13/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated13/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μ.). Αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και συνακόλουθα του θανάσιμου τραυματισμού του είναι ο οδηγός του δίκυκλου μοτοποδηλάτου ο οποίος, κατά παράβαση των προαναφερθέντων άρθρων 12 §§ 1 & 6, 19 § 1 και 42 § 1 ΚΟΚ, που συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, σε ποσοστό 1,14 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (βλ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 13 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 13/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του καθ' ου η κλήση - εφεσιβλήτου: Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παπαντωνίου.
Των καλούντων - εκκαλούντων: 1) Ν. χήρας Ν. Σ., το γένος Σ. Σ., 2) Ι. Σ. του Ν., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου των αποβιωσάντων: α. Χ. Σ. και β. Μ. συζ. Χ. Σ., 3) Μ. θυγατέρας Ν. Σ., συζύγου Ε. Μ., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου των αποβιωσάντων: α. Χ. Σ. και β. Μ. συζ. Χ. Σ., 4) Σ. θυγατέρας Ν. Σ., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου των αποβιωσάντων: α. Χ. Σ. και β. Μ. συζ. Χ. Σ. και 5) Ι. Σ. του Χ., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου των αποβιωσάντων: α. Χ. Σ. και β. Μ. συζ. Χ. Σ., όλων κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η, 3η, 4η και 5ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσαυγή (Χρυσούλα) Σπανού, ενώ ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2000 αγωγή των ήδη καλούντων (η 1η ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου τότε τέκνου της και ήδη 2ου καλούντος) και των ήδη αποβιωσάντων Χ. Σ. και Μ. συζ. Χ. Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4084/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8616/2006, 559/2008 και 5921/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο τότε αναιρεσείων (Γ. Κ.) με την από 3-2-2010 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1209/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκε η 4142/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο τότε αναιρεσείων (Γ. Κ.) με την από 7-11-2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε αρχικά η 1139/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και από πρόδηλη παραδρομή, προκειμένης παραδοχής δεύτερης αναιρέσεως, αντί να κρατηθεί η υπόθεση κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. γ' από το παρόν Δικαστήριο και να ερευνηθεί στη συνέχεια η ουσία της υπόθεσης, παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, ακολούθως δε εκδόθηκε η 1985/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διόρθωσε το αιτιολογικό και το διατακτικό της ως άνω 1139/2014 απόφασής του, κράτησε την υπόθεση και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να ερευνηθεί η ουσιαστική βασιμότητα αυτής. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 18-5-2018 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίστηκε Εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Μαντούβαλος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18-5-2018 κλήση των εκκαλούντων, νόμιμα φέρεται προς ουσιαστική εκδίκαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η κρινόμενη υπόθεση επί της από 6-12-2005 (αρ. καταθ. 10803/ 2005) έφεσης των εκκαλούντων - εναγόντων, κατά της υπ' αριθμ. 4084/ 2003 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1139/ 2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, όπως διορθώθηκε με την 1985/ 2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 7-11-2013 αίτηση αναίρεσης του καθού η κλήση και αναιρέθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4142/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε δικάσει μετά από αναίρεση με την υπ' αριθμ. 1209/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου της υπ' αριθμ. 5921/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και κρατήθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση επί της ουσίας στο παρόν Δ' Τμήμα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι επρόκειτο για παραδοχή δεύτερης αναίρεσης, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης, προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, κατά την οποία θα επαναφερόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, όπως και έγινε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 1 ΚΠολΔ "Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι". Και κατά την §3 εδ. β' ίδιου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 62 Ν. 4139/ 2013, "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της από 18-5-2018 κλήσης για νέα συζήτηση της υπόθεσης, από τη σειρά του πινακίου, που έγινε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1-3-2019), δεν εμφανίστηκε ο δεύτερος των καλούντων Ι.
