Legislator Case Law & Legislation
139/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank's mortgage registration, upholding good faith exercise of creditor rights.

Case Number 139/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Third Instance Court of Thrace's decision rejecting its claim. The appellant argued that the bank's registration of mortgages violated Article 281 of the Civil Code due to disproportionate value and good faith principles. The court found the bank's actions lawful, noting the appellant's financial difficulties and the bank's legitimate need to secure large debts, thus rejecting the claim of abuse of rights. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 17 of the Constitution: The court held that a creditor's right to register mortgages on a debtor's property does not constitute an abuse of rights when exercised in good faith to secure legitimate debts, even if the debt amount exceeds the property's value, provided the debtor's financial situation explains the need.

Keywords

AI generated
abuse of rights good faith principle mortgage registration creditor security Article 281 Civil Code proportionality test financial insolvency

Cited Legislation

AI generated
Article 17 of the Constitution
Article 1 of the First Protocol of the ECHR
Article 281 of the Civil Code
Articles 81, 82, 87, 88 of the EC Treaty
Articles 552, 553, 556, 588, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case C-690/13 of the Court of Justice of the European Union

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 139 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 139/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Κωνσταντίνο Μουτάφη του Νικολάου. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θωμούλα Γρηγορίου.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία έχει τεθεί σε ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα: α) αρχικώς από τον ορισθέντα, με την με αριθμό 46/27-07-2012 απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, ειδικό εκκαθαριστή Ν. Μ., κάτοικο Αθηνών και β) ακολούθως από την ορισθείσα, με απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την υπ' αρ.182/04-04-2016 συνεδρίαση ανώνυμη εταιρία με τη επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο ... ως ειδική εκκαθαρίστρια, ενώ το τελούν υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα φέρει την επωνυμία ... και εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Ξυπνητού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-03-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 116/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-07-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 116/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που δέχθηκε έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 126/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως απέρριψε την από 15/3/2013 αγωγή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 588, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).

Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος "Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτήν δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος", ενώ κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το Ν.

Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.

Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεων αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ.

α' της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση των περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β' της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό (ΑΠ 57/2021).

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την οποία, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων, επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων. (ΑΠ 57/2021).

Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι ο καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, συνάγεται ότι δεν αποκλείεται στον νομοθέτη να θέτει περιορισμούς υπό τους οποίους τελεί το δικαίωμα αυτό, οι οποίοι όμως δεν μπορούν να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιον βαθμό, ώστε το δικαίωμα να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΠ 390/2010).

Με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ .δ' του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με τη νέα αυτή διάταξη, ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων, για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημοσίων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ' του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτό προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά, υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διακατέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λ.π.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνους του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αυτά ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 παρ. 1 και 19 Κ.

Πολ. Δ. (Ολ. ΑΠ 9/2015, ΑΠ 929/2020, ΑΠ 464/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ιδρυτικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας Ν. 4332/1929 η ... αποτελεί αυτόνομο τραπεζιτικό οργανισμό κοινωφελούς χαρακτήρα με σκοπό την ενάσκηση αγροτικής πίστης σε όλες τις μορφές της, την ενίσχυση της συνεταιριστικής οργανώσεως και τη βελτίωση των όρων της διεξαγωγής των γεωργικών εν γένει και συναφών εργασιών.

Ως ειδικότεροι σκοποί της ... αναφέρονται στην παρ. 5 του ιδίου άρθρου, η χορήγηση δανείων και πιστώσεων πάσης φύσεως σε γεωργούς, γεωργικούς συνεταιρισμούς κάθε μορφής και γενικά σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την καλύτερη διεξαγωγή των γεωργικών τους επιχειρήσεων. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από το χρόνο της σύστασής της η ....

αποτελούσε φορέα ενάσκησης της αγροτικής πίστης, έχοντας ως σκοπό την συστηματική παροχή στα ασχολούμενα με τη γεωργία πρόσωπα των απαιτουμένων μέσων για τη βελτίωση των όρων διεξαγωγής των αγροτικών εργασιών. Υπό τα εκτεθέντα, η ... αποτελεί οργανισμό με διφυή χαρακτήρα, που αποτελεί αφενός νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση των τραπεζικών εργασιών και αφετέρου νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ως προς τον έλεγχο των συνεταιριστικών οργανώσεων, ο οποίος αποτελούσε δημόσια εξουσία, η ενάσκηση της οποίας ανήκε στο Υπουργείο Γεωργίας και μεταβιβάστηκε στην ...

δυνάμει του άρθρου 16 του ν. 4332/1929. Εξάλλου, η ... εμφάνιζε ιδιαιτερότητες ως προς την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας, αφού ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας δεν ήταν πρωτεύων, ενώ οι πιστοδοτήσεις των προσώπων, που είχε ως αντισυμβαλλομένους στη χορήγηση δανείων (αγρότες, αγροτικούς συνεταιρισμούς, πρόσωπα ασχολούμενα με τη γεωργία) εμφάνιζαν αυξημένους κινδύνους ως προς την έγκαιρη και ασφαλή εξόφληση.

Αποτέλεσμα αυτών ήταν η καθιέρωση σειράς ειδικών προνομίων, ουσιαστικών και δικονομικών, όπως εκείνο για την εγγραφή υποθήκης σε ακίνητα οφειλετών της ... με μονομερή δήλωσή της, δυνάμει του άρθρου 12 ν. 4332/1929, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Η ... δικαιούται οποτεδήποτε να εγγράφη υποθήκην επί ακινήτων των οφειλετών της και συνυποχρέων προς ασφάλειαν των εξ οιασδήποτε αιτίας απαιτήσεών της, ως αύται καθορίζονται εν άρθρω 8 παρ. 1 του καταστατικού της νόμου δυνάμει των δανειστικών ή εν γένει αποδεικτικών των απαιτήσεών της εγγράφων.

