13/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated13/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, με τις κατά την 12-10-2007, κατατεθείσες εμπροθέσμως προτάσεις της, προβάλλει τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της από 2-5-2006, υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως λόγω σιωπηρής αποδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, η οποία συνίσταται στο ότι η δικηγόρος Μαρία Κοπασάκη, ενεργώντας ως πληρεξούσιος, κατ' εντολήν και για λογαριασμό του αναιρεσείοντος στις ......
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 13 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 13/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..............., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Β. Ι. ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ ΑΕ - ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΕΞΕΥΓΕΝΙΣΜΕΝΟΥ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ", που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Βρέντζο, που δήλωσε ότι, α) ανακαλεί την από 8-10-2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται και β) η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία διεσπάσθη και απερροφήθη από τις επόμενες δύο ανώνυμες εταιρίες, για τις οποίες παρίσταται και εκπροσωπεί, ήτοι: 1) Την με επωνυμία "Ι. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και 2) την με επωνυμία "Χ. ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης, οι οποίες επωφελούμενες, δυνάμει και του αρθρ. 75 παρ. 2 του Ν. 2190/1920 συνεχίζουν αυτοδικαίως και άνευ άλλου τινός την υπό κρίση εκκρεμή δίκη της διασπασθείσης εταιρίας "Β. Ι. ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ Α.Ε.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 517/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 26-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει με σαφήνεια, ότι αποδοχή αποφάσεως πριν από την άσκηση ενδίκου μέσου κατ' αυτής, η οποία επιφέρει παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου, μπορεί να γίνει είτε ρητώς με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο εκείνου που παραιτείται, είτε σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες αυτή σαφώς συνάγεται.
Αντιθέτως τήρηση του διαγραφόμενου στο νόμο τύπου απαιτείται όταν η αποδοχή της αποφάσεως γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου. Περίπτωση αποδοχής πρωτόδικης αποφάσεως πριν την άσκηση ένδικου μέσου κατ' αυτής σημαίνει η είσπραξη από τον ενάγοντα του επιδικασθέντος κεφαλαίου, που αποτελεί τμήμα μείζονος αιτηθέντος, για το οποίο η πρωτόδικη απόφαση κηρύχτηκε προσωρινά εκτελεστή μόνο κατά ένα μέρος από το επιδικασθέν κεφάλαιο, των αντιστοιχούντων στο κεφάλαιο αυτό τόκων και της δικαστικής δαπάνης χωρίς καμιά επιφύλαξη.
Η παραίτηση από την άσκηση ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει είτε από τον ίδιο τον διάδικο, είτε από το δικηγόρο του, ο οποίος όμως πρέπει να είναι εφοδιασμένος με ειδική πληρεξουσιότητα σύμφωνα με το άρθρο 98 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., άλλως όταν λείπει τέτοια δημιουργείται ακυρότητα της διαδικαστικής πράξεως (Ολ.ΑΠ 626/1980).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, με τις κατά την 12-10-2007, κατατεθείσες εμπροθέσμως προτάσεις της, προβάλλει τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της από 2-5-2006, υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως λόγω σιωπηρής αποδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, η οποία συνίσταται στο ότι η δικηγόρος Μαρία Κοπασάκη, ενεργώντας ως πληρεξούσιος, κατ' εντολήν και για λογαριασμό του αναιρεσείοντος στις ......
εισέπραξε από την αναιρεσίβλητη χωρίς καμία επιφύλαξη, προς εξόφληση της υπ' αριθμ. 66/2004 αποφάσεως του Μονομελούς πρωτοδικείου Ηρακλείου το επιδικασθέν με αυτήν τελεσιδίκως ποσό των 9138 ευρώ, καθώς και τη δικαστική δαπάνη, χωρίς να διατυπώσει κάποια επιφύλαξη ως προς το απορριφθέν μέρος της αγωγής. Όμως, η αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται, ούτε από την από ........
