Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of lease claim based on unjust enrichment principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the High Court's dismissal of a claim for unjust enrichment arising from a property usage agreement. The appellant argued the lower court incorrectly characterized certain obligations as consideration, thereby misapplying Article 810 of the Civil Code. The Court agreed that the lower court erred in finding consideration existed, as the obligations were statutory or preparatory to a future transfer, thus violating the definition of a gratuitous usage contract.
Legislator headnote
AI generatedArticle 810 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: A usage contract is gratuitous only if no consideration exists; if the lower court incorrectly identifies statutory obligations or preparatory terms as consideration, it violates the substantive law and the appeal must be allowed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1400 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1400/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσίπρα.
Της αναιρεσιβλήτου:Ψ συζ. Ζ, θυγ. Ω, κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσα στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Γαλανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ευρυτανίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-10-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 6-5-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 810 του Α.Κ. προκύπτει, ότι με τη σύμβαση χρησιδανείου, ο χρήστης παραχωρεί στο χρησάμενο, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, χωρίς αντάλλαγμα, πράγμα κινητό ή ακίνητο, ο τελευταίος δε έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης. Ο όρος παραχώρησης της χρήσης χωρίς αντάλλαγμα είναι ουσιώδης, διότι αν συμφωνήθηκε "αντάλλαγμα", η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως χρησιδάνειο, αλλά συνήθως ή ως μίσθωση ή άλλη μικτή σύμβαση μη ρυθμιζόμενη πάντως από τις διατάξεις περί χρησιδανείου.
Ως αντάλλαγμα θεωρείται κάθε παροχή που λαμβάνει ο χρήστης δυνάμει της συμβάσεως, καθώς και κάθε ωφέλεια που έχει αυτός από τη χρήση του πράγματος από τον χρησάμενο, εφόσον αυτή υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις είναι τόσο σημαντική που να αφαιρεί από την πράξη του χρήστη τον χαρακτήρα της αγαθοσύνης που οριοθετεί το χρησιδάνειο από τις άλλες συμβάσεις.
Σύμβαση χρησιδανείου ακινήτου δεν αποκλείεται να καταρτισθεί αυτοτελώς ενόψει και μέχρι την κατάρτιση οριστικής σύμβασης μεταβίβασης του ακινήτου, οπότε ο χρήστης παραχωρεί οικειοθελώς και χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση του ακινήτου στον χρησάμενο μέχρι την οριστική μεταβίβαση ή τη ματαίωση αυτής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του ΑΚ.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 Ελλ.Δ 47.728, Ολ. ΑΠ 4/2005 ΕλλΔ 46.382). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας, δικάζοντας επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 33/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ευρυτανίας, η οποία έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 19-8-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος για απόδοση χρησιδανεισθέντος ακινήτου, δέχθηκε τα εξής: "Επίδικο είναι μία εδαφική έκταση, εμβαδού 44,86 τ.μ., όπως αυτή απεικονίζεται στο επισυναπτόμενο στην κρινόμενη αγωγή, συνταγέν από μήνα Ιούνιο 2004, τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., με τα στοιχεία ...
Αποτελεί δε αυτή τμήμα μείζονος ακινήτου και δη ενός οικοπέδου, εμβαδού 417 τ.μ., μετά της επ' αυτού τριώροφου οικοδομής, κειμένου εντός του δημοτικού διαμερίσματος ..., απεικονιζόμενο ομοίως στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία κορυφών Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ξ-Ο-Κ-Λ-Μ-Ν-Α, το οποίο περιήλθε στον ενάγοντα κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καρπενησίου Κωνσταντίνου Δημητρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 3 και αριθμό 1667 των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου .... Εξάλλου η εναγομένη δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καρπενησίου Παναγιώτη Βλάχου, νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο 117 και αριθμό 649 των αυτών ως άνω βιβλίων, κατέστη, λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα της ..., ψιλή κυρία ενός ομόρου, κατά τη νότια πλευρά του προς το άνω ακίνητο, οικοπέδου μετά της επ' αυτού διωρόφου οικίας, κειμένου στην αυτή ως άνω θέση, εμβαδού 255,97 τ.μ..
