139/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated139/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, είναι παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 παρ.3), συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας, σύμφωνα το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 139 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 139/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία- Τηλεόραση ΑΕ" (ΕΡΤ ΑΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα α) από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, και β) από την εδρεύουσα στην … εταιρία με την επωνυμία "..., Ορκωτοί Ελεγκτές, Λογιστές Ανώνυμη Εταιρία", όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικώς προς τούτο νομίμως εξουσιοδοτηθέντα Χ. Σ., ως ειδική διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσας "ΕΡΤ ΑΕ", που μεταβιβάσθηκαν στο Δημόσιο, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λαλλά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. του Λ., 2) Χ.- Ο. Λ. του Τ.- Σ., 3) Ι. Φ. του Μ., 4) Μ. Δ. του Α. και 5) Ε. Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2006 αγωγή των εκεί εναγόντων (7 τον αριθμό), μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσίβλητοι- αναιρεσείοντες, κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση ΑΕ", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 6097/20-12-2006. Εκδόθηκαν η 1420/2008 μη οριστική απόφαση και η 2114/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης, η 4810/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι ενάγοντες με την από 6-2-2012 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 639/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το δικαστήριο της παραπομπής εξέδωσε την 4658/2015 απόφασή του, της οποίας την αναίρεση ζητούν το Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος της εναγομένης εταιρίας, με την από 19-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 899/25-10-2016 αίτησή του και οι ενάγοντες με την από 31-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 922/31-10-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης του αναιρεσείοντος και την απόρριψη της αίτησης των αντιδίκων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης των αναιρεσειόντων και την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκους μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Υπόκεινται προς κρίση η από 19-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 899/25-10-2016 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου (ως καθολικού διαδόχου της εναγομένης εταιρίας ΕΡΤ ΑΕ) και η από 31-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 922/31-10-2016 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων (εκτός της 1ης και του 4ου εξ αυτών που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη), κατά της 4658/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες από 17-11-2009 (αριθμός κατάθεσης 10871/18-11-2009) έφεσης κατά της 2114/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 16-12-2006 αγωγής, που κατατέθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με αριθμό 6097/20-12-2006.
Οι ως άνω αντίθετες αιτήσεις, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε την 28-9-2016 και οι αιτήσεις αναίρεσης κατατέθηκαν στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου την 25-10-2016 η πρώτη και την 31-10-2016 η δεύτερη. Ειδικότερα, ενόψει του ότι η προθεσμία των 30 ημερών άρχισε την επόμενη της επίδοσης (29-9-2016), η δε 28η Οκτωβρίου ήταν αργία, η 29η Οκτωβρίου Σάββατο και η 30η Οκτωβρίου Κυριακή, η δεύτερη αναίρεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα την επόμενη (31-10-2010) μη εξαιρετέα ημέρα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144), απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί απαραδέκτου της αίτησης, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, που προτάθηκε με τις από 6-5-2019 προτάσεις του.
Συνεπώς, είναι παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 παρ.3), συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας, σύμφωνα το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα.
2.Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες (5 τον αριθμό εκ των αρχικώς 7) και ήδη αναιρεσίβλητοι- αναιρεσείοντες, με την ένδικη από 16-12-2006 (με αριθμό κατάθεσης 6097/20-12-2006) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν, το έτος 1988 ο δεύτερος (Χ.- Ο.
Λ.) και το έτος 1993 οι λοιποί, από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση ΑΕ" (ΕΡΤ ΑΕ), της οποίας καθολικός διάδοχος είναι το Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον- αναιρεσίβλητο), με συμβάσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου- εξωτερικής συνεργασίας, στην πραγματικότητα όμως με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, καθόσον παρείχαν τις υπηρεσίες τους συνεχώς και αδιαλείπτως για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της εναγομένης, ως μέλη της χορωδίας της, απασχολούμενοι υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες και όρους, παρέχοντας ίσης αξίας και ποιότητας εργασία, με τους κατονομαζόμενους στην αγωγή συναδέλφους τους, οι οποίοι απασχολούνται στην εναγομένη ως χορωδοί με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς όμως να λαμβάνουν τις ίδιες αποδοχές με εκείνους.
Ότι μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και την υποβολή των σχετικών αιτήσεων για υπαγωγή τους στη ρύθμιση του προεδρικού αυτού διατάγματος, η εναγομένη έκρινε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 αυτού και τους ενέταξε στο τακτικό προσωπικό της με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από 1-11-2006.
