Supreme Court partially allows appeal regarding sentencing reduction, remanding for new trial on penalty calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a second-instance conviction for smuggling and forgery. While the procedural admissibility of the appeal was confirmed, the court rejected the argument that the second-instance court erred in applying sentencing reduction provisions. Consequently, the specific portion of the judgment concerning the calculation of the penalty was annulled, and the case was remanded for a new trial on this issue before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 83, 84, 85 of the Criminal Code; The second-instance court has the discretion to apply multiple mitigating circumstances to reduce the penalty, and it is not required to impose the statutory minimum when multiple reduction grounds exist, provided the sentence remains within the legal framework.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 139 / 2026 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 139 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου,Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Παναγιώτη Φιλόπουλο και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευστράτιου Παπαθανασόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια των πληρεξούσιων δικηγόρων του Αναστασίου Μανωλάκη και Θεοδοσοπούλου Γεωργίας, για αναίρεση της υπ'αριθ. .1158/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 26-3-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση με αρ. εκθ. κατ. 17/26-3-2025 αίτηση του Δ. Ν. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1158/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης με την οποία αυτός κρίθηκε ένοχος, με την πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' Π Κ και την επιπλέον αναγνωρισθείσα σε αυτόν, κατ' έφεση, ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ των αδικημάτων της λαθρεμπορίας και ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία, έχει ασκηθεί από τον ίδιο νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωσή του στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 473 παρ.3 του ΚΠοιν.Δ προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠοιν.Δ, που έλαβε χώρα στις 7-3-2025. Επομένως, η αίτηση αυτή, που περιέχει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ) και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοιν.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρα 462 παρ. 1 περ. β, 464, 466 παρ.1, 474 παρ. 1 εδ. α' και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α του ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων.
Α. 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1α και β' του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", ως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης του αναιρεσείοντος (ήδη άρθρο 174 Ν. 5222/2025), λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ'αυτής τόπο και χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο καί τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος.
Κατά δε το άρθρο 157 παρ. 1 περ. α' του ίδιου ως άνω Νόμου (ήδη άρθρο 175 παρ. 1 περ. α' Ν.5222/2025), η κατά το άρθρο 155 του παραπάνω κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Με την ως άνω διάταξη, με την οποία αποδίδεται η έννοια της ποινικής υπόστασης της λαθρεμπορίας, με τη μορφή της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 155 του Ν. 2960/2001, διαπλάθεται ένα έγκλημα σκοπού, με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, που περιγράφεται και προσδιορίζεται αναλυτικά, του οποίου όμως η αντικειμενική υπόσταση είναι "οποιαδήποτε ενέργεια".
Δηλαδή, ειδικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης, που να περιγράφει ρητά ο νόμος, δεν υπάρχουν και, συνεπώς, για την πλήρωσή της αρκεί η οποιαδήποτε ανθρώπινη συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, χωρίς κανέναν άλλον προσδιορισμό από το νόμο, χωρίς εξ αυτού του λόγου η ποινική αυτή διάταξη να προσκρούει ευθέως στην συνταγματική επιταγή του άρθρου 7 παρ. 1 εδ.
α' του Συντάγματος. Η υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος συνίσταται στο σκοπό του δράστη "να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων, δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα". Το έγκλημα της λαθρεμπορίας τελεί κατά την παρ. 2 περ.
ζ του άρθρου 155 του Ν. 2690/2001 (ήδη άρθρο 174 παρ.2 περ. ζ' Ν. 5222/2025) και αυτός που αγοράζει πωλεί η κατέχει εμπορεύματα, για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί οι προβλεπόμενοι φόροι και δασμοί, δηλαδή έχουν εισαχθεί με τρόπο που συνιστά το έγκλημα της λαθρεμπορίας. Οι τρεις παραπάνω εγκληματικές συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους σε σχέση υπαλλαγής, με αποτέλεσμα να τελείται ένα έγκλημα, εάν ο δράστης αγοράσει τα λαθρεμπορεύματα, τα κρατήσει στην κατοχή του και εν συνεχεία τα πωλήσει (ΑΠ 949/2024, ΑΠ 789/2024).
2. Στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2960/2001 Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", όπως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης του αναιρεσείοντος, ορίζεται ότι: "Η Τελωνειακή Νομοθεσία, που θεσπίζεται με τον παρόντα Κώδικα, εφαρμόζεται από τις Τελωνειακές Αρχές: α) στις εμπορικές συναλλαγές της χώρας με τρίτες χώρες, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη κοινοτική νομοθεσία, β) στα προϊόντα που υπόκεινται σε Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης" (Ε.Φ.Κ.) και γ) στα κοινοτικά ή μη εμπορεύματα που τελούν υπό ειδική τελωνειακή παρακολούθηση.
Στο τρίτο μέρος του ως άνω ν. 2960/2001, το οποίο φέρει τον τίτλο "Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης" περιλαμβάνονται τα άρθρα 53 έως 119 Α, από τα οποία τα άρθρα 54, 55, 56, 57, 59, 60, 61, 63, 64, 65, 66, 67, 68, 71, 76, 84, 106, 109, 110, 112, 113, 114, 115, 116, 118 και 119 αντικαταστάθηκαν και το άρθρο 119 Α προστέθηκε με το άρθρο 85 του ν. 3842/2010 για εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 2008/118/ΕΚ του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2008 (EE L 9/14.1.2009) "Σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης και για την κατάργηση της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ".
Ειδικότερα, στο υπό τον τίτλο "επιβολή του φόρου" άρθρο 53 του ως άνω ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3336/2005 ορίζεται ότι: "Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) στα ενεργειακά προϊόντα, στην ηλεκτρική ενέργεια, στην αλκοόλη, στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα" και στο υπό τον τίτλο "αντικείμενο του φόρου" άρθρο 54 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 1 του άρθρου 85 του ν. 3842/2010, ορίζεται ότι: "Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπόκεινται τα προϊόντα του άρθρου 53, τα οποία παράγονται ή εξορύσσονται, ανάλογα με την περίπτωση, στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη - μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας. 2.
Επί των εισαγομένων και εξαγομένων προϊόντων του άρθρου 53 εφαρμόζονται οι διατάξεις της τελωνειακής και συναφούς με τον παρόντα κώδικα νομοθεσίας". Ενεργειακά προϊόντα, τα οποία υπόκεινται στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης είναι τα περιγραφόμενα στο άρθρο 72 του ιδίου ως άνω Ν. 2960/2001 και σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 73 του ίδιου νόμου, κάθε προϊόν, το οποίο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ή διατίθεται προς πώληση ή χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων ή ως πρόσθετο ή αυξητικό του τελικού όγκου του καυσίμου κινητήρων, το οποίο φορολογείται με το συντελεστή του ισοδυνάμου καυσίμου κινητήρων.
Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 55, 56, 57 και 60 του ν. 2960/2001, όπως ίσχυαν κατά την ένδικη χρονική περίοδο (δηλαδή στις 16-1- 2017) συνάγονται σαφώς τα ακόλουθα: (α) Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπόκεινται τα προϊόντα του άρθρου 53, [στα οποία περιλαμβάνεται και κάθε προϊόν που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ή διατίθεται προς πώληση ή χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων ή ως πρόσθετο ή αυξητικό του τελικού όγκου του καυσίμου κινητήρων], τα οποία παράγονται ή εξορύσσονται ανάλογα με την περίπτωση στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας, επί δε των εισαγομένων και εξαγομένων προϊόντων του άρθρου 53 εφαρμόζονται οι διατάξεις της τελωνειακής και συναφούς με το ν. 2960/2001 νομοθεσίας (άρθρο 54 παρ. 1 και 2). (β) Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός κατά το χρόνο κατοχής των εν λόγω προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας, υπόχρεο δε για την καταβολή του φόρου αυτού, που επιβάλλεται δυνάμει των εφαρμοστέων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου ή της εθνικής νομοθεσίας, είναι και το πρόσωπο που τα κατέχει, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην κατοχή τους (άρθρο 56 παρ. 1, 2 περ.
