής ορισμένες από τις απολυθείσες εργαζόμενες και απέμειναν 26, μεταξύ των οποίων και οι 15 ενάγουσες των ένδικων αγωγών.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 39/1992 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου και στη συνέχεια, ύστερα από έφεση των εναγουσών, η υπ' αριθμ. 2010/1993 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η κυρία βάση της αγωγής, επιδικάσθηκε σε κάθε μία από τις ενάγουσες της αγωγής εκείνης (μεταξύ των οποίων ήταν και οι ενάγουσες των ένδικων αγωγών), για μισθούς υπερημερίας, το ποσό των 300.000 δραχμών (συνολικά 7.200.000 δραχμές) και αναγνωρίσθηκε ότι η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής οφείλει σε κάθε ενάγουσα το ποσό του 1.362.934 δραχμών.

Ακολούθως, ο εναγόμενος συνέταξε και κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής α) την από 17-12-1993 αγωγή με αίτημα την καταβολή στις ενάγουσες από την Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής του ποσού των 63.000.000 δραχμών και β) την με την ίδια ημερομηνία καταψηφιστική αγωγή για το ποσό του 1.362.934 δραχμών που είχε αναγνωρισθεί με την ως άνω υπ' αριθμ. 2010/1993 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, συνάμα δε έλαβε απόγραφο εκτελεστό της αποφάσεως αυτής (2010/1993) και κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου συνέταξε επιταγή, με την οποία επέτασσε την Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής να καταβάλει στις ενάγουσες το επιδικασθέν ποσό των 7.200.000 δραχμών και 14.041.872 δραχμές για τόκους, καθώς και 1.787.054 δραχμές για δικά του δικαιώματα (σύνταξη επιταγής, δικαστική δαπάνη κ.λπ.).

Στη συνέχεια προέβη στις απαραίτητες ενέργειες για την επιβολή κατασχέσεως σε τέσσερα διαμερίσματα της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής, τα οποία εκτέθηκαν σε πλειστηριασμό, ενώ η τελευταία είχε ασκήσει αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2010/1993 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατόπιν τούτων - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - και μετά από προσπάθειες που έγιναν, μεταξύ της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής και του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής αφενός και του εναγομένου αφετέρου, επιτεύχθηκε συμβιβασμός και συντάχθηκε το από 24-9-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού μεταξύ των εναγουσών της αγωγής εκείνης (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι ενάγουσες των ένδικων αγωγών) και της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής, με το οποίο συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, να καταβάλει η Ένωση, σταδιακά, στις ενάγουσες, για τις απαιτήσεις τους, το συνολικό ποσό των 73.000.000 δραχμών, από το οποίο αναλογούσε στην κάθε ενάγουσα το ποσό των 2.807.692 δραχμών (73.000.000:26).

Κατά την σύνταξη και υπογραφή του από 24-9-1994 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού - όπως δέχεται επίσης το Εφετείο - δεν παρίσταντο οι ενάγουσες, για λογαριασμό των οποίων παρέστη ο εναγόμενος, οι δε υπογραφές αυτών (εναγουσών) τέθηκαν εκ των υστέρων και συγκεκριμένα στις 20-10-1994, όταν ο εναγόμενος ανακοίνωσε στους ενάγουσες ότι έγινε συμβιβασμός, χωρίς όμως να τους διαβάσει το σχετικό έγγραφο, ούτε τους ανέφερε το ποσό του συμβιβασμού, παρά μόνο είπε σ' αυτές ότι η κάθε μία δικαιούται 1.500.000 δραχμές και ότι το υπόλοιπο ποσό ανήκει σ' αυτόν για την αμοιβή του και τα έξοδα που είχε κάνει και τους έδειξε το σημείο όπου έπρεπε να υπογράψουν και εκείνες πράγματι υπέγραψαν το πρακτικό του συμβιβασμού, καθώς και μία απόδειξη - δήλωση, την οποία είχε συντάξει εκ των προτέρων ο εναγόμενος, με το εξής περιεχόμενο: "Οι κάτωθι υπογεγραμμένες πήραμε σήμερα (20-10-1994) στα ...