Σ. του Ν. ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος των αποβιωσάντων εναγόντων Χ. Σ. και Μ. συζ. Χ. Σ., ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύεται δε ότι αυτός είχε παράσχει στη φερόμενη ως πληρεξούσια δικηγόρο, μέσω της οποίας άσκησε την κλήση και μέσω της οποίας επισπεύδει μαζί με τους λοιπούς επισπεύδοντες τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως εξετάζει ο Άρειος Πάγος, ή ότι έχει κλητευθεί για τη συζήτηση αυτή από τον αντίδικό του ή τους νόμιμα παρισταμένους λοιπούς των καλούντων, με τους οποίους συνδέεται με το δεσμό της απλής ομοδικίας.
Επομένως, ως προς αυτόν και σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεθείσα με την υπ' αριθμ. 1139/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως διορθώθηκε με την 1985/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, υπ' αριθμ. 4142/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, όπως κατά τα προαναφερόμενα ίσχυε, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Με την από 17-11-2000 αγωγή αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, των 1) Ν. Σ. χας Ν. Σ. ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου παιδιού της Ι. Ν. Σ., 2) Μ. Ν. Σ., 3) Σοφίας Ν. Σ., 4) Χ. Σ., 5) Μ. σύζ. Χ. Σ. και 6) Ι. Χ. Σ., κατά των 1) Α. Κ., 2) Γ. Κ. και 3) ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕΕΓΑ", οι ενάγοντες επικαλούμενοι ότι από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του με αριθμ.
κυκλοφ. ... ΔΧΦ, που είχε προστηθεί από τον κύριο και κάτοχο αυτού δεύτερο εναγόμενο και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη, τραυματίστηκε θανάσιμα ο οδηγός του ... δίκυκλου μοτοποδηλάτου Ν. Σ. συγγενής τους (σύζυγος της πρώτης, πατέρας του εκπροσωπούμενου απ' αυτή ανηλίκου και των δεύτερης και τρίτης των εναγόντων, τέκνο των τέταρτου και της πέμπτης των εναγόντων και αδελφός του έκτου εξ αυτών), ζήτησαν όλοι (αναγνωριστικά) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και επιπλέον (καταψηφιστικά) οι 1η, 2η και 3η ως αποζημίωση διατροφής και ο 6ος για έξοδα κηδείας και μεταφοράς και φύλαξης του μοτοποδηλάτου, τα αναφερόμενα (στην αγωγή) ποσά με το νόμιμο τόκο.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 4084/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την ως άνω ειδική διαδικασία επίλυσης των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον θανόντα οδηγό του μοτοποδηλάτου (συγγενή των εναγόντων).
Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 6-12-2005 έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Το τελευταίο εξέδωσε τις υπ' αριθμ. 8616/2006 και 559/2008 προδικαστικές αποφάσεις του και την 5921/2009 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο του επίδικου ατυχήματος τον οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου.
Η εν λόγω απόφαση, μετά από άσκηση αναίρεσης από τον εναγόμενο Γ. Κ. αναιρέθηκε στο σύνολό της ως προς αυτόν με την υπ' αριθμ. 1209/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών) συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, στο οποίο και εισήχθη η υπόθεση προς συζήτηση, εκδοθείσας σχετικώς της υπ' αριθμ. 4142/2013 απόφασής του, με την οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή κατά μερική παραδοχή των ενστάσεων συνυπαιτιότητας του παθόντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος (60%) και στην έκταση του τραυματισμού του (30%), τις οποίες προέβαλε ο εφεσίβλητος.
Την αναίρεση της τελευταίας αυτής Εφετειακής απόφασης ζήτησε και πάλι ο αναιρεσείων Γ. Κ., με την από 7-11-2013 αίτησή του, την οποία ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτή με την προαναφερθείσα 1139/2014 απόφασή του, όπως διορθώθηκε με την 1985/2014 απόφασή του, των οποίων η παρούσα αποτελεί συνέχεια, αναιρώντας την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι διάδικοι επανήλθαν στην υφιστάμενη πριν από τις αναιρεθείσες αποφάσεις κατάσταση και δη στο στάδιο της μετά την τυπική παραδοχή της από 6-12-2005 (αρ. καταθ. 10803/2005) έφεσης των εκκαλούντων - εναγόντων, κατά της υπ' αριθμ. 4084/2003 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθό μέρος δίκασε κατά του εφεσιβλήτου - εναγομένου Γ.
