Supreme Court dismisses appeal against bank judgment regarding debt transfer and legal standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Piraeus's appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's judgment. The court found the bank's argument regarding its legal standing after a debt transfer to be unfounded, as the transfer did not require third-party consent. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559(14) of the Code of Civil Procedure; The successor institution acquires the legal standing of the original institution regarding transferred claims without needing third-party consent or court declaration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 13 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 13/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Β. Λ. Κ. Λ. Ε.-Θ. Ε.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αντωνόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8822/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1688/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/12/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 24/2/2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των Πιστωτικών Τίτλων (άρθρα 635 επ. ΚΠολΔ), 1688/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 26-6-2013 έφεση της αναιρεσίβλητης, με τους πρόσθετους αυτής λόγους και εξαφάνισε την εκκαλούμενη 8822/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την υπ' αριθμ. κατάθεσης 46279/29-11-2011 ανακοπή της με τους υπ' αριθμ. κατάθεσης 48058/12-12-2011 και 5893/17-2-2012 πρόσθετους λόγους αυτής, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσία, δέχτηκε την ως άνω ανακοπή της αναιρεσίβλητης με τους πρόσθετους αυτής λόγους και ακύρωσε, ως προς την τελευταία (αναιρεσίβλητη εταιρεία), την ανακοπτόμενη 32420/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε βάρος της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.
Η αρχή, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται, μόνο εφόσον εκείνος, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή, τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής, ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.
Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει, κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι, με τη μεταβίβαση προς αυτόν, είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και, ότι, με τον τρόπο αυτό, επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιούνταν. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται, κατά το χρόνο της οπισθογράφησης, σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.
Σε περίπτωση δε, που εκείνος, κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι, με την απόκτηση του τίτλου, ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής.
Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό, νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933.
Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής (ΑΠ 741/2015, ΑΠ 1758/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα εταιρία με την επωνυμία "Β.
Λ Κ. - Λ. Ε. Θ. Ε.Ε." εξέδωσε στη Θεσσαλονίκη την 17.5.2011,στο πλαίσιο σύμβασης έργου περί κατασκευής φωτοβολταϊκού πάρκου που συνήψε την παραπάνω ημερομηνία με την εταιρία "ΚΛΙΜΑΛΕΒΗΤΕΧΝΙΚΗ KLT Α.Ε.", η οποία είχε ως αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητάς της και την εμπορία, εγκατάσταση και εκμετάλλευση ενεργειακού εξοπλισμού, καθώς και τη διαχείριση, παραγωγή και εκμετάλλευση ενέργειας κάθε φύσης, την υπ' αριθμ.
…-7 επιταγή της "Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε.", χρηματικού ποσού 55.000 ευρώ, με φερόμενη επ' αυτής ημερομηνία έκδοσης την 13.12.2011, που εσύρετο από τον …. λογαριασμό της στην ως άνω πληρώτρια τράπεζα. Την επιταγή αυτή εξέδωσε η ανακόπτουσα σε διαταγή της εταιρίας "ΚΛΙΜΑΛΕΒΗΤΕΧΝΙΚΗ KLT Α.Ε.", υπό την ιδιότητά της ως εργολάβου εταιρίας στην ως άνω συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση έργου.
Η τελευταία την 23.5.2011 μεταβίβασε με oπισθογράφηση ως "αξία λόγω ενεχύρου" και παρέδωσε την παραπάνω τραπεζική επιταγή στην καθής η ανακοπή "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ", με την οποία, ας σημειωθεί, ήδη από το έτος 1999 είχε συνάψει σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και της οποίας ειδική διάδοχος κατά νόμο τυγχάνει η "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." (ήδη εκκαλούσα).
