13/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 13 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Η απαλλαγή του αναιρεσιβλήτου από τα καθήκοντα του Συντονιστή, η αδρανοποίησή του επί τέσσερις μήνες και κυρίως η εν συνεχεία ανάθεση σ' αυτόν, καθηκόντων, καταφανώς υποδεέστερων, έγινε από τ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 13 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η απαλλαγή του αναιρεσιβλήτου από τα καθήκοντα του Συντονιστή, η αδρανοποίησή του επί τέσσερις μήνες και κυρίως η εν συνεχεία ανάθεση σ' αυτόν, καθηκόντων, καταφανώς υποδεέστερων, έγινε από την αναιρεσείουσα, από εμπάθεια και εκδικητικά, χωρίς υπαιτιότητα του εφεσιβλήτου. Η μετακίνησή αυτή συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της τελευταίας, με συνέπεια την πρόκληση ηθικής και περιουσιακής ζημίας του αναιρεσιβλήτου και αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας και προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου ως προς την επαγγελματική της έκφανση. Ο τρόπος ασκήσεως από το Δικαστήριο της ουσίας της διακριτική ευχέρειας του να συναγάγει από το έγγραφο, ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Αριθμός 13 /2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" (ΕΡΤ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαλλά.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 14-11-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7428/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-4-2010 αίτησή της, με τις δε από 14-11-2011 προτάσεις της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 7 & 1 του ν. 2112/1920, και των άρθρων 648, 652 και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του µισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της συµβάσεως ή το νόµο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως, ενώ καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει όταν η µονοµερής µεταβολή γίνεται από αυτόν σύµφωνα µεν µε τους όρους της συµβάσεως ή του νόµου ή του κανονισμού εργασίας, αλλά καθ' υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονοµικό σκοπό του δικαιώµατος. Η υπέρβαση των παραπάνω ορίων συνιστά βλαπτική µεταβολή των όρων της συµβάσεως, αφού η µεταβολή αυτή επέρχεται κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα ο µονοµερής προσδιορισµός των όρων εργασίας, που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώµατος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώµατος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο µονοµερής προσδιορισµός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων µε αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώµατος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώµατος να λαµβάνει υπόψη, κατά την άσκηση του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου µέρους. Τούτο, ιδίως, επιβάλλεται επί συµβάσεως παροχής εξαρτηµένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωµα του εργοδότη για προσδιορισµό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το µισθωτό αποτελεί µονοµερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισµούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονοµικός σκοπός του δικαιώµατος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόµο ή στη συµφωνία των µερών. Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασµό και µε εκείνες των άρθρων 656,349 - 351,57,200,288 ΑΚ και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο µεταβολή των όρων της συµβάσεως δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το µισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωµα είτε να αποδεχθεί τη µεταβολή και να παραµείνει στην εργασία του, οπότε συντελείται νέα, τροποποιητική της αρχικής, σύµβαση εργασίας, είτε να θεωρήσει τη µεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συµβάσεως από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη µεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους, αξιώνοντας την τήρηση των όρων αυτών. Τέτοια περίπτωση βλαπτικής µεταβολής της συµβάσεως εργασίας, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, συντρέχει και όταν ο εργοδότης, στα πλαίσια της γενοµένης οργανωτικής αναδιαρθρώσεως της επιχειρήσεώς του, τοποθετεί τον µισθωτό σε άλλη υπηρεσία σε σχέση µε εκείνη, στην οποία προηγουμένως είχε τοποθετηθεί, και µε άλλο αντικείµενο απασχολήσεως, εφόσον τα νέα αυτά καθήκοντα είναι υποδεέστερα για τον εργαζόμενο και συνεπάγονται άµεση ή έµµεση υλική ζηµιά, όπως µείωση των αποδοχών του ή ηθική βλάβη. Στην περίπτωση αυτή, ο µισθωτός δικαιούται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648, 652, 656, 349 - 351 του ΑΚ, 7 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, εκτός άλλων, αφού εκφράσει την αντίδρασή του για τη βλαπτική µεταβολή, να παραµείνει στη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να τον απασχολεί ο εργοδότης στην υπηρεσία, που προηγουμένως ήταν τοποθετημένος ή σε παρεµφερή υπηρεσία και να του καταβάλει τη διαφορά µεταξύ των αποδοχών, που είχε για την εργασία του στην προηγούμενη υπηρεσία και των αποδοχών, που του καταβάλλει για τα νέα καθήκοντά του. Επιπλέον, εάν η επιχειρηθείσα από τον εργοδότη µεταβολή, καθ' υπέρβαση των τασσομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων, προσβάλλει την προσωπικότητα του μισθωτού (57 ΑΚ), ως προς την επαγγελματική του αξία και τον εκθέτει στους συναδέλφους του και γενικά στο κοινωνικό του περιβάλλον, ο μισθωτός μπορεί να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη από την παραπάνω πράξη του εργοδότη. Εξάλλου, στο άρθρο 10 παρ. 9-11 του ιδρυτικού της εκκαλούσας νόµου 1730/1987 ορίζεται ότι "9. Η ΕΡΤ. Α. Ε. λειτουργεί µε βάση τον Υπηρεσιακό Οργανισµό, το Γενικό Κανονισµό Προσωπικού, τον Κανονισµό Διενέργειας Προμηθειών και Εκτέλεσης Έργων και τον Εσωτερικό Κανονισµό Λειτουργίας της ΕΡΤ ΑΕ. 10. Με τον Υπηρεσιακό Οργανισµό της ΕΡΤ ΑΕ ρυθµίζονται θέµατα που αφορούν την συγκρότηση των υπηρεσιών και επιτροπών, τον καθορισµό των αρμοδιοτήτων των γενικών διευθύνσεων, την κατανοµή των αρμοδιοτήτων στις ειδικότερες υπηρεσίες, την κατανοµή της παραγωγής στους τοµείς, τις θέσεις και τον αριθµό του προσωπικού και γενικά κάθε λεπτομέρεια, σχετική µε την οργάνωση και λειτουργία της ΕΡΤ - ΑΕ. 11. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των συλλογικών συµβάσεων εργασίας και των διαιτητικών αποφάσεων, ο Γενικός Κανονισµός Προσωπικού προβλέπει και ρυθµίζει γενικά και ειδικά προσόντα για την πρόσληψη και απόλυση προσωπικού, τις σχέσεις, το είδος και τις διακρίσεις της απασχόλησης με σύμβαση εργασίας ή έργου ή έμμισθης εντολής .... και γενικά όλα τα θέματα κατάστασης του προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ".Ο ως άνω Γενικός Κανονισμός προσωπικού της εκκαλούσας, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 19 παρ. 4 του νόμου 1730/1987, εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 8256/Ζ2/815/1989 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως, δημοσιεύθηκε νομίμως (ΦΕΚ 283/20.4.1989 τ. Β') και έχει συνεπώς ισχύν νόμου, ορίζει στο άρθρο 13 παρ. 12 "Στους υπαλλήλους που ασκούν καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσιακών Μονάδων της ΕΡΤ - ΑΕ ή των Υπηρεσιών που επιτρέπεται απόσπαση για υπηρεσιακούς λόγους, καταβάλλεται κατά τον χρόνο άσκησης των καθηκόντων αυτών επίδομα .... ", στο άρθρο 18 παρ. 8 "Προϊστάμενοι των Υπηρεσιακών Μονάδων, εφόσον προέρχονται από το Τακτικό Προσωπικό, τοποθετούνται υπάλληλοι με βαθμό Α' των κλάδων Τριτοβάθμιας ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ... ", στην παρ. 9 "Η ανάθεση καθηκόντων γίνεται ως εξής: α) Προϊσταμένων Ραδιοφωνικών Σταθμών από τον Πρόεδρο ΔΣ - Δ/ντα Σύμβουλο της ΕΡΤ ΑΕ μετά από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή ΕΡΑ", β) Προϊσταμένων Υπηρεσιακών Μονάδων, που υπάγονται στον Πρόεδρο Δ/ντα Σύµβουλο, από τον ίδιο, γ) Προϊσταμένων Τοµέων Διευθύνσεων και Ανεξαρτήτων Υποδιευθύνσεων από τον αρµόδιο Γενικό Διευθυντή, δ) Προϊσταμένων όλων των άλλων υπηρεσιακών µονάδων από το Π. Υ. Σ µετά από εισήγηση του αρµοδίου Προϊσταμένου Διεύθυνσης", στην παρ. 11 "Η ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένου ισχύει για τρία (3) χρόνια. Οι Προϊστάμενοι όλων των υπηρεσιακών µονάδων επαναξιολογούνται κάθε τρία χρόνια από τα ίδια όργανα που αποφάσισαν την ανάθεση. Βασικά κριτήρια επαναξιολόγησης είναι α) Η εξέλιξη του κόστους λειτουργίας της µονάδας, β) Η εξέλιξη της παραγωγής, παραγωγικότητας της µονάδας και γ) Οι πρωτοβουλίες περιορισµού της γραφειοκρατίας", στην παρ. 12 του αυτού ως άνω άρθρου "Με απόφαση του οργάνου που τον επέλεξε και µε την ίδια διαδικασία προϊστάμενος µπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του και πριν από τη λήξη της 3 ετίας, λόγω πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του µε βάση συγκεκριμένα στοιχεία. Η παρούσα δεν ισχύει για την απαλλαγή από τα καθήκοντά τους των Προϊστάμενων Τοµέων και των Διευθυντών", στην παρ. 14 "Το προσωπικό που δεν ασκεί ή έπαψε να ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου, αποτελεί βασικό προσωπικό και εκτελεί υπηρεσιακό έργο της ειδικότητάς του, ανεξάρτητα από το βαθµό ή το µισθολογικό κλιµάκιο που κατέχει", στην παρ. 15 "η εκτέλεση καθηκόντων προϊσταμένου δεν διαφοροποιεί το µισθολογικό κλιµάκιο του υπαλλήλου που ασκεί τα καθήκοντα αυτά", ενώ στο άρθρο 19 παρ. 1 του ίδιου ΓΚΠ ορίζεται: "Οι θέσεις της ιεραρχικής κλίμακας του προσωπικού της ΕΡΤ - ΑΕ είναι οι εξής: Πρόεδρος- Δ/νων Σύμβουλος, Γενικοί Διευθυντές, Προϊστάμενοι Διευθύνσεων, Τομεάρχες, Προϊστάμενοι τοπικών Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών, Προϊστάμενοι Υποδιευθύνσεων, Προϊστάμενοι Τμημάτων Κέντρων Εκπομπής Γραμματείας ΔΣ, Προϊστάμενοι Κλιμακίων Γραφείων". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 64 του Υπηρεσιακού Οργανισμού της ΕΡΤ - ΑΕ, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 10 και 19 παρ 4. του νόμου 1730/1987, εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 22969/Ε1/4049/17-10-2001 απόφαση των Υπουργών Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, δημοσιεύθηκε νομίμως (ΦΕΚ 1405Β/22-10-2001) και επέχει ισχύ νόμου: "Για το συντονισμό των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων δύναται να ορίζεται για κάθε πρόγραμμα Συντονιστής Προγράμματος με αρμοδιότητα: την παρακολούθηση και το συντονισμό του έργου των αρμοδίων υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η καλύτερη δυνατή παρουσίαση του τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού προγράμματος. Οι Συντονιστές Προγράμματος ορίζονται µε απόφαση του αρµοδίου Γενικού Διευθυντή και επιλέγονται είτε από το προσωπικό της ΕΡΤ - ΑΕ, είτε προσλαμβάνονται με απόφαση του Προέδρου ΔΣ, Διευθύνοντος Συμβούλου και µε τη διαδικασία, που προβλέπεται για το Προσωπικό Ειδικών Θέσεων. Με την ίδια απόφαση τοποθέτησης καθορίζονται οι ειδικότερες αρμοδιότητες, καθώς και το ειδικό επίδοµα θέσης (εάν πρόκειται για προσωπικό της ΕΡΤ) ή οι όροι παροχής των υπηρεσιών τους στην εταιρεία (εάν πρόκειται για Προσωπικό Ειδικών θέσεων)". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι ο Συντονιστής του Ραδιοφωνικού ή Τηλεοπτικού Προγράμματος, του οποίου ο διορισµός είναι δυνητικός, δεν καταγράφεται µεν στην αναφερόμενη από το ΓΚΠ της εκκαλούσας ιεραρχία, αλλά, λόγω των ως άνω αρμοδιοτήτων του για παρακολούθηση και συντονισµό του έργου των αρµοδίων υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης, ουσιαστικά κατατάσσεται σε επίπεδο διευθυντή, µετά τον αρµόδιο Γενικό Διευθυντή, στον οποίο και µόνο λογοδοτεί.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά : Με το άρθρο 1 του ν. 1730/1987 ιδρύθηκε, με τη μορφή ΝΠΙΔ για την ελληνική ραδιοφωνία και τηλεόραση, η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ - ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΤ - ΑΕ", στην οποία συγχωνεύθηκαν, εκτός των άλλων, η Ε.Ρ.Τ.1 και η Ε.Ρ.Τ.2, τη λειτουργία των οποίων συνεχίζει αυτή, ως καθολική, διάδοχός τους, ενώ το προσωπικό τους που υπηρετούσε, ως τακτικό προσωπικό ή με σύμβαση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου ή αορίστου µε σύµβαση έµµισθης εντολής, αυτοδικαίως, θεωρήθηκε δικό της προσωπικό και συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν µε την ίδια σχέση εργασίας και µε την ίδια ειδικότητα (άρθρ. 12 και 15 του ως άνω ιδρυτικού της νόµου). Ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος), ο οποίος είναι κάτοχος δυο πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, προσέφερε τις υπηρεσίες του στη, µετέπειτα συγχωνευθείσα στην εκκαλούσα, ΕΡΤ-2 από το έτος 1984, αρχικά δυνάµει διαδοχικών συµβάσεων µισθώσεως έργου, ως τεχνικός, και από το έτος 1985, δυνάµει µεταξύ τους καταρτισθείσας συµβάσεως εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως σύµβουλος προγράμματος Τ/Ο - Ρ/Φ - Κ/Φ. Έκτοτε, προσέφερε τις υπηρεσίες του σε διάφορες θέσεις ευθύνης και δη έως τις 5-6-1985, ως Προϊστάμενος του τµήµατος Ελέγχου Προγράμματος και από τις 6-6-1985 έως τις 26 -11-1985, ως Διευθυντής Προγραμμάτων στην ΕΡΤ 2. Ακολούθως εις εκτέλεση της από 13-11-1985 ΚΥΑ του Υπουργού Πολιτισμού και του Υφυπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης αποσπάστηκε σε προσωρινή θέση στο πολιτικό γραφείο του Υφυπουργού Πολιτισμού Γεωργίου Α. Παπανδρέου, όπου και υπηρέτησε περί τα τρία έτη, ενώ εν συνεχεία, εις εκτέλεση της Φ.910.27/23/Η 4912/20-7-1988 ΚΥΑ Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων και Υφυπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης αποσπάστηκε σε προσωρινή θέση στο πολιτικό γραφείο του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Γεωργίου Α. Παπανδρέου, όπου και παρέμεινε για άλλα τρία έτη, ήτοι μέχρι τις 11- 4-1991 οπότε και τοποθετήθηκε ως μέλος της Επιτροπής Κοστολογίου της ΕΤ2. Ήδη, μετά τη συγχώνευση στην εκκαλούσα της πρώην ΕΡΤ-2, ο εφεσίβλητος, εντάχθηκε από 1-5-1989, στο μεταβατικό κλάδο ΤΕΠ- Μ2 : Σχεδιαστών - Ελεγκτών Προγραμμάτων. Από τις 30-12-1993 έως τις 30-5-1995 του ανατέθηκαν καθήκοντα Διευθυντή Γραφείου Προέδρου Διευθύνοντος Συμβούλου του Δ.Σ. της εκκαλούσας, ενώ στις 2-6-1995, τοποθετήθηκε στην ιεραρχικά ανώτατη θέση του Γενικού Διευθυντή της Ε Τ 1, όπου παρέμεινε μέχρι τις 6-3-1996. Ακολούθως, στις 9-5-1996, τοποθετήθηκε Προϊστάμενος του γραφείου Προέδρου του Δ.Σ., παρέμεινε δε στη θέση αυτή μέχρι τις αρχές Απριλίου 2002. Με την υπ' αριθμ. πρωτ. 15348/22- 4- 2002 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης της εκκαλούσας του ανατέθηκαν καθήκοντα Συντονιστή του Τηλεοπτικού και του Ραδιοφωνικού Προγράμματος της ΕΡΤ, µε έµφαση σε εκείνα που απευθύνονται στον απόδηµο Ελληνισµό και ειδικότερα του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του Συντονιστή του ενημερωτικού, επιμορφωτικού και ψυχαγωγικού προγράμματος της ΕΡΤ-SAT (Διεύθυνση Διεθνών Τηλεοπτικών Εκπομπών) και της ΕΡΑ 5 (Διεύθυνση Διεθνών Ραδιοφωνικών Εκπομπών), ενώ µε την ίδια απόφαση αποφασίστηκε η καταβολή σ' αυτόν του ειδικού επιδόματος αυξημένης ευθύνης, όπως αυτό είχε καθοριστεί µε την υπ' αριθ. πρωτ. 335/14-3-2002 απόφαση του Προέδρου Δ.Σ-Διευθύνοντος Συμβούλου της εκκαλούσας. Στις 7-4-2005, µε την 2495/2005 απόφαση των Γενικών Διευθυντών Τηλεόρασης και Ραδιοφωνίας της εκκαλούσας, εν σχέσει µε τα καθήκοντα του εφεσιβλήτου, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα επί λέξει: "Τροποποιούµε την 15348/22-4-2002 απόφασή µας ως ακολούθως : Αναθέτουµε καθήκοντα Συντονιστή του Ραδιοφωνικού προγράμματος της ΕΡΤ, µε έµφαση σε εκείνα που απευθύνονται στον απόδηµο ελληνισµό, στον τακτικό υπάλληλο Γ. Σ.. Στον παραπάνω αναθέτουµε ειδικότερα τα καθήκοντα του Συντονιστή του ενημερωτικού, επιμορφωτικού και ψυχαγωγικού προγράμματος της