Η κυριότητα επί των ανωτέρω ακινήτων τόσο του ενάγοντος, όσο και της εναγομένης, συνομολογείται εκατέρωθεν από τους διαδίκους. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι με το από 22-8-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, συνήφθη σύμβαση με βάση την οποία ο πρώτος παραχώρησε στην δεύτερη τη χρήση του άνω οικοπεδικού τμήματος (εμβαδού 44,86 τ.μ.), προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί από την εναγομένη ως αυλή του προαναφερομένου ομόρου ακινήτου της, απαγορευομένης της μετατροπής της χρήσεως του και της ανεγέρσεως κτίσματος επ' αυτού.
Στο προαναφερόμενο από 22-8-1998 έγγραφο, το οποίο φέρει τον τίτλο "ιδιωτικό συμφωνητικό παραχώρησης εδαφικής λωρίδας οικοπέδου για αποκλειστική χρήση αυλής" και υπογράφεται από τους διαδίκους ως συμβαλλομένους, εκτός των άλλων αναφέρονται επί λέξει και τα εξής: "..Το οικοπεδικό αυτό τμήμα παραχωρείται στη δεύτερη συμβαλλόμενη μέχρι να συνταχθεί οριστική συμβολαιογραφική πράξη ...2) Η δεύτερη συμβαλλόμενη είναι υποχρεωμένη να αποκαταστήσει και ρυθμίσει τον διερχόμενο σωλήνα άρδευσης μέσω του οικοπεδικού αυτού τμήματος και εξυπηρετεί το ακίνητο του πρώτου συμβαλλομένου. 3) Ο υφιστάμενος τοίχος κατ' επέκταση του σημείου Δέλτα (Δ) ανήκει στον πρώτο συμβαλλόμενο. 4) Το ύψος των κιγκλιδωμάτων που θα τοποθετηθούν στο παραχωρούμενο τμήμα θα είναι το νόμιμο (..).
Οι όροι αυτοί θεωρούνται σπουδαίοι και ουσιώδεις και θα συμπεριληφθούν στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο." (βλ. προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό). Η εναγομένη παρέλαβε έκτοτε τη χρήση του ακινήτου αυτού και προέβη, κατά τα συμφωνηθέντα, στις ανωτέρω αναφερόμενες κατασκευές, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα.
Από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου της ένδικης έγγραφης συμφωνίας και δη από τις προπαρατεθείσες περικοπές αυτής, ουδόλως συνάγεται ότι η εκφρασθείσα σ' αυτή δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων διαδίκων ήταν η κατάρτιση συμβάσεως χρησιδανείου. Και τούτο διότι η χρήση της επιδίκου οικοπεδικής εκτάσεως δεν παραδόθηκε στην εναγομένη "χωρίς αντάλλαγμα", αλλά, αντίθετα, παραδόθηκε έναντι της ρητώς αναληφθείσας υποχρεώσεως της πραγματοποίησης εκ μέρους της τελευταίας των ανωτέρω αναφερομένων κατασκευών που απέβλεπαν στο συμφέρον του ενάγοντος (αποκατάσταση - ρύθμιση σωλήνα άρδευσης που θα διήρχετο μέσα από το επίδικο και θα εξυπηρετούσε το ακίνητο του ενάγοντος, τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων), γεγονός που συνιστά αντάλλαγμα, ώστε σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα υπό στοιχείο "Ια" νομική σκέψη, να ελλείπει το ουσιώδες εννοιολογικό στοιχείο του χρησιδανείου.
Επιπλέον, ο ενάγων προέβη στην παραχώρηση της χρήσεως του επιδίκου εδαφικού τμήματος προς την εναγομένη όχι από πρόθεση αγαθοσύνης, όπως ισχυρίζεται στην αγωγή του, αλλά λόγω της κατά το χρόνο εκείνο επικείμενης καταρτίσεως της δια συμβολαιογραφικού εγγράφου οριστικής συμβάσεως μεταβιβάσεως του τμήματος αυτού προς την εναγομένη, της οποίας η ένδικη σύμβαση αποτελούσε παρεπόμενη και όχι αυτοτελής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή πρόβλεψη στο άνω έγγραφο ότι οι όροι αυτής, θεωρούμενοι ουσιώδεις και σπουδαίοι, θα συμπεριλαμβάνονταν στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο που θα καταρτίζονταν στη συνέχεια μεταξύ των διαδίκων.