Η τραπεζική αυτή επιταγή εμφανίστηκε προς πληρωμή νομότυπα και εμπρόθεσμα την 16.11.2011 και δεν πληρώθηκε, γιατί η ανακόπτουσα εκδότρια ανακάλεσε την εντολή της προς την πληρώτρια τράπεζα. Ακολούθως, ύστερα από αίτηση της καθής κατά της ανακόπτουσας και της ως άνω ενεχυράστριας οπισθογράφου εταιρίας, σε διαταγή της οποίας εκδόθηκε η επιταγή (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την ένδικη ανακοπή 32420/2011 διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκαν και οι δύο εταιρίες, εις ολόκληρο η καθεμία, να καταβάλουν στην καθής το ποσό των 55.000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.
Αιτία της έκδοσης της ένδικης επιταγής ήταν η προαναφερόμενη κατάρτιση της σύμβασης έργου, που είχε ως αντικείμενο την κατασκευή σταθμού παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος με φωτοβολταϊκά στοιχεία, εγκατεστημένης ισχύος 99,84 KWp και ανέλαβε να εκτελέσει η εργολάβος εταιρία "ΚΛΙΜΑΛΕΒΗΤΕΧΝΙΚΗ KLT Α.Ε." σε αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας, που βρίσκεται στη θέση ...
του Δήμου Ιόρδανου του Νομού Ηλείας. Το έργο αυτό θα ολοκληρωνόταν μέσα σε εξήντα (60) εργάσιμες ημέρες με χρόνο έναρξης την πάροδο οκτώ (8) εργάσιμων ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού (17.5.2011) και η αποπεράτωσή του θα παρετείνετο μόνο στην περίπτωση λόγων ανώτερης βίας, συμπεριλαμβανομένων και των δυσμενών καιρικών συνθηκών (άρθρο 10 του συμφωνητικού), καθόσον δε αφορά στην αμοιβή της εργολάβου εταιρίας με τα άρθρα (7) και (8) συμφωνήθηκαν επί λέξει τα εξής: "Η αμοιβή της εργολάβου για την εκτέλεση του έργου ανέρχεται σε τριακόσιες ογδόντα οκτώ χιλιάδες ευρώ (388.000 Ε)....Το εργολαβικό τίμημα θα καταβάλλεται ως εξής: 1η καταβολή προκαταβολή 30.000 Ε με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό της εργολάβου μέχρι τις 20.5.2011. 2η καταβολή κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό της εργολάβου ποσού 58.000 Ε με την έναρξη των εργασιών. 3η καταβολή δίγραμμες επιταγές αξίας 300.000 Ε εκδοθείσες με την υπογραφή του παρόντος και λήξεως 7 μηνών.
Ρητά συμφωνείται ότι μετά τη σύνδεση με τη ΔΕΗ και την εκταμίευση των τραπεζικών δανείων, η αποπληρωμή των επιταγών της 3ης καταβολής, που αναφέρονται στον παραπάνω πίνακα, θα επισπευσθεί και θα πραγματοποιηθεί άμεσα πριν τις ημερομηνίες λήξεώς των. Σε περίπτωση καθυστέρησης της σύνδεσης με τη ΔΕΗ και κατ'επέκταση της δυνατότητας εκταμίευσης των τραπεζικών δανείων, η αποπληρωμή της 3ης καταβολής όπως αναφέρεται στον πίνακα θα παραταθεί ισόχρονα όσο απαιτηθεί".