το ποσό των 300.000 δραχμών η κάθε μία από τα χέρια του κ. Γ. Α., δικηγόρου, κατοίκου …, έναντι του ποσού του 1.500.000 δραχμών που αναλογεί στις απαιτήσεις μας από τον επιτευχθέντα την 24 Σεπτεμβρίου 1994 συμβιβασμό των εργατικών απαιτήσεών μας με την Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής Ν. Μουδανιών, ύστερα από αφαίρεση των εξόδων και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου μας κ.

Γ. Α.. Το υπόλοιπο ποσό του 1.200.000 δραχμών θα λάβουμε την 15-9-1995, εφόσον η Ένωση εκπληρώσει έγκαιρα τις υποχρεώσεις της. Με την παρούσα δηλώνουμε πως το ποσό πέραν του 1.500.000 δραχμών που παίρνουμε, όπως παραπάνω αναφέρεται, εκχωρούμε στον Γ. Α. δικηγόρο, προς κάλυψη των εξόδων του και της αμοιβής του. Ταυτόχρονα του παρέχουμε την πληρεξουσιότητα να εισπράττει από την Ε.Γ.Σ.

Χαλκιδικής, κατ' εντολή και για λογαριασμό μας, κάθε ποσό που προέρχεται από τον παραπάνω συμβιβασμό και να χορηγεί σχετική απόδειξη, δηλώνουμε δε ότι παραιτούμαστε ρητώς και ανεπιφυλάκτως από την ανάκληση της πληρεξουσιότητάς μας αυτής, καθόσον αυτή αφορά και εξυπηρετεί και το συμφέρον του πληρεξουσίου μας κ.

Γ. Α.". Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο ότι, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες οικείες χειρόγραφες αποδείξεις και από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων αποδείξεως, ο εναγόμενος από το ποσό των 300.000 δραχμών, που αναφέρεται στην παραπάνω απόδειξη - δήλωση, κράτησε 60.000 δραχμές για αμοιβή του και κατέβαλε σε κάθε ενάγουσα το ποσό των 240.000 δραχμών.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, ότι στις 15-9-1995 ο εναγόμενος, ο οποίος, όπως ρητά συνομολογεί, εισέπραξε από την Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής, ως δεκτικός καταβολής για λογαριασμό των εναγουσών, το άνω ποσό των 73.000.000 δραχμών, κατέβαλε στις ενάγουσες 1.200.000 δραχμές στη κάθε μία, οι οποίες υπέγραψαν, καθ' υπόδειξή του, την από 15-9-1995 απόδειξη - δήλωση, χωρίς και αυτή τη φορά να τις ενημερώσει για το περιεχόμενό της αποδείξεως - δηλώσεως αυτής, με την οποία αυτές φέρονται να δηλώνουν ότι έλαβε η κάθε μία από τα χέρια του εναγομένου 1.200.000 δραχμές προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των εργατικών απαιτήσεών τους από τον συμβιβασμό της 24-9-1994 και ότι το πέραν του 1.500.000 δραχμών (300.000 + 1.200.000), τις οποίες έλαβαν, ποσό εκχωρούν στον Γ.

Α., για την κάλυψη της αμοιβής και των εξόδων του. Και συνεχίζει το Εφετείο, ότι η αμοιβή που εδικαιούτο ο εναγόμενος, σύμφωνα με το άρθρο 124 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ανέρχεται σε 3.650.000 δραχμές (73.000.000 Χ 5%), ενώ από το ποσό του συμβιβασμού, όπως ήδη έχει εκτεθεί, αναλογεί στην κάθε μία ενάγουσα το ποσό των 2.807.692 δραχμών (73.000.000 δρχ.:26), από το οποίο ο εναγόμενος κατέβαλε στην κάθε μία από αυτές 1.440.000 δραχμές (240.000 + 1.200.000) και συνολικά τους κατέβαλε 37.440.000 δραχμές (1.440.000 Χ 26).

Ενόψει δε του ότι ο εναγόμενος εισέπραξε από την Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής, για λογαριασμό των εναγουσών, το ποσό των 73.000.000 δραχμών, όφειλε να καταβάλει ακόμη σ' αυτές, μετά την αφαίρεση της αμοιβής του εκ δραχμών 3.650.000, το ποσό των 31.910.000 δραχμών (73.000.000 - 37.440.000 = 35.560.000 - 3.650.000 = 31.910.000). Από το ποσό αυτό, αναλογεί σε κάθε μία από τις παραπάνω 26 εργαζόμενες, μεταξύ των οποίων και οι 15 ενάγουσες των ένδικων αγωγών, το ποσό του 1.227.308 δραχμών (31.910.000:26).