Η εγγραφή της υποθήκης ταύτης, ως και της συμβατικής, είναι απηλλαγμένη παντός τέλους και δικαιώματος. Το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί κτημάτων των συνυποχρέων υφίσταται εφ' όσον η σχετική υποχρέωσις εγενήθη μετά την κύρωσιν της παρούσης συμβάσεως. Επίσης η ... δικαιούται να εγγράφη υποθήκην προς ασφάλειαν των οιασδήποτε φύσεως δανείων της, καλλιεργητικών, μέσης και μακράς προθεσμίας και πιστώσεών της επ' ανοικτώ λογαριασμώ, άμα τη υπογραφή της οικείας συμβάσεως, δυναμένης να είναι και ιδιωτικής και ανεξαρτήτως της αμέσου ή μη παροχής του δανείου ή της πιστώσεως.

Ομοίως, δια την παραχώρησιν της συμβατικής υποθήκης προς την ... ή και εγγραφήν τοιαύτης εκ Νόμου, δεν ισχύουσιν αι απαγορεύσεις και περιορισμοί του άρθρου μόνου του Ν. 2143/1952, "περί τροποποιήσεως του Ν. 3250" και του άρθρου 73 του ν.δ. 1285/52 "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων κ.λ.π." Η εξάλειψις, περιορισμός και διαγραφή εγγεγραμμένης υποθήκης, επιταγής ή κατασχέσεως, υπέρ της ..., δύναται να γίνει και άνευ συμβολαιογραφικής πράξεως, δι' απλής και μονομερούς αιτήσεως αυτής, ως προς τον οικείον υποθηκοφύλακα και απαλλάσσεται παντός τέλους και δικαιώματος".

Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του ν. 1697/1987 προστέθηκε εδάφιο 1 α στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 4332/1929, με το οποίο επεκτάθηκε ο σκοπός της ... στη διενέργεια οιασδήποτε τραπεζικής εργασίας στο πλαίσιο του καταστατικού της, κατόπιν αποφάσεων των νομισματικών αρχών, ενώ με το άρθρο 26 παρ. 1 και 4 του ν. 1914/1990 ορίζεται ότι: " Η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία από του χρόνου δημοσίευσης, σύμφωνα με τις κείμενες περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεις, στο Δελτίο Ανωνύμων Εταιρειών της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του νέου καταστατικού της, που θα καταρτισθεί απ' αυτήν μέσα σε έξι (6) μήνες από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, βάσει των διατάξεων περί ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών και που θα εγκριθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας (παρ. 1).

Όλες οι ειδικές ρυθμίσεις, που αφορούν την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και αναφέρονται ιδίως στα προνόμιά της, ουσιαστικά και δικονομικά, στις απαλλαγές της, φορολογικές και άλλες, στους τίτλους απαιτήσεων της, στην διασφάλιση των απαιτήσεών της και γενικά στο πρόσωπο αυτής ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, διατηρούνται σε ισχύ και εφαρμόζονται αμετάβλητα στο πρόσωπο της Αγροτική Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ (παρ. 4)".

Τέλος με το άρθρο 26 παρ. 8 και 9 του ν. 2076/1992, ο οποίος ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την οδηγία 89/646/ΕΟΚ και έχει εφαρμογή και στην ... δυνάμει του άρθρου 3 αυτού, προβλέπεται ότι: "Διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών, που έχουν την έδρα στην Ελλάδα, καταργούνται. Τα υφιστάμενα καταστατικά διατηρούν την ισχύ τους και μπορούν να τροποποιηθούν κατά τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών (παρ. 8).

Η εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ.17-7/13-8/1923 επεκτείνεται αυτόματα σε όλα, τα κατά την έννοια του παρόντος νόμου πιστωτικά ιδρύματα αφότου δοθεί η άδεια τη Τράπεζας τη Ελλάδος για την λειτουργία τους (παρ. 9)". Από στο συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το καθιερούμενο με την διάταξη του άρθρου 12 του ν. 4332/1929 προνόμιο της ...

να εγγράφει υποθήκες σε ακίνητα οφειλετών της και συνυποχρέων προς ασφάλεια των από οποιαδήποτε αιτία απαιτήσεών της, δυνάμει των δανειστικών ή αποδεικτικών τους εγγράφων και μόνον, κατά παρέκκλιση του κανόνα του άρθρου 1266 ΑΚ, που απαιτεί συμβολαιογραφική δήλωση του παραχωρούντος το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης, διατηρήθηκε ρητώς σε ισχύ με το άρθρο 26 παρ. 4 του ν. 1914/1990, ενώ με την παρ. 1 του ιδίου άρθρου επιβλήθηκε υποχρέωση μετατροπής της ...

σε ανώνυμη εταιρεία εντός εξαμήνου από την δημοσίευση του νόμου αυτού (8.7.1991). Οι γενικές ρυθμίσεις του άρθρου 26 παρ. 8 και 9 του μεταγενέστερου ν. 2076/1992 για την κατάργηση νόμων που ρυθμίζουν τα καταστατικά τραπεζών, εδρευουσών στην Ελλάδα, με διατήρηση σε ισχύ των καταστατικών καθ' εαυτών και επέκταση της εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ.

της 17-7/13-8/1923 σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα από το χρόνο παροχής σ' αυτά άδειας λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, δεν μετέβαλε το ανωτέρω προνόμιο και τη νομική κατάσταση της ..., διότι η τελευταία είχε ήδη καταστεί ανώνυμη εταιρεία, διατηρώντας το καταστατικό της και τα προνόμια της με τις ειδικές ρυθμίσεις του άρθρου 26 παρ. 1, 4 του ν. 1914/1990, το οποίο ο νομοθέτης ηθελημένα δεν κατάργησε, για την εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού της ....