Η εν λόγω δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων είναι σαφής και είναι αυτή της έκδοσης των ως άνω επιταγών, μεταξύ των οποίων και της επίδικης, γεγονός που ουδόλως αμφισβητείται "αντί καταβολής" μέρους, ύψους 300.000 ευρώ, της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, ύψους 388.000 ευρώ, χωρίς να δημιουργείται κανένα κενό ή αμφιβολία στο Δικαστήριο γι' αυτή (δήλωση βούλησης), ώστε να υποχρεούται να προσφύγει στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ για ανεύρεση αυτής (δήλωσης βούλησης), τελούσε δε η πληρωμή των επιταγών υπό την αναβλητική αίρεση της σύνδεσης του έργου με τη ΔΕΗ (άρα της αποπεράτωσης του έργου) και της εν συνεχεία εκταμίευσης των τραπεζικών δανείων, που θα καθιστούσαν δυνατή την εξόφληση των επιταγών, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, ήταν μεταχρονολογημένες και πριν από το οκταήμερο χρονικό διάστημα, με εναρκτήριο χρόνο τον αναγραφόμενο σ'αυτές ως χρόνο έκδοσής τους, για την περίπτωση που η ως άνω αναβλητική αίρεση με τους παραπάνω όρους της επληρούτο σε χρόνο προγενέστερο αυτών που εφέροντο ως χρόνοι έκδοσής τους, αλλά και παράτασης του χρόνου πληρωμής αυτών ισόχρονου για την περίπτωση μη πλήρωσης των όρων της αναβλητικής αίρεσης (σύνδεση με τη ΔΕΗ - λήψη δανείων).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έργο δεν αποπερατώθηκε στο συμφωνημένο χρόνο με αποτέλεσμα η ανακόπτουσα με την από 25.10.2011 έγγραφη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στην εργολάβο εταιρία "ΚΛΙΜΑΛΕΒΗΤΕΧΝΙΚΗ KLT Α.Ε." (βλ. την 11581Γ'/25.10.2011 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ.
Γ.), να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ζητώντας και την επιστροφή των επιταγών, μεταξύ των οποίων και της επίδικης, πληροφορηθείσα δε (η ανακόπτουσα) τη μεταβίβαση των επιταγών από την εργολάβο εταιρία σε τράπεζες την 14.11.2011 ανακάλεσε την εντολή πληρωμής τους προς την πληρώτρια τράπεζα, ενώ ο λογαριασμός της είχε επαρκές υπόλοιπο, όπως προκύπτει και από την από 16.11.2011 βεβαίωση επί του σώματος της ένδικης επιταγής.
Επίσης αποδείχθηκε, αλλά συνομολογείται και από την καθής η ανακοπή τράπεζα, ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, κατά το χρόνο κτήσης της ένδικης επιταγής (23.5.2011), έλαβαν γνώση της ύπαρξης του προαναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της ανακόπτουσας και της "ΚΛΙΜΑΛΕΒΗΤΕΧΝΙΚΗ KLT Α.Ε.". Και ναι μεν οι όροι του συμφωνητικού αυτού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η προαναφερθείσα αναβλητική αίρεση, δε μπορούσαν να δεσμεύουν την καθής, ως τρίτη, πλην όμως από μόνη την επισκόπηση αυτού (συμφωνητικού) ευχερώς γινόταν αντιληπτό και, συνεπώς, οι νόμιμοι εκπρόσωποί της γνώριζαν κατά το χρόνο κτήσης της ένδικης επιταγής την ύπαρξη της γεγεννημένης ένστασης της ανακόπτουσας - εργοδότριας του έργου και εκδότριας της επιταγής - έναντι της λήπτριας αυτής εργολάβου εταιρίας, καθώς η αναβλητική αίρεση καθιστούσε αβέβαιη και επισφαλή την αξίωση της τελευταίας, γεγονός που έπρεπε να τους αποτρέψει (τους νόμιμους εκπροσώπους της καθής) να δεχθούν την ως άνω ενεχυριακή oπισθογράφηση, προστατεύοντας έτσι τα συμφέροντά της.
Παρά ταύτα ενήργησαν αυτοί αντίθετα, γνωρίζοντας ότι στερούσαν έτσι από την ανακόπτουσα τη δυνατότητα προβολής της εν λόγω ένστασης, αφού η καθής η ανακοπή, ως ενεχυρούχος δανείστρια, αποκτούσε δυνάμει της ενεχυριακής οπισθογράφησης αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι της ενεχυραστή oπισθογράφου.........