β και 6 περ. β), (γ) Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης, όπως αυτός ισχύει κατά τη στιγμή που καθίσταται απαιτητός στο εσωτερικό της χώρας, υπόκεινται τα αναφερόμενα στο άρθρο 53 προϊόντα και στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ήδη τεθεί σε ανάλωση σε άλλο κράτος μέλος της EE, εφόσον κατέχονται για εμπορικούς σκοπούς από μη ιδιώτη στο εσωτερικό της χώρας, (άρθρο 57 παρ. 1).
Η διακίνηση των προϊόντων αυτών από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος της EE γίνεται υπό την κάλυψη του προβλεπόμενου από τον Κανονισμό (ΕΟΚ) αριθμ. 3649/1992 (EE L 369/18.12.1992) Απλουστευμένου Συνοδευτικού Διοικητικού Εγγράφου (άρθρο 57 παρ. 3). (δ) Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπόκεινται τα προϊόντα του άρθρου 53 και στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ήδη τεθεί σε ανάλωση σε άλλο κράτος μέλος, όταν αγοράζονται από πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποθηκευτή ή του εγγεγραμμένου παραλήπτη (όπως οι ορισμοί τους δίδονται στο άρθρο 55 περ.
α και θ), είναι εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας και δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα και αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικό της χώρας άμεσα ή έμμεσα από τον πωλητή ή για λογαριασμό του (άρθρο 60 παρ. 1). Στην περίπτωση αυτή ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός και καταβάλλεται κατά την παράδοση των προϊόντων στο εσωτερικό της χώρας, από τον υπόχρεο για την καταβολή του, που είναι ο πωλητής ή ο φορολογικός αντιπρόσωπος αυτού, στην περίπτωση δε που οι ως άνω δεν τηρήσουν τη συγκεκριμένη υποχρέωσή τους, υπόχρεος στην καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης καθίσταται ο παραλήπτης των προϊόντων (άρθρο 60 παρ. 3).
Με τις ως άνω, δηλαδή, εναρμονισμένες προς την Οδηγία 2008/118/ΕΚ διατάξεις του Τρίτου Μέρους του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, όπως ισχύουν κατά τη χρονική περίοδο που αφορά στην κρινόμενη υπόθεση, ορίζονται επ' ακριβώς: (α) τα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, (β) το έδαφος του κάθε κράτους μέλους και το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE), στα οποία τα προϊόντα αυτά χαρακτηρίζονται ως κοινοτικά εμπορεύματα, καθώς και οι τρίτες χώρες και τα τρίτα εδάφη, τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα των οποίων, όταν εισάγονται στην Ελλάδα, χαρακτηρίζονται ως μη κοινοτικά εμπορεύματα, (γ) η διαδικασία διακίνησης των υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, όταν αυτά εισέρχονται στην Ελλάδα προερχόμενα από το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο οποίο αυτά παρήχθησαν, (δ), ο χρόνος και ο τόπος όπου καθίσταται απαιτητός ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, όταν τα προϊόντα αυτά προέρχονται από κράτος μέλος της EE και (ε) ο εκάστοτε υπόχρεος για την καταβολή του εν λόγω φόρου, πάλι για την περίπτωση που τα εν λόγω προϊόντα εισέρχονται στο εσωτερικό της χώρας, προερχόμενα από άλλο κράτος - μέλος της EE.
3. Στο υπό τον τίτλο "Παρατυπίες κατά τη διακίνηση των υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση" άρθρο 119 του ν. 2960/2001, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 27 του άρθρου 85 του ν. 3842/2010 και πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του ν. 4955/2022, ορίζονται τα εξής: "1. Σε περίπτωση που διαπραχθεί παρατυπία κατά τη διάρκεια διακίνησης προϊόντων υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφος 1 ή το άρθρο 60 παράγραφος 1, σε κράτος- μέλος άλλο από το κράτος- μέλος στο οποίο τέθηκαν σε ανάλωση, τα προϊόντα υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, ο οποίος καθίσταται απαιτητός στο κράτος - μέλος όπου διαπράχθηκε η παρατυπία.
Σε περίπτωση που η παρατυπία διαπραχθεί στο εσωτερικό της χώρας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός στο εσωτερικό της χώρας. 2. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παρατυπία στο εσωτερικό της χώρας κατά τη διάρκεια της διακίνησης υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση σε άλλο κράτος- μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφος 1 ή το άρθρο 60 παράγραφος 1, και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο τόπος στον οποίο διαπράχθηκε η παρατυπία, αυτή θεωρείται ότι διαπράχθηκε και ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός στο εσωτερικό της χώρας.
Ωστόσο, εάν το κράτος-μέλος όπου πράγματι διαπράχθηκε η παρατυπία εξακριβωθεί πριν από τη λήξη τριετούς περιόδου από την ημερομηνία απόκτησης των υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, εφαρμόζονται οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1.
3. Τον ειδικό φόρο κατανάλωσης υποχρεούται να καταβάλει το πρόσωπο που εγγυήθηκε την καταβολή του, σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφος 7 περίπτωση α' ή το άρθρο 60 παράγραφος 4 περίπτωση α', καθώς και οποιοδήποτε πρόσωπο συμμετείχε στην παρατυπία, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 119Α. [...].
4. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως "παρατυπία" νοείται η κατάσταση που δημιουργείται κατά τη διάρκεια διακίνησης υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, βάσει του άρθρου 57 παράγραφος 1 ή του άρθρου 60 παράγραφος 1, η οποία δεν καλύπτεται από το άρθρο 61 (που σημειωτέον αναφέρεται σε καταστροφές και απώλειες υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων που έχουν τεθεί σε ανάλωση στο έδαφος ενός κράτους μέλους κατά τη μεταφορά τους στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το κράτος μέλος στο οποίο τέθηκαν σε ανάλωση), και λόγω της οποίας δεν περατώθηκε με κανονικό τρόπο μια διακίνηση ή μέρος μιας διακίνησης προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης." 4.
Στις παραγράφους 1 και 3 του υπό τον τίτλο "Παραβάσεις - Κυρώσεις" άρθρου 119 Α του ίδιου ν. 2960/2001, που προστέθηκε με την παρ. 28 του άρθρου 85 του ν. 3842/2010, όπως η παρ.1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 παρ. 6 του ν. 3943/2011 ορίζεται ότι : 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του τρίτου μέρους του παρόντος Κώδικα χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα και επισύρει πρόστιμο από πεντακόσια (500) ευρώ μέχρι δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για κάθε παράβαση, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη συχνότητά της.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα ελάχιστα όρια του προστίμου που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο. Με όμοια απόφαση μπορεί οι απλές τελωνειακές παραβάσεις να κατατάσσονται σε κατηγορίες ανάλογα με τη σοβαρότητά τους και να προσδιορίζεται ειδικότερα το ύψος του προστίμου μέσα στα όρια που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο. 2.
Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντος Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικούς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα [αντίστοιχη η νέα διάταξη του άρθρου 131 Νέου Τελωνειακού Κώδικα (ν. 5222/2025)].
Από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 119 και 119 Α παρ. 1 και 2 του ν. 2960/2001, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης; σαφώς συνάγεται ότι η κατά το άρθρο 119 παρ. 4 του ν. 2960/2001 "παρατυπία", δηλαδή η κατάσταση που δημιουργείται κατά τη διάρκεια διακίνησης των υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, βάσει των παραπάνω αναφερόμενων άρθρων 57 παρ. 1 ή 60 παρ. 1 του ν. 2960/2001, όταν η διακίνηση των προϊόντων αυτών δεν περατώνεται με κανονικό τρόπο, εφόσον διαπράττεται στο εσωτερικό της χώρας με σκοπό τη μη καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης, δεν συνιστά απλή τελωνειακή παράβαση, αλλά, αντίθετα, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα.