Αυτό ενισχύεται και από το ότι ακολούθησαν νομοθετικές επεμβάσεις προς περιορισμό προνομίων της ... (βλ. άρθρο 26 ν. 3229/2004), τα οποία είχαν διατηρηθεί με το άρθρο 26 παρ. 4 τού Ν. 1914/1990 (Ολ. ΑΠ 25/2006, ΑΠ 817/2017, ΑΠ 29/2016, ΑΠ360/2010). Το ανωτέρω προνόμιο της ..., που επιτρέπει την εγγραφή υποθήκης από την ... σε ακίνητα των οφειλετών της ή των συνυποχρέων προσώπων με την επίδειξη προς τον υποθηκοφύλακα μόνο των δανειστικών ή αποδεικτικών της απαίτησής της εγγράφων, διευκολύνοντας έτσι την παροχή εμπράγματης ασφάλειας για την οφειλή με λιγότερες δαπάνες του οφειλέτη και λιγότερες διατυπώσεις για την πιστούχο ..., εξυπηρετεί λόγους συγκεκριμένης σκοπιμότητας και κοινωνικού συμφέροντος, χάριν του κυρίου σκοπού της ...

για παροχή κάθε τραπεζικής εργασίας και υπηρεσίας που συμβάλλει ταχέως και αποτελεσματικά στην ανάπτυξη της οικονομικής ζωής και ιδίως του αγροτικού τομέα, αφού ο πιστωτικός ρόλος της ... και μετά την μετατροπή της σε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία εξακολούθησε κυρίως να συνδέεται με αγρότες και αγροτικούς συνεταιρισμούς με συνεχή και ανανεούμενη ανάγκη χρηματοδότησής τους (Α.Π. 817/2017).

Επομένως, το εν λόγω προνόμιο επιβάλλεται από λόγους δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος και δεν αντίκειται στην συνταγματική επιταγή του άρθρου 4 παρ.1 (ΑΠ 128/2020). Επίσης, η διατήρηση του προνομίου και στα δάνεια που χορήγησε η ... σε μη αγρότες μετά την μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας (πρβλ.

ΑΠ 177/2011, 404/2007 Ποιν), αφού αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την πραγμάτωση του ανωτέρω σκοπού λειτουργίας της ... και επίσης αναλογικό μέτρο, αφού τελεί σε ανεκτή σχέση ωφέλειας της ... και βλάβης του οφειλέτη της, ο οποίος μάλιστα επέλεξε να λάβει δάνειο από την ..., ενώ ακόμα κι αν ελάμβανε δάνειο από άλλη Τράπεζα, θα μπορούσε και πάλι να υποχρεωθεί σε χορήγηση εμπράγματης ασφάλειας σ' αυτήν για να λάβει το δάνειο.

Επίσης το προνόμιο αυτό δεν είναι αντίθετο προς τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που προστατεύουν την ιδιοκτησία (ΑΠ 817/2017, ΑΠ 717/2017, ΑΠ 360/2010), διότι αυτό, πέραν του ότι περιουσιακό δικαίωμα, προστατευόμενο από τις προαναφερόμενες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, αποτελεί και η αξίωση της τράπεζας έναντι του οφειλέτη της για την καταβολή της οφειλής του, δεν επιφέρει στέρηση της ιδιοκτησίας του οφειλέτη, η οποία εξαρτάται από τη μη καταβολή του χρέους προς την δανείστρια ...

και την άσκηση από αυτή, νομίμως, της εμπράγματης αγωγής, ενώ και ο περιορισμός της ιδιοκτησίας του με την εγγραφή της υποθήκης δεν έγινε λόγω του προνομίου της ..., αλλά επειδή ο οφειλέτης έλαβε δάνειο, που πρέπει να διασφαλιστεί με εμπράγματη ασφάλεια η εξόφλησή του, με το δε προνόμιο απλώς αλλάζει η διαδικασία της διασφάλισης αυτής, ούτε είναι αντίθετο στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού δεν περιορίζει κατά κανένα τρόπο το δικαίωμα του οφειλέτη της ..., στο ακίνητο του οποίου εγγράφηκε η υποθήκη, να ζητήσει έννομη προστασία.

Περαιτέρω, το προνόμιο αυτό δεν αντίκειται στην αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού, που θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 82 Συνθ. ΕΚ. (ήδη 102 της Συνθήκης Λειτουργείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης - ΣΛΕΕ), το οποίο απαγορεύει την καταχρηστική εκμετάλλευση από μία επιχείρηση της δεσπόζουσας θέσης της εντός της κοινής αγοράς, η οποία να δύναται να επηρεάσει τον ανταγωνισμό.

Αυτό γιατί, πέραν του ότι η υπό εκκαθάριση ... δεν έχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής από το γεγονός και μόνο, ότι κάνει χρήση της άνω προβλεπόμενης από το νόμο ρύθμισης, εφόσον η εφαρμογή της άνω διάταξης, προϋποθέτει συμπεριφορά με την έννοια της συμφωνίας με άλλες επιχειρήσεις ή της εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ τους, προκειμένου να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 87 παρ. 1 Συνθ ΕΚ (ήδη 108 ΣΛΕΕ ) κάθε ενίσχυση που χορηγείται "από κράτος μέλος ή με κρατικούς πόρους υπό οποιασδήποτε μορφή και νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό με την ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά το μέτρο που επηρεάζει τις μεταξύ των κρατών - μελών συναλλαγές, εκτός αν η Συνθήκη ορίζει άλλως...".

