Legislator Case Law & Legislation
1400/2007 AI generated

1400/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1400/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1400/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι την 9.9.1996, διαρκούσης της άνω ασφαλιστικής σύμβασης επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, με την εκδήλωση πυρκαϊάς στο ασφαλισμένο εργοστάσιό του. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλλει το ποσό των 52.937.115 δραχμών, που αναλογεί στο παραπάνω ποσοστό του ασφαλιστικού συμφέροντος έναντι αυτής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1400 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1400/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., που διατηρεί ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "....." που εδρεύει στη ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Θεοδώρου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ατλαντική Ένωση ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τζιομάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:7429/1998 προδικαστική, 5173/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3290/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-5-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 10-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 189 και 192 Εμ.Ν. που ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το ν. 2496/97 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης, την οποία επικαλείται ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων και στηρίζει τις αξιώσεις του, συνάγεται, ότι για τη σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης απαιτείται πρόταση από τον αντισυμβαλλόμενο και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή.

Η πρόταση γίνεται ατύπως, η δε ασφαλιστική σύμβαση λογίζεται καταρτισμένη αφότου ο ασφαλιστής αποδεχθεί αυτή. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, δηλαδή να περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προ παντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη, εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα.

Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδες ή επουσιώδες), εφόσον ο προσδιορισμός του επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορά στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν. Ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι κατά το άρθρο 192 Εμπ.Ν.

τα στοιχεία του ασφαλιστή (ασφαλιστικής επιχείρησης) και του ασφαλισμένου, το αντικείμενο της ασφάλισης, το ποσό για το οποίο αυτή γίνεται, ο κίνδυνος που καλύπτεται, το ποσό του ασφαλίστρου και ο χρόνος διάρκειας. Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων κάθε ασφαλιστικής σύμβασης, στα πλαίσια της από το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της συμβατικής ελευθερίας, είναι δυνατό να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι, εφόσον αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο των μεταξύ των συμβαλλομένων διαπραγματεύσεων και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί.

Η αποδοχή της πρότασης από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την έκδοση και αποστολή του ασφαλιστηρίου, την με οποιοδήποτε τρόπο ειδοποίηση κλπ. Από το νόμο (άρθρο 192 Εμπ.Ν.) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων γενικών και ειδικών όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή αυτού από τον αντισυμβαλλόμενο, (ασφαλισμένο ή λήπτη της ασφάλισης), ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους, οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης αλλά τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, αν ο αντισυμβαλλόμενος έλαβε γνώση των όρων αυτών και τους αποδέχτηκε σιωπηρώς, γεγονός που συμβαίνει ιδίως αν εντός ευ λόγου χρόνου από τη γνώση των προσθέτων αυτών όρων, που κατά κανόνα συμβαίνει με την αποστολή και λήψη του ασφαλιστηρίου, δεν εναντιώθηκε.

Συνέπεια της καθιέρωσης από το νόμο του ασφαλιστηρίου ως αποδεικτικού της κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης και των προσθέτων αυτής όρων, είναι ότι, σύμφωνα με το άρθρο 394 παρ. 1 εδ. γ΄ και 2 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να αποδειχθούν αυτοί παρά μόνο με όρκο και ομολογία, αποκλειομένων των μαρτύρων και των δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν το έγγραφο που είχε συνταχθεί χάθηκε τυχαία, το δε ασφαλιστήριο που φέρει μόνο την υπογραφή του εκδότη του αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης και υπέρ του εκδότη του, αν γίνεται νόμιμη επίκληση και προσκόμιση αυτού από τον ασφαλισμένο, ο οποίος στηρίζει σ' αυτό τις αξιώσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 447 ΚΠολΔ.

Είναι δε νόμιμη η επίκληση και προσκόμιση του ασφαλιστηρίου από τον μη φέροντα την υπογραφή του ασφαλισμένο, όταν αυτή γίνεται με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ή με συγκεκριμένη αναφορά στις προτάσεις αυτού προηγουμένων συζητήσεων, όπου γίνεται επίκληση αυτού, οι οποίες προσκομίζονται σε επικυρωμένο αντίγραφο, και στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτού κατά τρόπο που προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ Απ 9/2000).