ΕΡΑ 5 (Δ/νσης Διεθνών Ραδιοφωνικών Εκποµπών). Κατά τα λοιπά ισχύει η ως άνω απόφασή µας.". Με την τελευταία απόφαση ουσιαστικά αφαιρέθηκαν από τον εφεσίβλητο τα καθήκοντα του Συντονιστή του Τηλεοπτικού Προγράμματος της ΕΡΤ, τα οποία ασκούσε από 10-4-2002, περιορισθείς σ' αυτά του Συντονιστή του Ραδιοφωνικού Προγράμματος της ΕΡΤ µε έµφαση σε εκείνα που απευθύνονται στον απόδηµο ελληνισµό και δη σ' αυτά του Συντονιστή του ενημερωτικού, επιμορφωτικού και ψυχαγωγικού προγράμματος της ΕΡΑ 5, τα οποία, επίσης, ασκούσε από 10-4-2002. Ακολούθως, µε την 310.483/13-6-2005 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Ραδιοφωνίας, ανακλήθηκε η προηγούμενη υπ. αριθ. 2495/2005 απόφαση από 15-6-2005, οπότε ο εφεσίβλητος απηλλάγη των ως άνω καθηκόντων του και τοποθετήθηκε πλέον ως υπάλληλος βάσης, ενώ έκτοτε έπαυσε η προς αυτόν καταβολή του ειδικού επιδόματος αυξημένης ευθύνης. Με το από 30-6-2005 έγγραφό του προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ. και Διευθύνοντα Σύµβουλο της εκκαλούσας, ο εφεσίβλητος διαμαρτυρήθηκε για την ενέργεια αυτή του Γενικού Διευθυντή Ραδιοφωνίας, θεωρώντας ότι έχει υποβιβαστεί για λόγους µη υπηρεσιακούς, αλλά καθαρά πολιτικούς και δη, διότι υπήρξε στενός συνεργάτης και Διευθυντής του γραφείου του νυν Προέδρου του ΠΑΣΟΚ επί δεκαετία και επί δύο φορές υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ στη Μεσσηνία, συμμετείχε, δε, ενεργώς στα συνδικαλιστικά δρώµενα του συλλόγου του, έχοντας µάλιστα εκλεγεί, ως εκπρόσωπος των εργαζομένων στο Δ.Σ. της εκκαλούσας, ζητώντας να αρθεί η σε βάρος του αδικία και να αξιοποιηθεί από την εταιρεία σε θέση ανάλογη µε τα προσόντα του και την εµπειρία του, όπως συνέβαινε πριν από την προαναφερόμενη υπηρεσιακή µετακίνησή του, άλλως δήλωνε ότι θα στρεφόταν δικαστικά κατά της εκκαλούσας, ενώ εν συνεχεία µε την από 6-7-2005 αίτησή του, ζήτησε να μετακινηθεί στη Διεύθυνση Δηµοσίων Σχέσεων, αφού µετά την ένταξή του στο προσωπικό βάσης δεν µπορούσε πλέον να παραµείνει στη δύναµη του γραφείου της Γενικής Διεύθυνσης της ΕΡΑ. Για τη θέση του Συντονιστή του Ραδιοφωνικού προγράμματος της ΕΡΤ για τον απόδηµο ελληνισµό, την οποία κατείχε ο εφεσίβλητος µέχρι τις 15-6-2005, προσελήφθη ο µη ανήκων στο προσωπικό της εκκαλούσας, αθλητικός δημοσιογράφος, Κ. Β., ως προσωπικό ειδικών θέσεων, ενώ ο εφεσίβλητος αδρανοποιήθηκε πλήρως, καθώς επί τέσσερις µήνες δεν του είχε ανατεθεί οποιοδήποτε εργασιακό αντικείµενο και δεν διέθετε δικό του γραφείο, ακολούθως, δε, τοποθετήθηκε, ως βασικό προσωπικό, στη Διεύθυνση Δηµοσίων Σχέσεων της εκκαλούσας, χωρίς να προκύπτει το ακριβές αντικείµενο της εργασίας του. Η απαλλαγή του εφεσιβλήτου από τα ως άνω καθήκοντα του Συντονιστή, η αδρανοποίησή του επί τέσσερις µήνες και κυρίως η εν συνεχεία ανάθεση σ' αυτόν, ως ανήκοντος πλέον στο βασικό προσωπικό, καθηκόντων, καταφανώς υποδεέστερων, έγινε από την εκκαλούσα, με βάση μεν το διευθυντικό της δικαίωμα, χωρίς, όμως, να εξυπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση των υπηρεσιών της, αλλά από εμπάθεια και εκδικητικά, χωρίς υπαιτιότητα του εφεσιβλήτου, εξαιτίας των γνωστών αντίθετων πολιτικών του