Η διάταξη, δηλαδή, της παρ. 2 του άρθρου 113 Α του ν. 2960/2001 (ως προς την κυρωτική πλαισίωση των παραβάσεων σε σχέση με τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και όχι για να καθορίσει την νομοτυπική περιγραφή τους) ευθέως παραπέμπει στην εφαρμογή του άρθρου 157 του ίδιου νόμου, που ορίζει την ποινική τιμωρία που προβλέπονται για τη λαθρεμπορία, εκείνου του προσώπου, το οποίο, με σκοπό τη μη καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης, διαπράττει την κατά το άρθρο 119 παρ. 1 και 4 "παρατυπία" στο εσωτερικό της χώρας κατά τη διάρκεια της διακίνησης των υποκείμενων στον ειδικό αυτό φόρο κατανάλωσης προϊόντων, τα οποία έχουν ήδη τεθεί σε ανάλωση (παραχθεί) σε άλλο κράτος -μέλος, όταν αυτά (α) κατέχονται για εμπορικούς σκοπούς στο εσωτερικό της χώρας (άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 2960/2001), ή (β) αγοράζονται από πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του εγκεκριμένου αποθηκευτή ή του εγγεγραμμένου παραλήπτη, είναι εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας και δεν ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα και αποστέλλονται ή μεταφέρονται στο εσωτερικό της χώρας άμεσα ή έμμεσα από τον πωλητή ή για λογαριασμό του (άρθρο 60 παρ. 1 του ν. 2960/2001).
Ενόψει αυτών, και σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2960/2001 όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης) που παρατίθενται στις παραπάνω νομικές σκέψεις, στις περιπτώσεις που διαπράττεται παρατυπία, (όπως αυτή ορίζεται στην παρατεθείσα παράγραφο 4 του άρθρου 119 του ν. 2960/2001) κατά τη διάρκεια διακίνησης προϊόντων υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης σύμφωνα με το άρθρο 57 παρ. 1 η το άρθρο 60 παρ. 1 από το κράτος - μέλος στο οποίο τα προϊόντα αυτά τέθηκαν σε ανάλωση, στο εσωτερικό της χώρας, εφόσον η παρατυπία αυτή διαπράττεται με σκοπό την μη καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης και των λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζεται εκ του νόμου (άρθρο 119 Α παρ. 2) ως λαθρεμπορία και τιμωρείται ποινικώς κατά τις διατάξεις του άρθρου 157 του ίδιου Κώδικα (Ολ ΑΠ 4/2025).
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), η οποία είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' του παλαιού Ποινικού Κώδικα, που ίσχυσε μέχρι την 30η- 6-2019, αφού με αυτή απειλείται πλέον για την πλαστογραφία ,σε βαθμό πλημμελήματος, ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο, και, συνεπώς, είναι εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση, κατ' άρ. 2 παρ.1 του ΠΚ, " όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή".
Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του θεσπιζόμενου μ' αυτήν εγκλήματος, το οποίο είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
γ' του ΠΚ), από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και, περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Έτσι, εκτός από το σκοπό παραπλάνησης που πρέπει να έχει ο δράστης και μπορεί να αφορά τον παραπλανώμενο ή τρίτο, απαιτείται επιπλέον το πλαστό έγγραφο να μπορεί αντικειμενικά με τη χρήση του να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να είναι πρόσφορο να παράγει έννομες συνέπειες, ενώ η επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου δεν αποτελεί στοιχείο του άνω εγκλήματος (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 581/2021, ΑΠ 1364/2020,ΑΠ 1491/2019) και τούτο, διότι η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάθεται στο νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτή, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ ΑΠ 3/2008, ΑΠ 616/2023, ΑΠ 814/2022).
Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α' του προϊσχύσαντος ΠΚ, βάσει του οποίου ασκήθηκε η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος, ήδη άρθ. 46 παρ. 1 α' του ισχύοντος ΠΚ, "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικά μεν : α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, με την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κ.λ.π. , χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται περαιτέρω σε τι συνίστανται οι προτροπές, παραινέσεις, πειθώ ή φορτικότητα κλπ.
που τυχόν χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής κατά την αντικειμενική της υπόσταση, μη απαιτουμένου να διαπράξει αυτή και κατά την υποκειμενική της υπόσταση και τούτο, διότι, κατά το άρθρο 48 του ΠΚ, το αξιόποινο του ηθικού αυτουργού είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αφού ο τελευταίος αρκεί να τελέσει την πράξη μόνον κατά την αντικειμενική της υπόσταση ,και όχι και κατά την υποκειμενική της υπόσταση, λόγω έλλειψης δόλου από μέρους του, όπως όταν παραπλανήθηκε στο να τελέσει την πράξη.
Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή συνειδητή και ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 1483/2023, ΑΠ 1276/2023, ΑΠ 616/2023, ΑΠ 210/2022, ΑΠ 279/2022, ΑΠ 981/2020).
Δ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής, υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, όπως συμβαίνει στα εδώ εξεταζόμενα εγκλήματα της λαθρεμπορίας και της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία, στα οποία αξιώνεται περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος), στη μεν λαθρεμπορία να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από τους υπ' αυτών εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, στη δε ηθική αυτουργία στην πλαστογραφία να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες (ΑΠ 397/2025, ΑΠ 789/2024, ΑΠ 1483/2023).
Ε. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΕΛ του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Εχ του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 880/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώστηκαν και απολογίες των κατηγορουμένων) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα επί λέξει: "Ο πρώτος κατηγορούμενος ήδη από το 1992 έχει ιδρύσει την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΒΕΛΒΑ Ανώνυμος Εμπορική Βιοτεχνική Εταιρεία - Χημικά Προϊόντα" και τον διακριτικό τίτλο "VELVA Α.Ε.", της οποίας η έδρα και οι εγκαταστάσεις βρίσκονται στη ΒΙ.ΠΕ.
Νεοχωρούδας Θεσσαλονίκης και αντικείμενο της είναι η παραγωγή και εμπορία χημικών προϊόντων. Νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής είναι ο πρώτος κατηγορούμενος (βλ. σχετική ανακοίνωση σε ΦΕΚ 8499/10.8.2012, τ. Α.Ε. και ΕΠΕ, που καταλαμβάνει το χρονικό διάστημα από 13.7.2012 μέχρι 13.7.2017) ενώ το σύνολο των μετοχών της έχουν πλέον μεταβιβαστεί στα τέκνα του Γ.
Ν. και Μ. Ν. (δεύτερη κατηγορουμένη). Στις 16.1.2017 η ως άνω εταιρία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, εισήγαγε από την Βουλγαρία ποσότητα (20.240 Kg η 27.113,20 It) διαλυτικού χρωμάτων [με την εμπορική περιγραφή- ονομασία: "INSA HIGH TEST", όπως αυτή αναγράφεται στο με αριθμό ....2017 τιμολόγιο - αξίας 14.370,40 ευρώ, με φερόμενη ως εκδότρια την βουλγαρική εταιρία "INSA LTD" (αριθ.
VAT ...) και παραλήπτρια, σύμφωνα με το σχετικό τιμολόγιο και την παρακάτω φορτωτική (CMR), την προαναφερόμενη εταιρία (ΒΕΛΒΑ ΑΕΒΕ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ με VAT- ΑΦΜ - ... που εδρεύει στη ΒΙΠΕ ΝΕΟΧΩΡΟΥΔΑΣ)], κατά δήλωση δασμολογικού κωδικού ... "Διαλυτικά αραιωτικά οργανικά μείγματα", μη υποκείμενου ως εκ τούτου σε ΕΦΚ, εφόσον δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο κινητήρων ή ως πρόσθετο ή αυξητικό του τελικού όγκου του καυσίμου κινητήρων.
Σημειώνεται ότι κατόπιν χημικής ανάλυσης, διαπιστώθηκε ότι το μεταφερόμενο εμπόρευμα ήταν: "μίγμα ελαφρών λαδιών πετρελαίου, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη βιομηχανία χρωμάτων ή και για μη νόμιμες χρήσεις (νόθευση καυσίμων, καύσιμα κινητήρων κ.λ.π.). Κατά την εν λόγω ενδοκοινοτική διακίνηση του εμπορεύματος, για τη χρήση που αυτό δηλώθηκε κατά τον πιο πάνω δασμολογικό κωδικό δεν θεωρείται ενεργειακό προϊόν (άρθρο 72 του Ν 2960/01/ΕΤΚ) και δεν υπόκειται σε ΕΦΚ, εφόσον όμως δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο κινητήρων ή ως πρόσθετο ή αυξητικό του τελικού όγκου του καυσίμου κινητήρων.