Το τελευταίο αυτό ποσό, του οποίου οι ενάγουσες δεν γνώριζαν το ύψος, είναι εκείνο που αυτές με τις από 20-10-1994 και 15-9-1995 αποδείξεις - δηλώσεις τους μεταβίβασαν στον εναγόμενο προς εξόφληση της αμοιβής και των εξόδων του. Πλην όμως - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - τις ανωτέρω αποδείξεις - δηλώσεις υπέγραψαν οι ενάγουσες, έχοντας πλήρη άγνοια τόσο του πραγματικού ποσού που εδικαιούντο από τον συμβιβασμό, όσο και της αμοιβής που εδικαιούτο κατά νόμο ο εναγόμενος, στοιχεία τα οποία ο τελευταίος αποσιώπησε σκοπίμως και απέκρυψε από τις ενάγουσες, οι οποίες λόγω των περιορισμένων γραμματικών τους γνώσεων δεν είχαν την δυνατότητα να αντιληφθούν, με αποτέλεσμα να παρασυρθούν με απάτη, συντελεσθείσα από τον εναγόμενο κατά τον προπεριγραφέντα τρόπο, σε δηλώσεις βουλήσεως περί εκχωρήσεως σ' αυτόν, η κάθε μία, προς εξόφληση της αμοιβής και των δαπανών του, του ανωτέρω ποσού (1.227.308 δρχ.), πλέον εκείνου που εδικαιούτο για τις αιτίες αυτές.

Ενόψει των παραδοχών αυτών, βάσει των οποίων το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι οι από 20-10-1994 και 15-9-1995 δηλώσεις εκχωρήσεως των εναγουσών ήταν άκυρες ως προϊόν απάτης, που διαπράχθηκε από τον εναγόμενο δικηγόρο σε βάρος των εναγουσών και επικύρωσε, κατά τούτο, με απόρριψη των σχετικών λόγων της εφέσεως του εναγομένου, την πρωτόδικη απόφαση (16587/2001 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), που είχε κρίνει ομοίως, το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες) τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 455 και 147 ΑΚ, γι' αυτό και ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο συναφής με αυτόν πρώτος λόγος του από 5-9-2002 δικογράφου των προσθέτων λόγων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Ο αυτός πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, καθώς επίσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του ίδιου από 5-9-2002 δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το μέρος που μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ με την μη προσφυγή του Εφετείου στους κανόνες αυτούς για ερμηνεία των σχετικών, με τις δηλώσεις των αναιρεσιβλήτων περί εκχωρήσεως στον αναιρεσείοντα του ανωτέρω ποσού προς εξόφληση της αμοιβής και των εξόδων του, εγγράφων και της συναφούς συμφωνίας των διαδίκων μερών, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και τούτο γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν διέγνωσε, έστω και εμμέσως, κενά στα συμφωνημένα ή αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δήλωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες για ερμηνεία των επίμαχων συμβάσεων εκχωρήσεως, αλλά ούτε και στην καθιερούμενη από την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ αρχή της καλόπιστης εκτέλεσης των ενοχών.

Ο ίδιος πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το σχετικό του μέρος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91, 92, 98 και 100 του Κώδικα των Δικηγόρων, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, καθόσον το Εφετείο δεν ασχολήθηκε ούτε ήταν ανάγκη να ασχοληθεί με την εφαρμογή και την ερμηνεία των διατάξεων αυτών.