Επομένως, εφόσον οι διάδικοι ως συμβαλλόμενοι στην κύρια σύμβαση δεν προετίθεντο να συνάψουν σύμβαση χρησιδανείου, σαφώς εξάγεται το συμπέρασμα, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στην υπό στοιχείο "Ιβ" νομική σκέψη, ότι και στην ένδικη περίπτωση δεν υπάρχει χρησιδάνειο και επομένως δεν εφαρμόζονται ούτε ως προς την παραχώρηση της χρήσεως του επιδίκου ακινήτου οι περί αυτού (του χρησιδανείου) διατάξεις.
Τα ανωτέρω προκύπτουν ευθέως και με σαφήνεια από το κείμενο της ρηθείσης εγγράφου συμβάσεως, χωρίς να καταλείπεται κενό ή αμφιβολία περί της βουλήσεως των συμβαλλομένων, ώστε κατόπιν τούτου να μην ανακύπτει ανάγκη αναζήτησης της αληθινής βουλήσεως αυτών ως δικαιοπρακτούντων μέσω των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο "Π" νομική σκέψη της παρούσας ...
Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποδείχτηκε ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη έγκυρη σύμβαση χρησιδανείου (810 ΑΚ) και δεδομένου ότι ο ενάγων, ο οποίος κατά το νόμο φέρει το βάρος αποδείξεως των ουσιωδών και αμφισβητουμένων αγωγικών ισχυρισμών του (αρθρ. 338 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί των οποίων στηρίζονται οι ένδικες αξιώσεις του, δεν ανταποκρίθηκε στην προκειμένη περίπτωση στο βάρος αυτό, έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το ως εφετείο δίκασαν Πρωτοδικείο Ευρυτανίας δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος. Από τις ανωτέρω παραδοχές του προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων δεν αποτελεί χρησιδάνειο, διότι α) συνομολογήθηκαν ανταλλάγματα για την παραχώρηση της χρήσης και β) η σύμβαση δεν είχε αυτοτέλεια, αλλά ήταν παρεπόμενη της κύριας σύμβασης μεταβίβασης κατά κυριότητα του πράγματος από τον χρήστη στον χρησάμενο.
Έτσι που έκρινε, παραβίασε ευθέως τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 810 του Α.Κ., την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ με βάση τις πραγματικές παραδοχές του ήταν εφαρμοστέα. Ειδικότερα, εσφαλμένα χαρακτήρισε ως ανταλλάγματα αφενός την δέσμευση του χρησαμένου να τηρήσει το νόμιμο ύψος κατά την υπ' αυτού τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων στο παραχωρούμενο εδαφικό τμήμα, ενώ δεν πρόκειται για αντάλλαγμα, αλλά για απορρέουσα από το νόμο υποχρέωση και αφετέρου την υποχρέωση που ανέλαβε ο χρησάμενος να "αποκαταστήσει και ρυθμίσει τον διερχόμενο από το παραχωρούμενο εδαφικό τμήμα αρδευτικό σωλήνα που εξυπηρετεί το ακίνητο του χρήστη", αφού το δικαστήριο δεν δέχεται ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης ο αρδευτικός σωλήνας έχρηζε "αποκατάστασης" και "ρύθμισης" και απαιτούσε προς τούτο σημαντική δαπάνη, στην οποία ως οικονομικό αντάλλαγμα απέβλεψε ο χρήστης, ώστε να πρόκειται για αντάλλαγμα τέτοιας σπουδαιότητας και αξίας που να αναιρεί την έννοια του χρησιδανείου.
Περαιτέρω, η κατάρτιση της ένδικης σύμβασης ενόψει της επικείμενης συνάψεως της σύμβασης μεταβίβασης και της πρόβλεψης ότι θα αποτελέσουν όρους αυτής και οι ανωτέρω υποχρεώσεις της εναγομένης δεν προσδίδουν παρεπόμενο χαρακτήρα στην ένδικη σύμβαση και δεν αποκλείουν το χρησιδάνειο, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η χρήση του ακινήτου παραχωρήθηκε χωρίς καμία νομική υποχρέωση και πριν από την ατύπως (και ακύρως) προσυμφωνηθείσα οριστική σύμβαση, ο χρόνος συνάψεως της οποίας και οι όροι της δεν είχαν συμφωνηθεί κατά την κατάρτιση του χρησιδανείου.
Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου του αναιρετηρίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 22/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ .
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