Εάν όμως το εν λόγω προϊόν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο κινητήρων ή ως πρόσθετο ή αυξητικό του τελικού όγκου του καυσίμου κινητήρων τότε υπόκειται σε τέτοιο ΕΦΚ (άρθρο 73 παρ. 5 του ΝΙ.2960/2001), σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη. Λόγω του ότι κατά την εισαγωγή του εμπορεύματος από τον τελωνειακό σταθμό Προμαχώνα Σερρών (με φερόμενη ως πωλήτρια την βουλγαρική εταιρία INSA LTD) στα σχετικά έγγραφα αναφέρονταν στοιχεία προσώπων εμπλεκόμενων σε λαθρεμπορία καυσίμων ενώ καί το συγκεκριμένο προϊόν χρησιμοποιείται συχνά για τη νόθευση καυσίμων κίνησης, ενεργοποιήθηκε το ενδιαφέρον της αρμόδιας ελεγκτικής υπηρεσίας (ΕΛ.Υ.Τ.
Θεσσαλονίκης)-εκ των υστέρων διενέργειας ελέγχου στην εταιρία ΒΕΛΒΑ ΑΕΒΕ-, ώστε να διαπιστωθεί αν πράγματι η ως άνω ποσότητα χρησιμοποιήθηκε κατά τον προορισμό της (κατασκευή διαλυτικών υγρών με διάθεσή τους σε αντίστοιχες επιχειρήσεις, όπως χρωματοπωλεία, βαφεία αυτοκινήτων κλπ.) ή όχι. Ειδικότερα σύμφωνα με την από 16-01-17 διεθνή φορτωτική (CMR "copy for sender"), η μεταφορά πραγματοποιήθηκε οδικώς με το αριθ.
κυκλ. ... φορτηγό αυτοκίνητο της βουλγαρικής μεταφορικής εταιρείας TRANS INS 2015 LTD - VAT (ΑΦΜ): ... Κατά την εισαγωγή του εμπορεύματος στον τελωνειακό σταθμό του Προμαχώνα Σερρών έγινε έλεγχος στο προαναφερόμενο φορτηγό βουλγαρικής εταιρίας, που μετέφερε το εν λόγω εμπόρευμα. Στις επιδείχθείσες στο τελωνείο Σερρών έγγραφες "Δηλώσεις Παραλαβής" των εμπορευμάτων (στη βουλγαρική και στην αγγλική γλώσσα: "Appendix" 6 και 8 /INSA HIGH TEST), παραλήπτης αναγράφονταν άλλος από την εταιρία ΒΕΛΒΑ ΑΕΒΕ και συγκεκριμένα ο Μ.
Α. του Γ., με έδρα της επιχείρησής του στην Κ. Αχαία, ΑΦΜ ... και δηλούμενη δραστηριότητα "χονδρικό εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων", εμπλεκόμενος σε υπόθεση λαθρεμπορίας καυσίμων (προϊόν ίδιας σύνθεσης κα" δασμολογικής κλάσης με το μεταφερόμενο).
Εξάλλου και στο προαναφερόμενο τιμολόγιο (Invoice No. .../2017) με φερόμενη ως εκδότρια την INSA EOOD, διαπιστώθηκε ότι στη θέση "Buyer" (Αγοραστής), όπου και τα στοιχεία της VELVA ΑΕ, αναγράφεται άλλο ΑΦΜ και συγκεκριμένα το: ..., που ανήκει στην ατομική επιχείρηση ..., η οποία ελέγχθηκε από την Ελεγκτική Υπηρεσία Τελωνείων (ΕΛ.Υ.Τ.) Θεσσαλονίκης, για παραλαβές ίδιου εμπορεύματος και ότι στη δηλωθείσα έδρα (Ασπρόγια Ν.
Παγασαί Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ) δεν βρέθηκε ούτε επιχείρηση, ούτε και ο "επιτηδευματίας" (βλ. σελ. 2-4 της από 5.6.2019 έκθεσης ελέγχου-πορισματικής αναφοράς της ΕΛ.Υ.Τ. Θεσσαλονίκης). Το φορτηγό και το μεταφερόμενο εμπόρευμα ακινητοποιήθηκαν και δεσμεύτηκαν προσωρινώς (στα πλαίσια του άρθρου 164 παρ. 2 Ν. 2960/2001), ενώ στη συνέχεια παραδόθηκε στην εταιρία ΒΕΛΒΑ ΑΕΒΕ, υπό τον όρο της μεσεγγύησης και θεματοφυλακής του νόμιμου εκπροσώπου της.
Εν τέλει, το Τελωνείο Σερρών, λαμβάνοντας υπόψη τις έγγραφες εξηγήσεις της εταιρίας ΒΕΛΒΑ ΑΕΒΕ, καθώς και τα προσκομισθέντα έγγραφα, προέβη την 23.2.2017 σε αποδέσμευση του εμπορεύματος και άρση της μεσεγγύησης και θεματοφυλακής, προκειμένου να διατεθεί νομίμως στην εσωτερική κατανάλωση από την εν λόγω εταιρία, καθώς από τα στοιχεία του ελέγχου του, εξέλιπε ο λόγος της αρχικής δέσμευσής του.
Μεταξύ των εγγράφων που είχαν προσκομιστεί στο τελωνείο Σερρών -πέραν των νέων διορθωμένων δηλώσεων παραλαβής του εμπορεύματος στο όνομα της VELVA ΑΕ και του αποδεικτικού πληρωμής του εν λόγω προϊόντος μέσω της ALPHA τράπεζας ΑΕ,- ήταν και η από 17.1.2017 επιστολή παροχής διευκρινήσεων του πρώτου" κατηγορούμενου ως πρόεδρου, διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπρόσωπου της εταιρίας ΒΕΛΒΑ ΑΕΒΕ ΧΗΜΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ, σύμφωνα με τις οποίες, όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, "το προϊόν INSA HIGH TEST θα αποθηκεύονταν σε μία από τις δεξαμενές που διαθέτει η εταιρία, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη μίξη του με άλλους διαλύτες για την παρασκευή ενός τελικού προϊόντος, προς διάθεση στην αγορά ως μέσο καθαρισμού εργαλείων βαφής χρωμάτων" (βλ.
σελ. 3 της από 5.6.2019 έκθεσης ελέγχου- πορισματικής αναφοράς της ΕΛ.Υ.Τ. Θεσσαλονίκης). Πλην όμως, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, ο πρώτος κατηγορούμενος με την προαναφερθείσα ιδιότητά του δεν έπραξε αυτό που δήλωσε στο τελωνείο Σερρών. Κατόπιν δε ελέγχου από την Ελεγκτική Υπηρεσία Τελωνείων (ΕΛ.Υ.Τ.) Θεσσαλονίκης, που πραγματοποιήθηκε την 9.5.2017 στις εγκαταστάσεις της "ΒΕΛΒΑ Α.Ε.ΒΕ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" στη ΒΙΠΕ Νεοχωρούδας χωρίς την παρουσία του πρώτου κατηγορουμένου (που απούσιαζε λόγω ασθένειας) και με την παρουσία εκ μέρους της επιχείρησης της δεύτερης κατηγορουμένης αλλά και του λογιστή της εταιρίας, επιδείχθηκε στους ελεγκτές ως δικαιολογητικό για την αγορά της ανωτέρω ποσότητας το με αριθ. ....2017 τιμολόγιο της εταιρείας "INSA LTD", που ήταν πλαστό (όπως προέκυψε από την αντιπαραβολή με άλλο γνήσιο τιμολόγιο της ίδιας εταιρίας σε συναλλαγή της με την "ΒΕΛΒΑ Α.Ε." το έτος 2015 αλλά και από το ότι κατόπιν συνδρομής των βουλγαρικών αρχών διαπιστώθηκε ότι η εταιρία αυτή δεν είχε καταχωρημένες συναλλαγές με την "ΒΕΛΒΑ Α.Ε." κατά τον Ιανουάριο του 2017 και δεν είχε συναλλαχθεί με αυτήν για την επίδικη ποσότητα) και βάσει του οποίου η ως άνω ποσότητα είχε αγοραστεί αντί τιμήματος 14.370,40 ευρώ.