Κατά τα λοιπά οι προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως (τέταρτος του αναιρετηρίου και πρώτος και δεύτερος του από 5-9-2002 δικογράφου των προσθέτων λόγων) πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί, όπως από το περιεχόμενό τους προκύπτει, πλήττουν πράγματι την ανέλεγκτη αναιρετικώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι, μετά τον επιτευχθέντα συμβιβασμό της υποθέσεως, έλαβε χώρα σύμβαση εκχωρήσεως μεταξύ αυτού και των αναιρεσιβλήτων, δυνάμει της οποίας εκχωρήθηκε στον αναιρεσείοντα από το συνολικό διανεμητέο ποσό του συμβιβασμού (73.000.000 δρχ.) το ποσό των 37.542.464 δραχμών προς κάλυψη της αμοιβής και των εξόδων του από δικαστικές και εξώδικες ενέργειές του, καθώς και της αμοιβής του για την σύμπραξή του στο συμβιβασμό, ο οποίος ισχυρισμός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον προδιαληφθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως αβάσιμο με την παραδοχή ότι οι από 20-10-1994 και 15-9-1995 δηλώσεις εκχωρήσεως των αναιρεσιβλήτων ήταν άκυρες ως προϊόν απάτης, που διαπράχθηκε από τον αναιρεσείοντα σε βάρος αυτών και δέχθηκε ακολούθως (το Εφετείο) τις ένδικες αγωγές των αναιρεσιβλήτων, κατά την κυρία βάση αυτών, περί ακυρώσεως των επίμαχων εκχωρήσεων λόγω απάτης.

Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί αποσβέσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων (εναγουσών) να ασκήσουν τις ένδικες αγωγές τους, δεχόμενο (το Εφετείο) ότι οι ένδικες αγωγές ασκήθηκαν εμπροθέσμως, ήτοι εντός δύο (2) ετών (άρθρο 157 ΑΚ), από τότε που οι αναιρεσίβλητες έλαβαν γνώση της διαπραχθείσας από τον αναιρεσείοντα (εναγόμενο) σε βάρος τους απάτης και το μέγεθος της ζημίας που προκλήθηκε σ' αυτές από την εν λόγω απάτη του αναιρεσείοντος, ο οποίος υποστηρίζει ότι παρήλθαν δύο (2) και πλέον έτη, από τότε που οι αναιρεσίβλητες έλαβαν γνώση της διαπραχθείσας, κατά τους ισχυρισμούς τους, σε βάρος τους απάτης, μέχρι την άσκηση των ένδικων αγωγών τους.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει, κατά τούτο, να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που στηρίζεται σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, που προβλέπει περί του χρόνου παραγραφής της αξιώσεως από αδικοπραξία συνεπεία απάτης.

Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως του από 5-9-2002 δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ορθή ερμηνεία του άρθρου 211 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο η δι' αντιπροσώπου γενομένη δικαιοπραξία μπορεί να αφορά και το συμφέρον του ίδιου του αντιπροσώπου και όχι μόνο το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου, ώστε να καταλήξει στην κρίση ότι στο ποσό του συμβιβασμού, στην επίτευξη του οποίου συνέπραξε ο αναιρεσείων ως αντιπρόσωπος των αναιρεσιβλήτων, περιελήφθησαν και οι απαιτήσεις του ίδιου, που είχε έναντι των τελευταίων.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι υπήρξε κενό ή σχετική αμφιβολία περί την άνω εκδοχή, ώστε να δικαιολογείται η προσφυγή στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Αντιθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι από το περιεχόμενο του συμβιβασμού προκύπτει με σαφήνεια ότι το ποσό του συμβιβασμού αφορούσε τις απαιτήσεις των εργαζομένων και μόνον.

Ο αυτός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το σχετικό του μέρος, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 904 επ., 361 ΑΚ, σε συνδυασμό με 211, 173 και 200 ΑΚ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς επαρκείς αιτιολογίες ότι οι αναιρεσίβλητες εδικαιούντο και το ποσό που έπρεπε να καταβληθεί σ' αυτόν, κατά τα συμφωνηθέντα, ως έξοδα συμβιβασμού, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με τις προαναφερθείσες διατάξεις.

Αυτά δε, ανεξαρτήτως του ότι ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον δεν είναι συναφής με κανένα από τους λόγους του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως.

Ο αναιρεσείων με τον πρώτο, αναφορικά με τις ανταγωγές του, λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 201 ΑΚ, πλημμέλεια στην οποία υπέπεσε το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι αξιώσεις του για την αμοιβή του, τα έξοδα που πραγματοποίησε και τις λοιπές δαπάνες του, που προέβαλε με τις ανταγωγές του, έχουν παραγραφεί, λόγω παρελεύσεως πενταετίας, κατά το άρθρο 190 του Κώδικα περί Δικηγόρων, από το τέλος του έτους 1994 (επίτευξη συμβιβασμού στις 24-9-1994 και συμφωνία με τις αντεναγόμενες - αναιρεσίβλητες για το ποσό της αμοιβής του στις 20-10-1994) έως την άσκηση των ανταγωγών του στις 10-1-2001, παραβλέποντας ότι η παραπάνω παραγραφή είχε ανασταλεί, διότι οι επίδικες αξιώσεις του τελούσαν υπό την αναβλητική αίρεση του καθορισμού του ύψους αυτών και της αποδοχής τούτου από τις αντεναγόμενες, σύμφωνα με το άρθρο 201 ΑΚ.