Για να εμπίπτει δηλαδή ορισμένο μέτρο, ως κρατική ενίσχυση, στο άρθρο 87 παρ. 1 Συνθ. ΕΚ, πρέπει πρώτον, να πρόκειται για παρέμβαση εκ μέρους του κράτους ή με κρατικούς πόρους, δεύτερον, η παρέμβαση αυτή πρέπει να είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, τρίτον, πρέπει να χορηγεί πλεονέκτημα στον δικαιούχο και τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό εξυπακουομένου ότι οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς (απόφαση Επιτροπή κατά Deutsche Post,C- 399/08P, EU:C:2010:481, σκέψεις 38 και 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

Η πρώτη προϋπόθεση, που πρέπει να πληρούται για να υφίσταται κρατική ενίσχυση είναι να προέρχεται άμεσα ή έμμεσα από κρατικούς πόρους. Κατά συνέπεια, η έννοια της ενίσχυσης καλύπτει όχι μόνο θετικές παροχές, όπως είναι οι επιδοτήσεις, τα δάνεια κ.λ.π. αλλά και παρεμβάσεις οι οποίες, υπό διάφορες μορφές, ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικώς βαραίνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχείρησης και οι οποίες, ως εκ τούτου, χωρίς να αποτελούν επιδοτήσεις υπό στενή έννοια, είναι της ίδια φύσης και έχουν ίδια αποτελέσματα (ΔΕΚ, απόφαση της 11.7.1996, C 39/94.

σκέψη 58). Περαιτέρω σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 88 ΣυνθΕΚ (ηδη 108 ΣΛΕΕ) "υφιστάμενη ενίσχυση", είναι όλες οι ενισχύσεις οι οποίες υφίστανται πριν από την έναρξη ισχύος της συνθήκης στο οικείο κράτος μέλος, δηλαδή καθεστώτα ενισχύσεων και ατομικές ενισχύσεις που είχαν τεθεί σε εφαρμογή πριν, και εφαρμόζονται ακόμη, έπειτα από την έναρξη ισχύος της συνθήκης, ενώ "νέα ενίσχυση", είναι κάθε ενίσχυση η οποία δεν αποτελεί υφιστάμενη ενίσχυση, καθώς και οι μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3 του ως άνω κανονισμού "οι ενισχύσεις που χρήζουν κοινοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1, δεν τίθεται σε εφαρμογή παρά μόνον αφού η Επιτροπή λάβει, ή θεωρηθεί ότι έχει λάβει, απόφαση με την οποία εγκρίνει την εν λόγω ενίσχυση".

Το άρθρο 88 ΣυνθΕΚ προβλέπει διαφορετικές διαδικασίες αναλόγως του αν οι ενισχύσεις είναι υφιστάμενες ή νέες. Ενώ, κατά το άνω άρθρο, οι νέες ενισχύσεις πρέπει να κοινοποιούνται προηγουμένως στην Επιτροπή και δεν μπορούν να τίθενται σε εφαρμογή πριν η διαδικασία καταλήξει στην έκδοση τελικής αποφάσεως, οι υφιστάμενες ενισχύσεις μπορούν να εφαρμόζονται κανονικά, εφόσον η Επιτροπή δεν έχει διαπιστώσει ότι δεν συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά (ΔΕΚ απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2012, C-262/11, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

Στο πλαίσιο του ως άνω συστήματος ελέγχου, η Επιτροπή και τα εθνικά δικαστήρια έχουν διαφορετικές ευθύνες και ασκούν διαφορετικές εξουσίες. Τα εν λόγω δικαστήρια μπορούν να επιλαμβάνονται διαφορών στο πλαίσιο των οποίων έχουν την υποχρέωση να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν την έννοια της ενισχύσεως κατά το άρθρο 87 Συνθ.

ΕΚ, προκειμένου, ιδίως να κρίνουν αν ένα κρατικό μέτρο που ελήφθη χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία προηγουμένου ελέγχου του άρθρου 88, έπρεπε ή όχι να έχει υποβληθεί στη διαδικασία αυτή. Αντιθέτως τα εθνικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να αποφαίνονται επί του αν μια κρατική ενίσχυση συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά.

Ενώ η Επιτροπή υποχρεούται να εξετάζει το συμβατό της σχεδιαζόμενης ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το εμπλεκόμενο κράτος μέλος έχει παραβεί την επιβαλλόμενη με το άρθρο 88 ΣυνθΕΚ απαγόρευση εφαρμογής μέτρων ενισχύσεως, τα εθνικά δικαστήρια απλώς διασφαλίζουν, μέχρι την λήψη της τελικής αποφάσεως από την Επιτροπή, τα δικαιώματα των διοικουμένων σε περίπτωση παραβάσεως, εκ μέρους των εθνικών αρχών, της εν λόγω απαγορεύσεως.

Όσον αφορά τις υφιστάμενες ενισχύσεις, το άρθρο 88 ΣυνθΕΚ προβλέπει την αρμοδιότητα της Επιτροπής να προβαίνει στη διαρκή εξέταση των εν λόγω ενισχύσεων σε συνεργασία με τα κράτη μέλη. Η εξέταση αυτή μπορεί να οδηγήσει την Επιτροπή να προτείνει στο οικείο κράτος μέλος τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη ή η λειτουργία της κοινής εσωτερικής αγοράς και εφόσον παρίσταται ανάγκη, να αποφασίσει την κατάργηση ή την τροποποίηση ενισχύσεως, την οποία έχει κρίνει ασύμβατη με την εσωτερική αγορά.

Οι ενισχύσεις αυτές πρέπει να θεωρούνται ως νόμιμες ενόσω η Επιτροπή δεν έχει διαπιστώσει το ασύμβατό τους προς την εσωτερική αγορά (ΔΕΚ απόφαση της 18ης Νοεμβρίου2010, C 322/09 P, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), Επομένως υπ' αυτές τις περιστάσεις το άρθρο 88 παρ. 3 ΣυνθΕΚ δεν παρέχει στα εθνικά δικαστήρια την αρμοδιότητα να απαγορεύουν την εφαρμογή υφιστάμενης ενίσχυσης (απόφαση ΔΕΚ C-690/13).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, α) Η δυνατότητα εγγραφής υποθήκης εκ μέρους της ... με βάση το άρθρο 12 του ν. 4332/1929, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά κρατική ενίσχυση, διότι το ιδρυόμενο με την εν λόγω διάταξη προνόμιο δεν χορηγείται άμεσα ή έμμεσα από κρατικούς πόρους και επομένως δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 87 παρ. 1 Συνθεκ.