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α΄ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο για την απόδειξη αυτοτελούς ουσιώδους ισχυρισμού (αγωγικού ή ένστασης) έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Από αυτά παρέπεται, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του προσκομιζομένου και επικαλουμένου μόνο από τον εναγόμενο ασφαλιστή ασφαλιστηρίου, το οποίο φέρει μόνο την υπογραφή αυτού και όχι και την υπογραφή του αντισυμβαλλομένου, προς απόδειξη ένστασης του ασφαλιστή, καταλυτικής εν όλω ή εν μέρει, της ασκουμένης με την αγωγή του ασφαλισμένου από την ασφαλιστική σύμβαση αξίωσης, στηριζομένης της ένστασης αυτής σε πρόσθετο όρο που έχει τεθεί στο ασφαλιστήριο, ιδρύει τον από την παραπάνω διάταξη προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, των εγγράφων προτάσεων των διαδίκων ενώπιον του εφετείου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και την τελευταία αυτή προκύπτουν τα εξής: Με την αγωγή του, όπως το αίτημα αυτής περιορίστηκε, ο ενάγων εκθέτει, ότι μεταξύ αυτού και της εναγομένης καταρτίστηκε ασφαλιστική σύμβαση, (απλή συνασφάλιση) με την οποία η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ασφάλισε από τον κίνδυνο πυρκαϊάς το εργοστάσιο του ενάγοντος (κτιριακές εγκαταστάσεις, μηχανήματα και εμπορεύματα) για ποσοστό 8% της αξίας τους ή για ποσό 55.067.280 δρχ., για το χρονικό διάστημα από 1.1.1996 μέχρι 1.1.1997.

Ότι την 9.9.1996, διαρκούσης της άνω ασφαλιστικής σύμβασης επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, με την εκδήλωση πυρκαϊάς στο ασφαλισμένο εργοστάσιό του. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλλει το ποσό των 52.937.115 δραχμών, που αναλογεί στο παραπάνω ποσοστό του ασφαλιστικού συμφέροντος έναντι αυτής.

Η αγωγή απορρίφθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τη 5173/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατ' αυτής άσκησε έφεση ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων). Προς απόκρουση της αγωγής και της εφέσεως η εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη) προέβαλε με τις προτάσεις της στο εφετείο τον ισχυρισμό, (ένσταση) που είχε προβάλλει και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι κατά το χρόνο της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωση, η ασφαλιστική σύμβαση είχε λυθεί, με καταγγελία από τον ασφαλισμένο ενάγοντα, διότι αυτός είχε καταγγείλει την σύμβαση συνασφάλισης που είχε καταρτίσει με την συνασφαλίστρια ασφαλιστική εταιρία SUN ALLIANCE, δυνάμει δε προσθέτου όρου της μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστικής σύμβασης, που περιελήφθη στο υπ' αριθμ. 960235 ασφαλιστήριο που εκδόθηκε από αυτή, η καταγγελία από τον ασφαλισμένο της σύμβασης με την παραπάνω συνασφαλίστρια εταιρία με την επωνυμία "Sun Alliance" συνεπάγονταν και τη λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης.

Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου, δεχόμενο, ότι στο εν λόγω υπ' αριθμ. 960235 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο ο ενάγωνεπικαλείται και επί του οποίου στηρίζει τις αξιώσεις του και συνεπώς οι όροι του τον δεσμεύουν, περιέχεται και ο εξής όρος "ΕΙΔΙΚΟΣ ΟΡΟΣ ΣΥΝΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ.

Δηλούται και συμφωνείται ότι η Sun Alliance Insurance (HELLAS) αναγνωρίζεται από τους λοιπούς συνασφαλιστές ως ηγήτρια εταιρία (leading) στην παρούσα ασφάλιση. Κατ' ακολουθίαν ο ασφαλιζόμενος δύναται πάσα γνωστοποίηση σχετική με τη λειτουργία της παρούσας ασφαλιστικής συμβάσεως να απευθύνει εις μόνην την Sun Alliance Insurance (HELLAS) δεσμευομένων αυτομάτως και των λοιπών συνασφαλιζουσών εταιριών.