Από τις παραδοχές, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο, που την εξέδωσε, εφάρμοσε, συνεπώς δε ούτε ερμήνευσε την φερομένη ως παραβιασθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 201 ΑΚ. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξ άλλου, και ο δεύτερος σχετικός με τις ανταγωγές λόγος αναιρέσεως, που καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε την περί παραγραφής των προβαλλομένων με τις ένδικες ανταγωγές του αξιώσεων του εναγομένου - αντενάγοντος - αναιρεσείοντος, ένσταση των εναγουσών - αντεναγομένων - αναιρεσίβλητων, καίτοι η ένσταση αυτή δεν είχε προβληθεί νομίμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι με προφορική δήλωση και καταχώριση στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και έπρεπε ως εκ τούτου να την απορρίψει ως απαράδεκτη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εν λόγω ένσταση, ήτοι ο χρόνος γενέσεως των επιδίκων αξιώσεων του αναιρεσείοντος και ο χρόνος της δικαστικής επιδιώξεως αυτών, αποδεικνύονται εγγράφως και με δικαστική ομολογία του αναιρεσείοντος, δηλαδή με αυτές τις ίδιες τις ανταγωγές του.

Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά την από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν συντρέχουν τα στοιχεία εφαρμογής του, ήτοι η παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ή η μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο τρίτος και τελευταίος λόγος του αναιρετηρίου, που σχετίζεται με τις απορριφθείσες ανταγωγές του αναιρεσείοντος, καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη προταθείσα το πρώτο μεν, πλην όμως υπό τους όρους των άρθρων 527 και 269 παρ. 2, εδ.

α' περ. β' ΚΠολΔ, ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων ως προς τον υπολογισμό της δήθεν ζημίας τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται οι όροι που συνέτρεξαν, σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, για τη νομότυπη υποβολή της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, αλλά ούτε και τα συγκροτούντα την ένσταση αυτή περιστατικά, ώστε να κριθεί αν ήταν νόμιμη.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο αυτό μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Ενόψει των παραπάνω, ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 20 ΚΠολΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του από 5-9-2002 δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "Ειδικά δε, ως προς το ποσό των 300.000 δραχμών που αναφέρεται στην από 20-10-1994 απόδειξη, προκύπτει, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες χειρόγραφες αποδείξεις, ότι τελικώς όλες οι εργαζόμενες εισέπραξαν μόνο 240.000 δραχμές και συνεπώς η κατάθεση της μάρτυρος Γ.

Μ., δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια", αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι το παραπάνω ποσό που αναφέρεται στις χειρόγραφες αυτές αποδείξεις δεν αφορά μέρος του οφειλόμενου σε κάθε μία εργαζόμενη ενάγουσα ποσού από το συνολικό ποσό του συμβιβασμού, αλλά ποσό καταβαλλόμενο στην κάθε ενάγουσα για την δήλωσή της ότι "δεν επιθυμεί την επαναπρόσληψή της στην εργασία" και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερομένων χειρογράφων αποδείξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' αμφότερα τα μέρη του, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από αυτή την προπαρατεθείσα ως άνω περικοπή της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, την κρίση δε αυτή σχημάτισε, αφού συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις παραπάνω χειρόγραφες αποδείξεις.

Περαιτέρω, ο ίδιος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρει τον κανόνα δικαίου που παραβιάσθηκε ευθέως και εκ πλαγίου και γενικά σε τι συνίσταται η ασάφεια και η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί του προαναφερόμενου αποδεικτέου θέματος. Ανεξαρτήτως, όμως, όλων των ανωτέρω, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον, υπό το πρόσχημα των πλημμελειών από τους ως άνω αναιρετικούς λόγους, πλήττει στην πραγματικότητα την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων.

