Legislator Case Law & Legislation
139/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal regarding vacation leave denial and contract termination invalidity in employment dispute.

Case Number 139/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of First Instance's decision in an employment dispute involving a lawyer and a law firm. The court found the lower court's reasoning regarding the denial of annual leave and the validity of the contract termination to be unclear and contradictory. Consequently, the appeal was granted for these specific issues, and the case was remanded for further examination by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 561 παρ.2; 580 παρ.3; 559 αρ.19: When a court of appeal identifies unclear or contradictory reasoning in the lower court's decision regarding the denial of statutory leave or the validity of contract termination, the appeal is admissible, and the case must be remanded for retrial by a different judge.

Keywords

AI generated
employment contract termination annual leave denial burden of proof contradictory reasoning remand for retrial legal services employment statutory leave rights

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔ 561 παρ.2
ΚΠολΔ 580 παρ.3
ΚΠολΔ 559 αρ.19
ΚΠολΔ 176
ΚΠολΔ 183
ΚΠολΔ 191 παρ. 2
AI generated
115/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1417/2018
Supreme Court dismisses appeal against final judgment on partnership liability and costs allocation.
1115/2013
Το Εφετείο 1) διέλαβε στην απόφασή του6, ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 672 Α.Κ., 281 και 914, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των 2) κατέληξε στην κρίση του, όχι με βάση δεδικασμένο, που προκλήθηκε από την 1223/2008 απόφαση, αλλά συνεκτιμώντας το περιεχόμενο της απόφασης αυτής και εκείνο των λοιπών αποδεικτικών μέσων και 3) έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Απορρίπτει αίτηση.
1516/2021
Supreme Court dismisses appeal against lawyer fee award due to vague grounds and inadmissible evidence assessment claims.
547/2015
Supreme Court dismisses appeal against contract termination, upholding lower court's rejection of moral damages claim.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 139 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 139/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Καλαμάτα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωστή Μπακόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Π. του Π., δικηγόρου..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως και μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Κωνσταντίνας Χόρτη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν η 94/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 19/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-7-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος και η πληρεξούσιά του την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτουν τα ακόλουθα: O ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, δικηγόρος, με την από 24-10-2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, μεταξύ άλλων, ισχυρίσθηκε ότι από 12-7-2005, σε εκτέλεση σύμβασης έμμισθης εντολής, παρείχε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ...

ΑΕ, για το προσωπικό της οποίας ισχύει κανονισμός που προβλέπει μονιμότητα, νομικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή. Ότι την 29-7-2011 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη μεταξύ τους σύμβαση με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Ότι η ανωτέρω καταγγελία είναι άκυρη, διότι αφ' ενός δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος γι' αυτήν και αφ' ετέρου έγινε με προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.

Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε Α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας και Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει α) τις δεδουλευμένες αποδοχές από τη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών για τους μήνες Μάρτιο έως Ιούλιο του έτους 2011 και το επίδομα αδείας του έτους 2011, β) τις συμφωνημένες αποδοχές από 1-8-2011 έως την άρση της υπερημερίας της, γ) τις αποδοχές και την προσαύξηση 100% για αιτηθείσα και μη χορηγηθείσα άδεια των ετών 2006 έως 2011 και δ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως τα επί μέρους ποσά υπολογίζονται και αναφέρονται στην αγωγή.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 94/2014 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας για τις αντιμισθίες του χρονικού διαστήματος από την επόμενη ημέρα της καταγγελίας και ως αβάσιμη για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την έκανε δεκτή κατά τα λοιπά, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας για έλλειψη σπουδαίου λόγου και, συμψηφίζοντας το ποσό της καταβληθείσας αποζημίωσης, επιδίκασε υπόλοιπο ποσό 13.298 ευρώ.

Ειδικότερα, ως προς το αυτοτελές κεφάλαιο αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας για έλλειψη σπουδαίου λόγου, το πρωτοδικείο έκρινε ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου συνιστά ένσταση της εναγομένης, ως εντολέα, την οποία η τελευταία δεν είχε προβάλει παραδεκτά, δηλαδή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και καταχώριση στα πρακτικά.

Γι' αυτό, χωρίς αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού ως προς το ουσιώδες ζήτημα του σπουδαίο λόγου, κατέληξε σε καταφατικό πόρισμα ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας. Μετά από άσκηση αντίθετων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 19/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία δέχθηκε τις εφέσεις, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την έκανε εν μέρει δεκτή.

2. Από τις διατάξεις του εφαρμοζόμενου, ως εκ του εδώ κρίσιμου χρόνου, άρθρου 63 παρ.4 και 5 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 κώδικα δικηγόρων, όπως η περ. δ' της παρ.5 είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 22 του ν. 723/1977 (παρόμοια είναι και η ρύθμιση στο νέο κώδικα δικηγόρων, με το άρθρο 46 παρ.2 εδ. β' του ν. 4194/2013), συνάγεται ότι η από δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή θεωρείται ως σχέση απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης και συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης, έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου.