Οι συμμετέχουσαι στην παρούσα κάλυψη ασφαλιστικές εταιρίες και η ηγήτρια, ευθύνονται σε περίπτωση επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως ατομικώς και μέχρι του ποσού της συμμετοχής μιας εκάστης τούτων, αποκλειομένης ρητώς της αλληλεγγύου, αδιαιρέτου ή εις ολόκληρον ευθύνης. Επίσης συμφωνείται ότι κάθε παρά της ηγέτιδος ασφαλιστικής εταιρίας γενόμενος δεκτός διακανονισμός ζημιάς, είναι υποχρεωτικός και για τους λοιπούς συνασφαλιστές".

Το εφετείο ερμηνεύοντας τον ειδικό αυτό όρο του ασφαλιστηρίου δέχτηκε, ότι από αυτόν προκύπτει ότι κάθε δήλωση του ασφαλισμένου για την ακύρωση της συμβάσεως, δηλαδή τη μη ισχύ αυτής για το υπόλοιπο συμβατικό χρόνο, και συνεπώς τέτοιου περιεχομένου δήλωση, απευθυνόμενη στην ηγέτιδα εταιρία, επάγεται το αυτό ακυρωτικό αποτέλεσμα και ως προς τις λοιπές συνασφαλίστριες εταιρίες.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο στη συνέχεια δέχτηκε, ότι η μεσολαβήσασα στην κατάρτιση όλων των συνασφαλιστικών συμβάσεων ασφαλιστική πράκτορας εταιρία με την επωνυμία "HELLA ΚΟΥΝΙΟ ΜATALON ΕΠΕ" κατ' εντολή του ενάγοντος ασφαλισμένου με την από 28.7.1996 έγγραφη ειδοποίηξση(ΤΕΛΕΦΑΞ) προς την άνω ηγέτιδα ασφαλιστική εταιρία Sun Alliance ζήτησε την ακύρωση της μεταξύ του ενάγοντος και αυτής ασφαλιστικής σύμβασης από 15.8.1996 και επομένως από της τελευταίας αυτής χρονολογίας έληξε, δυνάμει σύμβαση μεταξύ αυτών και συνακόλουθα την 9.9.1996 που συνέβη η ασφαλιστική περίπτωση (πυρκαϊά) η ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων είχε λυθεί.

Με τις παραδοχές αυτές το εφετείο δέχτηκε την ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου. Από την επισκόπηση όμως των με ημερομηνίες 4.3.1998 και 21.1.2004 εγγράφων προτάσεων του ενάγοντος και εκκαλούντος, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο εφετείο αντίστοιχα, προκύπτει ότι αυτός δεν επικαλείται το άνω υπ' αριθμ. 960235 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που εξέδωσε η εναγομένη και έφερε μόνο την υπογραφή της ιδίας και στο οποίο περιέχονταν ο παραπάνω ειδικός όρος.

Το ασφαλιστήριο αυτό επικαλέστηκε και προσκόμισε η εναγομένη και εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, προς απόδειξη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού της (ένστασης), ότι η μεταξύ αυτής και του ασφαλισμένου ενάγοντος ασφαλιστική σύμβαση λύθηκε από 15.8.1996, όταν ο ενάγων ζήτησε να ακυρωθεί και η μεταξύ αυτού και της ηγέτιδας ασφαλιστικής εταιρίας σύμβασης.

Έτσι που έκρινε το εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, διότι προς απόδειξη του παραπάνω όρου του ασφαλιστηρίου, ότι δηλαδή η λύση της συνασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του ενάγοντος και της ηγέτιδας εταιρίας συνεπάγονταν και τη λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, αφού, όπως προαναφέρθηκε το περιέχον τον όρο αυτό ασφαλιστήριο δεν το επικαλέστηκε ο ενάγων και εκκαλών κατά τρόπο σαφή ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.

Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου. Παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3290/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