Legislator Case Law & Legislation
13/2007 AI generated

13/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 13/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 13 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

13/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 13 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 13 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 13/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Φασούλα, ο οποίος ανακάλεσε την από 1-12-2006 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου : ..... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βαρνάβα, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2590/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8155/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 15 Νοεμβρίου 2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Γεωργαντόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 8155/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου, εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό κα το οποίο ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, εφόσον συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 688/2003, 378/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο (που απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί κατ' ουσία την αγωγή του αναιρεσιβλήτου για αποζημίωσή του από αδικοπραξία του εναγομένου λόγω έκδοσης από αυτόν ακάλυπτης επιταγής), δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι 29.6.1996, όπως ειδικότερα προκύπτει από το επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο της με αριθμό ..... τραπεζικής επιταγής, ο εναγόμενος εξέδωσε την επιταγή αυτή, ποσού 1.500.000 δραχμών, επί της Εθνική Τράπεζας, σε διαταγή του ίδιου, ο οποίος μεταβίβασε αυτή δ οπισθογραφήσεως στον ενάγοντα, ο δε τελευταίος, ως νόμιμος κομιστής αυτής, την εμφάνισε νομίμως στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή στις 3.7.1996, ήτοι εμπροθέσμως, πλην δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου κατά τη σχετική βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας επ' αυτής. Σε αντίθεση, όμως, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, από το φωτοαντίγραφο της, ως άνω, επιταγής προκύπτει, ότι αυτή εκδόθηκε "σε διαταγή ........ " (δηλ. του ενάγοντος), ότι αυτός τη μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στο (μη διάδικο), ..... και ότι από τον τελευταίο εμφανίστηκε η επιταγή εμπρόθεσμα στις 3.7.1996 για πληρωμή στην Τράπεζα Εργασίας, Κατ/μα Νέας Σμύρνης και δεν πληρώθηκε. Έτσι, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραμόρφωσε το, ως άνω, αποδεικτικό έγγραφο, ήτοι την επιταγή, αποδίδοντας εσφαλμένα ως περιεχόμενό της ότι αυτή εκδόθηκε σε διαταγή του εναγομένου, ότι αυτός μεταβίβασε αυτή δ' οπισθογραφήσεως στον ενάγοντα και ότι ο τελευταίος, ως νόμιμος κομιστής της, την εμφάνισε νομίμως στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή στις 3.7.1996. Εξ αιτίας δε του τελευταίου διαγνωστικού αυτού σφάλματος (της εμφάνισης, δηλαδή, της επιταγής προς πληρωμή εκ μέρους του ενάγοντος, ως νόμιμου κομιστή αυτής) οδηγήθηκε στην κρίση, ότι αυτός νομιμοποιείτο στην άσκηση της πιο πάνω αγωγής του (ως αμέσως ζημιωθέντος από την αδικοπραξία του ενάγοντος, ως εκδότη ακάλυπτης επιταγής). Ενόψει τούτων, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 .αρ. 20 του ΚΠολΔ και γι΄ αυτό ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωκαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8155/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