Με τον έκτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως του από 5-9-2002 δικογράφου των προσθέτων λόγων ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με την λήψη υπόψη ομολογίας αυτού και μη λήψη υπόψη όμοιας ομολογίας των αναιρεσιβλήτων περί των ποσών που καταβλήθηκαν ή οφείλονται σ' αυτούς (διάδικα μέρη) ως δικαιούχους από το διανεμητέο ποσό του συμβιβασμού, επικαλούμενος σχετική περικοπή της προσβαλλόμενης απόφασης στη σελίδα 19 αυτής.

Σχετικώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, επί του θέματος τούτου, δέχθηκε ανελέγκτως ότι: "Όπως ήδη αποδείχθηκε, το συνολικό ποσό του συμβιβασμού, επί του οποίου θα υπολογισθεί η αμοιβή του εναγομένου (αναιρεσείοντος), κατά το άρθρο 124 του Κώδικα περί Δικηγόρων, είναι 73.000.000 δραχμές και όχι 69.212.946 δραχμές, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

Κατά συνέπεια η αμοιβή του εναγομένου, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές (αφού το ποσό του συμβιβασμού υπερβαίνει τις 100.001 δραχμές) ανέρχεται σε 73.000.000 Χ 5% = 3.650.000 δραχμές και σε κάθε μία εργαζομένη αναλογεί το ποσό των 140.385 δραχμών. Από το ποσό του συμβιβασμού αναλογεί στην κάθε μία ενάγουσα 2.807.692 δραχμές (73.000.000 : 26).

Από αυτές, όπως ο εναγόμενος συνομολογεί, κατέβαλε στην κάθε μία από αυτές 1.440.000 δραχμές (1.200.000 + 240.000) και συνολικά 37.440.000 δραχμές (1.440.000 Χ 26). Το υπόλοιπο ποσό (73.000.000 - 37.440.000) των 35.560.000 δραχμών το έχει εισπράξει ο ίδιος, όπως άλλωστε ομολογεί, αφού ισχυρίζεται ότι ολόκληρο αποτελεί την αμοιβή του". Ενόψει των παραδοχών τούτων της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται φανερό ότι ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίκληση των μνημονευομένων σ' αυτόν πλημμελειών πλήττεται πράγματι η επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, το άρθρο 124 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων ορίζει ότι, για την σύμπραξη του δικηγόρου προς επίτευξη συμβιβασμού, περιλαμβάνουσα όλες εν γένει τις προς τούτο ενέργειες, μετά ή άνευ συντάξεως σχετικού εγγράφου, επί πάσης φύσεως διαφορών, είτε εισαχθεισών προς δικαστική, διοικητική ή διαιτητική κρίση, είτε μη, το ελάχιστο όριο της αμοιβής κανονίζεται με βάση το ποσό του συμβιβασμού και των αντικειμένων τούτου, αποτιμωμένων σε χρήμα, ως εξής:

Μέχρι δραχμών 1000 προς 10%, από 1001 μέχρι δραχμών 100.000 προς 7% και από 100.001 και πέραν προς 5%. Κατά την σαφή έννοια της διατάξεως αυτής, ποσό συμβιβασμού, βάσει του οποίου καθορίζεται η αμοιβή του δι' αυτόν συμπράξαντος δικηγόρου, νοείται το όλο ποσό, στο οποίο καθορίσθηκε διά του συμβιβασμού η απαίτηση ή το χρέος του εντολέως.

Κατά δε το άρθρο 167 του ίδιου Κώδικα, εάν ο συμβιβασμός έγινε κατ' εντολή περισσοτέρων του ενός, το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου αυξάνεται κατά 5% για κάθε εντολέα πέραν του ενός, χωρίς να μπορεί να υπερβεί το διπλάσιο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως του από 5-9-2002 δικογράφου των προσθέτων λόγων, ο οποίος είναι παραδεκτός, γιατί προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 περ.

β' ΚΠολΔ), ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, δηλαδή εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Δικηγορικού Κώδικα, κατά τον γενόμενο, βάσει των διατάξεων αυτών, υπολογισμό της αμοιβής που δικαιούται για την ανάμειξή του στον ένδικο συμβιβασμό, το ποσό του οποίου διατείνεται ότι ήταν 77.000.000 δραχμές.