Κατά τον έλεγχο αυτό (9.5.2017) προσκομίστηκαν το με αριθ. ...-2017 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής εκδόσεως VELVA SA αξίας 15.180 ευρώ και η ανάριθμη Φορτωτική με ημερομηνία 16.3.2017, σύμφωνα με τα οποία, η ποσότητα των 20.240 κιλών φέρεται ότι απεστάλη, χωρίς να υποστεί κάποια ανάμειξη, ως "SOLVENT VELSOL150", στην εταιρία UNITED COMM LTD στη Βουλγαρία.
Περαιτέρω, στις 23.5.2017 ο ν πρώτος κατηγορούμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητά του υπέβαλε στην ΕΛ.Υ.Τ. Θεσσαλονίκης διευκρινιστική επιστολή στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε επί λέξει ότι "...Το προϊόν INSA HIGH TEST είναι διαλυτικό το οποίο παρασκευάζεται με τη χρήση ποσότητας 65% Διαλύτη νάφθα (πετρελαίου) ελαφρό αλειφατικό και 35%Αιθανόλη.
Το συγκεκριμένο διαλυτικό χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από την εταιρία μου το Μάιο του 2015 για την παρασκευή διαλυτικού, αντικαθιστώντας την ποσότητα Τολουολίου και Μεθανόλης. Η προσθήκη Ακετόνης στην ανάλογη ποσότητα, για την ολοκλήρωση του συγκεκριμένου διαλυτικού, έγινε στην παραγωγική μονάδα της εταιρίας.
Έκτοτε, δεν έγινε άλλη εισαγωγή του προϊόντος INSA HIGH TEST, καθώς η αύξηση της τιμής του κατέστησε ασύμφορη την αγορά του. Τον Ιανουάριο του 2017, επισκέφθηκα την εταιρία INSA LTD και παίρνοντας μία καλή τιμή για το συγκεκριμένο προϊόν, έκανα την παραγγελία των 20.240 kg. Κατά τη διαμονή μου στη Βουλγαρία, επισκέφθηκα την εταιρεία UNITED COMM LTD, όπου και έδωσα ένα δείγμα του προϊόντος INS A HIGH TEST που είχα πάρει από την εταιρία.
Στις αρχές Μαΐου, η εταιρία UNITED COMM LTD επικοινώνησε μαζί μου και μου ζήτησε ένα βυτίο (24.000kg) από συγκεκριμένο προϊόν. Ενημέρωσα για τη μέγιστη ποσότητα με την οποία μπορούσα άμεσα να τους εξυπηρετήσω (20.240kg) και ολοκληρώθηκε η παραγγελία. Στις 16-03-2016, έστειλα όλο το προϊόν. Θεώρησα πιο συμφέρουσα την άμεση πώληση όλης της ποσότητας καθότι το κεφάλαιο που διέθεσα θα ρευστοποιούνταν πιο γρήγορα.
Επιπλέον, εξέδωσα καινούργιο πιστοποιητικό δεδομένων ασφαλείας με την ονομασία VELSOL150, καθότι δεν ήθελα ο πελάτης μου να γνωρίζει την εταιρία από την οποία προμηθεύτηκα το προϊόν INSA HIGH TEST" (βλ. σελίδα 5 της από 5.6.2019 έκθεσης ελέγχου-πορισματικής αναφοράς της ΕΛ.Υ.Τ Θεσσαλονίκης). Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η ποσότητα αυτή δεν διατέθηκε τελικά στο εσωτερικό της χώρας ως διαλυτικό χρωμάτων, αλλά πωλήθηκε την 16.3.2017 σε άλλη βουλγαρική εταιρία με την επωνυμία "UNITED COMM LTD" αντί τιμήματος 15.180 ευρώ (το τίμημα δε αυτό μέχρι την ημερομηνία του ελέγχου (9.5.2017) δεν φαίνονταν να έχει πληρωθεί, αλλά προσκομίστηκε στην αρμόδια υπηρεσία με την προαναφερόμενη από 23.5.2017 απαντητική επιστολή του κατηγορουμένου έγγραφο της "Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε.", με το οποίο φαίνονταν να πληρώθηκε μέσω εμβάσματος στις 22.5.2017 από πρόσωπο με τα στοιχεία V.
S. και όχι από την ως άνω φερόμενη ως αγοράστρια εταιρία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν από ....2017 μέχρι ....2017 ο I. B. και από ....2017 μέχρι ....2017 η N. S.
Εξάλλου και η μάρτυρας κατηγορίας Ζ. Ν. κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι μετά από έλεγχο που έγινε αναφορικά με το πρόσωπο που κατέθεσε το ποσό των 15.180 ευρώ στην ΒΕΛΒΑ Α.Ε." δεν προέκυψε ότι είχε σχέση με την αγοράστρια εταιρία "UNITED COMM LTD". Επίσης, με βάση όσα προέκυψαν και από τη συνεργασία της πιο πάνω ελεγκτικής υπηρεσίας (ΕΛ.Υ.Τ. Θεσσαλονίκης) με τις βουλγαρικές τελωνειακές αρχές η εταιρία "UNITED COMM LTD" ήταν μεν υπαρκτή αλλά δεν είχε ενεργό λειτουργία και δεν είχε καταχωρήσει οποιαδήποτε συναλλαγή με την "ΒΕΛΒΑ Α.Ε." τόσο τον Μάρτιο του 2017, όσο και κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο έως και Ιούνιο 2017.
Περαιτέρω, το φορτηγό (με αριθ κυκλοφορίας ...), με το οποίο φέρεται να έγινε η μεταφορά προς αυτήν (UNITED COMM LTD) της φερόμενης ως πωληθείσας ποσότητας, εισήλθε μετά την φερόμενη φόρτωση (την 16.3.2017) κενό φορτίου στη Βουλγαρία την 18.3.2017 και όχι την ίδια ημέρα της φερόμενης φόρτωσης ή την επομένη ημέρα (17.3.2017), ενώ και η εταιρία με την επωνυμία "TRANS INS 2015 EOOD", που φέρονταν να έχει αναλάβει την εν λόγω μεταφορά ήταν ανύπαρκτη (βλ.
ιδίως σελ.6, 8 και 10 της πορισματικής αναφοράς της ΕΛ.Υ.Τ Θεσσαλονίκης). Από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος την 16.1.2017, με πρόθεση προέβη σε ενέργειες που αποσκοπούσαν να στερήσουν από το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος, και συγκεκριμένα ως πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΕΛΒΑ ΑΕΒΕ ΧΗΜΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ", εισήγαγε από την Βουλγαρία από άγνωστο πωλητή - για να την διαθέσει σε άγνωστους αποδέκτες στην Ελλάδα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο κινητήρων (ανάμιξη με βενζίνη) προϊόν, που, όπως προαναφέρθηκε, υπόκειται σε ΕΦΚ-αγόρασε, παρέλαβε, κατείχε ποσότητα 20.240 κιλών (27.113,20 λίτρων) χημικού προϊόντος διαλυτικού χρωμάτων κατά δήλωση (δασμολογικού κωδικού 38.14.00.90, "Διαλυτικά και αραιωτικά οργανικά μείγματα), μη υποκείμενου ως εκ τούτου σε ΕΦΚ, εφόσον δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο κινητήρων ή ως πρόσθετο ή αυξητικό του τελικού όγκου του καυσίμου κινητήρων, την οποία ποσότητα (όπως προέκυψε κατά τον χρόνο ελέγχου) ακολούθως με την ως άνω ιδιότητά του, διακίνησε και διέθεσε σε άγνωστους αποδέκτες στην Ελλάδα για να χρησιμοποιηθεί μη νόμιμα ως καύσιμο κινητήρων (ανάμιξη με βενζίνη), το οποίο φορολογείται με το συντελεστή του ισοδυνάμου καυσίμου κινητήρων, καθώς ως τέτοιο προϊόν, όπως προαναφέρθηκε, υπόκειται σε ΕΦΚ-ουδέποτε δε την επανεξήγαγε στην Βουλγαρία, όπως ο πρώτος κατηγορούμενος αβάσιμα ισχυρίζεται, ούτε και την μεταποίησε διαθέτοντάς τη στη συνέχεια κατά τον προορισμό της στη λιανική αγορά, σύμφωνα με τις διευκρινήσεις που είχε δώσει ο πρώτος κατηγορούμενος στο τελωνείο Σερρών για τη χρήση του και αναφέρθηκε ανωτέρω- με σκοπό την αποφυγή καταβολής των αναλογουσών επιβαρύνσεων, σε βάρος των εσόδων του ελληνικού δημοσίου, -δίχως να έχουν τηρηθεί ως προς την ποσότητα αυτή οι διατυπώσεις που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του ΕΤΚ-, το δε Ελληνικό Δημόσιο να απωλέσει έσοδα από δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις εκτιμώμενα στο ποσό των 26.663,73 ευρώ.