Ειδικότερα, με την παρεχόμενη με την ανωτέρω διάταξη δυνατότητα στην ... να εγγράφει υποθήκη επί ακινήτων των οφειλετών της προς ασφάλεια των απαιτήσεών της, με απαλλαγή από τέλη και δικαιώματα, δεν επέρχεται ελάφρυνση του προϋπολογισμού αυτής, αλλά ευνοούνται οι οφειλέτες της, οι οποίοι δεν φέρουν το βάρος των ανωτέρω εξόδων, που σε διαφορετική περίπτωση, θα τους επιβάρυναν και β) σε κάθε περίπτωση, αν θεωρηθεί το ανωτέρω προνόμιο υφιστάμενη κρατική ενίσχυση, τα εθνικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να απαγορεύσουν την εφαρμογή του, γιατί αποτελεί "υφιστάμενη" κρατική ενίσχυση για την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει διαπιστώσει το ασύμβατο της με την εσωτερική αγορά (ΑΠ 128/2020, ΑΠ 817/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτό λόγο αναιρέσεως μπορεί να περιλαμβάνονται και στο Σύνταγμα (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 46/2005), στις κυρωμένες με νόμο διεθνείς συμβάσεις, όπως είναι η ΕΣΔΑ και τα πρόσθετα πρωτόκολλά της (ΟλΑΠ 7/2006) και στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρωτότυπο και παράγωγο (ΑΠ 7/2009).

Τέτοια παράβαση δικαίου, η οποία ελέγχεται αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, αποτελεί και η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ' αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά από υποβολή προδικαστικού ερωτήματος σ' αυτό από Εθνικό Δικαστήριο κατά το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ, ερμηνεία που είναι υποχρεωτική τόσο για το εθνικό δικαστήριο που υπέβαλε το ερώτημα, όσο και για όλα τα εθνικά δικαστήρια που τυχόν θα δικάσουν στην συνέχεια την ίδια (ή παρόμοια) υπόθεση.

Η δεσμευτικότητα της απόφασης αυτής δεν προβλέπεται μεν ρητά στη Συνθήκη της Ένωσης, είναι όμως αναμφίβολη, αφού μόνο έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, για τις ανάγκες της οποίας επιτρέπεται και νέα παραπομπή του ζητήματος στο Δικαστήριο της Ένωσης, αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι αντιμετωπίζει δυσχέρειες κατανόησης ή εφαρμογής της απόφασης που εκδόθηκε στο προηγούμενο προδικαστικό ερώτημα ή όταν υποβάλλονται στο Δικαστήριο νέο νομικό ζήτημα ή νέα στοιχεία, ικανά να το οδηγήσουν σε διαφορετική απάντηση ( ΟλΑΠ 16/2013 ΑΠ 1166/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 Κ.Πολ. Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 9/2011, 1/2009, ΑΠ 216/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς την από 15/3/2013 αγωγή της, στην οποία εξέθεσε ότι με την από 3/6/2008 σύμβαση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις της, η αναιρεσίβλητη της χορήγησε πίστωση μέχρι του ποσού των 5.000.000 ευρώ και ότι για εξασφάλιση απαίτησής της από τη σύμβαση αυτή ποσού 2.267.961 ευρώ, ενέγραψε με βάση τη σύμβαση ένδεκα προσημειώσεις υποθήκης σε ένδεκα αντίστοιχα ακίνητα κυριότητας της ιδίας, μέχρι του συνολικού ποσού των 5.085.000 ευρώ, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή και ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των εγγραφών αυτών και να διαταχθεί η εξάλειψη των υποθηκών, γιατί το άρθρο 12 του Ν.4332/1929, δυνάμει του οποίου ενεγράφησαν οι υποθήκες, έχει καταργηθεί με το άρθρο 26 παρ. 8 και 9 Ν. 2076/1992, άλλως γιατί το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται επειδή αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1, 17 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 81, 82, 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ και στην Οδηγία 89/646/ΕΟΚ, άλλως γιατί η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να έγγράψει τις υποθήκες ασκήθηκε καταχρηστικά, υπό τις περιστάσεις, που αναφέρει στην αγωγή.

Το ανωτέρω δικαστήριο, με την 126/2014 απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή ως προς όλες τις βάσεις της, πλήν αυτής που στηρίζεται στην κατά το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, την οποία δεν εξέτασε. Η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως προς τις εξετασθείσες βάσεις αυτής ως μη νόμιμη με την ακόλουθη αιτιολογία:

α) Ότι το καθιερούμενο με την διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 4332/1929 προνόμιο της αναιρεσίβλητης να εγγράφει υποθήκη σε ακίνητο οφειλέτη της προς ασφάλεια των από οποιαδήποτε αιτία απαιτήσεών της δυνάμει των δανειστικών ή αποδεικτικών τους εγγράφων και μόνον, κατά παρέκκλιση του κανόνα του άρθρου 1266 Α.Κ. που απαιτεί συμβολαιογραφική δήλωση του παραχωρούντος το δικαίωμα έγγραφης υποθήκης, το οποίο ρητά διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 26 παρ. 4 του Ν. 1914/1990 δεν έχει καταργηθεί με τις διατάξεις του άρθρου 26 απαρ. 8 και 9 του Ν. 2076/1992 και εξακολουθεί να ισχύει.

β) Ότι το προνόμιο αυτό δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε αντιβαίνει στο δικαίωμα πλήρους και αποτελεσματικής έννομης προστασίας κατά τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), ούτε είναι αντίθετο στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου πρώτου του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

γ) Ότι επίσης το προνόμιο αυτό δεν αντίκειται στην οδηγία 89/646/ΕΟΚ και την αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού που θεσπίζεται με την διάταξη του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ (ήδη άρθρου 102 της ΣΛΕΕ) δ) Ότι δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει εάν το ανωτέρω προνόμιο συνιστά κρατική ενίσχυση συμβατή ή μη προς την κοινή αγορά, γιατί το προνόμιο αυτό συνιστά υφιστάμενη ρύθμιση και η κρίση περί του εάν τα υφιστάμενα κρατικά μέσα ενίσχυσης είναι συμβατά ή μη με την κοινή αγορά ανήκει κατά το άρθρο 88 της Συνθήκης ΕΚ (ήδη 108 της ΣΛΕΕ) στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία ασκείται υπό τον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή.

