13/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2435/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5813/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/4/2013 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated13/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 13 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 13/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΣΤΡΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ" (με διακριτικό τίτλο "ΕΛΑΣΤΡΟΝ Α.Ε.Β.Ε."), πρώην "…" που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Μπακόπουλο και Νικόλαο Μουσά και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Μ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αγγελικής Τσουκαλά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2435/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5813/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/4/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 11/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 669 ΑΚ η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη.
Καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ.
Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Ελέγχεται, όμως, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητος και τη δυνατότητα εξεύρεσης απ' αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ' αυτή.
Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε την 26.03.1993 από την εναγόµενη ανώνυµη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία δραστηριοποιείται στην εµπορία και επεξεργασία χαλυβουργικών προϊόντων και άλλων µορφών µετάλλου, µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειµένου να παράσχει τις υπηρεσίες του στη λειτουργία της σωληνοµηχανής, ως υπεύθυνος στο τµήµα συγκόλλησης στο εργοστάσιό της στο Σκαραµαγκά.
Με τη ιδιότητά του αυτή (χειριστής µηχανών σωλήνων), εργάσθηκε συνεχώς στην εναγόµενη µέχρι την 31.01.2008 οπότε η εναγόμενη εργοδότρια κατήγγειλε εγγράφως την εργασιακή του σύµβαση καταβάλλovτάς του ως αποζηµίωση απολύσεως το ποσό των 5.978 €. Στην καταγγελία της αυτή προέβη για οικονοµοτεχνικούς λόγους και συγκεκριμένα για να µμειώσει το κόστος της παραγωγής.
Ειδικότερα, επειδή ο ενάγων αµειβόταν µε ηµεροµίσθιο 85,40 € η εναγοµένη τον απέλυσε και στη θέση του προώθησε τον Σ. Μ., το ηµεροµίσθιο του οποίου ήταν µικρότερο. Όµως, ναι µεν η κάλυψη των υπηρεσιακών και εν γένει αναγκών οποιουδήποτε εργοδότη ανάγεται στη σφαίρα της ανέλεγκτης επιχειρηµατικής του δραστηριότητας ο οποίος και κρίνει πως θα εξυπηρετηθούν καλύτερα οι ανάγκες του και θα επιτευχθούν οι σκοποί του, όµως σε περίπτωση περιορισµού του προσωπικού οφείλει να σταθµίσει τις κοινωνικές και οικονοµικές συνθήκες καθενός από τους εργαζόµενους και να προβεί στην απόλυση εκείνου ή εκείνων για τους οποίους η απόλυση θα ήταν λιγότερο επαχθής.
Στην προκείµενη περίπτωση, ο ενάγων, κατά το χρόνο της απόλυσής του ήταν 48 ετών έγγαµος και πατέρας τριών ανηλίκων τέκνων µε 15 χρόνια προϋπηρεσία, ο δε αντικαταστάτης του Σ. Μ. ήταν 30 ετών, άγαµος και µε 9 χρόνια προϋπηρεσία.
Συνεπώς, τουλάχιστον ο αντικαταστάτης του ενάγοντος Σ. Μ. µε την απόλυσή του δεν θα αντιµετωπίσει τις επαχθείς οικονοµικές και κοινωνικές συνθήκες στις οποίες περιήλθε ο ενάγων λόγω της απόλυσής του, που είναι βεβαρηµένος µε την συντήρηση της οικογένειάς του και για τον οποίο, η εργασία του αυτή αποτελεί τον µοναδικό πόρο εισοδήµατος και λόγω της ηλικίας του είναι πολύ δύσκολο να ανεύρει άλλη εργασία.
Συνεπώς, η επιλογή προς απόλυση του ενάγοντος δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά) και γι'αυτό αποβαίνει καταχρηστική και άκυρη...". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της διατάξεως αυτής, αφού εξέθεσε τα αντικειμενικά κριτήρια (ηλικία, αρχαιότητα, οικογενειακή κατάσταση κλπ), τα οποία προσέδιδαν στον αναιρεσίβλητο προβάδισμα στη διατήρηση της θέσεως εργασίας του, η μη τήρηση των οποίων συνιστούσε προφανή υπέρβαση των ορίων της εν λόγω διατάξεως. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και δεύτερος, τρίτο μέρος, από τον αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου και κώδικα, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
H νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει αυτή (αγωγή) νόμιμη ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Εκτός από την παραπάνω αοριστία, υπάρχει και αοριστία του δικογράφου της αγωγής που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του. Ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ενώ ποιοτική αοριστία υπάρχει όταν στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου.