Για τις προαναφερόμενες ενέργειες του ως άνω πρώτου κατηγορουμένου με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, γίνεται ρητή αναφορά στην από 5.6.2019 έκθεση ελέγχου -πορισματική αναφορά της ΕΛΥ.Τ Θεσσαλονίκης της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων & ΕΦΚ της ΑΑΔΕ, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, ενώ κατέθεσαν για τα ανωτέρω γεγονότα οι μάρτυρες κατηγορίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Χ.
Χ. του Ο. (υπάλληλος της ΕΛΥ.Τ Θεσσαλονίκης) και Ζ. Ν. του Θ. (διενεργήσασα τον έλεγχο υπάλληλος της ΕΛΥ.Τ Θεσσαλονίκης), όπως και η τελευταία μάρτυρας στο Δικαστήριο τούτο. Η κρίση του Δικαστηρίου αυτού δεν αναιρείται από το ότι στην από 5.6.2019 έκθεση ελέγχου - πορισματική αναφορά της ΕΛΥ.Τ Θεσσαλονίκης αναφέρεται ότι η αξία των εμπορευμάτων, συνολικού ποσού 14.370,40 ευρώ, εξοφλήθηκε από την "ΒΕΛΒΑ Α.Ε." προς την INSA LTD μέσω της τράπεζας ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ (διακανονισμός και SWIFT με ημερομηνία ....2017), διότι, όπως κατέθεσε με βεβαιότητα η μάρτυρας κατηγορίας στο Δικαστήριο αυτό, η εξόφληση ήταν απαιτούμενο έγγραφο για την αποδέσμευση του εμπορεύματος από το τελωνείο Σερρών, όπως προαναφέρθηκε, ούτε αναιρείται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ούτε από την απολογία του κατηγορουμένου.
Επομένως, πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την αποδιδόμενη σε αυτόν πρώτη πράξη του κατηγορητηρίου καθώς στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού, όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας. Δεν συντρέχει περίπτωση μεταβολής της κατηγορίας σε απλή συνέργεια σε λαθρεμπορία και ο σχετικός ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος με την πιο πάνω ιδιότητα του χρησιμοποίησε για τη δικαιολόγηση της εισαγωγής του διαλυτικού υγρού στην Ελλάδα πλαστό τιμολόγιο, δήθεν προερχόμενο από τη βουλγαρική εταιρία με την επωνυμία "INSA LTD", με υπογραφή που αποτελούσε απομίμηση αυτής του νόμιμου εκπρόσωπου της εταιρίας και το οποίο σαφώς συντάχθηκε από άγνωστο πρόσωπο κατ' εντολή του πρώτου κατηγορουμένου και μετά από παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα του τελευταίου για την τέλεση της πλαστογραφίας του εν λόγω τιμολογίου. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος της δεύτερης πράξης που του αποδίδεται, καθώς στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας... Βάσει των προεκτεθέντων πρέπει: α) να κηρυχθεί ένοχος ο 1ος κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, να του αναγνωρισθεί ωστόσο, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 470 Κ.Π.Δ., με την οποία καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, εφόσον είχε ήδη αναγνωρισθεί, ως ευεργέτημα υπέρ αυτού, πρωτοδίκως, με βάση την εκκαλούμενη απόφαση...η προβλεπόμενη εκ του άρθρου 84 παρ.2 περ. α' ελαφρυντική περίσταση, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό...".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των αξιόποινων πράξεων της λαθρεμπορίας και της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και, αφού διατήρησε την πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα σε αυτόν ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ 2α' Π Κ και του αναγνώρισε επιπλέον και την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε' ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό, ήτοι του ότι: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Ν., στη ΒΙ.ΠΕ. Νεοχωρούδας Θεσσαλονίκης κατά τους κατωτέρω χρόνους, τέλεσε τις εξής αξιόποινες πράξεις:
Ι. Την 16-1-2017, με πρόθεση προέβη σε ενέργειες που αποσκοπούσαν να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος και συγκεκριμένα αγόρασε και κατείχε εμπορεύματα, τα οποία εισήχθησαν στο τελωνειακό έδαφος της χώρας κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας.
Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρόνο ο πρώτος κατηγορούμενος ως πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στη ΒΙ.ΠΕ. Νεοχωρούδας Θεσσαλονίκης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΕΛΒΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΧΗΜΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ" αγόρασε και παρέλαβε, δυνάμει του περιγραφομένου στο υπό στοιχείο (Β) του παρόντος πλαστού υπ' αριθμ. ...-2017 τιμολογίου (INVOICE), από άγνωστο πωλητή στη Βουλγαρία 20.240 κιλά (27.113,20 λίτρα) χημικού προϊόντος, διαλυτικού χρωμάτων κατά δήλωση (δασμολογικού κωδικού: ... "Διαλυτικά αραιωτικά οργανικά μείγματα), μη υποκείμενου ως εκ τούτου σε ΕΦΚ, εφόσον δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο κινητήρων ή ως πρόσθετο ή αυξητικό του τελικού όγκου των καυσίμων των κινητήρων, το οποίο ακολούθως διακίνησε στο εσωτερικό και διέθεσε σε παραλήπτη αγνώστων στοιχείων, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί μη νόμιμα ως καύσιμο κινητήρων (ανάμειξη με βενζίνη), το οποίο φορολογείται με τον συντελεστή του ισοδυνάμου καυσίμου κινητήρων, με σκοπό την αποφυγή καταβολής των αναλογουσών επιβαρύνσεων σε βάρος των εσόδων του Ελληνικού Δημοσίου.
Η δε αξία των διαφυγόντων δασμών και λοιπών φόρων για την ως άνω ποσότητα διαλυτικού χρωμάτων που χρησιμοποιήθηκε ως καύσιμο κινητήρων ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 26.663,73 ευρώ.
ΙΙ. Την 16-1-2017 πραγμάτωσε τα στοιχεία της περιγραφόμενης στο νόμο αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο με φραστικές προτροπές, πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε σε άγνωστο δράστη, η ταυτότητα του οποίου δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί κατά την προδικασία, την απόφαση να καταρτίσει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα να καταρτίσει το υπ' αριθμ. ...-2017 τιμολόγιο (INVOICE), στο οποίο αναγράφονταν ως εκδότης η εδρεύουσα στο RAKOVSKI Βουλγαρίας εταιρία με την επωνυμία "INSA LTD", ως αγοραστής η εκπροσωπούμενη από τον πρώτο κατηγορούμενο εταιρία με την επωνυμία "ΒΕΛΒΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΧΗΜΙΚΑ ΠΡΟΪΌΝΤΑ", ως εμπόρευμα 20.240 Kg χημικού διαλυτικού με την εμπορική περιγραφή "INSA HIGH TEST" και ως τίμημα το ποσό των 14.370 ευρώ, θέτοντας (ο άγνωστος δράστης) στη θέση όπου προορίζεται να υπογράφει ο εκδότης του τιμολογίου, μία υπογραφή κατ' ελεύθερη απομίμηση της υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρίας με την επωνυμία "INSA LTD", χωρίς τη συναίνεση, τη γνώση και την εντολή του τελευταίου, ώστε να διαλαμβάνεται ότι δήθεν η αμέσως ανωτέρω εταιρία εξέδωσε καθ' όλους τους τύπους νόμιμα το ανωτέρω τιμολόγιο και ότι έλαβε χώρα η περιγραφόμενη σ' αυτό συναλλαγή.".