ε) Ότι συνεπώς είναι μη νόμιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε την εξάλειψη των 11 υποθηκών, που είχε εγγράψει σε αντίστοιχα 11 ακίνητά της η αναιρεσίβλητη με βάση την αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, επικαλούμενη ακυρότητα της εγγραφής αυτής, που έγινε κατά το άρθρο 12 Ν. 4332/1929, για τους ανωτέρω λόγους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι το ως άνω προνόμιο της αναιρεσίβλητης εξακολουθεί να ισχύει, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 12 Ν. 4332/1929, 26 παρ. 1 Ν. 1914/1990, 26 παρ. 8, 9 Ν. 2076/1992, 4, 17 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις.

Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, και δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τον ίδιο πρώτο λόγο αναίρεσης, επίσης κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με την απόφασή του αυτή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, που προβλέπεται στα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, την οποία δεν εφάρμοσε, αφού κατά την τελολογική ερμηνεία του άρθρου 12 Ν. 4332/1929 έπρεπε να κρίνει ότι το άρθρο αυτό ήταν εφαρμοστέο μόνο για τις δανειακές συμβάσεις της ..., που εμπίπτουν στον άλλοτε κοινωφελή χαρακτήρα της και να μην εφαρμοσθεί για δάνεια όπως το δικό της, που δεν έχουν σχέση με την αγροτική ανάπτυξη και χορηγήθηκαν σε χρόνο που η ...

είχε θέσει σε δευτερεύοντα ρόλο τον κοινωφελή της σκοπό, τον οποίο είχε υπερκεράσει ο κερδοσκοπικός. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί στην αγωγή της αναιρεσείουσας δεν περιλαμβάνεται βάση της αγωγής ότι το προνόμιο της ... αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, η οποία συνεπώς και δεν εξετάστηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, κατά τη μείζονα σκέψη, γιατί η χορήγηση του επίδικου προνομίου στην ...

δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφασή τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πλημμέλειες με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι η ... δεν έχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά και ότι δεν προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής με την χρήση του προνομίου της, αφού η εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της έγκειται στην αλόγιστη, ανέλεγκτη και δυσανάλογη με την οφειλή της χρήση του.

Ο λόγος αυτός, καθό μέρος αποδίδεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του, δεδομένου ότι το παράπονο για αλόγιστη, ανέλεγκτη και δυσανάλογη με την οφειλή χρήση του προνομίου δεν συνδέεται με την (υπονοούμενη) παράβαση του άρθρου 82 της Συνθ.

Ε.Κ. αλλά με την παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ., σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, γιατί όπως προαναφέρθηκε το επίδικο προνόμιο δεν παραβιάζει τον ανταγωνισμό. Ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος προσάπτεται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και, ως εκ τούτου, δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης.

Ομοίως, για την ίδια ως άνω αιτία, είναι απαράδεκτος ο πρώτος λόγος, και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, επίσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την παραδοχή της ότι η ... διατηρεί ως πρωτεύοντα τον κοινωφελή της σκοπό έναντι του κερδοσκοπικού.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την απόφασή του αυτή παραβίασε τα άρθρα 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ, αφού δέχθηκε ότι, το αν το προνόμιο του άρθρου 12 του Ν. 4332/1929 συνιστά υφιστάμενη κρατική ενίσχυση στο συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα, η οποία ως εκ τούτου είναι μη συμβατή με την κοινή αγορά ως αντιβαίνουσα στο άρθρο 87 παρ. 1 Συνθ.

ΕΚ, προϋποθέτει προηγούμενη κρίση περί αυτού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία ασκείται υπό τον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή, τα δε εθνικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να αποφαίνονται επί τέτοιου ζητήματος και έτσι απέρριψε την εκ των άρθρων αυτών βάση της αγωγής, με την αιτιολογία ότι δεν έχει κριθεί αρμοδίως από τα αρμόδια κοινοτικά όργανα ότι η διατήρηση του προνομίου της ...

συνιστά υφιστάμενη κρατική ενίσχυση. Επίσης επικαλείται ότι το Εφετείο παραβίασε τα ίδια άρθρα, γιατί παρέλειψε να κρίνει, με βάση την ερμηνεία αυτών, ως προς το εάν το επίδικο προνόμιο της ... αποτελεί υφιστάμενη κρατική ενίσχυση την οποία έκανε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) με την C-690/2013 απόφασή του, που δημοσιεύτηκε στις 16/4/2015, άλλως τα παραβίασε γιατί δεν υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ σε σχέση με το εάν το προνόμιο της ...

συνιστά ή όχι κρατική ενίσχυση στην ... και σε καταφατική περίπτωση, αν αυτή είναι συμβατή με την κοινή αγορά. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος αφού, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, το ανωτέρω επίδικο προνόμιο της αναιρεσίβλητης, δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, που χορηγείται αμέσως ή εμμέσως από κρατικούς πόρους και επομένως δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 87 παρ. 1 ΣυνθΕΚ, ενώ, σε κάθε περίπτωση, κι αν ακόμη θεωρηθεί ότι το προνόμιο αυτό συνιστά υφιστάμενη κρατική ενίσχυση, τα εθνικά δικαστήρια δεν έχουν την αρμοδιότητα να απαγορεύσουν την εφαρμογή του (βλ.