Ότι η εναγομένη, πριν από την ένταξή τους σε θέσεις ΙΔΑΧ, κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, που παρείχαν εργασία του αυτού αντικειμένου και της ίδιας ποιότητας και ίσης αξίας‚ κάτω από τις ίδιες συνθήκες, χωρίς τη συνδρομή λόγου δικαιολογητικού της διαφοροποίησής τους, τους κατέβαλε μικρότερες αποδοχές από αυτές που κατέβαλε στους χορωδούς, που απασχολούνταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν στις διαφορές μεταξύ αφενός των μεγαλύτερων αποδοχών για μισθούς και επιδόματα εορτών και άδειας, που έπρεπε να είχε καταβάλει κατά τα έτη 1995, 1997 έως και 2005, βάσει αυτών που λάμβαναν οι αντίστοιχοι εργαζόμενοι της ειδικότητάς τους, που απασχολούνται σε αυτή με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, για τον προσδιορισμό των οποίων πρέπει να συνυπολογισθούν η προϋπηρεσία, τα προσόντα και η οικογενειακή κατάσταση του καθενός) και αφετέρου των αποδοχών που πράγματι τους κατέβαλε, σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων έργου που είχαν καταρτίσει, κυρίως με βάση τις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, άλλως, επικουρικά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2114/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά την κυρία βάση της ως ουσία αβάσιμη, κατά δε την επικουρική βάση ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 4810/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσία και κατ' αυτής ασκήθηκε η από 6-2-2012 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 639/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που ειδικότερα αναφέρονται σε αυτή, και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Το δικαστήριο της παραπομπής, δικάζοντας εκ νέου την έφεση, εξέδωσε την προσβαλλόμενη 4658/2015 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει κατά την κυρία βάση της.
3.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση "έργου", που υποκρύπτει την παροχή εξαρτημένης εργασίας), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ) κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου (ή "έργου").
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ή "έργου", που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία), οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών (η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής).
Προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του ως άνω άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι, που εμπίπτουν στην εξαίρεση, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", κατά δε την παρ.5 του ίδιου άρθρου, ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης.
Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), δικαιούνται να αναζητήσουν μόνο εκείνες τις παροχές, τις οποίες δεν έλαβαν εξαιτίας του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους ως σύμβασης μίσθωσης έργου.
Η θέση αυτή, εξάλλου, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολούμενων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αλλά επιτάσσει την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων, εφόσον δεν οφείλονται σε αντικειμενικό λόγο και θέτει χρονικό όριο προσαρμογής της εσωτερικής έννομης τάξης των κρατών - μελών προς αυτήν (ΟλΑΠ 16/2017).
Επίσης, δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.
Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/ 2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει απλής σχέσης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).
Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα άδειας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017).
4.Κατά το άρθρο 559 αρ.16 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται, τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα υπ' αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και εάν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών, που δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν και τα οποία είναι, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα, με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτος, λόγω δεδικασμένου, κάθε μεταγενέστερος ισχυρισμός, με τον οποίο επιδιώκεται διαφορετική ανάπλαση ή αξιολόγηση της κρίσιμης για την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμπειρικής πραγματικότητας.
Ως νομική αιτία, που επίσης καλύπτεται από το δεδικασμένο, νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση, από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας, όταν και η νέα αγωγή στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα, ενώ δεν υπάρχει τέτοια ταυτότητα στην αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή η νέα αγωγή δεν στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα (ΑΠ 506/2018, ΑΠ 135/2016).
5.Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της έφεσης μετά την κατά τα ανωτέρω αναίρεση της προηγούμενης απόφασής του, με την προσβαλλόμενη 4658/2015 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (ΚΠολΔ 561 παρ.2), δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
Ότι οι ενάγοντες, εκτός της πρώτης Δ. Ρ., άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την με αριθμό κατάθεσης 100/2004 προγενέστερη αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς από τότε που προσλήφθηκε από την εναγομένη ως χορωδός, συνδέεται με την τελευταία με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 179/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους- αναιρεσείοντες, κρίνοντας ότι αυτοί συνδέονται με την ΕΡΤ ΑΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το έτος 1993 που προσλήφθηκαν ως χορωδοί.
Ότι με την ως άνω 179/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήδη τελεσίδικη ως προς τους ενάγοντες Π. Μ., Χ.- Ο. Λ., Ι. Φ., Μ. Δ. και Ε. Τ., κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι οι ανωτέρω συνδέονται με την ΕΡΤ ΑΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τότε που προσλήφθηκαν ως χορωδοί από αυτήν και συγκεκριμένα από 12-7-1993 οι τρεις πρώτοι και από 15-2-1993 οι άλλοι δύο.