Κ. και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή, ερευνώντας κατ' ουσίαν τους λόγους αυτής (έφεσης) που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Σημειώνεται ότι στις 16-10-2004 ενηλικιώθηκε ο Ι. Σ. και έκτοτε συνεχίζει τη δίκη με το δικό του όνομα, ενώ στις 5-10-2011 και 5-10-2009 αντίστοιχα απεβίωσαν οι τέταρτος και πέμπτη των εναγόντων (Χ.
και Μ. συζ. Χ. Σ.) και έκτοτε τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, παιδιά του θανόντος υιού τους Ν. Σ., Ι., Μ. και Σ. Σ. κατά ρίζα και ισομοιρία και υιός τους Ι. Χ. Σ.ς κατά ποσοστό 3/6 ο τελευταίος και 1/6 καθένας των λοιπών. Ωστόσο, λόγω του ότι η συζήτηση κηρύχθηκε απαράδεκτη για τον Ι. Ν. Σ. (2ο των καλούντων), η υπόθεση δεν ερευνάται ως προς αυτόν.
Η εκ του άρθρου 263 περ. δ' ΚΠολΔ αναβλητική ένσταση της μη καταβολής των εξόδων της προηγούμενης δίκης παρέχεται σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται η καταβολή τέτοιων εξόδων, όπως επί της παραιτήσεως από του δικογράφου της αγωγής (ΚΠολΔ 295 § 2). Επομένως η ένσταση άρνησης απάντησης, την οποία προβάλλει με τις προτάσεις του της παρούσας συζήτησης ο εφεσίβλητος γιατί οι εκκαλούντες δεν του κατέβαλαν το ποσό των 3.000 € που καταδικάστηκαν να του καταβάλουν για δικαστικά έξοδα με την προηγούμενη 1209/2011 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού εξ ουδεμιάς διατάξεως απαιτείται για το παραδεκτό της παρούσας συζήτησης, η καταβολή από τους εκκαλούντες των επιδικασθέντων με την προηγούμενη αναιρετική απόφαση στον αναιρεσείοντα δικαστικών εξόδων.
Περαιτέρω, η ένσταση παραγραφής εν επιδικία την οποία προβάλλει ο εφεσίβλητος, λόγω παρόδου της διετίας του άρθρου 7 Ν. ΓΠΝ/1911 δεν ερευνάται ως άνευ αντικειμένου, καθότι κατά την αγωγή ευθύνεται ως προστήσας τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και επομένως η ευθύνη του είναι εξ αδικοπραξίας εκ του άρθρου 922 ΑΚ, η οποία υπόκειται στην 5ετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, η οποία όπως ομολογεί με τις προτάσεις, δεν έχει παρέλθει.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ.
ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Κατά το άρθρο 12 ΚΟΚ "§1. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... §6. Οι οδηγοί και οι επιβάτες μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων χωρίς κουβούκλιο υποχρεούνται να φορούν προστατευτικό κράνος, κανονικά δεμένο...". Κατά το άρθρο 17 του ΚΟΚ "§1. Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προειδοποιήσει έγκαιρα γι' αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος Κώδικα...
§5. Ο οδηγός, κατά το προσπέρασμα, υποχρεούται να αφήνει στο όχημα το οποίο προσπερνά αρκετό χώρο παραπλεύρως". Κατά το άρθρο 19 § 1 του ΚΟΚ "Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς". Τέλος, κατά το άρθρο 42 § 1 του ίδιου κώδικα "Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας...".
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου, την επισκόπηση των φωτογραφιών, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (ΚΠολΔ 444 § 1γ', 448 § 2, 457 § 4) από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας και οι υπ' αριθμ. 100971/2001 οριστική απόφαση του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και η 10279/2004 τελεσίδικη απόφαση του Γ' Τριμελούς (Ποινικού) Εφετείου Αθηνών, για μερικά από τα οποία (έγγραφα) γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα για τη διάγνωση της υπό κρίση διαφοράς (σημειώνεται ότι η με αριθ. 12663/2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που προσκομίζουν οι ενάγοντες δεν λαμβάνεται υπόψη, αφού δεν επικαλούνται ούτε και προκύπτει προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου τους - άρθρα 671 § 1 εδ.