Ενήργησαν, συνεπώς, με σκοπό να βλάψουν την ανακόπτουσα και να οφελήσουν την καθής, αφού η τελευταία απέκτησε ένα επιπλέον οφειλέτη για είσπραξη μέρους του ποσού της υπ'αριθμ. …/…/….2.1999 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που τηρούσε με την πιστούχο εταιρία "ΚΛΙΜΑΛΕΒΗΤΕΧΝΙΚΗ KLT Α. Ε.", η οποία ήδη από τις αρχές του έτους 2011 άρχισε να εμφανίζει κλιμακούμενο οικονομικό πρόβλημα, αιτία που τελικώς ανάγκασε αυτή να υποβάλει την από 19.11.2011 αίτηση για υπαγωγή της στη διαδικασία εξυγίανσής της (άρθρου 99 του Ν. 3588/2007), η οποία και απορρίφθηκε με την 4788/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, ύστερα από σχετική δήλωσή της, ενώ και την καθής η ανακοπή ανάγκασε να καταγγείλει την 28.11.2012 την υφιστάμενη μεταξύ τους σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού με χρεωστικό υπόλοιπο 1.772.863,20 ευρώ.
Ενόψει όλων των παραπάνω, εφόσον αποδείχθηκε ότι η καθής η ανακοπή κατά το χρόνο κτήσης της ένδικης επιταγής αφενός γνώριζε τη γεγεννημένη ένσταση της ανακόπτουσας κατά της ενεχυράστριας οπισθογράφου εταιρίας "ΚΛΙΜΑΛΕΒΗΤΕΧΝΙΚΗ KLT Α.Ε." και αφετέρου καθιστάμενη κομίστρια της ένδικης επιταγής ενήργησε με σκοπό βλάβης της ανακόπτουσας, δηλαδή με σκοπό να ματαιώσει την προβολή της ένστασής της, που απέρρεε από τη διαλαμβανόμενη στην προαναφερθείσα σύμβαση έργου αναβλητική αίρεση πληρωμής της επιταγής αυτής, είναι βάσιμοι κατ'ουσίαν οι σχετικοί λόγοι της ανακοπής (1ος και 2ος)".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης με τους πρόσθετους αυτής λόγους, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας αντίθετα, είχε απορρίψει τους παραπάνω λόγους ανακοπής ως αβάσιμους κατ'ουσία και στη συνέχεια, αφού κράτησε την υπόθεση, δεχόμενο, μετά από συνεκδίκαση, την ένδικη ανακοπή με τους πρόσθετους αυτής λόγους ως βάσιμη κατ'ουσία, ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής ως προς την ανακόπτουσα.
Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 ν. 5960/1933 με εσφαλμένη ερμηνεία ή άλλως με εσφαλμένη υπαγωγή των αναιρετικώς ανέλεγκτων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της "εν γνώσει" του κομιστή ενέργειας "προς βλάβη των συμφερόντων του οφειλέτου", όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της συγκεκριμένης διάταξης και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Ειδικότερα την κρίση αυτή του Εφετείου δικαιολογούσαν επαρκώς οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι α) κατά τη σαφή δήλωση των συμβληθέντων στο από 17-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό η έκδοση της επίμαχης επιταγής έγινε "αντί καταβολής" μέρους, ύψους 55.000 ευρώ της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, ύψους 388.000 ευρώ, β) οι νόμιμοι εκπρόσωποι και αρμόδιοι υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου, στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως ειδική διάδοχος κατά νόμο η αναιρεσείουσα, στο