Ότι οι ανωτέρω ενάγοντες "που αποτελούσαν τακτικό προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ, κατά τις επίδικες περιόδους, καθότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της τελευταίας, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την 179/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικαιούνται με βάση την προαναφερόμενη υπηρεσία τους και την ειδικότητά τους (χορωδοί), ως ακαθάριστες αποδοχές, που δεν μπορούν να υπερβούν τις αιτούμενες", τα εκεί αναφερόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά (για διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών και επιδόματα άδειας), τα οποία υπολόγισε με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ, για την επίδικη, για καθένα από αυτούς, χρονική περίοδο (των ετών 1995, 1997 έως και 2005), μη συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων προσωπικών συνθηκών, δηλαδή των επιδομάτων γάμου, παιδιών και ασθένειας παιδιών, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι ίδιοι τα γνωστοποίησαν στην ΕΡΤ ΑΕ, ούτε ότι η τελευταία με οποιοδήποτε τρόπο έλαβε ασφαλή γνώση των συνθηκών αυτών.
Βάσει των ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε την απόρροια δεδικασμένου από την 179/2005 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε ως προς τους εν λόγω ενάγοντες την πρωτόδικη απόφαση (που είχε απορρίψει την αγωγή) και δικάζοντας επί της αγωγής, τη δέχθηκε εν μέρει και αναγνώρισε την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της εναγομένης, να καταβάλει στους ως άνω ενάγοντες Π.
Μ., Χ.- Ο. Λ., Ι. Φ., Μ. Δ. και Ε. Τ. τα ποσά των 46.261,18 ευρώ, 50.559,78 ευρώ, 53.069,06 ευρώ, 55.515,19 ευρώ και 55.191,29 ευρώ, αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, διότι δεν υφίσταται ταυτότητα πραγματικής και νομικής αιτίας ούτε ταυτότητα αιτήματος.
Ειδικότερα, η προαναφερόμενη 179/2005 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της με αριθμό κατάθεσης 100/2004 προγενέστερης αγωγής τους κατά της ίδιας εναγομένης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, αφορά το χαρακτηρισμό από το δικαστήριο των συμβάσεων των εναγόντων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχή της πρόσληψής τους, ενώ τώρα πρόκειται για αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες, επικαλούμενοι ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και τήρησης της προβλεπόμενης από αυτό διαδικασίας, εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από 1-11-2006, οπότε αρχίζουν να λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης, στην οποία κατατάχθηκαν (άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005), επιδιώκουν την καταβολή μισθολογικών διαφορών, επιδομάτων εορτών και επιδομάτων άδειας για το πριν την κατάταξή τους χρονικό διάστημα, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ίσης μεταχείρισης και, συνεπώς, από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση δεν παράγεται δεδικασμένο, διότι δεν υπάρχει η αναγκαία για την ενεργοποίηση αυτού ταυτότητα της διαφοράς (πραγματικής και νομικής αιτίας).
Ως εκ τούτου, το Εφετείο είχε υποχρέωση να αποφανθεί αυτοτελώς με βάση τις προϋποθέσεις, των οποίων έγινε επίκληση με την ένδικη αγωγή, η δε τελεσίδικη αναγνώριση της σχέσης των εναγόντων ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν παράγει δεδικασμένο με την έννοια ότι οι ενάγοντες, για το προ της κατάταξής τους χρονικό διάστημα, δικαιούνται εξ αυτού και μόνο του λόγου τις αποδοχές, που αντιστοιχούν σε οργανικές θέσεις, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου από το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι απορρέει δεδικασμένο από την 179/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4335/2015, είναι βάσιμος.
