Legislator Case Law & Legislation
139/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax assignment decision due to outstanding debtor debts to the state.

Case Number 139/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against a final tax assignment decision, ruling that the claim was invalid due to the debtor's outstanding state debts. The court held that the assignee could not receive payments while the underlying debtor owed money to the state, rendering the assignment legally ineffective. Consequently, the appeal was rejected as baseless and the appellant was ordered to pay the state's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591 et seq., 614 no. 6 of the Code of Civil Procedure; An assignee of a claim against the state cannot receive payment if the original debtor owes outstanding taxes to the state, as the state's right of retention prevails over the private assignment.

Keywords

AI generated
tax assignment state debt right of retention public interest civil procedure outstanding debts legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 591 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 614 no. 6 of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Article 1 of Law 4335/2015
Articles 552, 553 para. 1b, 556, 558, 564 para. 3 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 574 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 191 para. 2, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para. 1 of Law 3693/1957
Article 52 para. 18 of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Article 5 para. 12 of Law 1738/1967
Article 2 of Administrative Decree 134423/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 139 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 139/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Λ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φουφόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Πουλίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 14-2-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 993/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6149/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-3-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 23.3.2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1../../9.4.2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 6149/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591 επ., 614 αρ.6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2016 μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 9.11.2020 από δε τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση αυτής, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 9.4.2021. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) με την από 1.3.2013 αγωγή-ανακοίνωση δίκης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απευθυνόμενη κατά του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) Ελληνικού Δημοσίου (και της ανεξάρτητης διοικητικής Αρχής με την επωνυμία "Α….. Π." (Α….Π), μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) εξέθετε ότι τυγχάνει ιδιοκτήτρια των λεπτομερώς περιγραφομένων σ' αυτή (αγωγή) οριζοντίων ιδιοκτησιών της κείμενης στην Αθήνα πολυωρόφης οικοδομής.

Ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. …/20.1.2003 σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, καταρτισθείσης δια συμβολαιογραφικού εγγράφου, που νομίμως μεταγράφηκε, εκμίσθωσε το ως άνω ακίνητο στην εταιρεία με την επωνυμία "Μ. Β. Δ. Τ. Α.Ε". Ότι η τελευταία (προς ην η ανακοίνωση) μισθώτρια εταιρεία δυνάμει των από 13.3.2003, 13.3.2003 και 27.10.2004 τριών (3) ιδιωτικών συμφωνητικών, υπεκμίσθωσε το ανωτέρω ακίνητο, ως είχε δικαίωμα βάσει της άνω μισθωτικής σύμβασης, στο εναγόμενο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να στεγαστεί το Α.

…. Π. (Α….Π), αντί ετησίου μισθώματος ποσού 151.500 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως υπό τους αναφερόμενους στα άνω συμφωνητικά όρους, το οποίο (μίσθωμα) κατά τα έτη 2011 και 2012 μειώθηκε μονομερώς, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις περί μείωσης μισθωμάτων ακινήτων στις οποίες στεγάζονται Δημόσιες Υπηρεσίες.

Ότι προς ασφάλεια των απαιτήσεών της από την ως άνω σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και οιασδήποτε άλλης απαίτησής της έναντι της μισθώτριας εταιρείας ("Μ. Β. Δ. Τ. Α.Ε"), συνήφθη μεταξύ αυτής και της τελευταίας η από 18-12-2007 σύμβαση ενεχυρίασης και εκχώρησης απαίτησης, με την οποία η μισθώτρια συνέστησε ενέχυρο υπέρ αυτής (ενάγουσας) και εκχώρησε προς αυτήν όλες τις απορρέουσες από τη σύμβαση υπομίσθωσης απαιτήσεις της.

Ότι η σύμβαση ενεχυρίασης και εκχώρησης αναγγέλθηκε προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με την τήρηση των νομίμων διαδικασιών, πλην όμως, το τελευταίο αφενός κατέβαλε μειωμένα τα μισθώματα των μηνών Ιουνίου έως και Σεπτεμβρίου του έτους 2009 και των μηνών Ιανουαρίου έως και Μαρτίου του έτους 2010, ενώ δεν κατέβαλε και τα μισθώματα των αναφερομένων αναλυτικά σε αυτήν (αγωγή) χρονικών περιόδων, συνολικού ποσού 4.054.819,23 ευρώ, διότι, μη νομίμως (κατά τους ισχυρισμούς της), συμψήφισε αυτά μονομερώς με φορολογικές (αντ)απαιτήσεις του και απαιτήσεις του Ι.Κ.Α.

για ασφαλιστικές εισφορές έναντι της υπεκμισθώτριας εταιρείας, αλλά και της εταιρείας "Μ. Β.-ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ & ΣΙΑ Ο.Ε.", οι οποίες δεν είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες πριν την αναγγελία της εκχώρησης, αλλά ούτε και το χρόνο του μονομερούς συμψηφισμού. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν τα εναγόμενα [Ελληνικό Δημόσιο και Α….

Π. (Α…Π)], να της καταβάλλουν, ως οφειλόμενα μισθώματα εκχωρημένα σε αυτήν, το άνω ποσό (4.054.819,23 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, άλλως, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η σύμβαση υπομίσθωσης του ακινήτου, ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 993/2019 απόφασή του, αφού έκρινε ότι η σύμβαση υπομίσθωσης του ακινήτου ήταν άκυρη, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσείουσα) το ποσό των 3.416.710,54 ευρώ, νομιμοτόκως, το οποίο αντιστοιχούσε σε φορολογικές ανταπαιτήσεις του για τους αναφερόμενους λόγους.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν: α) η από 23.7.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. …/../1.8.2018) έφεση της ενάγουσας και β) η από 4.10.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. …/…./2018) έφεση του εναγομένου. Επ' αυτών, κατόπιν συνεκδικάσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6149/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ήδη προσβαλλόμενη, η οποία δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας (αναιρεσείουσας), δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου ( αναιρεσιβλήτου), εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση εκχώρησης έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαίτησης από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, ο οποίος, μετά την αναγγελία, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής. Επομένως, αν η απαίτηση έχει εκχωρηθεί, νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 234/2024, ΑΠ1964/2023, ΑΠ1596/2023, ΑΠ 404/2023).

Το ίδιο ισχύει και επί της εκχώρησης που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση). Και στη μορφή αυτή εκχώρησης αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρητή με την απαίτηση, την οποία αποκτά πλήρως ο εκδοχέας, που καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ` αυτό (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1093/2017).

Ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη, γι` αυτό και ο οφειλέτης ελευθερώνεται αν πριν την αναγγελία καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος ή συνομολογήσει με αυτόν σύμβαση άφεσης του χρέους (ΑΠ 1216/1995). Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 361 και 455 ΑΚ, υπό την προϋπόθεση του οριστού, αντικείμενο της εκχώρησης επιτρέπεται να είναι και μελλοντικές απαιτήσεις, δηλαδή απαιτήσεις οι οποίες θα γεννηθούν από υφιστάμενη κατά το χρόνο της εκχώρησης αιτία ή από αιτία που θα γεννηθεί στο μέλλον (π.χ.

μεταβίβαση μελλοντικών μισθωμάτων από μίσθωση που έχει ήδη καταρτισθεί) είτε θα γεννηθούν μελλοντικά από αιτία που επίσης θα γεννηθεί στο μέλλον (π.χ. μεταβίβαση μισθωμάτων που θα προκύψουν από μελλοντική εκμίσθωση ορισμένου ακινήτου (ΑΠ 311/2011). Η ενέργεια της παραπάνω εκχώρησης προϋποθέτει ότι στο μέλλον θα γεννηθεί η απαίτηση.

Στην εκχώρηση μελλοντικής απαίτησης έχει ήδη συντελεστεί το πραγματικό της διάταξης της ΑΚ 455 και απομένει μόνο η γέννηση της απαίτησης, που αποτελεί αίρεση δικαίου. Τούτο σημαίνει, ότι δεν χρειάζεται να επαναληφθεί η σύμβαση εκχώρησης, όταν θα γεννηθεί η απαίτηση (ΑΠ 956/2015, ΑΠ 1216/1995). Ειδικώς, για την αναγγελία απαιτήσεων κατά του Δημοσίου εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 95 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ Α` 247/23-11-1995, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 177 του ν. 4270/2014, ΦΕΚ Α'143/28-6-2014), με τις οποίες προβλέπεται ότι η εκχώρηση γνωστοποιείται, μεταξύ άλλων, στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για τη φορολογία του αρχικού και του νεότερου δανειστή του Δημοσίου (εκχωρητή και εκδοχέα αντίστοιχα), καθώς και στον Υπουργό, ο οποίος είναι "καθ` ύλην" αρμόδιος εν σχέσει προς την αιτία της οφειλής του Δημοσίου (ΣΤΕ 3765/2013).

Ειδικά για την αναγγελία απαιτήσεων κατά του Δημοσίου το άρθρο 95 του ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", ορίζει ότι: "1. Η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του Δημοσίου, ως τρίτου γίνεται, τηρουμένων και των λοιπών όρων και προϋποθέσεων οι οποίες προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, με κοινοποίηση του κατασχετηρίου σωρευτικώς:

α) στον υπουργό, ο οποίος είναι καθ` ύλην αρμόδιος εν σχέσει προς την αιτία της οφειλής του Δημοσίου, β) στην αρμόδια για την πληρωμή της συγκεκριμένης οφειλής του Δημοσίου Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή στην οικεία χρηματική διαχείριση, γ) στην αρμόδια για τη συγκεκριμένη οφειλή του Δημοσίου Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, δ) στις αρμόδιες για τη φορολογία τόσο του καθ` ου η κατάσχεση (δανειστή του Δημοσίου), όσο και του κατασχόντος, Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες. 2... 3.

Η κατάσχεση εις χείρας του Δημοσίου ολοκληρώνεται μόνο από της χρονολογίας της έγκυρης κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου στον κατά την παράγραφο 1 του παρόντος αρμόδιο υπουργό, η οποία όμως, για να είναι έγκυρη πρέπει αναγκαία αφ` ενός να γίνει χρονικά τελευταία από τις αναφερόμενες στην ίδια παράγραφο λοιπές κοινοποιήσεις και αφ` ετέρου να συνοδεύεται από νόμιμα υπό αρμοδίου Δικαστικού Επιμελητή επικυρωμένα αντίγραφα των επιδοτηρίων όλων των κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αναγκαίων προηγουμένων εγκύρων επιδόσεων του κατασχετηρίου αυτού στις λοιπές υπηρεσίες ή χρηματικές διαχειρίσεις. 4.

Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και επί αναγγελίας εκχωρήσεως απαιτήσεως κατά του Δημοσίου... 5. Η μη τήρηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου επάγεται την ακυρότητα της εις χείρας του Δημοσίου κατασχέσεως ή της προς αυτό αναγγελίας εκχωρήσεως απαιτήσεως, λαμβανομένων υπόψη υπό των δικαστηρίων και αυτεπάγγελτα...".

Από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 95 του ν.2362/1995, που αφορούν την κατάσχεση χρηματικής απαίτησης, εις χείρας του Δημοσίου ως τρίτου, εφαρμόζονται, όμως, ανάλογα, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της παραγράφου 4 εδάφιο πρώτο του άρθρου αυτού, και επί αναγγελίας εκχώρησης απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, προκύπτει ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά του Δημοσίου, που συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρησή της, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η αναγγελία της εκχώρησης προς όλες τις οριζόμενες στην παραπάνω διάταξη Αρχές και Υπηρεσίες, άλλως η αναγγελία είναι άκυρη, όπως τούτο ρητά προβλέπεται με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 95 του ν. 2362/1995, με συνέπεια τη μη νομιμότητα της εκχώρησης, αφού αυτή συνάπτεται με την εγκυρότητα της αναγγελίας της εκχώρησης και, ως εκ τούτου, δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό της απαίτησης αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης, έναντι του οφειλέτη Δημοσίου.

Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη ως προς το τελευταίο (ΑΠ 651/2022, ΑΠ 1394/2021, ΑΠ 151/2020). Περαιτέρω, στο άρθρο 83 του ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (Κ.Ε.Δ.Ε., ΦΕΚ Α' 90/27.3/5.4.1974), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο επίδικο χρόνο, πριν την κατάργησή του με το άρθρο 85 παρ.5 του νέου Κ.Ε.Δ.Ε., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4978/2022 (ΦΕΚ Α'190/7-10-2022), ορίζονται τα εξής: "1.

Συμψηφισμός απαιτήσεων οφειλέτου του Δημοσίου έναντι χρεών αυτού προς το Δημόσιον δύναται να αντιταχθή εις πάσαν περίπτωσιν καθ`ην ούτος έχει βεβαίαν χρηματικήν απαίτησιν κατά του Δημοσίου, εκκαθαρισμένην και αποδεικνυομένην εκ τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως ή εκ δημοσίου εγγράφου. Ο συμψηφισμός προτείνεται διά δηλώσεως υποβαλλομένης εις το Δημόσιον Ταμείον εις ο είναι βεβαιωμένον το χρέος. 2. [ ... ] 3.

Ο συμψηφισμός ενεργείται και αυτεπαγγέλτως υπό του Δημοσίου Ταμείου εφ` όσον εκ των παρ' αυτώ στοιχείων αποδεικνύεται η απαίτησις του οφειλέτου. Διά του συμψηφισμού αι αμοιβαίαι απαιτήσεις αποσβέννυνται, αφ`ου χρόνου συνυπήρξαν, φυλαττομένης της διατάξεως του άρθρου 96 του ν.δ. 321/1969. Απαίτησις του Δημοσίου παραγεγραμμένη δύναται να αντιταχθή εις συμψηφισμόν επί τριετίαν από της συμπληρώσεως της παραγραφής.

Ομοίως δύναται να αντιταχθεί σε συμψηφισμό και απαίτηση βεβαιωμένη ακόμη και αν δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη (όπως το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 3888/2010, ΦΕΚ Α'175/30-9-2010). 4. Κατά τα λοιπά ισχύουν αι διατάξεις του Αστικού Κώδικος εφ`όσον δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος".

Με το άρθρο 67 παρ. 5 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α' 58/23.4.2010) "Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις" προστέθηκαν δύο νέα εδάφια στο τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., ως ακολούθως: "Το ίδιο ισχύει και για τις αναστολές είτε του νόμιμου τίτλου είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξεων της διοικητικής εκτέλεσης, που χορηγούνται στα πλαίσια δικαστικής αμφισβήτησης, για το ποσό που οφείλεται τελικά με βάση τη δικαστική απόφαση.

Οι ως άνω αναστολές δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8, καθώς και του άρθρου 83 του παρόντος". Στο άρθρο 7 του Κ.Ε.Δ.Ε. προβλέπεται ότι "Από της επομένης ημέρας καθ' ην κατά το άρθρον 5 του παρόντος ν.δ/τος τα χρέη προς το Δημόσιον καθίστανται ληξιπρόθεσμα ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούται εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών διά το καθυστερούμενον μέρος του χρέους".

Τέλος, στο άρθρο 8 του Κ.Ε.Δ.Ε. με τον τίτλο "Λήψις μέτρων δια μη ληξιπρόθεσμα χρέη", προβλέπεται ότι: "Κατ' εξαίρεσιν προκειμένου περί οφειλετών υπόπτων φυγής ή και γενικώς εάν εκ της μη αμέσου λήψεως αναγκαστικών μέτρων πιθανολογήται κίνδυνος ζημίας του Δημοσίου, ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου δικαιούται να προέλθη εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων και πριν ή το χρέος καταστή ληξιπρόθεσμον δέον όμως προς τούτο να έχη την σύμφωνον γνώμην του Ειρηνοδίκου ή της Αστυνομικής Αρχής της έδρας του Ταμείου όπου δεν εδρεύει Ειρηνοδικείον.

Περί τούτου συντάσσεται πρακτικόν. Υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις και κατά τον αυτόν τρόπον δύναται να εγγραφή υποθήκη διά παν χρέος προς το Δημόσιον...". Όπως συνάγεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις, το δικαίωμα του Δημοσίου να αποφασίζει αυτεπαγγέλτως το συμψηφισμό βεβαιωμένων και εκκαθαρισμένων χρηματικών απαιτήσεων οφειλετών του με βεβαιωμένες από το ίδιο απαιτήσεις του κατ' αυτών, μέχρι το ύψος που αυτές καλύπτονται, καθιερώθηκε ήδη από το έτος 1974 με το άρθρο 83 του Κ.Ε.Δ.Ε., για λόγους έγκαιρης είσπραξης των δημόσιων εσόδων, οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και αποφυγής των δυσμενών συνεπειών της αφερεγγυότητας των οφειλετών του Δημοσίου.

Έκτοτε, και πριν, δηλαδή, αυτό προβλεφθεί ρητά με την επ' ολίγον ισχύσασα διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 83 του Κ.Ε.Δ.Ε. (άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 3888/2010), αναγνωρίζεται η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου και χρεών οφειλετών του που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την έννοια του Κ.Ε.Δ.Ε., δηλαδή, χρεών που δεν έχουν βεβαιωθεί ταμειακώς, οπότε και καθίστανται αυτά εισπρακτέα με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΣτΕ 2164/2012).

Επομένως, ο κατά τον Κ.Ε.Δ.Ε. συμψηφισμός συνιστά τρόπο εξόφλησης και λόγο απόσβεσης των εκατέρωθεν απαιτήσεων κατά το ουσιαστικό δίκαιο (ΣτΕ 1632/2012, ΣτΕ 820/2015, ΣτΕ 3328-9/1991), καθόσον δεν διενεργείται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη των απαιτήσεων που απορρέουν από τους οικείους νόμιμους τίτλους, αλλά αποσβένονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις με συνυπολογισμό, που υποκαθιστά την καταβολή των οφειλών, αρκεί οι εκατέρωθεν απαιτήσεις να είναι, κατά τα προεκτεθέντα, βέβαιες και εκκαθαρισμένες.

Δηλαδή, να μην υπόκεινται σε αμφισβήτηση, και να είναι προσδιορισμένες κατά το ποσό και την αιτία τους, να αποδεικνύονται δε με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή δημόσια έγγραφα (ΣτΕ 2164/2012). Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως, η σχετική ένσταση προτείνεται κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, είναι δε δυνατόν να προβληθεί και σε κάθε στάση της δίκης και κατά την εκτέλεση, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα (ΣτΕ 1825/2023, ΣτΕ 1632/2012, ΣτΕ 820/2015).

Δεδομένου δε ότι, κατά τις πάγιες διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρο 441), τα αποτελέσματα του συμψηφισμού επέρχονται στο χρόνο συναντήσεως των αμοιβαίων απαιτήσεων, επιτρέπεται η επιβολή του και σε σχέση με τις μη ληξιπρόθεσμες δόσεις βεβαιωμένων ήδη χρεών που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση και συνιστούν εξ ορισμού βέβαιες και εκκαθαρισμένες απαιτήσεις του Δημοσίου, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι θα συνυπολογιστούν, κατά το συμψηφισμό, οι εκπτώσεις που τυχόν δικαιούται ο εκάστοτε οφειλέτης από την πρόωρη εξόφληση του συνόλου της οφειλής του (ΣτΕ 137/1993).

Η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων ρυθμισμένων οφειλών, στοιχούσα και προς γενική αρχή για την απόσβεση των ενοχών (άρθρο 445 ΑΚ), δεν ανατρέπει την εμπιστοσύνη που επέδειξαν οι οφειλέτες του Δημοσίου στη χαριστική προθεσμία που τους χορηγήθηκε για την εξόφληση των οφειλών τους μέσω της τμηματικής καταβολής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν απαιτεί την καταβολή χρέους, αλλά μόνο το συνυπολογισμό βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων (ΣτΕ 2164/2012).

Επομένως, το άρθρο 83 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011 (ΦΕΚ Α'66/1-3-2011), δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Ενόψει της ως άνω ρητώς προβλεπόμενης δυνατότητας αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και μη ληξιπρόθεσμων, κατά την έννοια του Κ.Ε.Δ.Ε., χρεών, δεν είναι υποχρεωτική, για την εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 83 του Κ.Ε.Δ.Ε., η προηγούμενη έκδοση υπουργικής απόφασης για τον καθορισμό των προϋποθέσεων και της διαδικασίας εξαίρεσης από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη με βεβαιωμένα αλλά μη ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο.

Η υπουργική αυτή απόφαση, η πρόβλεψη, μάλιστα, έκδοσης της οποίας επιβεβαιώνει τον κανόνα της δυνατότητας αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και μη ληξιπρόθεσμων χρεών, θα έχει ως συνέπεια, όταν εκδοθεί, να εξαιρούνται, τότε μόνον, από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό όσες κατηγορίες βεβαιωμένων αλλά μη ληξιπρόθεσμων χρεών περιληφθούν σ' αυτήν.

Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, προϋπόθεση του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού είναι η ύπαρξη εκατέρωθεν απαιτήσεων βεβαιωμένων και εκκαθαρισμένων κατά ποσό, δηλαδή, απαιτήσεων για τις οποίες δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστική αμφισβήτηση. Ως δικαστική δε αμφισβήτηση πρέπει εν προκειμένω να νοηθεί αυτή που κατά το νόμο επιδρά στην εγκυρότητα του νόμιμου τίτλου καθιστώντας αυτόν αδρανή.