χρόνο κτήσεως της επίμαχης επιταγής, ήτοι στις 23-5-2011, έλαβαν γνώση της ύπαρξης του από 17-5-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού τούτο τους παραδόθηκε από την ανωτέρω πιστούχο εταιρία, γ) από την επισκόπηση του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, αν και γινόταν ευχερώς αντιληπτό και γνώριζαν τα παραπάνω αρμόδια όργανα της καθής η ανακοπή Τράπεζας, κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής, την ύπαρξη της γεγεννημένης ως άνω ένστασης της αναιρεσίβλητης εργοδότριας του έργου και εκδότριας της επιταγής έναντι της λήπτριας αυτής εργολάβου εταιρίας, γεγονός που έπρεπε να τους αποτρέψει να δεχθούν την ως άνω ενεχυριακή οπιστογράφηση, παρά ταύτα, όμως, ενήργησαν αντίθετα, γνωρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό απέκοπταν την αναιρεσίβλητη και εκδότρια αυτής από τη δυνατότητα προβολής της γεγεννημένης ένστασής της έναντι της ως άνω αντισυμβαλλομένης της και λήπτριας της επιταγής, αφού η καθής η ανακοπή Τράπεζα ως ενεχυρούχος δανείστρια αποκτούσε δυνάμει της ενεχυριακής οπισθογράφησης αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι της ενεχυρούχου οπισθογράφου και δ) ενήργησαν έτσι, με σκοπό βλάβης της ανακόπτουσας προς το συμφέρον της καθής η ανακοπή, για απόκτηση και ενός επιπλέον οφειλέτη έναντι αυτής προς είσπραξη μέρους του ποσού του ως άνω αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρούσε με την πιστούχο εταιρία.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που υπό την επίκλησή του, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να απορριφθεί ο από τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για παρά το νόμο μη κήρυξη του απαραδέκτου της από 26/6/2013 έφεσης και των από 12-11-2014 πρόσθετων λόγων έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 8822/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που απαράδεκτα είχαν στραφεί εναντίον της Τράπεζας Πειραιώς, μη διαδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη, υπό την ιδιότητα της ειδικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ", ενώ έπρεπε να απευθυνθούν κατά της τελευταίας και στη δίκη που θα αναγόταν με αυτή, η Τράπεζα Πειραιώς είχε δικαίωμα να παρέμβει προσθέτως υπέρ της δικαιοπαρόχου της, προκειμένου να υπεισέλθει νομίμως στη θέση της μεταβιβάζουσας αρχικής διαδίκου, δεδομένου ότι στην προκείμενη υπόθεση, διάδικοι στον πρώτο βαθμό, δηλαδή 25-2-2013, όταν συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η ένδικη ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής της ήδη αναιρεσίβλητης, υπήρξαν η τελευταία ως ανακόπτουσα και η δικαιοπάροχός της Τράπεζα Κύπρου ως καθής η ανακοπή, ενώ η Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ κατέστη ειδική διάδοχος της Τράπεζας Κύπρου, μεταξύ άλλων και στην έννομη σχέση που αφορά η παρούσα δίκη, την 26-3-2013, η δε εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση δημοσιεύθηκε την 24-4-2013.