γ' και 681Α' ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο Ν. 4335/23-7-2015 και εφαρμόζονται εν προκειμένω), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 16-3-2000 και περί ώρα 16:30', ο Ν. Σ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας των δεύτερης και τρίτης των εναγόντων, υιός του τετάρτου και πέμπτης των εναγόντων (οι οποίοι στη συνέχεια αποβιώσαντες κληρονομούνται από τους 3η, 4η και 5ο των αναιρεσιβλήτων, εγγόνια και υιός αντίστοιχα) και αδελφός του έκτου των εναγόντων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλο μοτοποδήλατο, μάρκας ΥΑΜΑΗΑ, τύπου Τ50, ιδιοκτησίας του, έβαινε με ταχύτητα 40 περίπου χλμ/ώρα, στο δεξιό άκρο κυκλοφορίας της οδού ..., στη περιοχή ... Αττικής, με κατεύθυνση από Ζεφύρι προς Ασπρόπυργο. Η οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης, με διαχωριστική νησίδα πλάτους 1,50 μ., πλάτος οδοστρώματος στο προς Ασπρόπυργο ρεύμα πορείας 7,50 μ., χωρίς διαγραμμίσεις λωρίδων κυκλοφορίας.
Η ορατότητα δεν περιοριζόταν, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, υπήρχε φυσικός φωτισμός και η κυκλοφορία των οχημάτων μεγάλη, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 80 χλμ/ω, με βάση ρυθμιστική πινακίδα (Ρ-32). Κατά τον αυτό τόπο και χρόνο ο Α. Κ. οδηγώντας το ... ΔΧΦ επικαθήμενο συνολικού μήκους 16 μ., εργοστασίου κατασκευής VOLVO, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου Γ.
Κ., που τον είχε προστήσει στην οδήγηση αυτού, ερχόταν κινούμενος ομόρροπα, πίσω από το δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Ν. Σ. με ταχύτητα περί τα 60 χλμ/ω. Όταν ο Α. Κ. έφθασε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 321 της πιο πάνω οδού, επιχείρησε με ελιγμό προς τα αριστερά και αναπτύσσοντας ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 80 χλμ/ω (βλ.
τον ταχογράφο του οχήματος), να προσπεράσει το δίκυκλο μοτοποδήλατο και στη συνέχεια να επανέλθει στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας. Και ενώ το φορτηγό πραγματοποιούσε την προσπέραση κινούμενο στο αριστερό άκρο του ίδιου ρεύματος κυκλοφορίας, παράλληλα προς το μοτοποδήλατο και ειδικότερα κατά τη στιγμή που το τελευταίο βρισκόταν στο ύψος των πίσω δεξιών τροχών του, όπου το οδόστρωμα ήταν ανώμαλο (σαμαράκια), αυτό (μοτοποδήλατο) παρεξέκλινε της πορείας του αριστερά, προσέκρουσε πλευρικά στο πίσω δεξιό μέρος του φορτηγού, ανατράπηκε και ο οδηγός του εκτινάχθηκε στο οδόστρωμα, ακινητοποιηθείς 4,80 μ.
από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος (όπου ευρέθηκαν κηλίδες αίματος, όπως εμφαίνεται στο από 16-3-2000 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Ν. Ιωνίας Αττικής), με αποτέλεσμα να υποστεί βαριές κακώσεις στο κεφάλι και το θώρακα, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του (βλ. την 1398/20-3-2000 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας του ιατροδικαστή Αθηνών Δ.
Μ.). Αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και συνακόλουθα του θανάσιμου τραυματισμού του είναι ο οδηγός του δίκυκλου μοτοποδηλάτου ο οποίος, κατά παράβαση των προαναφερθέντων άρθρων 12 §§ 1 & 6, 19 § 1 και 42 § 1 ΚΟΚ, που συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, σε ποσοστό 1,14 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (βλ.