Υπό την έννοια αυτή, απόφαση της Επιτροπής Αναστολών που διατάσσει, για λόγους πρόδηλης βασιμότητας του κύριου ένδικου βοηθήματος, την αναστολή καταλογιστικής πράξης ή ταμειακής βεβαίωσης στο σύνολό της, εμποδίζοντας την είσπραξη της οφειλής, κωλύει τη διενέργεια συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου και τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή, τα αποτελέσματα της προσωρινής απόφασης εξομοιώνονται με εκείνα της οριστικής δικαστικής προστασίας και εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο τόσο του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, όσο και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.

Αντίθετα, ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν κωλύεται από τη δικαστική αναστολή καταβολής χρεών ή λήψης άλλων μέτρων εκτέλεσης των νόμιμων τίτλων για λόγους που δεν ανάγονται στην ύπαρξη της οφειλής (ΟλΣτΕ 3438/1998). Στην περίπτωση αυτή, η άσκηση, από τον οφειλέτη του Δημοσίου, του δικαιώματος στην προσωρινή δικαστική προστασία και η χορήγηση, από τον αρμόδιο δικαστικό σχηματισμό, αναστολής εκτελέσεως, η οποία, άλλωστε, αφορά την εκτέλεση και όχι την ισχύ της καταλογιστικής πράξης ή της πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν επηρεάζει την κατ' ουσία ύπαρξη της υποχρέωσής του προς το Δημόσιο, αλλά αποσκοπεί στην εξασφάλισή του από τη λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον του που επιφέρουν ανεπανόρθωτη βλάβη στη διαβίωσή του ή την οικονομική του υπόσταση.

Ο συμψηφισμός, όμως, δεν έχει, από τη φύση του, τέτοιες συνέπειες, γι' αυτό και εν προκειμένω επιτρέπεται. Δεν περιλαμβάνεται δε στο εννοιολογικό περιεχόμενο της τυχόν χορηγούμενης αναστολής εκτέλεσης η επέκταση των αποτελεσμάτων της και σε έννομες συνέπειες διαφορετικές από εκείνες, προς αποτροπή των οποίων χορηγήθηκε.

Ενόψει των ανωτέρω, το άρθρο 67 παρ. 5 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α'58/23-4-2010), με την προεκτεθείσα ερμηνεία του, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (ΣτΕ 2164/2012). Με το άρθρο 26 του ν.1882/1990 (ΦΕΚ Α'43/23-3-1990) "Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής, διαρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις", όπως ο τίτλος του αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 25 του ν.2648/1998 (ΦΕΚΑ'238/22-10-1998, "Αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη και φορολογικές υποχρεώσεις προς το Δημόσιο"), η παρ. 1 αυτού συμπληρώθηκε με την παρ. 2, και η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 25 του ίδιου ως άνω ν.2648/1998 και συμπληρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 2753/1998 (ΦΕΚ Α'249/17-11-1999), ορίζονται τα εξής: "1.

Με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιτρέπεται να επιβάλλονται κατά οφειλετών, που δεν έχουν εκπληρώσει τις από οποιαδήποτε αιτία οφειλές τους προς το Δημόσιο, περιορισμοί και απαγορεύσεις, που ανάγονται στις κάθε φύσεως συναλλαγές, πράξεις ή ενέργειες αυτών είτε με τους ιδιώτες, είτε με το Δημόσιο, δήμους κοινότητες, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,... 2.

Ως συναλλαγή, πράξη ή ενέργεια, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος, νοείται ενδεικτικώς: α) Η είσπραξη χρημάτων, β)...

3. H εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Δημόσιο, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, αποδεικνύεται με αποδεικτικό ενημερότητας που εκδίδεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.O.Y. και χορηγείται εφόσον ο αιτών: α) έχει υποβάλει τις δηλώσεις... και β) έχει καταβάλει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή με διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, που έχει χορηγηθεί από τα κατά νόμο αρμόδια όργανα, τις μέχρι τη χρονολογία έκδοσης του αποδεικτικού βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς το Δημόσιο. 4.

Τα της ισχύος του αποδεικτικού, τα τηρητέα βιβλία ή έντυπα, τα του ελέγχου εφαρμογής του μέτρου αυτού, οι τυχόν εξαιρέσεις ή απαλλαγές από την υποχρέωση προσκόμισης του αποδεικτικού, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθορίζονται με τις ως άνω κανονιστικές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.... 5.... 6.

Για την έκδοση του αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας, που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, λαμβάνονται υπόψη και οι οφειλές προς κοινότητες - δήμους και Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση...". Κατ` εφαρμογήν των εξουσιοδοτικών διατάξεων του ως άνω άρθρου 26 του Ν.1882/1990 εκδόθηκε η υπ`αριθμ.2048300/6844-11/0016/19-7-1990 (ΦΕΚ Β` 508/9.8.1990) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, στο άρθρο 1 παρ. 11 της οποίας ορίζεται ότι "καθίσταται υποχρεωτική η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας για την καταβολή εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου τόσο από τον εκχωρητή όσο και από τον εκδοχέα".

Στη συνέχεια, κατ`εφαρμογήν των ιδίων εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 26 του Ν.1882/1990, όπως τροποποιήθηκε, εκδόθηκε η υπ`αριθμ. 1013368/6976/0016/4-2-1999 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 153/23.2.1999), που ισχύει από 1.3.1999, στο άρθρο 1 παρ. 12 της οποίας ορίζεται ότι "καθίσταται υποχρεωτική η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας για την καταβολή των συμβατικώς εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά των φορέων της παρ1 του άρθρου 1 της παρούσας, τόσο από τον εκχωρητή όσο και από τον εκδοχέα ή ενεχυρούχο δανειστή.

Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, τα προς είσπραξη χρήματα αποδίδονται στο δημόσιο μέχρι του ύψους της συγκεκριμένης οφειλής κατά τον χρόνο απόδοσης αυτών", ενώ με το άρθρο 10 παρ. 1 της απόφασης αυτής καταργήθηκε η προγενέστερη υπ`αριθμ. 2048300/6811/0016/19-7-19908.1990) απόφαση.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ` αριθ. 1109793/6134-11/0016/24.11.1999 απόφαση του Υφυπ. Οικονομικών (ΦΕΚ Β 2134/8.12.1999), στο άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. τρίτο της οποίας, (όπως το πρώην τέταρτο εδάφιο αυτής αναριθμήθηκε σε τρίτο, και αντικαταστάθηκε, με την υπ` αριθμ. 1105118/6830-11/0016/5.12.2000 απόφαση του Υφυπ. Οικονομικών (ΦΕΚ Β` 1575/28.12.2000), με έναρξη ισχύος από 1.12.2000) ορίζεται ότι: "Για την καταβολή των συμβατικώς εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά των παραπάνω φορέων το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται τόσο από τον εκχωρητή ή ενεχυράσαντα όσο και από τον εκδοχέα.

Στην περίπτωση αυτή η έκδοση αποδεικτικού ενημερότητας του εκχωρητή ή ενεχυράσαντα μπορεί να ζητηθεί και από τον εκδοχέα ή ενεχυρούχο δανειστή στους οποίους χορηγείται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, λόγω οφειλών, τα προς είσπραξη χρήματα αποδίδονται στο Δημόσιο μέχρι το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής", ενώ με το άρθρο 10 παρ. 1 της απόφασης αυτής καταργήθηκε η προγενέστερη υπ` αριθ. 2048300/6844-11/0016/9.8.1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β` 508/9.8.1990).

Από τις παραπάνω διατάξεις, με τις οποίες επιδιώκεται ο έμμεσος εξαναγκασμός των "αμελών ή δύστροπων" οφειλετών του Δημοσίου προς εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς το Δημόσιο και κατισχύουν, ως εκ τούτου, ως προς τις εν λόγω οφειλές και τα ρυθμιζόμενα υπ` αυτών σχετικά ζητήματα, των διατάξεων που αφορούν στην εκχώρηση των απαιτήσεων, προκύπτει ότι ως προϋπόθεση για την είσπραξή εκχωρηθείσας απαίτησης κατά του Δημοσίου, τίθεται η προσκόμιση πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας που βεβαιώνει την ανυπαρξία οφειλών προς το Δημόσιο, τόσο του εκχωρητή όσο και του εκδοχέα, το δε Δημόσιο δεν μπορεί να εξοφλήσει απαίτηση κατ` αυτού, εφόσον ο αρχικός δανειστής (εκχωρητής) έχει χρέη προς το Δημόσιο και νομίμως αρνείται την καταβολή της απαιτήσεως αυτής, την οποία (ολόκληρη ή τμήμα της) αποδίδει απευθείας, προς εξόφληση των προς αυτό οφειλών, στο Δημόσιο ταμείο (ΣτΕ 3765/2013).

Κρίσιμος χρόνος για την προσκόμιση του αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας είναι κατά ρητή διάταξη του νόμου ο χρόνος της καταβολής της απαίτησης (ΣτΕ 1311/2017, ΣτΕ 179/2014, ΣτΕ 3038/2013), ενώ είναι αδιάφορο αν οι εν λόγω οφειλές βεβαιώθηκαν πριν ή μετά την αναγγελία της εκχώρησης και, κατά μείζονα λόγο, αν οι φόροι ή οι εισφορές και οι καταλογισθείσες σε βάρος του εκχωρητή προσαυξήσεις και πρόστιμα ανάγονται σε προγενέστερα ή μεταγενέστερα της εκχώρησης χρονικά διαστήματα (ΑΠ 1891/2022, ΣτΕ 2645/2020, ΣτΕ 1505/2015, ΣτΕ 179/2014, ΣτΕ3765/2013).

Έτσι, η ικανοποίηση των ανωτέρω εκχωρηθεισών απαιτήσεων γίνεται, υπό την από το νόμο αίρεση ότι κατά το χρόνο απόδοσής τους δεν υπάρχουν εκκρεμείς οφειλές προς το Δημόσιο και του εκχωρητή της απαίτησης (ΑΠ 1891/2022, ΣτΕ 3765/2013, ΣτΕ 3038/3013). Εξάλλου, με το άρθρο 28 παρ. 2 του ν.3943/2011 (ΦΕΚ Α 66/31.3.2011) με έναρξη ισχύος την 31-3-2011, προστέθηκε στο άρθρο 26 του ν.1882/1990 παράγραφος 9, στην οποία ορίζεται ότι: "Για την καταβολή των εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά των φορέων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 (ΔΟΥ, τελωνεία, δήμους κοινότητες, ν.π.δ.δ...) το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται τόσο από τον εκχωρητή ή ενεχυράσαντα, όσο και από τον εκδοχέα ή ενεχυρούχο δανειστή.

Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγησή του, λόγω οφειλών, τα προς είσπραξη χρήματα αποδίδονται στο Δημόσιο μέχρι του ύψους της βεβαιωμένης οφειλής κατά το χρόνο της απόδοσης αυτών". Με τις διατάξεις αυτές προβλέφθηκε, το πρώτον, ότι απαιτείται προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας τόσο από τον εκχωρητή όσο και από τον εκδοχέα και στην περίπτωση που η εκχωρημένη απαίτηση ήταν απαίτηση κατά ν.π.δ.δ, ενώ πριν την εισαγωγή του ως άνω νόμου, απαιτείτο πισιτοποιητικό ενημερότητας και του εκχωρητή και του εκδοχέα, μόνο στην περίπτωση που οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις ήταν απαιτήσεις κατά του Δημοσίου, ενώ αν ήταν κατά ν.π.δ.δ απαιτείτο πιστοποιητικό ενημερότητας μόνο του εκδοχέα.

Η παραπάνω επομένως ρύθμιση (εισαχθείσα το πρώτον με τον ν.3943/2011) αποκτά σημασία για την περίπτωση που η εκχωρηθείσα απαίτηση ήταν κατά ν.π.δ.δ και όχι όταν ήταν κατά του Δημοσίου, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείτο και πριν την εισαγωγή του παραπάνω νόμου πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας τόσο του εκχωρητή όσο και του εκδοχέα (ΑΠ 234/2024).Έτσι στην περίπτωση, που πρόκειται για εκχωρηθείσα απαίτηση κατά του Δημοσίου, απαιτείται για την καταβολή της, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η προσκομιδή πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας του εκχωρητή, σε περίπτωση δε που υπάρχουν, κατά το χρόνο της καταβολής, εκκρεμείς οφειλές του εκχωρητή και το Δημόσιο συμψηφίσει την εκχωρηθείσα απαίτηση με τις βεβαιωθείσες προς αυτό οφειλές του εκχωρητή, απαλλάσσεται, από την υποχρέωσή του έναντι του εκδοχέα της απαίτησης και δεν οφείλει να καταβάλει το ποσό της απαίτησης και στον εκδοχέα (ΑΠ 151/2020, ΣτΕ 1311/2017 ΣτΕ 179/2014), ακόμα κι αν η βεβαίωση της οφειλής έγινε μετά την αναγγελία της εκχώρησης (ΑΠ 1891/2022).

Κατά την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν δεν απαγορεύεται η εκχώρηση των ανωτέρω απαιτήσεων, η ικανοποίηση τους όμως τίθεται υπό την αίρεση ότι, κατά το χρόνο της είσπραξής τους δεν υπάρχουν εκκρεμείς οφειλές του αρχικού δικαιούχου της εκχωρηθείσας απαίτησης προς το Ι.Κ.Α.. Εξ άλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 του ν. 1882/1990 και 1 της 2048300/6844-11/0016/1990 υπουργικής απόφασης ετίθετο ως προϋπόθεση για την είσπραξη εκκαθαρισμένων απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, οι οποίες είχαν αποτελέσει αντικείμενο εκχώρησης, η προσκόμιση πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας τόσο από τον αρχικό δικαιούχο της εκχωρηθείσας απαίτησης, όσο και από το νέο δανειστή του Δημοσίου.

Από τις ίδιες διατάξεις, με τις οποίες επιδιώκεται ο έμμεσος εξαναγκασμός των "αμελών ή δύστροπων" οφειλετών του Δημοσίου στην εξόφληση των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων τους προς το Δημόσιο (βλ. εισηγητική έκθεση ν. 1882/1990), προκύπτει ότι, σε περίπτωση που ο εκδοχέας ή ο εκχωρητής είχαν βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές από φόρους, τις οποίες δεν είχαν τακτοποιήσει με ρύθμιση των χρεών τους, το Δημόσιο νομίμως, κατ` αρχήν, αρνείται την καταβολή των εκχωρηθεισών απαιτήσεων.

Και ναι μεν με τις διατάξεις αυτές δεν προβλέφθηκε, ειδικώς, η δυνατότητα του Δημοσίου να παρακρατεί το σύνολο ή τμήμα των κατ` αυτού απαιτήσεων των οφειλετών του, προς το σκοπό της είσπραξης των οφειλόμενων από αυτούς φόρων και λοιπών φορολογικής φύσεως επιβαρύνσεων από τις γενικής, ωστόσο, εφαρμογής διατάξεις των άρθρων 83 του Κ.Ε.Δ.Ε.

και 440 επ. του Α.Κ, σε συνδυασμό προς τις παρατεθείσες διατάξεις περί φορολογικής ενημερότητας, συνάγεται ότι και, υπό το προϊσχύσαν του ν. 2753/1999 νομοθετικό καθεστώς, υφίστατο αντίστοιχη δυνατότητα παρακράτησης απαιτήσεων οφειλετών του Δημοσίου δια μονομερούς συμψηφισμού τους με ληξιπρόθεσμα χρέη τους, προερχόμενα από φόρους ή άλλες συναφείς φορολογικές επιβαρύνσεις.

Με τις ανωτέρω, εξ άλλου, διατάξεις του ν. 1882/1990 δεν θεσπίστηκε μεν ρύθμιση αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 9 παρ. 7 του ν. 2065/1992, με την οποία καθιερώθηκε το ανίσχυρο των έναντι του Ι.Κ.Α. εκχωρήσεων, οφειλές, ωστόσο, του εκχωρητή προς το Δημόσιο από φόρους και λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις, οι οποίες κατέστησαν ληξιπρόθεσμες πριν από την αναγγελία της εκχώρησης, νομίμως παρακρατούνται από εκχωρηθείσες απαιτήσεις κατά του Δημοσίου σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 448 και 463 του ΑΚ και νομίμως, περαιτέρω, αποδίδονται μέσω της αρμόδιας φορολογικής αρχής στο δημόσιο ταμείο.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, μετά την ολοκλήρωση της κατά το άρθρο 95 του ν. 2362/1995 διαδικασίας αναγγελίας, η εκχωρηθείσα απαίτηση κατά του Δημοσίου αποκτάται από τον αναγγείλαντα εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται αποκλειστικός δικαιούχος της, το δε Δημόσιο, ως οφειλέτης, υποχρεούται να καταβάλει τα οφειλόμενα μόνο σε αυτόν και όχι στον εκχωρητή, ο οποίος, από την αναγγελία της εκχώρησης, αποξενώνεται οριστικά από την εκχωρηθείσα απαίτηση.

Συνεπώς, τυχόν καταβολή στον αρχικό δανειστή δεν έχει ως συνέπεια την απαλλαγή του Δημοσίου από την υποχρέωση ικανοποίησης της εκχωρηθείσας απαίτησης, αλλά, ενδεχομένως, τη γένεση αξίωσης του προς αναζήτηση των ποσών που καταβλήθηκαν στον εκχωρητή, ως αχρεωστήτως καταβληθέντων. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, περαιτέρω, ότι, οι εκχωρήσεις απαιτήσεων κατά του Δημοσίου προς τρίτους, ακόμη και αν έχουν αναγγελθεί νομίμως, δεν δεσμεύουν το Δημόσιο, εφόσον ο εκχωρητής δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι του Ι.Κ.Α., στην περίπτωση δε αυτή τα οφειλόμενα ποσά παρακρατούνται από τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις και αποδίδονται στο Ι.Κ.Α.

Είναι, εξ άλλου, αδιάφορο αν οι οφειλές προς το Ι.Κ.Α. βεβαιώθηκαν πριν ή μετά την αναγγελία της εκχώρησης και, κατά μείζονα λόγο, αν οι εισφορές ή οι καταλογισθείσες σε βάρος του εκχωρητή προσαυξήσεις και πρόστιμα ανάγονται σε προγενέστερα ή μεταγενέστερα της εκχώρησης χρονικά διαστήματα. Κατά την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν δεν απαγορεύεται η εκχώρηση των ανωτέρω απαιτήσεων, η ικανοποίηση τους όμως τίθεται υπό την αίρεση ότι, κατά το χρόνο της είσπραξής τους δεν υπάρχουν εκκρεμείς οφειλές του αρχικού δικαιούχου της εκχωρηθείσας απαίτησης προς το Ι.Κ.Α. (ΣτΕ 3765/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) εταιρεία χρηματοδοτικών μισθώσεων με την επωνυμία "Ε. Λ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" είναι κυρία πολυωρόφου οικοδομής επί οικοπέδου, κειμένου στην Αθήνα ..., αποτελούμενη από....συνολικής επιφάνειας 5.694 τ.μ, από 22 θέσεις στάθμευσης..., συνολικής επιφάνειας 255,20 τ.μ και αποθηκευτικού χώρου, επιφάνειας 458 τ.μ.

καθώς και 57 θέσεις στάθμευσης ...επιφάνειας 661,20 τ.μ. Δυνάμει της υπ' αριθ. …./20-1-2003 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π.-Α., νόμιμα μεταγεγραμμένης ... που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και της εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Β. Δ. Τ. Α.Ε", εκμίσθωσε στην τελευταία (μισθώτρια) όλες τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, για διάστημα αρχικά δέκα ετών ήτοι μέχρι 25-1-2013 και ακολούθως συμφώνησαν μέχρι τις 25-11-2023.

Εν συνεχεία η ίδια η μισθώτρια εταιρία, κατόπιν διεξαγωγής μειοδοτικού διαγωνισμού, με τρία διαδοχικά ιδιωτικά συμφωνητικά από 13-3-2003 τα δύο πρώτα και από 27-10-2004 το τρίτο, υπεκμίσθωσε, έχοντας το σχετικό αυτό από την ανωτέρω σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης δικαίωμα (άρθρο 8 της σύμβασης), όλες τις προρρηθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες (ήτοι την 6ώροφη οικοδομή με αποθήκες και θέσεις στάθμευσης) στο εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) Ελληνικό ΔΗΜΟΣΙΟ, προκειμένου να στεγαστεί το Α.

….. Π. (Α….Π), αντί συνολικού μισθώματος 151.500 ευρώ καταβαλλόμενο ανά τρίμηνο ... Όμως, αν και η σύμβαση αυτή υπομίσθωσης με το εναγόμενο Δημόσιο, ήταν άκυρη σύμφωνα και με την …./2012 Γνωμοδότηση του ΝΣΚ κατά τα προαναφερθέντα, το τελευταίο (ΔΗΜΟΣΙΟ) χρησιμοποιούσε (χωρίς νόμιμη αιτία) το πολυώροφο αυτό οικοδόμημα συνεχώς και ανενόχλητα, ...