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) ισχυρίσθηκε, ότι την 26-3-1993 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αναιρεσείουσα (εναγομένη) εταιρεία, η οποία διατηρεί εργοστάσιο κατασκευής χαλυβουργικών προϊόντων στον … για να εργασθεί ως υπάλληλος και προσέφερε τις υπηρεσίες του εργαζόμενος σ' αυτήν μέχρι 31-1-2008, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του για οικονομοτεχνικούς όρους και προώθησε στη θέση του τον βοηθό του Σ.
Μ.. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί, ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική γιατί έγινε υπό τα περιστατικά που αναφέρει (ηλικία, αρχαιότητα, οικογενειακές υποχρεώσεις, εμπειρία, υπηρεσιακή απόδοση αυτού σε σχέση με τον αντικαταστάτη του), από τα οποία προκύπτει ότι η επιλογή του ως απολυτέου δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και έτσι η απόλυσή του είναι "εμφανώς και υπερβολικά αντίθετη με την καλή πίστη, και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος" και ως εκ τούτου έγινε κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ.
Ακόμη ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα (εναγομένη) να του καταβάλει, λόγω της άκυρης απόλυσής του, μισθούς υπερημερίας κλπ. Με βάση τα εκτεθέντα, η αγωγή αυτή ορθά κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, αφού περιείχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη νομική θεμελίωσή της στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) εκ μέρους της αναιρεσείουσας (εναγομένης) εργοδότιδας εταιρείας.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη και στη συνέχεια την ερεύνησε κατ' ουσίαν, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως (κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του), με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω ποσοτικής αοριστίας της αγωγής και επί πλέον αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για τη γένεση του επιδίκου δικαιώματος (νομική αοριστία) είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ "είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Η ρύθμιση αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομική ορθότητα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που έχουν τεθεί υπόψη του ουσιαστικού δικαστηρίου μέχρι την τελευταία ενώπιόν του συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, θεμελιώνει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών.
Η ίδρυση αυτού του λόγου προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη ισχυρισμού παραδεκτού , νομίμου και ουσιώδους, αφού διαφορετικά ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 14/2004, 2/2001, 12/2000). Εντεύθεν η παράλειψη του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο, μη νομίμως προταθέντα κλπ, δεν θεμελιώνει τον λόγο αυτό αναίρεσης.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον εκ του άρθρου 656 εδ. β'ΑΚ αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας (εναγομένης και εκκαλούσας), με τον οποίο ζήτησε να συμψηφισθούν προς τους μισθούς υπερημερίας που ζητούσε με την αγωγή ο εφεσίβλητος (ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος) τα "όσα ωφελήθηκε από την παροχή της εργασίας του αλλού", εντεύθεν δε άφησε και αδίκαστη την περί συμψηφισμού αίτησή της.
Εκθέτει δε στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, με τις προτάσεις της σύμφωνα με τα άρθρα 527 αρ. 3 και 269 παρ. 2 α ΚΠολΔ. Όμως, από την επισκόπηση των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου προκύπτει, ότι τον ισχυρισμό αυτό προέτεινε για πρώτη φορά ενώπιον του, χωρίς να επικαλεστεί ότι συνέτρεχε περίπτωση του άρθρου 269 παρ. 2α ΚΠολΔ, και συνεπώς το Εφετείο με το να μην απαντήσει στον απαράδεκτο αυτό ισχυρισμό δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλ' ούτε και σε εκείνη του αριθμ 9 του ίδιου άρθρου (αδίκαστη αίτηση), που προϋποθέτει υποβολή αιτήσεως παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (τρίτος) είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-4-2013 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΣΤΡΟΝ Ανώνυμη Εμπορική Βιομηχανική Εταιρεία Χαλυβουργικά Προϊόντα" και διακριτικό τίτλο "ΕΛΑΣΤΡΟΝ ΑΕΒΕ", πρώην "…", για αναίρεση της 5813/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