την από 27-3-2000 έκθεση εξετάσεως αίματος του τμήματος χημείου της διεύθυνσης εγκληματολογικών ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας) και δεν φορούσε προστατευτικό κράνος. Λόγω δε ακριβώς της κατάστασης μέθης στην οποία βρισκόταν από την κατανάλωση αλκοόλ, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, αλλά είχε ελαττωμένα αντανακλαστικά και μειωμένη ικανότητα αντίδρασης, με αποτέλεσμα, καθό χρόνο το φορτηγό τον προσπερνούσε, όπου το οδόστρωμα ήταν ανώμαλο (σαμαράκια), να χάσει την ισορροπία του, να παρεκκλίνει προς τ' αριστερά, να πέσει στο πίσω μέρος του φορτηγού και να ανατραπεί το όχημα που οδηγούσε, γεγονός που αν ήταν νηφάλιος και είχε τεταμένη την προσοχή του θα απεφεύγετο (π.χ.
με φρένο ή ελιγμό στα σαμαράκια ή κρατώντας σφιχτά το τιμόνι, όπως ο μέσος συνετός οδηγός). Αντίθετα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε οιαδήποτε υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού στο ατύχημα. Συγκεκριμένα, αυτός, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 17 §§ 1 & 5 ΚΟΚ, επιχείρησε να προσπεράσει το μοτοποδήλατο από αριστερά, αναπτύσσοντας ταχύτητα εντός της επιτρεπόμενης με την υφιστάμενη ρυθμιστική πινακίδα (Ρ-32: 80 χλμ/ω) και αφήνοντας σ' αυτό κατά την προσπέραση αρκετό χώρο παραπλεύρως.
Το τελευταίο προκύπτει και από το σημείο του οδοστρώματος στο οποίο επέπεσε ο θανών μετά τη σύγκρουση, ήτοι 4,80 μ. από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος, που σημαίνει ότι στο σημείο αυτό βρισκόταν το δεξιό πλαϊνό του φορτηγού κατά το ατύχημα, ήτοι ότι αυτό, ενόψει και του πλάτους του 2,50 μ. κινείτο στο αριστερό άκρο του ίδιου ρεύματος κυκλοφορίας (πλάτους 7,50 μ).
Έτσι, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο οδηγός του φορτηγού προκάλεσε το ατύχημα διότι πραγματοποίησε την προσπέραση πλησιάζοντας κατά πολύ το μοτοποδήλατο (περί το 1 μ.), με αποτέλεσμα το ωστικό κύμα αέρα που δημιουργείτο από την κίνηση του φορτηγού να το εκτρέψει της πορείας του, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.
Άλλωστε, αν ίσχυε η τελευταία περίπτωση, η εκτροπή του μοτοποδηλάτου θα γινόταν προς τα δεξιά και όχι προς τ' αριστερά, όπως συνέβη. Σημειωτέον ότι στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η υπ' αριθμ. 10279/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, αθωώνοντας σε δεύτερο βαθμό τον Α. Κ. της κατηγορίας για ανθρωποκτονία εξ' αμελείας του Ν.
Σ. που του είχε αποδοθεί, απόφαση η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη. Επομένως, ο εφεσίβλητος - εναγόμενος ως κύριος του φορτηγού και προστήσας τον οδηγό αυτού δεν ευθύνεται για την αποκατάσταση της ζημίας, περιουσιακής και μη που υπέστησαν οι ενάγοντες εξαιτίας του κατά το ένδικο ατύχημα θανάτου του ανωτέρω συγγενούς τους και η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ότι αποκλειστικά υπαίτιος ως προς την πρόκληση του ατυχήματος είναι ο θανών Ν. Σ., ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι εφέσεως πρέπει να απορριφθούν. Μετά ταύτα, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες - ενάγοντες στη δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου-εναγομένου και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 180 § 1 εδ.
α', 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 18-5-2018 κλήση προς συζήτηση, ως προς τον δεύτερο των καλούντων Ι. Σ. του Ν..
Δικάζει την από 6-12-2005 με αρ. καταθ. 10803/2005 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 4084/2003 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς των εκκαλούντων που παραστάθηκαν και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του δεύτερου των εφεσιβλήτων Γ. Κ..
Απορρίπτει την έφεση κατ' ουσίαν, καθόσον αφορά στους αμέσως παραπάνω εκκαλούντες και εφεσίβλητο.
Επιβάλλει σε βάρος των ιδίων ως άνω παρασταθέντων εκκαλούντων, τη δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου Γ. Κ. και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