Εν τω μεταξύ, η άνω μισθώτρια εταιρία (Μ. Β. ΑΕ), με την καταρτισθείσα, μεταξύ αυτής και της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) - εκμισθώτριας, από 18.12.2007, σύμβαση ενεχυρίασης απαιτήσεως, εκχώρησε στην ενάγουσα.., προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της "τελευταίας, όλες τις απαιτήσεις της που απορρέουν από την προδιαληφθείσα σύμβαση υπομίσθωσης ακινήτου, που είχε συνάψει με το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) Ελληνικό Δημόσιο (εκχωρούμενος οφειλέτης), συμπεριλαμβανομένων και των απαιτήσεων της για καταβολή συμφωνηθέντων ληξιπρόθεσμων και μελλοντικών μισθωμάτων.

Η σύμβαση αυτή ενεχυρίασης και εκχώρησης, αναγγέλθηκε νόμιμα από την ενάγουσα (εκδοχέα), όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης, στο εναγόμενο ΔΗΜΟΣΙΟ (ως εκχωρούμενο οφειλέτη) στις 30-4-2010, ... οπότε και ολοκληρώθηκε νόμιμα τότε (30-4-2010) η διαδικασία της αναγγελίας της εκχώρησης, με περαιτέρω συνέπεια να καθίσταται έκτοτε δικαιούχος της εκχωρηθείσας αυτής απαίτησης, κατά του εναγόμενου Δημοσίου, η ενάγουσα ως εκδοχέας...

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι οι απαιτήσεις της εκχωρήτριας εταιρείας (Μ. Β. ΑΕ) από την άνω (παράνομη και ανέξοδη) χρήση του μισθίου πολυώροφου κτιρίου (οικοδομής), είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές στο τέλος κάθε τριμήνου, κατά τα ως άνω συμφωνηθέντα, το εναγόμενο ΔΗΜΟΣΙΟ (οφειλέτης) δεν κατέβαλε τα πιο κάτω χρηματικά ποσά προς αυτή τόσον πριν, όσον και μετά την αναγγελία των ως άνω εκχωρήσεων (30-4-2010) προς εξόφληση των οφειλομένων ανά τρίμηνο μισθωμάτων (ως αποζημίωση).

Συγκεκριμένα, όπως άλλωστε και δεν αμφισβητείται, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε στην ενάγουσα μειωμένο κατά το ποσό των 294.410,68 ευρώ το μίσθωμα του τριμήνου Ιουλίου έως Σεπτεμβρίου 2009, ενώ δεν κατέβαλε καθόλου μίσθωμα τριμήνου Οκτωβρίου έως και Δεκεμβρίου 2009 ποσού 549.759,48 ευρώ, κατέβαλε στην ενάγουσα μειωμένο το μίσθωμα του τριμήνου Ιανουάριου έως και Μαρτίου 2010, κατά το ποσό των 219.525,72 ευρώ, δεν της κατέβαλλε το οφειλόμενο μίσθωμα τριμήνου Απριλίου έως και Ιουνίου 2010, ποσού 569.346,08 ευρώ, δεν της κατέβαλλε το οφειλόμενο μίσθωμα τριμήνου Απριλίου έως και Ιουνίου 2011, ποσού 600.968,35 ευρώ, δεν της κατέβαλλε το οφειλόμενο μίσθωμα τριμήνου Ιουλίου έως και Σεπτεμβρίου 2011, ποσού 497.986,37 ευρώ, ..το οφειλόμενο μίσθωμα τριμήνου Οκτωβρίου έως και Δεκεμβρίου 2011, ποσού 431.171,02 ευρώ,...

το οφειλόμενο μίσθωμα τριμήνου Ιανουάριου έως και Μαρτίου 2012, ποσού 430.569,16 ευρώ και τέλος, ... το οφειλόμενο μίσθωμα τριμήνου Απριλίου έως και Ιουνίου 2012, ποσού 460.992,37 ευρώ ... ήτοι συνολικά της όφειλε το ποσό των 4.054.819,23 ευρώ, το οποίο ωφελήθηκε για το ως άνω διάστημα που έκανε (παράνομα) χρήση του μισθίου ακινήτου.

Το εναγόμενο ΔΗΜΟΣΙΟ (αναιρεσίβλητο) ισχυρίζεται ότι το συνολικό αυτό ποσό των απαιτήσεων που εκχωρήθηκαν στην ενάγουσα (εκδοχέα ήδη αναιρεσείουσα), το κατέβαλε νόμιμα στις Δημόσιες Υπηρεσίες του (ήτοι στις Δ.Ο.Υ Ψυχικού, Λαυρίου, Παλαιού Φαλήρου, ΦΑΕΕ Αθηνών και ΙΚΑ ΕΤΑΜ), εκδίδοντας προς τούτο αντίστοιχα διπλότυπα είσπραξης, διότι διαπιστώθηκαν οφειλόμενα ασφαλιστικά και φορολογικά χρέη σ' αυτές (κατά ποσό μη αμφισβητούμενα από την ενάγουσα) από την ίδια την εκχωρήτρια εταιρία "Μ.

Β. ΑΕ", αλλά και με την ιδιότητα της ως ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Β. Δ. Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", ευθυνόμενη εκ του νόμου αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την τελευταία (ομόρρυθμη εταιρία), τα οποία (χρέη) συμψήφισε, και τούτο διότι, τα χρέη αυτά (οφειλές) προς το Δημόσιο ήταν, κατά τον χρόνο εκάστου συμψηφισμού, βεβαιωμένα (και τα πλείστα εξ αυτών ληξιπρόθεσμα), με συνέπεια να μην είναι πλέον εκ του νόμου δυνατή η πληρωμή, από το ίδιο (εναγόμενο Δημόσιο ήδη αναιρεσίβλητο) στην ενάγουσα εκδοχέα, των εκχωρημένων απαιτήσεων της τελευταίας από τα ληξιπρόθεσμα κατά τα προαναφερθέντα μισθώματα.

Πράγματι από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, προκύπτει ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο συμψήφισε νόμιμα (άρθ. 83 ΚΕΔΕ, 448, 463 ΑΚ) αυτεπαγγέλτως ήτοι μονομερώς, ισόποσο μέρος εκ των ως άνω ήδη ληξιπροθέσμων και απαιτητών μισθωμάτων από τη χρήση του μισθίου ακινήτου, που όφειλε το ίδιο στην ενάγουσα εταιρία - εκδοχέα, με τις δικές του (ΔΗΜΟΣΙΟΥ) ανταπαιτήσεις εξ οφειλών της ως άνω εκχωρήτριας ανωνύμου εταιρείας ("Μ.

Β. Α.Ε." χάριν συντομίας) από ασφαλιστικές της εισφορές προς το ΙΚΑ, συνολικού ποσού 638.108,69 ευρώ... Και τούτο διότι, ... η συναφθείσα επίμαχη εκχώρηση απαιτήσεων, κατά του εναγόμενου Δημοσίου, προς, την ενάγουσα εταιρία (εκδοχέα), ανεξάρτητα του ότι έγινε νόμιμη αναγγελία της οικείας αυτής σύμβασης, δεν δεσμεύει το ΔΗΜΟΣΙΟ, εφόσον αποδείχθηκε ότι η άνω εκχωρήτρια εταιρία δεν είχε εκπληρώσει κατά τον χρόνο είσπραξής τους τις εν λόγω υποχρεώσεις της στο Ι.Κ.Α.

και εξακολουθούσε να τα οφείλει προς αυτό, οπότε κατά τις προμνησθείσες διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 7 του ν. 2065/1992 και 29 παρ. 3 του ν. 1882/1990, του παρέχεται η δυνατότητα παρακράτησης των ποσών αυτών που αρχικά θα οφείλονταν στην άνω εκχωρήτρια ανώνυμη εταιρία, μετά δε την αναγγελία της σύμβασης εκχώρησης (30-4-2010) στην ενάγουσα ως εκδοχέα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η είσπραξη των οφειλομένων αυτών ληξιπροθέσμων κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών από την πρώτη εκχωρήτρια (μη αμφισβητουμένων κατά ποσό από την ενάγουσα), ενώ είναι αδιάφορο αν οι ανωτέρω οφειλές της προς το Ι.Κ.Α.

βεβαιώθηκαν πριν ή μετά την αναγγελία της εκχώρησης (άρθ. 39 παρ. 7 Ν 2065/1992). Μετά ταύτα, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις της παρακράτησής τους υπέρ του ΙΚΑ και συνακόλουθα ως προς το ποσό αυτό δεν σώζεται ο πλουτισμός του εναγόμενου Δημοσίου, διότι έχει μετακινηθεί περαιτέρω στην εταιρία "Μ. Β. Α.Ε"...

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια ως άνω κρίση, έστω με συνοπτική αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα, ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και εκτίμησε τις αποδείξεις απορριπτομένου του σχετικού λόγου της από 23-7-2018 έφεσης της ενάγουσας ως ουσιαστικά αβάσιμου.

Εξάλλου, οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 7 του ν. 2065/1992 και 29 παρ. 3 του ν. 1882/1990 δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., με τις οποίες αναγνωρίζεται ευθέως αντίστοιχη εξουσία των συμβαλλομένων κρατών. Ειδικότερα, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, η επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ' αρχήν και λόγοι συναπτόμενοι προς την είσπραξη των δημόσιων εσόδων και των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών.

Επίσης, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν. Με τις μνησθείσες αυτές διατάξεις των ν. 1882/1990 και 2065/1992, κατ' επίκληση των οποίων έγιναν οι ένδικες παρακρατήσεις, προβλέφθηκαν, στο πλαίσιο της ευχέρειας που παρέχεται στα συμβαλλόμενα μέρη για τη ρύθμιση της χρήσης της περιουσίας των υπηκόων τους, μέτρα για την είσπραξη των δημόσιων εσόδων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, σκοπός, δηλαδή, δημόσιου συμφέροντος, ο οποίος δικαιολογεί, κατ' αρχήν, επεμβάσεις σε περιουσιακά δικαιώματα.

Δηλαδή, το δημόσιο συμφέρον που επιδιώκεται με τις ανωτέρω διατάξεις, το οποίο ανάγεται ευθέως στη διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας της χώρας και της βιωσιμότητας του εθνικού κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, δικαιολογεί, κατ αρχήν, την παρακράτηση απαιτήσεων που εκχωρήθηκαν σε τρίτα πρόσωπα για την εξόφληση όχι μόνο των δικών τους οφειλών προς το Δημόσιο και το Ι.Κ.Α., αλλά και των οφειλών των προσώπων που τους μεταβίβασαν τις σχετικές απαιτήσεις.