Με τις παραδοχές αυτές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό και με όσα αναφέρονται στο διατακτικό, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 12, 13γ, 14, 18, 26 εδ.α, 27, 46 παρ.1, 51, 53, 57, 79, 84 παρ. 2α και ε', 85, 94, 216 παρ.1 ΠΚ (όπως η τελευταία ισχύει μετά το Ν.4619/2019 ως ηπιότερη για τον κατηγορούμενο), 53, 54, 56, 73, 119Α παρ.2, 142 παρ.2, 155 παρ. 1β, 2 εδ.
ζ, 157 παρ.1α, 158, 160, 164, 165, 172, 174 Ν.2960/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα: 1) όσον αφορά την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για την πράξη της λαθρεμπορίας, για την οποία καταδικάστηκε, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής υπόστασης του ανωτέρω αδικήματος, και συγκεκριμένα ότι:
α) ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων υπό την ιδιότητα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της αναφερόμενης ως παραλήπτριας, στο κατωτέρω (πλαστό) τιμολόγιο πώλησης, ανώνυμης εταιρείας, αγόρασε και παρέλαβε, στον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, την αναφερόμενη ποσότητα χημικού προϊόντος από άγνωστο πωλητή στη Βουλγαρία.
β) την αναφερόμενη ποσότητα χημικού προϊόντος ο κατηγορούμενος, με την παραπάνω ιδιότητα, διέθεσε σε άγνωστους αποδέκτες στην Ελλάδα, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο κινητήρων ή ως αυξητικό ή πρόσθετο του τελικού όγκου των καυσίμων που φορολογείται με τον συντελεστή του ισοδυνάμου καυσίμου κινητήρων, γ) ο σκοπός του κατηγορούμενο να μην καταβάλει στο δημόσιο τον αναλογούντα Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης για την αναφερόμενη ποσότητα χημικού προϊόντος, που υπάγεται στα προϊόντα, που υπόκεινται σε τέτοιο φόρο λόγω του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο κινητήρων (ανάμιξη με βενζίνη) και δ) με τον τρόπο αυτό στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο δασμούς και λοιπούς φόρους συνολικού ύψους (26.663,73) ευρώ.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που εμπεριέχονται στον πρώτο λόγο της αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 53, 54, 119Α, 142, 155 παρ. 1α, β, και 2ζ και 157 παρ.1α του Ν. 2960/2001, διότι n ένδικη πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος δεν συνιστά λαθρεμπορία, αλλά τελωνειακή παράβαση επειδή επρόκειτο για αγορά και παραλαβή προϊόντων προερχομένων από κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Βουλγαρία) και όχι από τρίτη εκτός Ε.Ε., χώρα, για τα οποία δεν είχε καταβληθεί ο αναλογούν Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, είναι αβάσιμες.
Τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, με την άνω ιδιότητά του, αγόρασε και κατείχε το παραπάνω προϊόν, το οποίο εισήχθη στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία, υπό τις άνω παράτυπες συνθήκες (από άγνωστο πωλητή με πλαστό τιμολόγιο αγοράς), προκειμένου να το εμπορευθεί, ως καύσιμο κινητήρων, για το οποίο δεν κατέβαλε τον αναλογούντα Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, προβαίνοντας έτσι σε ενέργεια που αποσκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από το συγκεκριμένο έσοδο και συνεπώς, η πράξη του αυτή, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα στην υπό στοιχείο Α' νομική σκέψη της παρούσας, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ποινικώς ως λαθρεμπορία, κατά τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 119Α παρ. 2 του Ν. 2960/2001.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Ε' ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αναίρεσης, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσείων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της "ΒΕΛΒΑ ΑΕ", αγόρασε και παρέλαβε την επίδικη ποσότητα διαλυτικού χρωμάτων, προκειμένου να την προωθήσει ως καύσιμο κινητήρων, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις εισαγωγής και διακίνητησης, επαρκώς αιτιολογείται από το δικαστήριο της ουσίας η αυτουργική δράση του κατά την τέλεση του αδικήματος της λαθρεμπορίας.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης, περί έλλειψης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προβληθέντος από τον αναιρεσείοντα δια του συνηγόρου του ισχυρισμού περί μεταβολής της κατηγορίας, που του αποδίδεται, σε απλή συνέργεια στην ένδικη πράξη της λαθρεμπορίας, είναι αβάσιμος. 2) Όσον αφορά την κατάφαση της ένοχης του αναιρεσείοντος- κατηγορούμενου για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία, για την οποία καταδικάστηκε, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του ανωτέρω αδικήματος, και δη:
α) τα μέσα και ο τρόπος, ήτοι φραστικές προτροπές, πειθώ και φορτικότητα, που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για να πείσει τρίτο, άγνωστο, πρόσωπο να προβεί στην κατάρτιση του αναφερόμενου πλαστού τιμολογίου, ώστε να φαίνεται ότι η αναφερόμενη πωλήτρια εταιρεία πώλησε στην εταιρεία του (αναιρεσείοντος) ως αγοράστρια την επίμαχη ποσότητα διαλυτικού χρωμάτων, β) η κατάρτιση από το τρίτο άγνωστο πρόσωπο του επίδικου πλαστού τιμολογίου με τη χάραξη στη θέση του εκδότη αυτού μιας υπογραφής κατ' ελεύθερη απομίμηση της υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝSΑ LTD", χωρίς τη συναίνεση, τη γνώση και την εντολή του τελευταίου και την αναγραφή στη θέση της αγοράστριας της αναφερόμενης εταιρείας του κατηγορούμενου.
Ακόμη αιτιολογείται με επάρκεια, τόσο το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου με την έννοια της συνειδητής και ηθελημένης πρόκλησης στον παραπάνω άγνωστο δράστη της απόφασης να διαπράξει την πλαστογραφία με τη θέληση και γνώση ότι το επίδικο τιμολόγιο είναι πλαστό, καθώς κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η εταιρεία του (αναιρεσείοντος) ουδεμία συναλλαγή είχε με την άνω εδρεύουσα στην Βουλγαρία εταιρεία που φέρεται ως πωλήτρια στο εν λόγω τιμολόγιο, όσο και ο σκοπός του να παραπλανήσει με τη χρήση του τους αρμόδιους υπαλλήλους της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Τελωνείων (ΕΛ.Υ.Τ) Θεσσαλονίκης, στους οποίους το χρησιμοποίησε στη συνέχεια, σχετικά με το ότι η εταιρεία INSA LTD", εξέδωσε δήθεν το επίμαχο τιμολόγιο και ότι έλαβε χώρα η περιγραφόμενη σε αυτό συναλλαγή, προκειμένου έτσι να δικαιολογήσει την εισαγωγή του διαλυτικού υγρού στην Ελλάδα.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, τρίτος λόγος της αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και ιδίως, ως προς το υποκειμενικό στοιχείο αυτής, είναι αβάσιμος.
ΣΤ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 83 ΠΚ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4855/2021 "όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιο της καθορίζεται ως εξής: α)... ε) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριο της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία".
Κατά το άρθρο 85 παρ.1 περ. δ' του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (συρροή λόγων μείωσης της ποινής) "Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής:
α).... και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή". Ήδη, ο θεσμός της κοινωφελούς εργασίας, η ισχύς του οποίου είχε ανασταλεί με το άρθρο 98 του ν.4623/2019, είτε ως κύρια ποινή είτε ως μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής ή χρηματικής ποινής, έχει τεθεί ξανά σε ισχύ από 12.03.2023, δυνάμει της 56169 από 17.11.2022 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών-Εργασίας- Δικαιοσύνης και Εσωτερικών (ΦΕΚ Β'6259/12.12.2022).