πεποιθήσεων. Πράγματι η μη αξιοποίηση από την εκκαλούσα της μη αμφισβητούμενης απ' αυτόν ευδόκιμης υπηρεσίας του και της πολύχρονης εμπειρίας του σε υψηλές θέσεις της ιεραρχίας, δεν εξυπηρετούσε καμία υπηρεσιακή της ανάγκη ή σκοπό, αλλά υπαγορεύθηκε από λόγους εμπάθειας, λόγω της γνωστής πολιτικής του τοποθέτησης και της ιδιότητάς του ως στελέχους του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Χαρακτηριστικό είναι ότι η εκκαλούσα δεν αμφισβητεί την εμπειρία του ενάγοντος, ούτε καταλογίζει σ' αυτόν οποιαδήποτε πλημμέλεια ή ανεπάρκεια ως προς την άσκηση των καθηκόντων του, ισχυρίζεται, δε, ότι η τοποθέτηση στη θέση του εφεσιβλήτου του μη ανήκοντος στο προσωπικό της, ως άνω αθλητικού δημοσιογράφου Κ. Β., έγινε στα πλαίσια της ανάγκης αναδιοργάνωσης των προγραμμάτων της, που αφορούν τον απόδημο ελληνισμό, του οποίου βασικό μέρος είναι οι Έλληνες ναυτικοί σε ποντοπόρα πλοία, οι οποίοι ζητούν πολλά αθλητικά προγράμματα, για το λόγο δε αυτό η ΕΡΑ 5 αναμεταδίδει μεγάλα αθλητικά γεγονότα, ο δε νέος Συντονιστής, ως έμπειρος αθλητικός δημοσιογράφος, μπορούσε να συμβάλλει στην περαιτέρω βελτίωση των Ρ/Φ προγραμμάτων που αφορούν τους απόδημους Έλληνες. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι πειστικός, προτείνεται αλυσιτελώς, καθόσον κρίσιμο εν προκειμένω δεν είναι η απαλλαγή του εφεσιβλήτου από τα καθήκοντα του Συντονιστή και η ανάθεση αυτών στον ως άνω δημοσιογράφο, αλλά η αδρανοποίηση του επί πολλά έτη θητεύσαντος σε επιτελικές θέσεις εφεσιβλήτου και η εν συνεχεία θέση αυτού εκτός ιεραρχικής κλίμακας με την ανάθεση σ' αυτόν καταφανώς υποδεέστερων καθηκόντων, αυτών, δηλαδή, του βασικού προσωπικού. Δεν έχει καταγραφεί άλλος παρόμοιος υποβιβασμός στο προσωπικό της εκκαλούσας, δηλαδή η ανάθεση καθηκόντων βασικού προσωπικού σε υπάλληλό της που είχε τοποθετηθεί προηγουμένως στη 2η θέση της ιεραρχίας, δηλαδή αυτή του Γενικού Διευθυντή (όπως ο εφεσίβλητος), ο οποίος υπόκειται ιεραρχικά μόνο στον Πρόεδρο ΔΣ - Διευθύνοντα Σύμβουλο της εκκαλούσας. Από την υπηρεσιακή αυτή µετακίνηση του εφεσιβλήτου προκλήθηκε ζηµία σ' αυτόν τόσο υλική, αφού συνεπεία αυτής διεκόπη η προς αυτόν καταβολή του επιδόματος αυξημένης ευθύνης, ποσού 1.200€ µηνιαίως, όσο και ηθική, δεδοµένου ότι η συνεχής δωδεκαετής θητεία του σε επιτελικές θέσεις, συνέδεσε το πρόσωπό του µε τη θέση αυτού, ως ανώτατου στελέχους της εκκαλούσας στη συνείδηση των συναδέλφων του και η ως άνω µετακίνησή του και ο εξ αυτής υποβιβασµός του, αποτέλεσε αντικείµενο συζητήσεων και δημιούργησε κλίµα αμφισβήτησης και δυσπιστίας στο πρόσωπό του στον κύκλο των συναδέλφων του, των οποίων µέχρι πρότινος και επί µακρόν προΐστατο. Ενόψει αυτών, καταλήγει το Εφετείο, η µετακίνησή του από τη θέση του Συντονιστή του Ραδιοφωνικού Προγράμματος της εκκαλούσας στο βασικό προσωπικό της, υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονοµικό σκοπό του δικαιώµατος, συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώµατος της τελευταίας, µε συνέπεια την πρόκληση ηθικής και περιουσιακής ζηµίας του εφεσιβλήτου και αποτελεί µονοµερή από την εκκαλούσα βλαπτική µεταβολή των όρων της συµβάσεως εργασίας και προσβολή της προσωπικότητας του εφεσιβλήτου ως προς την επαγγελματική της έκφανση. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 64/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τούτο είχε δεχθεί ότι η μετακίνηση του εφεσιβλήτου και ο εξ αυτής υποβιβασμός του συνιστούν καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της, ένεκα της οποίας αυτός έχει υποστεί υλική και ηθική ζημία, και μετά ταύτα την υποχρέωσε να τον απασχολεί με τους προ της μεταβολής όρους, καθώς και να του καταβάλει το ποσό των 14.400 € για την ανόρθωση της ζημίας που υπέστη ένεκα της περικοπής του επιδόματος αυξημένης ευθύνης (ήτοι 1.200 € Χ 12 μήνες), αναγνώρισε δε και την υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 1.000 €, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον η κρίση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εργοδότιδας, της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου και της πρόκλησης ηθικής βλάβης και υλικής ζημίας, δικαιολογείται από τα παραπάνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, και είναι αβάσιμοι οι, από το άρθρο 559 αρ. 1, ενιαίως κρινόμενοι, με στοιχ. Ι.α, Ι.γ (κατά το πρώτο μέρος του), ΙΙ και ΙΙΙ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια. Επίσης, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον ανωτέρω μνημονευόμενο τρόπο, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης, ως άνω, ζητήματα.
Συνεπώς και ο με στοιχ. Ι.γ (κατά το δεύτερο μέρος του),από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τον, από το άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, με στοιχ. Ιβ, (κατά το πρώτο μέρος του) λόγο της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προβάλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, αν και έλαβε υπόψη του την, από 30-6-2005, επιστολή του αναιρεσίβλητου, προς τον τότε πρόεδρο της ΕΡΤ-Α.Ε., όμως δεν έλαβε υπόψη και την ομολογία του, που περιέχεται σ' αυτήν και αναφέρεται στο ουσιώδες περιστατικό της άσκησης του παραπάνω δικαιώματος της. Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο τρόπος ασκήσεως από το Δικαστήριο της ουσίας της διακριτική ευχέρειας του να συναγάγει από το παραπάνω έγγραφο (κατά την ΚΠολΔ 352 παρ.2), ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο της ουσίας, διότι αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων. Τέλος απαράδεκτος είναι και κατά το δεύτερο μέρος του ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη, για την έκβαση της δίκης και τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος της, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι ο αναιρεσίβλητος, ομολόγησε ότι η συμπεριφορά των οργάνων της διοίκησης της ήταν αψεγάδιαστη και ζήτησε να αξιοποιηθεί σε θέση ανάλογη με τα προσόντα και την εμπειρία του, διότι αυτά τα πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά συνιστούν επιχειρήματα διαδίκου. Μετά από αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 14-4-2010, αίτηση της αναιρεσείουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ ( ΕΡΤ. ΑΕ)", για την αναίρεση της 7428/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