Στην προκείμενη περίπτωση όμως, η έννομη σχέση, που αφορά η συγκεκριμένη διαφορά των διαδίκων, μεταβιβάστηκε, μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε σχέση με τις εργασίες του πωλητή στην Ελληνική Δημοκρατία, την 26-3-2013, στην αναιρεσείουσα Τράπεζα, δυνάμει της διεπόμενης από το Ελληνικό δίκαιο ταυτόχρονης Σύμβασης Πώλησης και μεταβίβασης, που καταρτίσθηκε, ως μέτρο εξυγίανσης, μεταξύ αυτής ως αγοράστριας και του συσταθέντος κατά το κυπριακό δίκαιο πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λιμιτεδ", ως πωλητή, τελούντος υπό εξυγίανση, σύμφωνα με το νόμο περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων του 2013 της Κυπριακής Δημοκρατίας, μετά την κατ' άρθρο 9 τούτου έκδοση του "περί της Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρίας Δτδ" 96/26-3-2013 διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ως αρχής εξυγίανσης, το οποίο (διάταγμα) εμπίπτει στην έννοια του μέτρου εξυγίανσης της οδηγίας 2001/24/ΕΚ για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 4640/26-3-2013 φύλλο, σελ. 7ης της επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ειδικότερα, με το προαναφερόμενο διάταγμα προβλέφθηκε η πώληση των εν Ελλάδι εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Δτδ (αρθ. 1), που αφορούσε τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της, δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της σε σχέση με τις εργασίες της στην Ελληνική Δημοκρατία, στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." (άρθρο 2), υπό τους όρους του εν λόγω Διατάγματος και σύμφωνα με τη σύμβαση αγοράς και πώλησης, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων από το χρόνο μεταβίβασης (αρ. 5), της τελευταίας θεωρούμενης έγκυρης, παράγουσα τα δι' αυτής σκοπούμενα έννομα αποτελέσματα και ισχύουσα έναντι τρίτων, ανεξαρτήτως, α) των προνοιών οποιουδήποτε άλλου νόμου που ισχύει στη Δημοκρατία, β) της συγκατάθεσης του Δ.Σ., των μετόχων ή των καθ' οιανδήποτε έννοια πιστωτών του πωλητή, συμπεριλαμβανομένων των καταθετών, γ) της ύπαρξης οποιουδήποτε περιορισμού που επιβάλλεται δυνάμει διατάξεων νόμου ή όρων σύμβασης ή άλλως πως, αναφορικά με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία ..., δ) οποιασδήποτε αναγγελίας, έγκρισης ή συναίνεσης οποιουδήποτε προσώπου στην πώληση εργασιών και ε) παράδοσης οποιουδήποτε άλλου εγγράφου μεταβίβασης, εκτός όπως προνοείται από το Ελληνικό δίκαιο για μεταβίβαση ακινήτων στην Ελληνική Δημοκρατία (αρ. 7), ενώ παράλληλα, στο άρθρο 10 τούτου ορίστηκε ότι οι συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί από ή σε σχέση με τον πωλητή και οι οποίες αφορούν τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις, από το χρόνο μεταβίβασης λογίζονται, ως να έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με τον αγοραστή.
Η απόκτηση δε από την αναιρεσείουσα Τράπεζα των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του πωλητή, όπως προσδιορίζονται στην ανωτέρω από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης, εγκρίθηκε με την 66/26-3-2013 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος, αφού λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων και οι ισχύουσες τότε σχετικές διατάξεις του ν. 3601/2007 "Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις".
Εξάλλου, με την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, κατ' άρθρο 63 Δ του ν.3601/207, όπως και κατά τις ταυτόσημες διατάξεις των άρθρων 3, 7, 9, 13 και 28 του νόμου περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων του 2013 της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως μέτρο εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά, επέχει θέση ειδικού διαδόχου.
Ωστόσο, το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου του μεταβιβάζοντος ως σύνολο, το οποίο (μεταβιβάζον) εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, αλλά ειδικός διάδοχος αυτού, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις που μεταβιβάστηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ή αντίστοιχα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ως αρχής εξυγίανσης, καθώς και στη σύμβαση μεταβίβασης.
Παράλληλα, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων, που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους, οι δε εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από το προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους, επέρχεται δηλαδή ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ' αυτό και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησής του, υπεισερχόμενο, έτσι, στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία (ΑΠ 2005/2014).
Ενόψει των εκτεθέντων, η από 26-6-2013 έφεση της αναιρεσίβλητης και οι από 12-11-2014 πρόσθετοι λόγοι έφεσης αυτής εναντίον της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παραδεκτώς απευθύνθηκαν κατά της αναιρεσείουσας Τράπεζας Πειραιώς, η οποία υπεισήλθε στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος, ως προς την προκείμενη δίκη, που σχετίζεται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, όπως προαναφέρθηκε.
Επομένως, ο ως άνω δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 356/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-12-2015 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." για αναίρεση της 1688/2015 απόφασης του Moνομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