Το ως άνω άρθρο 85 ΠΚ ήδη έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 17 του Ν. 5090/2024 [έναρξη ισχύος από 1/5/2024 κατ' άρ. 138 παρ.1 του Ν.5090/2024] και ορίζει πλέον ότι: "Όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής κατά το άρθρο 83 ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84ΠΚ), εφαρμόζεται μόνο μία (1) φορά η μείωση της ποινής, σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83.
Στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι λόγοι του πρώτου εδαφίου και οι ελαφρυντικές περιστάσεις". Από τη σύγκριση των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η προϊσχύσασα ρύθμιση του άρθρου 85ΠΚ [από 1-7-2019 έως και 30-4-2024], κατά την οποία επί συρροής λόγων μείωσης της ποινής, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής, είναι ευμενέστερη της νέας ισχύουσας από 1-5-2024 αντίστοιχης διάταξης, καθόσον με την τελευταία η μείωση της ποινής εφαρμόζεται μόνον μία φορά.
Περαιτέρω, από την πιο πάνω προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 85 παρ.1 του Π Κ, που εφαρμόζεται εν προκειμένω ως ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο, συνάγεται ότι το πλαίσιο της μειωμένης ποινής φυλάκισης (που έχει επιβληθεί με το άρθρο 83), αν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, αναμορφώνεται αποκλειστικά είτε σε παροχή κοινωφελούς εργασίας είτε σε χρηματική ποινή. Η δεύτερη δηλαδή μείωση της ποινής δεν είναι μόνο ποσοτικό προνόμιο, αλλά είναι και ποιοτικό, ενώ η διπλή μείωση της ποινής είναι υποχρεωτική ,αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άνω άρθρου 85 ΠΚ ( ΑΠ 739/2024, ΑΠ 130/2024, ΑΠ 98/2024, ΑΠ 1026/2021, ΑΠ 388/2021, ΑΠ 329/2021, ΑΠ 191/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, για τις ένδικες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη απόφαση, προβλέπονται : α) για μεν την πράξη της λαθρεμπορίας, ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών (άρθρο 157 παρ. 1α Ν. 2960/2001) ή χρηματική ποινή (άρθρο 463ΠΚ) και β) για δε την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία, ποινή φυλάκισης [από δέκα (10) ημέρες έως πέντε (5) έτη], κατά την εφαρμοστέα, όπως προαναφέρθηκε, ως ευμενέστερη, ως προς την στερητική της ελευθερίας ποινή, διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 α' ΠΚ, επέβαλε σ' αυτόν για μεν την πράξη της λαθρεμπορίας ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και για δε την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, δηλαδή ποινές, οι οποίες βρίσκονται εντός των οριζόμενων στο άρθρο 83 περ.
ε' ΠΚ μειωμένων πλαισίων. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ότι, πέραν της προαναφερόμενης ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου συννόμου βίου του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α' ΠΚ, που είχε αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα πρωτοδίκως, συντρέχει στο πρόσωπο του και η ελαφρυντική περίσταση μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς του άρθρου 84 παρ.2 εδ.
ε' του ΠΚ, και του επέβαλε: α) ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών για την πράξη της λαθρεμπορίας και β) ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία ,και συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών.
Έτσι, όμως, που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και επέβαλε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για τις ένδικες πράξεις για τις οποίες τον κήρυξε ένοχο τις παραπάνω ποινές φυλάκισης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 85 παρ.1 περ. δ' ΠΚ (όπως η τελευταία ως ευνοϊκότερη ίσχυε πριν την 1η-5-2024) ,κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των οποίων, όφειλε να επιβάλει στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, για τις παραπάνω πλημμεληματικές πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, είτε παροχή κοινωφελούς εργασίας, είτε χρηματική ποινή, εφόσον αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπο του και δεύτερης ελαφρυντικής περίστασης εκ του άρθρου 84 παρ.2 ε' του ΠΚ, πέραν δηλαδή εκείνης του πρότερου σύννομου βίου του άρθρου 84 παρ.2 α' ΠΚ, που του είχε αναγνωριστεί πρωτοδίκως.
Συνεπώς, κατά την άποψη των μελών της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης ,από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την επιβολή της ποινής για τις ένδικες αξιόποινες πράξεις, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 85 παρ.1 περ. δ' του ΠΚ ,είναι βάσιμος.
Ακολούθως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα ,πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνον ως προς τις επιβληθείσες ποινές για όλες τις ένδικες αξιόποινες πράξεις ,και συνακόλουθα, και ως προς την περί συνολικής ποινής διάταξή της ,και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 518 παρ.2, 519 και 522 ΚΠΔ).
Κατά τη γνώμη ,όμως, ενός μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα της Αρεοπαγίτη Μαρίας Πετσάλη, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 83 περ. ε' και 85 παρ.1 περ. δ' ΠΚ (όπως το τελευταίο, ως ευνοϊκότερο, ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 του Ν. 5090/2024). Τούτο ειδικότερα διότι:
Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι με την με αρ. 9163/2022 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για τις πλημμεληματικές πράξεις της λαθρεμπορίας και της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και αφού του αναγνωρίστηκε η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου (84 παρ. 2α' ΠΚ), του επιβλήθηκε πρωτοδίκως για την πρώτη πράξη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και για τη δεύτερη πράξη ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών και συνολική ποινή φυλάκισης δέκα έξι (16) μηνών.
Ακολούθως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού κρίθηκε κατ' έφεση ένοχος ο αναιρεσείων των παραπάνω πράξεων με την πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α' ΠΚ και την επιπλέον αναγνωρισθείσα σε αυτόν ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε' ΠΚ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τη συρροή λόγων μείωσης της ποινής, επέβαλε στον κατηγορούμενο έτι περαιτέρω μειωμένη ποινή, ήτοι ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών για την πράξη της λαθρεμπορίας και ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ελαφρότερη ποινή, σε σχέση με την επιβληθείσα από την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού επιβλήθηκε, αντί αυτών, πολλαπλώς μειωμένη ποινή, εντασσόμενη εντός του πλαισίου της ποινής που ορίζεται από το συνδυασμό των άρθρων 83 περ.
ε' και 85 παρ. 1 περ. δ' ΠΚ, χωρίς να έχει υποχρέωση το ως άνω Δικαστήριο να επιβάλει το κατώτατο όριο της ποινής που προβλέπουν στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις αυτές, ήτοι τη χρηματική ποινή η την παροχή κοινωφελούς εργασίας, καθόσον τούτο ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το οποίο κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία του άρθρου 79 ΠΚ (βλ Αιτιολογική Έκθεση του Ν.4619/2019 όπου ειδικά για την παρ.1 του άρθρου 85 ΠΚ αναφέρεται ότι με αυτή τη διάταξη, στις περιπτώσεις συρροής περισσότερων λόγων μείωσης της ποινής, ενώ το ανώτατο όριο της μειωμένης ποινής παραμένει αμετάβλητο, μειώνεται ουσιωδώς το κατώτατο όριο και ότι με τον τρόπο αυτό διαμορφώνεται ένα ευρύτερο πλαίσιο ποινής μέσα στο οποίο ο δικαστής μπορεί να συνεκτιμήσει τους περισσότερους λόγους μείωσης της ποινικής κύρωσης).
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, τέταρτος λόγος της αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 83 περ. ε' και 85 παρ. 1 περ. δ' ΠΚ, είναι αβάσιμος, κατά την γνώμη του ανωτέρω μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την υπ' αρ. 1158/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, και συγκεκριμένα, μόνον ως προς τις διατάξεις της περί επιμέτρησης της ποινής για όλες τις ένδικες πράξεις, κατά τα προεκτεθέντα, και συνακόλουθα και ως προς την περί συνολικής ποινής διάταξη αυτής.
ΠΑΡΑΜΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την με αρ. εκθ. κατ. 17/2025 αίτηση του Δ. Ν. του Γ. για αναίρεση της παραπάνω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