απόδειξη προκύπτει ότι η πιο πάνω δικηγόρος η οποία εισέπραξε το προαναφερόμενο ποσό για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, ήταν εφοδιασμένη με ειδική πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 96 και 98 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. και ως εκ τούτου η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά ασκήθηκε, αφού με την είσπραξη του εν λόγω ποσού κατά τον παραπάνω τρόπο, δεν επήλθε παραίτηση από της ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου αυτής.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής αυτών και εξαιτίας τούτου δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης αυτής.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε, ότι ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας το έτος 1976 και παρείχε έκτοτε τις υπηρεσίες του ως ηλεκτροσυγκολητής αρχικά και στη συνέχεια ως πρακτικός μηχανικός με αντικείμενο εργασιών την επίβλεψη των μηχανολογικών εγκαταστάσεων του εργοστασίου της τελευταίας ενώ, παράλληλα απασχολήθηκε και ως πληρωτής-εκκενωτής εκχυλιστήρων παρακολουθώντας την εκχύλιση της βενζίνης.
Ότι κατά τη διάρκεια της εργασίας του, απασχολήθηκε πέραν των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί με τις αναφερόμενες αναλυτικά πρόσθετες εργασίες και συγκεκριμένα: 1) Κατά τον Μάρτιο 1998 στην κατασκευή και τοποθέτηση ανοξείδωτου εναλλάκτη για την επεξεργασία ελαιολάδου σε συνεργασία με άλλον μηχανικό της ίδιας ειδικότητας.
Η εργασία αυτή εκτελέστηκε από τα ανωτέρω δύο άτομα με σχέδια και υπό την επίβλεψη του διπλωματούχου μηχανικού....και χρησιμοποιήθηκαν ...(αναφέρονται υλικά και εξαρτήματα). 2) Κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο έως Ιούνιο του έτους 2000 απασχολήθηκε στην ανατούπωση λέβητα υδραυλικού. Πρόκειται για την αντικατάσταση των υδραυλικών ή σωλήνων του λέβητα ή ατμοκάζανου.
Για την εργασία αυτή χρησιμοποιήθηκαν.....3) Κατά το μήνα Απρίλιο του 2001 απασχολήθηκε μαζί με άλλον μηχανικό στην αντικατάσταση κατεστραμμένων σωλήνων του ψυγείου που χρησιμεύει για την αποθήκευση βενζίνης στο πυρηνελαιουργείο. 4) Κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 1999 απασχολήθηκε επίσης στην αντικατάσταση σιδηροσωλήνων του πυρηνελαιουργείου μαζί με άλλον μηχανικό και χρησιμοποιήθηκαν ......5) Περί τα τέλη Ιουνίου με αρχές Ιουλίου 2001 συμμετείχε στην τοποθέτηση δύο σιδερένιων ψυγείων.
Η εργασία αυτή εκτελέστηκε στα ...... από κοινού με άλλους εργαζόμενους και ο ενάγων εκτέλεσε την αλλαγή των λαμαρινών. 6) Κατά τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του έτους 2001 απασχολήθηκε μαζί με άλλον εργαζόμενο στην τοποθέτηση παταριών στις δεξαμενές...7) Κατά το χρονικό διάστημα από Μάιο έως και τον Οκτώβριο του έτους 2001 απασχολήθηκε στην τοποθέτηση δύο αναβατορίων που χρησίμευαν για τη μεταφορά πυρήνα από τα ξηραντήρια στο πυρηνελαιουργείο.
Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στις ανωτέρω εργασίες τα παρείχε η εναγομένη...... Όσον αφορά τις λοιπές εργασίες που αναφέρονται στην αγωγή δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων είχε συμμετοχή αφού προέκυψε ότι αυτές τις είχαν αναλάβει και τις εκτέλεσαν άλλοι εργαζόμενοι της ίδιας ή άλλης ειδικότητας ...... Η παροχή των πιο πάνω εργασιών έγινε από τον ενάγοντα εντός του νομίμου ωραρίου απασχόλησης του και ως επί το πλείστον κατά τους μήνες που δεν λειτουργούσε το πυρηνελαιουργείο, δηλαδή εκτός των χειμερινών μηνών, δεδομένου ότι από Νοέμβριο έως και Φεβρουάριο αυτός ήταν σε πλήρη απασχόληση για την άσκηση των κυρίως καθηκόντων του...