Πράγματι, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, έκρινε ότι η εν λόγω αμοιβή του αναιρεσείοντος ανέρχεται σε 3.650.000 δραχμές, ήτοι 73.000.000 Χ 5%. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά μεν υπολόγισε την αμοιβή του αναιρεσείοντος, για την σύμπραξή του προς επίτευξη του ένδικου συμβιβασμού, με βάση το ποσό των 73.000.000 δραχμών, αφού στο ποσό αυτό, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, καθορίσθηκε, διά του συμβιβασμού, η απαίτηση των αναιρεσιβλήτων (εναγουσών), κατά τα λοιπά, όμως, εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα, με βάση τις οποίες η αμοιβή του αναιρεσείοντος ανέρχεται στο ποσό των 7.304.100 δραχμών, ήτοι 1000 Χ 10% = 100 δρχ.

και 100.000 Χ 7% = 7000 δρχ., 73.000.000 - 101.000 (1000+100.000) = 72.899.000 Χ 5% = 3.644.950 δρχ. και 3.644.950 + 100 + 7000 = 3.652.050 Χ 2= 7.304.100 δρχ. Μετά από αυτά, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων του Δικηγορικού Κώδικα αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του αναιρεσείοντος για την σύμπραξή του προς επίτευξη του ένδικου συμβιβασμού, κατόπιν εντολής περισσοτέρων εντολέων, είναι βάσιμος.

Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου αναιρέσεως του από 5-9-2002 δικογράφου των προσθέτων λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (και) κατά το μέρος της που αναφέρεται στην αμοιβή του αναιρεσείοντος για την σύμπραξή του στον συμβιβασμό που επιτεύχθηκε μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και της αντιδίκου αυτών "Ενώσεως Γεωργικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής" και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Θεσσαλονίκης), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Οι αναιρεσίβλητες πρέπει να καταδικασθούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων των καλουσών - αναιρεσειουσών (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Η κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ υποβαλλόμενη από τον αρχικώς αναιρεσείοντα Γ. Α. (αποβίωσε στις 24-12-2001), με το από 5-9-2002 δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτού, αίτηση, που επανέφεραν οι καλούσες - αναιρεσείουσες κληρονόμοι του (οι οποίες συνέχισαν την δίκη), με τις προτάσεις που κατέθεσαν την ημέρα της συζητήσεως της υποθέσεως (1-2-2011), με την οποία αίτηση ζητείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθούν προς τούτο οι αναιρεσίβλητες να τους αποδώσουν το αναφερόμενο ποσό, το οποίο κατέβαλε σ' αυτές ο αρχικώς αναιρεσείων προς εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης υπ' αριθμ. 445/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 124/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β1' Τμήμα - Ως Συμβούλιο), είναι απορριπτέα.

Τούτο δε γιατί, όπως είναι ευνόητο, για να κριθεί βάσιμη η αίτηση επαναφοράς, πρέπει να εξαφανίσθηκε με την αναιρετική απόφαση η διάταξη εκείνη της αναιρούμενης αποφάσεως που είχε εκτελεσθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο αναγνώρισε ότι οι από 20-10-1994 και 15-9-1995 εκχωρήσεις των αναιρεσιβλήτων προς τον (αρχικώς) αναιρεσείοντα, για την είσπραξη από αυτόν κάθε ποσού πέραν του 1.500.000 δραχμών από την κάθε μία, για την κάλυψη της αμοιβής και των δαπανών του, ήταν άκυρες και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει (επιστρέψει) σε κάθε μία από τις αναιρεσίβλητες το ποσό των 3.602 ευρώ (μέρος του οποίου - λόγω αναστολής της εκτελέσεως της 445/2002 αποφάσεως - κατέβαλε ο αναιρεσείων στις αναιρεσίβλητες), ως προς το οποίο δεν αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση με την παρούσα αναιρετική απόφαση, αλλά ούτε και με την προηγηθείσα υπ' αριθμ. 6/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου σε Τακτική Ολομέλεια, με τις οποίες αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον εν μέρει. Επομένως, η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί για τον ως άνω λόγο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 445/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, με άλλη σύνθεση.

Απορρίπτει την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων των καλουσών - αναιρεσειουσών, που ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Σεπτεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