Υπό την αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, θα ετίθεντο σε κίνδυνο τα συμφέροντα του Δημοσίου και του Ι.Κ.Α. μέσω της διαδοχικής μεταβίβασης απαιτήσεων προς το σκοπό της αποφυγής εκπλήρωσης των φορολογικών και κοινωνικοασφαλιστικών υποχρεώσεων των αρχικών δικαιούχων τους. Το μέτρο, εξ άλλου, αυτό, μέσω του οποίου συμψηφίζονται αμοιβαίες, κατά κανόνα, απαιτήσεις, είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με τις ανωτέρω διατάξεις σκοπού και δεν διαταράσσει τη δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και των απαιτήσεων για την προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων του εκδοχέα, τούτο μάλιστα, ενόψει του ότι, με βάση την υποκείμενη σχέση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα, ο δεύτερος έχει τη δυνατότητα να στραφεί κατά του πρώτου, προκειμένου να αποκαταστήσει τη βλάβη που υπέστη λόγω της αδυναμίας ικανοποίησης της εκχωρηθείσας απαίτησης οπότε και δεν συνιστά παραβίαση των περιουσιακών της δικαιωμάτων, ούτε τέλος γεννάται ζήτημα αντίθεσης των ανωτέρω διατάξεων προς την αρχή της αναλογικότητας.

Συνεπώς, οι μνησθείσες διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζονται μέτρα για την εξυπηρέτηση σκοπών δημόσιου συμφέροντος, δεν είχαν, εν προκειμένω, ως αποτέλεσμα την κατάργηση ήδη γεννημένων κατά το εθνικό δίκαιο περιουσιακών δικαιωμάτων, ούτε υπερέβαιναν τα όρια που καθορίζονται από τις απορρέουσες από την αρχή της αναλογικότητας απαιτήσεις, απορριπτόμενου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου σχετικού λόγου της αυτής ως άνω έφεσης της ενάγουσας.

Επιπλέον, από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από το εναγόμενο ΔΗΜΟΣΙΟ έγγραφα, αποδείχθηκε ότι το εναγομένο ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ συμψήφισε νόμιμα (κατ' άρθρο 83 ΚΕΔΕ) μονομερώς και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες υπό στοιχ. νομικές σκέψεις, τις υπόλοιπες εκ. 3.416.710,54 ευρώ οφειλόμενες εκχωρηθείσες απαιτήσεις από ληξιπρόθεσμα μισθώματα -τριμήνων, λόγω (ανέξοδης) χρήσης του μισθίου εκ μέρους του (ήτοι τις ως άνω οφειλές του ιδίου του Δημοσίου), με μη αμφισβητούμενες ισόποσες (3.416.710,54 ευρώ) ανταπαιτήσεις του που αντιστοιχούσαν σε φορολογικά χρέη της εκμισθώτριας ανωνύμου εταιρείας (Μ.

Β. ΑΕ, χάριν συντομίας), αλλά και της ομορρύθμου εταιρείας (Μ. Β. ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΕΧΝΙΚΉ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ), της οποίας τυγχάνει η ίδια (εκχωρήτρια) ομόρρυθμος μέλος και συνεπώς ευθυνόμενη εις ολόκληρο με την τελευταία, στις Δ.Ο.Υ Ψυχικού, Λαυρίου, Παλαιού Φαλήρου, ΦΑΕΕ ΑΘΗΝΩΝ και στο Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων, εφόσον αφενός μεν τα εν λόγω χρέη ανάγονταν (είχαν "γεννηθεί") στα έτη (χρήσης) πριν την αναγγελία της επίμαχης εκχώρησης (30-4-2010), όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως σχετικά έγγραφα των αντίστοιχων Δ.Ο.Υ., αφετέρου είχαν βεβαιωθεί ταμειακά, κατά τον κρίσιμο χρόνο που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι εκχωρηθείσες αυτές απαιτήσεις κατά του ΔΗΜΟΣΙΟΥ, δηλαδή στο τέλος κάθε αντίστοιχης τριμηνίας, όταν και εκδόθηκαν τα αντίστοιχα εντάλματα πληρωμής του Δημοσίου και δη του Α…Π...

δηλαδή συνέτρεχαν όλες οι εκ του νόμου απαιτούμενες προϋποθέσεις. Και ειδικότερα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: 1) για οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Ιουλίου έως και Σεπτεμβρίου 2009, εκδόθηκε στις 29-9-2009 ένταλμα πληρωμής του Α….Π, για ποσό 294.410,68 ευρώ, που συμψηφίστηκε με αντίστοιχο ποσό φορολογικών χρεών για τα έτη χρήση 2007-2008, των οποίων (χρεών) τα επιμέρους ποσά είχαν βεβαιωθεί ταμειακά με τις υπ' αρ.

…/13-10-2008 και …./22-5-2009 πράξεις, 2) για οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Οκτωβρίου έως και Δεκεμβρίου 2009, εκδόθηκε στις 21-12-2009 ένταλμα πληρωμής του Α…Π, για ποσό 549.759,48 ευρώ, που συμψηφίστηκε με αντίστοιχο ποσό φορολογικών χρεών για τα έτη χρήση 2004, 2005, 2006 και 2008, των οποίων (χρεών) τα επιμέρους ποσά είχαν βεβαιωθεί ταμειακά με τις υπ' αρ.

…/7-3-2008, …./7-3-2008 και …/15-4-2009 πράξεις, 3) για οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Απριλίου έως και Ιουνίου 2010, εκδόθηκε στις 19-7-2010 ένταλμα πληρωμής του Α….Π, για ποσό 549.346,08 ευρώ, που συμψηφίστηκε με αντίστοιχο ποσό φορολογικών χρεών για τα έτη χρήση 2008, 2009 και 2004, των οποίων (χρεών) τα επιμέρους ποσά είχαν βεβαιωθεί ταμειακά με τις υπ' αρ.

…/28-6-2010, δύο με …/23-6-2010, τρεις με ../23-6-2010 και …/13-10-2008 πράξεις, 4) για οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Απριλίου έως και Ιουνίου 2011, εκδόθηκε στις 19-7-2010 ένταλμα πληρωμής του Α…Π, για ποσό 442.385,38 ευρώ (το επιπλέον ποσό αποδόθηκε στο ΙΚΑ), που συμψηφίστηκε με αντίστοιχο ποσό φορολογικών χρεών για τα έτη χρήση 2009 και 2010, των οποίων (χρεών) τα επιμέρους ποσά είχαν βεβαιωθεί ταμειακά με τις υπ' αρ.

…/23-6-2010, …/31 -5-2011, …./31 -10-2010, και …/17-5-2010 πράξεις, 5) για οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Ιουλίου έως και Σεπτεμβρίου 2011, εκδόθηκε στις 3-10-2011 ένταλμα πληρωμής του Α….Π, για ποσό 497.986,37 ευρώ, που συμψηφίστηκε με αντίστοιχο ποσό φορολογικών χρεών για τα έτη χρήση 2009, και 2010, των οποίων (χρεών) τα επιμέρους ποσά είχαν βεβαιωθεί ταμειακά με τις υπ' αρ.

…./24-12-2009, …/23-8-20111, …/28-6-2010, …./23-6-2010, …31-5-2011, …./17-5-2010, …./13-10-2008 και …/13-10-2008 πράξεις, 6) για οφειλόμενα μισθώματα των μηνών α) Ιουλίου έως και Σεπτεμβρίου 2011 και β) Ιανουαρίου έως και Μαρτίου 2012, εκδόθηκαν αντίστοιχα στις 3-10-2011 και 5-4-2012 εντάλματα πληρωμής του Α….Π, για ποσά 431.171,02 ευρώ και 430.659,16 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικά 861.830,18 ευρώ, που συμψηφίστηκε με επιμέρους χρηματικά ποσά φορολογικών χρεών για τα έτη χρήση από 2005 έως και2010,των οποίων (χρεών) τα επιμέρους ποσά είχαν βεβαιωθεί ταμειακά κατά τις ημερομηνίες 28-12-2011, 28-6-2010, και 3-8-2011 όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα μετ1 επικλήσεως γραμμάτια συμψηφισμού των ειδικότερα αναγραφομένων Δ.Ο.Υ και με αρ.

…/9-4-2012, …/9-4-2009, …/9-4-2012 και 1…/9-4-2012,…/9-4-2012, …/9-4-2012, καθώς και με τις υπ'αρ. αρ…./6-4-2012, …/2/9-3-2012, 1../1/29-2-2012, …/3-2-2012, …/31-5-2011, …./31-10-2011, …/25-11-2011, και …/12-3-2012 πράξεις ταμειακής βεβαίωσης, και 7) για οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Απριλίου έως και Ιουνίου 2012, εκδόθηκε στις 27-6-2012 ένταλμα πληρωμής του Α….Π, για ποσό 460.992,37 ευρώ, που συμψηφίστηκε με αντίστοιχο ποσό φορολογικών χρεών για τα έτη χρήση 2008,2009 και 2010, των οποίων (χρεών) τα επιμέρους ποσά είχαν βεβαιωθεί ταμειακά με τις υπ' αρ.

…/24-12-2009, …/25-11-2011, …/17-5-2010, …./31-5-2011 και …./17-5-2010 πράξεις, ενώ επιμέρους ποσά εκ του συνολικού των 253.512,05 ευρώ βεβαιώθηκαν ταμειακά κατά τις ημερομηνίες 23-6-2010, 28-6-2010, 3-8-2011, και 28-12-2011 όπως αποδεικνύεται από τα εκδοθέντα γραμμάτια συμψηφισμού με αρ. …./24-7-2011, …/24-7-2012 και …/24-7-2023 της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών. Εξ όλων αυτών καθίσταται σαφές, ότι το εναγόμενο Δημόσιο, νομίμως κατ' άρθρ. 83 ΚΕΔΕ (ν.

δ/μα 356/1974) όπως ίσχυε τόσον πριν όσο και μετά την τροποποίησή του με άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 3888/2010 και εν συνεχεία με άρθρο 11 του Ν. 3943/31-3-2011, κατέβαλε τα οφειλόμενα υπ' αυτού και καθιστάμενα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά στο τέλος κάθε τριμήνου μισθώματα, στις προμνησθείες δημόσιες υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ. κλπ.) προς εξόφληση οφειλομένων σ' αυτές από την εκχωρήτρια φορολογικών χρεών της, τα οποία (ως ανταπαιτήσεις του ιδίου - ΔΗΜΟΣΙΟΥ) έτσι νόμιμα συμψήφισε με τις ως άνω εκχωρηθείσες απαιτήσεις μισθωμάτων.