ΑΠ 128/2020). Ανεξαρτήτως αυτού, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, κατά το πρώτο σκέλος του, διότι η αναιρεσείουσα δεν είναι ανταγωνιστική επιχείρηση αλλά οφειλέτης της αναιρεσίβλητης και γι' αυτό δεν έχει άμεσο έννομο συμφέρον. κατά το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ., να χαρακτηρισθεί το επίδικο προνόμιο ως κρατική ενίσχυση, που νοθεύει τον ανταγωνισμό και είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά κατά το μέτρο που επηρεάζει τις μεταξύ των κρατών συναλλαγές, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση της C-690/2013 απόφασης του ΔΕΕ (το τελικό συμπέρασμα της οποίας παραθέτει και η αναιρεσείουσα στον λόγο αναίρεσης), προκύπτει ότι το ΔΕΕ, κατόπιν τεσσάρων προδικαστικών ερωτημάτων, που του είχε απευθύνει το Εφετείο Θράκης με την 123/2013 απόφασή του, σε σχέση με το εάν το επίδικο προνόμιο της ...

αποτελεί υφιστάμενη κρατική ενίσχυση, που παραβιάζει τον ελεύθερο ανταγωνισμό, κατά τα άρθρα 87 παρ.1 και 88 παρ. 3 Συνθ. ΕΚ, το οποίο συνεπώς οφείλει να μην εφαρμόσει, αφού απάντησε ότι το δικαστήριο είναι γενικώς αρμόδιο να κρίνει αν το προνόμιο αυτό παραβιάζει το άρθρο 87 παρ. 1 της Συνθ. ΕΚ, τελικώς με την υπ' αριθμ. 37 σκέψη του αποφαίνεται ότι κατά το άρθρο 88 παρ. 3 της Συνθ.

ΕΚ για τις υφιστάμενες κρατικές ενισχύσεις δεν παρέχεται στα εθνικά δικαστήρια αρμοδιότητα να απαγορεύσουν την εφαρμογή τους, εφόσον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει διαπιστώσει ότι δεν συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά. Τέλος και κατά το τρίτο (επικουρικό) σκέλος του ο λόγος είναι αβάσιμος γιατί κατά το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος από το Εφετείο ανήκει στην διακριτική του ευχέρεια και γιατί είχε ήδη εκδοθεί για το ίδιο ζήτημα η ανωτέρω C-690/2013 απόφαση του ΔΕΕ και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία η υποβολή νέου προδικαστικού ερωτήματος, για το ίδιο θέμα που είχε απαντηθεί.

Επομένως το Εφετείο, κρίνοντας όπως προαναφέρθηκε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 87 και 88 Συνθ. Εκ, όπως ερμηνεύτηκαν με την C-690/2013 απόφαση του ΔΕΕ σε σχέση με το επίδικο προνόμιο της αναιρεσίβλητης, και γι' αυτό ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμα, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (Ολ. ΑΠ 7/2002, ΑΠ 41/20021, ΑΠ 109/2019).

Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και συνεπώς ισχυρισμοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 109/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8β'Κ. Πολ. Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο...

δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης τους και για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς και η επίδραση, που ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1392/2019).

Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αρ. 8 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναίρεσης, όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί μ` εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό (ΑΠ 534/2020, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 782/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα κατά το μέρος που θεμελίωσε την αγωγή της στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: << Ότι στις 3-6-2008 με σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) της χορήγησε πίστωση ύψους 8.000.000 ευρώ για την κάλυψη των αναγκών της σε κεφάλαιο κίνησης και για έκδοση των εγγυητικών επιστολών και με πρόσθετες πράξεις που ακολούθησαν μειώθηκε το πιστοδοτικό όριο σε 5.000.000 ευρώ και παρατάθηκε η ισχύς της σύμβαση μέχρι τις 30-9-2011.

Ότι η ίδια μέχρι το έτος 2010 είχε μεγάλο κύκλο εργασιών και εξυπηρετούσε τα δάνειά της, όμως έκτοτε λόγω της οικονομικής κρίσεως και της διακοπής ρευστότητας εκ μέρους των τραπεζών, οδηγήθηκε σε μερική αδυναμία εξυπηρετήσεως των δανείων της. Ότι τον Ιανουάριο του 2011 ανέλαβε πρωτοβουλία, προκειμένου να υπάρχει ίση μεταχείριση των τραπεζών που της χορήγησαν δάνεια, να συμπράξουν αυτές στη χορήγηση ενός κοινοπρακτικού δανείου και η ίδια θα παρείχε εμπράγματες εξασφαλίσεις, έναντι επιμηκύνσεως αποπληρωμής του χρέους και χορηγήσεως νέων εγγυητικών επιστολών.

Ότι ενώ διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις, η εναγομένη, τον Μάρτιο του 2011, ενεργώντας καταχρηστικώς και χωρίς να την ενημερώσει, κάνοντας χρήση της διατάξεως του άρθρου 12 Ν. 4332/1929, προέβη στην εγγραφή υποθηκών σε ακίνητα της ίδιας, πολλαπλάσιας αξίας, τορπιλίζοντας την προσπάθεια δανειοδοτήσεώς της, αφού έκτοτε οι άλλες τράπεζες σταμάτησαν να της χορηγούν εγγυητικές επιστολές.

Ότι όταν η εναγόμενη πληροφορήθηκε ότι η ίδια προσφέρει σε όλες τις τράπεζες εμπράγματη ασφάλεια σε ακίνητό της στη Λήμνο, έσπευσε να εγγράψει σε αυτό, στις 5-5-2011, υποθήκη για το ποσό των 200.000 ευρώ. Ότι κατόπιν αιτήματος των λοιπών τραπεζών, συντάχθηκε αξιολόγηση της καθαρής θέσεως της ιδίας, για να αξιολογηθεί η βιωσιμότητά της και διαπιστώθηκε ότι είναι βιώσιμη, διαθέτοντας την κινητή και ακίνητη περιουσία και τις αξιώσεις που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή.