οι πρόσθετες δε αυτές εργασίες αφορούσαν, εργασίες για την αντικατάσταση και ανακαίνιση των εξαρτημάτων και του εξοπλισμού γενικά του εργοστασίου προς την καλύτερη από άποψη ποιότητας παραγωγή των προϊόντων.......και δεν συνδέονταν αναπόσπαστα με τα καθήκοντα του, ούτε ήταν συναφείς με τα κύρια και αποκλειστικά του καθήκοντα.......Επομένως ο ενάγων δικαιούται να λάβει συμπληρωματική αμοιβή, το ύψος της οποίας θα καθοριστεί βάσει του ειθισμένου μισθού.
Δηλαδή εκείνου που καταβάλλεται σε άλλους εργαζομένους του αυτού φύλλου και ηλικίας που παρέχουν εργασία του ίδιου είδους, στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες. Συγκεκριμένα, κατά τη δίκαιη κρίση του δικαστηρίου, αφού ληφθεί υπόψη ο χρόνος απασχόλησης, ο οποίος για το σύνολο των εργασιών δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, και οι λοιπές συνθήκες που προαναφέρθηκαν, ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 7.200 δρχ. (6 μήνες Χ1200 ευρώ μηνιαίως).
Ενόψει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο προβάλλονταν το παράπονο κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τον χρόνο απασχόλησης του ενάγοντος (που είχε κρίνει καθ' όμοιο τρόπο), ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεν περιέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του ως άνω ουσιώδους ζητήματος από το οποίο εξαρτάται η αμοιβή του αναιρεσείοντος και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από αυτόν με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμα και απορριπτέος είναι ο λόγος αυτός.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., έγγραφα που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 του ίδιου κώδικα και όχι διαδικαστικά έγγραφα της συνιστώσας εκκρεμούς δίκης. Ως εκ τούτου δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενο τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων κατά το μέρος που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση ότι παραμόρφωσε τα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 19 του ν. 2915/2001 "αν στις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά: α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά ...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ.
δ' του ίδιου κώδικα, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως.... Τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές, τις καταθέσεις μαρτύρων...". Από την πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 66 έως 669 Κ.Πολ.Δ.), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους ισχυρισμούς τους, όπως η ένσταση παραγραφής, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ.), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε των ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.
ΑΠ. 2/2005 Ελλ. Δ/νη 2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα εξής: " H ένσταση παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος για το έτος 1977, προτάθηκε παραδεκτά από την εναγομένη στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού περιεχόταν στις προτάσεις της που κατατέθηκαν επί της έδρας, όπως προκύπτει από την επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως, με προφορική δε δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, έγινε αναφορά στις προτάσεις που κατέθεσε στην έδρα και συνεπώς οι περιεχόμενοι σε αυτές ισχυρισμοί θεωρούνται ότι προτάθηκαν προφορικά.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι σχετικές αξιώσεις της αγωγής, λόγω της κατά τα άνω παραγραφής" και ακολούθως απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως περί απαραδέκτου της πιο πάνω ενστάσεως παραγραφής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, αφενός μεν, δεν κήρυξε ακυρότητα που προέρχεται από παραβίαση των προαναφερομένων δικονομικών διατάξεων και αφετέρου, έλαβε υπόψη πράγματα μη νομίμως προταθέντα και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.
πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πιο πάνω κεφάλαιο της, δηλαδή κατά το μέρος που έγινε δεκτή η ένσταση παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος για το έτος 1977 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 517/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, κατά το αντίστοιχο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