Και τούτο διότι, δεδομένου ότι κρίσιμος χρόνος για την εύρεση του εφαρμοστέου δικαίου είναι ο χρόνος καταβολής της εκχωρηθείσας απαίτησης από τον διενεργούντα την πληρωμή φορέα (ήτοι το εναγόμενο ΔΗΜΟΣΙΟ),.., αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι ακόλουθες εκ των ισχυόντων εκάστοτε νόμων προβλεπόμενες για τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό προϋποθέσεις Α) σύμφωνα με το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τους ως άνω νόμους, προϋπόθεση ήταν μόνο η ύπαρξη βεβαίας απαίτησης του Δημοσίου από φορολογικά χρέη, κατά το χρόνο της αναγγελίας της εκχώρησης (και για μελλοντικές εκχωρηθείσες απαιτήσεις μισθωμάτων, κατά το χρόνο που κατέστησαν αυτές ληξιπρόθεσμες), περίπτωση που συνέτρεχε εν προκειμένω αναφορικά με το έγκυρο των ανωτέρω δύο πρώτων (με στοιχ. 1 και 2) συμψηφισμών των εκχωρημένων απαιτήσεων από μισθώματα, τα οποία είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα και απαιτητά στη λήξη κάθε τριμήνου και δη αντίστοιχα στις 29.9.2009 και 21.12.2009, ήτοι πριν την αναγγελία εκχώρησης στις 30-4-2010, με τα ως άνω φορολογικά χρέη (κατά επιμέρους ποσά) προς το Δημόσιο που είχαν βεβαιωθεί, για μεν το πρώτο τρίμηνο, στις 12.10.2008 και 22-5-2009 για το δε το δεύτερο, στις 7-3-2008 και 15-4-2008, αντίστοιχα, κατά τα προαναφερθέντα, και συνακόλουθα ήταν βεβαιωμένα κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις, ενώ δεν απαιτούνταν (κατά τον ΚΕΔΕ), επιπλέον και το ληξιπρόθεσμο των φορολογικών αυτών οφειλών προς το ΔΗΜΟΣΙΟ, όπως άλλωστε έγινε δεκτό και με την απόφαση του ΣτΕ (...), που δέχεται και το παρόν Δικαστήριο, καθόσον το δικαίωμα του Δημοσίου να αποφασίζει αυτεπαγγέλτως το συμψηφισμό βεβαιωμένων και εκκαθαρισμένων χρηματικών απαιτήσεων οφειλετών του, με βεβαιωμένες από το ίδιο απαιτήσεις του κατ' αυτών, μέχρι το ύψος που αυτές καλύπτονται, καθιερώθηκε ήδη από το έτος 1974 με το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, για λόγους έγκαιρης είσπραξης των δημόσιων εσόδων, οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και αποφυγής των δυσμενών συνεπειών της αφερεγγυότητας των οφειλετών του Δημοσίου.

Και ιι) σύμφωνα με τους ισχύοντες εν συνεχεία προρρηθέντες νόμους (άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 3888/2010 και άρθρο 11 του Ν. 3943/31-3-2011), με τους οποίους ρητά τέθηκε πλέον ως προϋπόθεση του συμψηφισμού η ύπαρξη ταμειακά βεβαιωμένης οφειλής, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.2 του ΚΕΔΕ, προς το ΔΗΜΟΣΙΟ, δηλαδή επιτράπηκε συμψηφισμός αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 83 του ΚΕΔΕ (όπως ίσχυε αυτό μετά την τροποποίηση του με τους άνω νόμους), αν κατά τον χρόνο είσπραξης της εκχωρηθείσας απαίτησης υφίσταντο ταμειακά βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο (όπως Δ.Ο.Υ.

κλπ) της εκχωρήτριας, περίπτωση που και πάλι αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω αναφορικά με τους, μετά την αναγγελία της επίμαχης εκχώρησης (30-4-2010), επιμέρους συμψηφισμούς, κατά τα αναλυτικώς προαναφερόμενα, αφού αποδείχθηκε αδιαμφισβήτητα ότι οι ανωτέρω ανταπαιτήσεις του Δημοσίου κατά της εκχωρήτριας εταιρείας είχαν στο σύνολο τους βεβαιωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις, ήτοι στο τέλος εκάστης αντίστοιχης προρρηθείσας τριμηνίας, χωρίς να είναι αναγκαίο εκ του νόμου να έχουν καταστεί και ληξιπρόθεσμα τα προς το Δημόσιο εν λόγω χρέη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα- εκδοχέας.

Σημειωτέου ότι ή διάταξη του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ, σύμφωνα και με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, κατισχύει ως ειδική των διατάξεων των άρθρων 448 και 463 παρ. 2 του ΑΚ, καθ' ό μέρος επιτρέπει στο ΔΗΜΟΣΙΟ να αντιτάξει σε συμψηφισμό βεβαιωμένες απαιτήσεις του, ακόμη και αν δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες.

Επομένως, νομίμως εχώρησαν όλοι οι προδιαληφθέντες επιμέρους συμψηφισμοί των εκχωρημένων οφειλών του εναγόμενου ΔΗΜΟΣΙΟΥ από μισθώματα των ως άνω τριμήνων, με τις χρηματικές ανταπαντήσεις φορολογικής φύσεως του ίδιου του ΔΗΜΟΣΙΟΥ κατά της εκχωρήτριας εταιρείας (Μ. Β. ΑΕ). Πέραν των ανωτέρω αποδείχθηκε ακόμα ότι η ενάγουσα - εκδοχέας, δεν προσκόμισε, όπως υποχρεούταν εκ της πιο κάτω παρατιθέμενης νομοθεσίας, στο εναγόμενο ΔΗΜΟΣΙΟ, ως εκχωρούμενο οφειλέτη και διενεργούντα την πληρωμή των εκχωρημένων απαιτήσεων, πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας της εκχωρήτριας εταιρείας που να βεβαιώνει την ανυπαρξία οφειλής της προς το Δημόσιο, κατά τον κρίσιμο χρόνο που καθίσταντο ληξιπρόθεσμες οι εκχωρηθείσες αυτές απαιτήσεις, δηλαδή στο τέλος κάθε αντίστοιχης τριμηνίας εκ των ως άνω αναφερομένων, γεγονός βέβαια που δεν επικαλείται ούτε η ίδια η ενάγουσα, ούτε βέβαια προσκόμισε και δικά της (ενάγουσας) σχετικά πιστοποιητικά φορολογικής ενημερότητας κατά τον αυτό ως άνω κρίσιμο χρόνο και συνεπώς νομίμως το εναγόμενο ΔΗΜΟΣΙΟ δεν κατάβαλε τις εκχωρηθείσες χρηματικές απαιτήσεις στην ενάγουσα, όπως βάσιμα αυτό (εναγόμενο) υποστηρίζει.

Και ειδικότερα, ... επί εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά του ΔΗΜΟΣΙΟΥ, όπως εν προκειμένω, κρίσιμος χρόνος για την εύρεση του εφαρμοστέου δικαίου είναι ο χρόνος καταβολής της εκχωρηθείσας απαίτησης από τον διενεργούντα την πληρωμή φορέα του Δημοσίου, στην προκειμένη δε περίπτωση χρόνος καταβολής των εκχωρημένων προς την ενάγουσα (εκδοχέα) απαιτήσεων μισθωμάτων, ήταν το τέλος κάθε προαναφερόμενου τριμήνου, όταν και εκδόθηκαν τα προαναφερόμενα εντάλματα πληρωμής τους από το Α…Π, και συγκεκριμένα:

I) αναφορικά με τους τρεις πρώτους με στοιχ. 1, 2, και 3 ως άνω συμψηφισμούς, ήταν οι ημεροχρονολογίες 29-9-2009, 21-12-2009 και 19-7- 2010, αντίστοιχα, οπότε εφαρμοστέες κατά τους χρόνους αυτούς είναι οι διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 3 του ν. 1882/1990 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού διατάξεων των υπουργικών αποφάσεων υπ' αριθμ. 2048300/6844-11/0016/1990 και 1109793/6134/0016/ΠΟΛ 1223/24-11- 1999 (Β' 2134), της οποίας το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε από την υπ αριθμ. 1105118/6830-11/0016/ΠΟΛ. 1298/5.12.2000 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, Β' 1575 (όπως ίσχυαν δηλαδή πριν την τροποποίηση τους με το άρθρο 28 παρ. 2 του ν. 3943/2011, Α' 66), με τις οποίες ετίθετο ως προϋπόθεση για την είσπραξη εκκαθαρισμένων απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, οι οποίες είχαν αποτελέσει αντικείμενο εκχώρησης, η προσκόμιση πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας τόσο από τον αρχικό δικαιούχο της εκχωρηθείσας απαίτησης (εκχωρητή), όσο και από το νέο δανειστή του Δημοσίου (εκδοχέα), περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, εφόσον αμφότεροι δεν διέθεταν φορολογική ενημερότητα κατά τους ως άνω χρόνους, ...

Και II) αναφορικά με τους λοιπούς ως άνω συμψηφισμούς, κρίσιμος χρόνος ήταν οι προρρηθείσες ημεροχρονολογίες 28.6.2011, 3.10.2011, 5 και 2.4.2012, και 27.6.2012, οπότε εφαρμοστέες κατά τους χρόνους αυτούς σαφώς είναι οι διατάξεις της παρ. 9 τού άρθρου 26 του Ν. 1882/1990, που προστέθηκε με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 28 του Ν. 3943/31-3-2011 και του άρθρου 1 α και ε της ΠΟΛ. 1274/2013, σύμφωνα με τις οποίες για την καταβολή εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, απαιτούνταν και πάλι η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας και του εκχωρητή και του εκδοχέα, και έτσι εν προκειμένω, εφόσον δεν προσκομίσθηκε πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας της εκχωρήτριας εταιρείας δεν ήταν δυνατή η πληρωμή από το εναγόμενο Δημόσιο στην ενάγουσα, της εκχωρηθείσας απαίτησης μέχρι το ποσό των βεβαιωμένων σε βάρος της εκχωρήτριας οφειλών, διότι η τελευταία δεν ήταν φορολογικώς ενήμερη κατά τους ως άνω χρόνους της καταβολής, κατά τη σαφή και ρητή διατύπωση της ανωτέρω διάταξης.

Κατά συνέπεια νομίμως το εναγόμενο ΔΗΜΟΣΙΟ κατέβαλε το ανωτέρω συνολικό ποσό των 3.416.710,54 ευρώ, προς εξόφληση βεβαιωμένων οφειλών της εκχωρήτριας προς το Δημόσιο, ως προς το οποίο (χρηματικό ποσό) δεν σώζεται ο πλουτισμός του (εναγόμενου), καθόσον μετακινήθηκε περαιτέρω στην εκχωρήτρια εταιρία, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της ενάγουσας.