Ότι η εναγομένη, παραβιάζοντας εκ νέου την συμφωνία παύσεως των επιθετικών ενεργειών, προέβη σε εγγραφή υποθήκης στο ακίνητο της Λήμνου, για το ποσό των 2.250.000 ευρώ. Ότι το γεγονός αυτό οδήγησε την ALPHA Τράπεζα να καταθέσει αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς για εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στα ακίνητά της, η οποία απορρίφθηκε με τη με αριθμό 378/2012 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου.

Ότι την ίδια τύχη θα είχε και τυχόν αίτηση της εναγομένης, εάν ακολουθούσε την ίδια διαδικασία. Ότι κατ' αυτόν τον τρόπο κατά το χρονικό διάστημα από 14/3/2011 έως 15/2/2012 ενέγραψε στα αναφερόμενα στην αγωγή 11 ακίνητα της 11 υποθήκες συνολικής αξίας 5.085.000 ευρώ για εξασφάλιση της απαίτησης της ποσού 2.267.961 ευρώ. Ότι οι εγγραφές αυτές είναι άκυρες γιατί παραβιάζουν κατάφορα τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και γι' αυτό ζητεί να διαταχθεί η εξάλειψη των υποθηκών>>.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την κατά τα ανωτέρω εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως προς τις εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις αυτής, ερευνώντας την αγωγή καθό μέρος αυτή θεμελιωνόταν στην πιο πάνω μη εξετασθείσα βάση, απέρριψε και αυτήν ως μη νόμιμη με την εξής αιτιολογία: "Τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την αξίωση της εναγομένης αντίθετη στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη κατά το άρθρο 281 ΑΚ δεδομένου ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, η ενάγουσα είχε ήδη οφειλή προς την εναγομένη ύψους 2.267.961 ευρώ, για την οποία εναγομένη δεν διέθετε οποιαδήποτε εμπράγματη ασφάλεια, ενώ ήδη από τα τέλη του έτους 2010 η ενάγουσα βρισκόταν σε κατάσταση οικονομικής αδυναμίας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της έναντι των τραπεζών γενικώς αλλά και έναντι της εναγομένης.

Το γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό η εναγομένη απέκτησε προβάδισμα έναντι των άλλων τραπεζών δεν αρκεί για να καταστήσει την αξίωση της καταχρηστική, διότι δεν εκτίθενται στην αγωγή πραγματικά περιστατικά για το ύψος των οφειλών της ενάγουσας έναντι των άλλων τραπεζών, το ύψος της ληξιπρόθεσμης αξιώσεως αυτών, τις τυχόν εμπράγματες ασφάλειες αυτών για τις αξιώσεις τους, ώστε να διαπιστωθεί εάν η εναγομένη, έχοντας μια ασήμαντη αξίωση σε σχέση με τις άλλες τράπεζες, οι οποίες δεν διέθεταν εμπράγματη ασφάλεια για τις αξιώσεις τους, εκμεταλλεύτηκε τις πληροφορίες που έλαβε κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και έσπευσε να εξασφαλιστεί μόνον αυτή για την οφειλή της, με εγγραφή υποθήκης".

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι α) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, β) εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη περιστατικά που προέβαλε για την θεμελίωση της βάσης της αγωγής της για παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη το στοιχείο της αλόγιστης και υπερβολικά δυσανάλογης χρήσης του προνομίου της ...

σε σχέση με τον αριθμό και την αξία των ακινήτων, που υποθήκευσε, ενώ το δάνειο δεν ήταν ούτε επισφαλές ούτε ληξιπρόθεσμο και ενώ βρισκόταν σε διαπραγματευσεις για οικειοθελή παραχώρηση εμπράγματης ασφαλείας χρησιμοποιώντας εναντίον της πληροφορίες που έλαβε κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και γ) εσφαλμένα και χωρίς αιτιολογία δέχθηκε ότι είχε οικονομική αδυναμία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της έναντι των τραπεζών αλλά και έναντι της ..., και έτσι απέρριψε την βάση της αγωγής που στηρίζεται στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να εγγράψει τις επίδικες υποθήκες".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφ' ενός μεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα στην αγωγή της για την στήριξη της από το άρθρο 281 Α.Κ. βάσης αυτής, αναφέροντας και το μεγάλο ύψος της οφειλής της αναιρεσείουσας σε σχέση με την αξία των ακινήτων που υποθηκεύτηκαν και απαντώντας έτσι στον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί πολλαπλάσιας αξίας των ακινήτων σε σχέση με την οφειλή, αφ' ετέρου δε ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να εγγράψει υποθήκες στα ακίνητα της οφειλέτιδας της αναιρεσείουσας για τη διασφάλιση των μεγάλου ύψους απαιτήσεών της κατ' αυτής, ενόψει και της συνομολογούμενης και στην αγωγή έναρξης οικονομικών προβλημάτων της αναιρεσείουσας μετά το έτος 2010, που την οδήγησαν και στην προσπάθεια να συνάψει κοινό δάνειο με όλες τις δανείστριες τράπεζες.

Επομένως ο λόγος αυτός, τόσον από τον αριθμό 8, όσο και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, καθό μέρος αποδίδεται σε αυτόν η από το άρθρο 559 παρ.1 πλημμέλεια είναι απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο δεν εξέτασε κατ' ουσίαν τη βάση της αγωγής για παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ.

Η αναιρεσείουσα επικουρικά υποβάλλει αίτημα αναβολής της υπόθεσης και αποστολής ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ σε σχέση με το εάν το προνόμιο της αναιρεσίβλητης να εγγράψει υποθήκη σε οφειλέτες της κατά το άρθρο 12 Ν. 4332/1929 αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού που κατοχυρώνεται στα άρθρα 81, 82, 87 και 88 Συν. ΕΚ. Το αίτημα αυτό είναι αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί γιατί κρίνεται ότι δεν υπάρχει ανάγκη ερμηνείας των ανωτέρω άρθρων και γιατί, ως προς τα άρθρα 87 και 88 Συνθ. ΕΚ έχει ήδη εκδοθεί η ανωτέρω C 690/2013 απόφαση του ΔΕΕ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 12/7/2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 116/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και -

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