6.Με τον τρίτο λόγο της αίτησης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής με τις προγενέστερες τρεις αγωγές, που άσκησαν οι ενάγοντες ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών η πρώτη και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι λοιπές, με αριθμούς κατάθεσης 2363/2000, 4480/2002 και 5682/2004, αντίστοιχα, από άποψη νομικής και πραγματικής ταυτότητας των ενδίκων αξιώσεων, με συνέπεια να αχθεί εσφαλμένα στην απόρριψη της νομίμως προταθείσας ένστασης παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων μέχρι και το έτος 2001.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της έφεσης των εναγόντων και απαντώντας στον ισχυρισμό της εναγομένης περί του ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από το έτος 1995 έως και το έτος 2001, είχαν υποκύψει σε πενταετή παραγραφή, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη:
Ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων μέχρι και αυτές που ανάγονται στο έτος 2001, για τις οποίες υποβλήθηκε και η σχετική ένσταση από την εναγομένη, δεν έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, διότι οι ενάγοντες επέδωσαν στην εναγομένη: 1) την 29-12-2000, την από 20-12-2000, με αριθμό κατάθεσης 2363/22-12-2000, αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης, με την οποία καθένας από αυτούς ζήτησε ως διαφορές αποδοχών για το έτος 1995 το ποσό των 3.774,20 ευρώ, 2) την 31-12-2002, την από 17-12-2002, με αριθμό κατάθεσης 4480/2002, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης, με την οποία καθένας από τους ενάγοντες ζήτησε ως διαφορές αποδοχών για τα έτη 1997 έως και 2001 το ποσό των 17.691,82 ευρώ, και 3) την 31-12-2004, την από 30-12-2004, με αριθμό κατάθεσης 5682/2004, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης, με την οποία καθένας από τους ενάγοντες ζήτησε ως διαφορές αποδοχών για τα έτη 1993 έως και 2004 το ποσό των 223.000 ευρώ, από τις οποίες στη συνέχεια νομίμως παραιτήθηκαν με την από 19-6-2008 κλήση τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη την 24-6-2008, όπως αποδεικνύεται από την .../24-6-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.
Δ.. Οι παραπάνω αγωγές, από τα δικόγραφα των οποίων παραιτήθηκαν οι ενάγοντες, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, διέκοψαν την παραγραφή των αξιώσεων των εναγόντων, που ανάγονται στα ένδικα έτη μέχρι και το 2001. Με την κρίση αυτή, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το γεγονός της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής βάσης των αγωγών.
Ειδικότερα, για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δεν παρατίθεται η ιστορική βάση των προγενέστερων αγωγών, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει πλήρης ταύτιση με την ένδικη αγωγή, ως προς τη νομική και πραγματική βάση των αξιώσεων.
Συνεπώς, ο ανωτέρω τρίτος λόγος της αίτησης είναι βάσιμος.
7.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 893/2017, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αίτησης των αναιρεσειόντων (-εναγόντων), προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων ΣΣΕ του προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ, διότι το Εφετείο δεν τους επιδίκασε μισθολογικές προσαυξήσεις, λόγω προσωπικών συνθηκών (επιδόματα γάμου, παιδιών και ασθένειας παιδιών), που προβλέπονται από τις ανωτέρω ΣΣΕ, με την αιτιολογία ότι δεν γνωστοποίησαν στην εργοδότρια τις προσωπικές συνθήκες ούτε η τελευταία έλαβε γνώση αυτών με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, και ότι ο κανόνας αυτός (της γνωστοποίησης των συνθηκών) δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, που ο εργοδότης αρνείται να εφαρμόσει τις ΣΣΕ ή οποιαδήποτε άλλη κανονιστική διάταξη, η οποία εξαρτά τις αποδοχές του εργαζομένου από παρόμοιες προσωπικές συνθήκες.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι, προεχόντως, αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού η χορήγηση των ως άνω επιδομάτων έχει ως προϋπόθεση ότι ο υπόχρεος τελεί σε γνώση των προσωπικών συνθηκών του εργαζομένου (ΑΠ 889/2012, ΑΠ 1133/2007). Πέραν τούτου, είναι και αλυσιτελής, διότι, με βάση τα αναφερόμενα ανωτέρω στην 3η νομική σκέψη, οι αναιρεσείοντες, για το προ της κατάταξης χρονικό διάστημα, δεν δικαιούνται τις αποδοχές της οργανικής θέσης.
8.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει η από 31-10-2016 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), ενώ, κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της από 19-10-2016 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 4658/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή και κατ' αυτό που απέρριψε την ένσταση παραγραφής, κατά παραδοχή της αντένστασης περί διακοπής της παραγραφής.
Η έρευνα του δευτέρου λόγου της αίτησης αυτής παρέλκει. Περαιτέρω, μετά την αναίρεση της πιο πάνω απόφασης του Εφετείου, που επιλήφθηκε μετά από αναίρεση της προηγούμενης 4810/2011 απόφασής του, κατόπιν παραπομπής από τον Άρειο Πάγο με την 639/2013 απόφασή του, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί από τον Άρειο Πάγο στην ουσία, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε νέα όμως προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα ορισθεί με τη φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, αφού στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.
τελευταίο, που προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), ώστε κατ' αυτή οι διάδικοι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 581 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα τoυ τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 19-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 899/25-10-2016 και από 31-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 922/31-10-2016 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης.
Απορρίπτει την από 31-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 922/31-10-2016 αίτηση των αναιρεσειόντων Π. Μ. του Λ. και λοιπών για αναίρεση της 4658/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Αναιρεί την 4658/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2019.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 11η Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