Σημειώνεται ως εκ περισσού ότι τα επικαλούμενα από την ενάγουσα- εκδοχέα πιστοποιητικά ενημερότητας και δη με αρ. …./20-7-2009, …/29-6-2009 και …/3-1-2008, ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον αναφέρονται σε χρόνους πριν την αναγγελία της επίμαχης εκχώρησης(30-4-2010),τα δε λοιπά με αρ. …/15-4-2010, και …./25-10-2010 αλυσιτελώς προσκομίστηκαν καθόσον αφορούσαν οφειλόμενα μισθώματα τριμήνου Ιανουαρίου-Μαρτίου 2010 και Ιουλίου 2010 έως Μάρτιο του 2011, τα οποία αποδόθηκαν στην ενάγουσα και στο ΙΚΑ και συνεπώς δεν έγινε παρακράτηση αυτών υπέρ του Δημοσίου και σε κάθε περίπτωση δεν αφορούν και την εκχωρήτρια εταιρία.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ότι για το συμψηφισμό του υπόλοιπου ποσού των 3.416.710,54 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε φορολογικές απαιτήσεις του ΔΗΜΟΣΙΟΥ, έναντι της Μ. Β. ΑΕ, της Μ. Β. ΑΕ & ΣΙΑ ΟΕ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις διότι οι επίμαχες φορολογικές απαιτήσεις δεν είχαν καταστεί, κατά το χρόνο του μονομερούς συμψηφισμού, ληξιπρόθεσμες και δέχθηκε ως προς αυτές την αγωγή κατ' ουσίαν βάσιμη έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων και την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένων δεκτών των σχετικών λόγων της από 4-10-2018 έφεσης του εναγόμενου ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ως ουσιαστικά βάσιμων...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο προέβη νομίμως μονομερώς και αυτεπαγγέλτως σε συμψηφισμό εκ των ενεχυρασθεισών-εκχωρηθεισών απαιτήσεων εκ οφειλομένων ληξιπροθέσμων μισθωμάτων λόγω της χρήσης του επιδίκου μισθίου εκ μέρους του με μη αμφισβητούμενες ισόποσες ανταπαιτήσεις του, ποσού 3.416.710,54 ευρώ, αντιστοίχου ποσού φορολογικών χρεών προς τις Δ.Ο.Υ., καθώς επίσης και ποσού 638.108,69 ευρώ, αντιστοίχου ποσού ασφαλιστικών εισφορών προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., της εκμισθώτριας ενεχυράσασας -εκχωρήτριας εταιρείας, με την επωνυμία "Μ.

Β. ΑΕ", αλλά και της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "Μ. Β. ΑΕ & ΣΙΑ ΟΕ", ομόρρυθμο μέλος της οποίας τυγχάνει η πρώτη (εκχωρήτρια εταιρεία), ευθυνόμενη συνεπώς εις ολόκληρον με αυτήν, αποδίδοντας προς τις Δ.Ο.Υ. και το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., τις αντίστοιχες οφειλές της άνω οφειλέτριας (εκχωρήτριας), οι οποίες αφενός είχαν γεννηθεί πριν την εκχώρηση και αφετέρου είχαν ταμειακά βεβαιωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, κατά τον οποίο κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις κατά του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά την επικουρική βάση αυτής, εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, υποχρεώνοντας το τελευταίο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 3.416.710,54 ευρώ νομιμοτόκως), κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης συμψηφισμού του τελευταίου (Ελληνικού Δημοσίου), λόγω εξόφλησης ανταπαίτησής του από οφειλές της ενεχυράσασας - εκχωρήτριας ανώνυμης εταιρείας ( "Μ.

Β. ΑΕ"), προς τις Δ.Ο.Υ. και το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 83 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο επίδικο χρόνο [πριν και μετά τους νόμους 3888/2010 (ΦΕΚ Α'175/30-9-2010) και 3943/2011 (ΦΕΚ Α'175/30-9-2010), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 του ν. 3888/2010, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στις 30-9-2010 (άρθρο 20 του ως άνω νόμου) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στις 31-3-2011 (άρθρο 52 του ως άνω νόμου) και πριν την κατάργησή του με το άρθρο 85 παρ.5 του νέου Κ.Ε.Δ.Ε., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4978/2022 (ΦΕΚ Α'190/7-10-2022)], 416, 440, 455, 448, 460, 461, 462, 463 παρ.2, 904 ΑΚ, 95 του ν. 2362/1995, 26 παρ.3 και 9 του ν. 1882/1990 και 39 παρ.7 του ν. 2065/1992 και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 17 του Σ και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, καθόσον, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, δεδομένου ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:

α) η μεταξύ της αναιρεσείουσας και της ενεχυράσασας - εκχωρήτριας ("Μ. Β. Α.Ε") σύμβαση ενεχυρίασης της απαίτησης της τελευταίας κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου για καταβολή συμφωνηθέντων ληξιπροθέσμων (και μελλοντικών) μισθωμάτων, έλαβε χώρα στις 18-12-2007 προς εξασφάλιση της απαίτησης της εκδοχέως (αναιρεσείουσας) κατά της ενεχυράσασας - εκχωρήτριας από την καταρτισθείσα μεταξύ αυτών υπ' αριθμ.

…./20-1-2003 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης του επιδίκου ακινήτου, β) με την αναγγελία στις 30-4-2010 της σύμβασης ενεχυρίασης στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, οφειλέτη της μισθώτριας ενεχυράσασας-εκχωρήτριας, συντελέστηκε η εκχώρηση προς την εκδοχέα αναιρεσείουσα, λόγω ενεχύρου, της απαίτησης της ενεχυράσασας -εκχωρήτριας εταιρείας κατά του αναιρεσίβλητου από τα οφειλόμενα μισθώματα και έκτοτε αποκλειστικός δικαιούχος της ενεχυριασθείσας απαίτησης κατέστη η αναιρεσείουσα, της οποίας ωστόσο η ικανοποίηση τελούσε υπό την από το νόμο αίρεση ότι κατά το χρόνο είσπραξής της δεν υπήρχαν εκκρεμείς οφειλές της ενεχυράσασας-εκχωρήτριας εταιρείας προς το αναιρεσίβλητο και γ) το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο απέδωσε 1) στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

το ποσό των 638.108,68 ευρώ συνολικά, το οποίο αντιστοιχούσε σε βεβαιωμένες ταμειακά οφειλές της ενεχυράσασας-εκχωρήτριας από ασφαλιστικές εισφορές προς αυτό και 2) στις Δ.Ο.Υ. Ψυχικού, Λαυρίου, Παλαιού Φαλήρου, ΦΑΕΕ Αθηνών κλπ το ποσό των 3.416.710,54 ευρώ συνολικά, το οποίο αντιστοιχούσε σε βεβαιωμένες ταμειακά οφειλές της ενεχυράσασας - εκχωρήτριας από φόρους προς τις Δ.Ο.Υ.

κλπ, συμψηφίζοντας τα ως άνω ποσά, με ισόποσο μέρος οφειλομένων εκ μέρους του ληξιπρόθεσμων (και μελλοντικών) μισθωμάτων από τη χρήση του επιδίκου μισθίου, που είχαν ενεχυρασθεί-εκχωρηθεί προς την εκδοχέα αναιρεσείουσα, με τις ως άνω ανταπαιτήσεις του από τις ισόποσες οφειλές της ενεχυράσασας - εκχωρήτριας, ταμειακά βεβαιωμένες κατά τον κρίσιμο χρόνο, κατά τον οποίο κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις κατά του αναιρεσιβλήτου και, κατά συνέπεια, με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με την προαναφερόμενη απόδοση εκ μέρους των άνω ποσών (3.416.710,54 ευρώ και 638.108,68 ευρώ) προς τις μνημονευόμενες Δ.Ο.Υ.

και το Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ., απαλλάχθηκε από την υποχρέωση να καταβάλει τα αντίστοιχα επιμέρους ποσά των ενεχυρασθεισών απαιτήσεων στην αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται η σχετική ένσταση απαλλαγής αυτού από την ως άνω υποχρέωση, σημειουμένου ότι κατά τα προαναφερθέντα οι οφειλές της εκχωρήτριας προς το αναιρεσίβλητο είχαν γεννηθεί πριν την αναγγελία της εκχώρησης και είχαν βεβαιωθεί ταμειακά κατά τον κρίσιμο χρόνο που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι στο τέλος κάθε αντίστοιχης τριμηνίας, όταν εκδόθηκαν τα αντίστοιχα εντάλματα πληρωμής του Δημοσίου (κατά τα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ανωτέρω αναφερόμενα εντάλματα πληρωμής, επιμέρους βεβαιωμένα ποσά, πράξεις βεβαίωσης χρηματικών οφειλών, έτη χρήσης κλπ), ενώ, εξάλλου, το επιλεγέν από το νομοθέτη μέτρο της απόδοσης στο Ελληνικό Δημόσιο, αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την ικανοποίηση του επιδιωκόμενου διά των ανωτέρω διατάξεων σκοπού δημοσίου συμφέροντος και δεν αντίκειται προς την αρχή της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης, ούτε συνιστά παραβίαση των περιουσιακών της δικαιωμάτων και της οικονομικής ελευθερίας της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Παράλληλα, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, έκρινε, με πλεοναστική αιτιολογία, ότι προϋπόθεση για την είσπραξη εκχωρηθείσας απαίτησης κατά του Δημοσίου, αποτελεί η προσκόμιση πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας, το οποίο βεβαιώνει την ανυπαρξία οφειλών προς το Δημόσιο, τόσο του εκχωρητή όσο και του εκδοχέα και ότι η ενάγουσα αναιρεσείουσα εκδοχέας δεν προσκόμισε, όπως είχε υποχρέωση, προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας της εκχωρήτριας και της ιδίας και, συνεπώς, νομίμως το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο δεν κατέβαλε τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις στην ενάγουσα, κατά τις διαλαμβανόμενες στο αιτιολογικό αυτού παραδοχές.

Ωστόσο, η αιτιολογία αυτή είναι περιττή, μετά τις ορθές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ότι η αναιρεσείουσα δεν εδικαιούτο να εισπράξει απαιτήσεις κατά του αναιρεσίβλητου, εκχωρηθείσες σ' αυτήν, εκ του λόγου ότι κατά το χρόνο είσπραξής τους υπήρχαν εκκρεμείς οφειλές της ενεχυράσασας - εκχωρήτριας εταιρείας προς το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο απέδωσε προς τις Δ.Ο.Υ.

και το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., απαλλασσόμενο έτσι της υποχρέωσης καταβολής των αντιστοίχων επιμέρους ποσών προς την αναιρεσείουσα των ενεχυρασθεισών απαιτήσεων. Επομένως, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει τη σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται απορριπτέος, ως αλυσιτελής.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παράβολου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ` άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.3.2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. …/9.4.2021) αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Λ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" κατά της υπ' αριθμ. 6149/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από τη Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