Supreme Court dismisses appeal due to lack of legal basis in lower court judgment regarding labor contract termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Thessaloniki Regional Court of Appeal's decision on June 26, 2006, regarding a labor dispute between an employee and a company. The lower court had ruled that the employee's contract termination was valid because the employer had the right to terminate at will after the initial fixed-term period expired. The Supreme Court found the lower court's judgment lacked a legal basis because it failed to address the specific facts justifying the early termination of the contract. Consequently, the case was remitted to the same court with a different composition for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104, 559(19), 576, 665, 672 of the Code of Civil Procedure; Articles 576, 580 of the Code of Civil Procedure; Article 672 of the Civil Code: A judgment is void if it omits the material facts essential for the application of substantive law, thereby rendering the legal reasoning legally unfounded and necessitating remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1400 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1400/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σιμιτσή βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Αναπτυξιακή Καβάλας ΑΕ», που εδρεύει στην Ελευθερούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρυσόστομο Βελάκη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2004 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-5-2004 αίτησή της και τους από 26-4-2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 1 Νοεμβρίου 2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και να γίνουν δεκτοί αμφότεροι οι λόγοι του δικογράφου των προσθέτων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ.1, 96 παρ.1 και 104 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι πρέπει να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και θεωρείται ότι υπάρχει για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και για τις κλήσεις έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, ενώ για την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της. Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1 και 96 παρ.1 με εκείνη του άρθρου 665 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι πληρεξουσιότητα για παράσταση στον Άρειο Πάγο, η οποία δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, δεν είναι νόμιμη ούτε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 1 και του ΚΠολΔ, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη προσηκόντως παριστάμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο ΄Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β΄ και γ΄ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β΄ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος ή μη προσηκόντως παριστάμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, από την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως προέκυψαν τα ακόλουθα: Στην -κατά την προκείμενη διαδικασία των εργατικών διαφορών- συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-4-2006), την αναιρεσίβλητη δήλωσε ότι εκπροσώπησε ο Δικηγόρος Καβάλας Χρυσόστομος Βελάκης, στον οποίο όμως αυτή δεν έχει παράσχει σχετική πληρεξουσιότητα κατά τον προαναφερόμενο νόμιμο τύπο.
Η πληρεξουσιότητα που έχει δοθεί προς αυτόν με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης κατά τη συνεδρίασή του της 29-3-2006, για την οποία συντάχθηκε το προσκομιζόμενο ταυθήμερο με αριθμό 191 πρακτικό, δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Από την 11946β/΄3-3-2005 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Καβάλας ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 6-12-2005, κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε προσηκόντως κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, αφού δεν έχει παράσχει νόμιμη πληρεξουσιότητα προς τον δικηγόρο, που δήλωσε ότι την εκπροσωπεί.
Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 672 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεώς της, καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, δηλαδή όταν δεν επικαλείται σπουδαίο λόγο ή τα επικαλούμενα από αυτόν περιστατικά δεν είναι αληθινά ή δεν είναι ικανά, αντικειμενικά κρινόμενα, να θεμελιώσουν σπουδαίο λόγο, τότε η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σύμβαση, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ).
Σπουδαίος λόγος κατά την έννοια του άρθρου 672 ΑΚ, υπάρχει όταν ένα ή περισσότερα πραγματικά περιστατικά, αντικειμενικά κρινόμενα, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλοντα την περαιτέρω συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη.
Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη προσέλαβε στις 2-11-1998 την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ως βιβλιοθηκονόμο και μεταφράστρια ξένης γλώσσας, με μικτές μηνιαίες αποδοχές 223.774 δραχμών και η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε από 1-11-1998 έως 31-10-1999.
Η σύμβαση αυτή παρατάθηκε και εξακολούθησε να είναι ορισμένου χρόνου μέχρι 30-11-2001, καταληκτική χρονολογία περατώσεως του προγράμματος LEADER
ΙΙ, για την υλοποίηση του οποίου προσλήφθηκε η ενάγουσα και το οποίο τύγχανε επιδοτήσεως, κοινοτικής κατά ποσοστό 80% και από το Ελληνικό Δημόσιο κατά ποσοστό 20%. Η εναγομένη στις 28-2-2001 κατήγγειλε εγγράφως την εργασιακή σύμβαση και κατέβαλε στην ενάγουσα για αποζημίωση 268.902 δρχ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο -εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν επιδικαστεί στην αναιρεσείουσα μισθοί υπερημερίας για το διάστημα από 1-3-2001 έως 30-11-2001 λόγω ακυρότητας της καταγγελίας, διότι δεν συνέτρεχε σχετικός σπουδαίος λόγος- έκρινε ότι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης είναι έγκυρη και επέφερε τη λύση της, αφού η αναιρεσίβλητη, μετά την πάροδο της χρονικής διάρκειας της αρχικής συμβάσεως πρόσληψης (31-10-1999), είχε τη διακριτική ευχέρεια να απολύσει οποτεδήποτε την αναιρεσείουσα και δεν είχε υποχρέωση να τη διατηρήσει μέχρι τις 30-11-2001.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, αφού αν και δέχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου και μολονότι παρατάθηκε, εξακολούθησε να παραμένει ορισμένον χρόνον μέχρι την ημέρα περατώσεως του έργου, δεν διέλαβε καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, τα οποία να συνιστούν σπουδαίο λόγο για την πρόωρη καταγγελία της συμβάσεως και έτσι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή όχι εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 672 ΑΚ.
Επομένως, πρέπει, κατά τον δεύτερο λόγο του κύριου αναιρετηρίου, όπως συμπληρώθηκε με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 149/2004 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων δέκα (910) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