Η σύμβαση αυτή λύνεται [εκτός άλλων και] με καταγγελία του εντολέα που συνιστά, κατ' αρχήν, μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία. Όταν, όμως, για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία (ανεξάρτητα προς το αν ο έμμισθος δικηγόρος υπάγεται ή όχι στον κανονισμό αυτόν), η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα δεν μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, αλλά μόνο όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, δηλαδή καθίσταται αιτιώδης.

Σπουδαίο λόγο συνιστούν διάφορα περιστατικά ή ακόμη και ένα μεμονωμένο γεγονός ή ορισμένη συμπεριφορά, εξ αιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να αξιωθεί η συνέχιση της σύμβασης από τον ένα εκ των συμβαλλομένων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος του αντισυμβαλλόμενου.

Τέτοιος σπουδαίος λόγος συντρέχει και όταν, λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης του εντολέα προς το πρόσωπο του εντολοδόχου, έχει επέλθει τόσο σοβαρή διαταραχή στη συνεργασία τους, ώστε η συνέχιση της μεταξύ τους σύμβασης, κατ' αντικειμενική κρίση, να αποβαίνει αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής για τον εντολέα (ΟλΑΠ 21/2004, ΑΠ 908/2017, ΑΠ 935/ 2013).

Ως εκ τούτου, η καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής υπό καθεστώς μονιμότητας, που έγινε από τον εντολέα χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΚ 174, 180). Ο εντολέας που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση έμμισθης εντολής και έπαυσε να αποδέχεται τις νομικές υπηρεσίες του εντολοδόχου δικηγόρου, περιέρχεται σε υπερημερία ως εργοδότης (πρβλ.

ΑΠ 1265/2014). Μονιμότητα στην υπηρεσία προβλέπεται και από το π.δ. 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ... ΑΕ και των ... του ν. 2963/2001", στο άρθρο 3 του οποίου ορίζεται ότι το τακτικό προσωπικό των ... κατέχει οργανικές θέσεις και υπηρετεί με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ στο άρθρο 26 ορίζεται ότι το προσωπικό αυτό απολύεται μόνο για συγκεκριμένους λόγους και όχι οποτεδήποτε.

3. Στο άρθρο 94 παρ.1 εδ. γ' του εφαρμοζόμενου κώδικα δικηγόρων, που προβλέπει την αποζημίωση του δικηγόρου με πάγια αντιμισθία σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του εκ μέρους του εντολέα, ορίζεται ότι ο απολυόμενος δικαιούται να λαμβάνει τη συμφωνημένη αντιμισθία, ακόμη και χωρίς την παροχή νομικών υπηρεσιών, μέχρις ότου ο καταγγείλας καταβάλει προς αυτόν, πλήρη, την προβλεπόμενη αποζημίωση.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, με απόκλιση προς τα γενικώς ισχύοντα επί καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας όταν δεν καταβληθεί παντελώς ή καταβληθεί ελλιπής η νόμιμη αποζημίωση, στην περίπτωση των δικηγόρων με πάγια αντιμισθία, όπου προέχει ο αυστηρά προσωπικός χαρακτήρας της σύμβασης ως σχέσεως εμπιστοσύνης, το κύρος της καταγγελίας δεν είναι συνδεδεμένο με την καταβολή της αποζημίωσης.

Η καταγγελία, ακόμη και χωρίς αποζημίωση, επιφέρει τη λύση της σύμβασης, αλλά η αταξία του καταγγέλλοντος έχει ως ex lege συνέπεια την παράταση της υποχρέωσής του προς πληρωμή της πάγιας αντιμισθίας μέχρι να εξοφλήσει πλήρως την αποζημίωση (ΑΠ 411/2016, ΑΠ 1320/2010, ΑΠ 88/2010). Παρά ταύτα, από την απόκλιση αυτή δεν συνάγεται ότι το κύρος της καταγγελίας διατηρείται και στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία έγινε είτε με κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος του εντολέα (ΑΚ 281) είτε χωρίς τη συνδρομή του απαιτούμενου σπουδαίου λόγου (άρθρο 63 απαρ.5 εδ.

γ', του ν.δ. 3026/1954). Στις περιπτώσεις αυτές επέρχεται ακυρότητα οπότε, αντιστοίχως, ο εντολοδόχος δικηγόρος, μαχόμενος με αγωγή κατά του κύρους της καταγγελίας, φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης των περιστατικών που συνιστούν την προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων της ΑΚ 281 (ΑΠ 205/2018, ΑΠ 460/2013), ενώ ο καταγγείλας εντολέας, προβάλλοντας ένσταση, φέρει το αντίστοιχο βάρος ως προς τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο και διασώζουν το εκ μέρους του δικηγόρου αμφισβητούμενο κύρος της καταγγελίας.

4. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την επαναφορά, με λόγο της έφεσης της εναγομένης, του ισχυρισμού ότι η από 29-7-2011 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής είχε γίνει με την επίκληση σπουδαίου λόγου, τον οποίο η εναγομένη ήταν σε θέση να αποδείξει.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ως προς το ζήτημα αυτό το εφετείο, συμφωνώντας με το πρωτοδικείο (βλ. παραπάνω, αρ.1), δέχθηκε ότι η ουσιαστική έρευνα της συνδρομής σπουδαίου λόγου προϋπέθετε την προβολή ισχυρισμού εκ μέρους της εναγομένης, ο οποίος συνιστούσε ένσταση, για την παραδεκτή προβολή της οποίας έπρεπε να έχει προηγηθεί δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοδικείο, καταχωρημένη στα πρακτικά (ΚΠολΔ 591 παρ.1 περ.

γ', ΟλΑΠ 2/2005). Κάτι που δεν είχε συμβεί. Και ότι για την όψιμη προβολή του ίδιου ισχυρισμού στο εφετείο θα έπρεπε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Κάτι που για την εναγομένη, ως εκκαλούσα, και πάλι δεν συνέβαινε. Πράγματι, όπως αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.3), ο ισχυρισμός περί υπάρξεως σπουδαίου λόγου, ως θετικός, αναγκαίος όρος του κύρους της καταγγελίας, ωφελεί μόνο τον εργοδότη, είναι ουσιώδης και έχει αυτοτέλεια, υπό την έννοια ότι η μη προβολή του οδηγεί σε παραδοχή της αγωγής, με την οποία ο εργαζόμενος επιδιώκει την αναγνώριση τής για την έλλειψη αυτή ακυρότητας της καταγγελίας.

Γι' αυτό, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, η επίκληση σπουδαίου λόγου δεν είναι αρνητικός, αλλά θετικός ισχυρισμός, που άγει στην κατάλυση της αγωγής και συνιστά ένσταση του εργοδότη. Επομένως, το εφετείο ορθώς απάγγειλε το απαράδεκτο στην περίπτωση αυτή και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του δικαστηρίου και συγκεκριμένα της εισηγήτριας αρεοπαγίτη, Αρετής Παπαδιά, εάν ο εντολοδόχος δικηγόρος περιλάβει στην αγωγή του αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας (ΚΠολΔ 70), τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα (ΚΠολΔ 216 παρ.1), μεταξύ των οποίων και την έλλειψη του σπουδαίου λόγου, διότι και αυτή στηρίζει το αντίστοιχο αίτημα και αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής (ΑΠ 460/2013, ΑΠ 624/2008, ΑΠ 216/2002).

Στην περίπτωση αυτή ο ισχυρισμός του εντολέα περί του ότι η καταγγελία έγινε για σπουδαίο λόγο, παρά το γεγονός ότι πρέπει να αποδειχθεί από αυτόν τον ίδιο, λειτουργεί ως άρνηση (ΑΠ 1545/2006) και δεν υπόκειται στις ως άνω διατυπώσεις ως προς το παραδεκτό της προβολής του. Γι' αυτό και, κατά την ελάσσονα γνώμη του δικαστηρίου, ο εξεταζόμενος λόγος θα έπρεπε να θεωρηθεί βάσιμος.

5. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 εδ. εδ. γ' του εφαρμοζόμενου κώδικα δικηγόρων, διότι θα έπρεπε να δεχθεί ότι, ακόμη και με την εκδοχή της μη υπάρξεως σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως που συνέδεε τους διαδίκους, μοναδική συνέπεια της έλλειψης θα ήταν η υποχρέωση της εναγομένης να συνεχίσει την προς τον ενάγοντα καταβολή της πάγιας αντιμισθίας μέχρι την εξόφληση της αποζημιώσεως (η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε ήδη καταβληθεί) και όχι η ακυρότητα της καταγγελίας και η εξ αυτής υπερημερία του εντολέα. Σύμφωνα, όμως, με όσα ήδη αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.2 και 3), αυτό ισχύει μόνο στην περίπτωση της τακτικής καταγγελίας και όχι σ' εκείνη που η σύμβαση πρέπει να καταγγέλλεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Επομένως, το εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε την ως άνω διάταξη και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο κατ' ορθή εκτίμηση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

6. Κατά το άρθρο 559 αρ.9 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Εξ άλλου, στο πλαίσιο της καθιερωμένης από το άρθρο 106 ΚΠολΔ θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελευθέρας διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς, παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση διαδίκου.

Αν παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή. Στην προκείμενη περίπτωση, το εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εδώ αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως αόριστο και απαράδεκτο το κεφάλαιο καταβολής μηνιαίων αντιμισθιών για το μετά την καταγγελία χρονικό διάστημα και, αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή ως προς αυτό, δέχθηκε ότι η εναγομένη, εδώ αναιρεσείουσα, οφείλει στον ενάγοντα τις μηνιαίες αντιμισθίες από την επομένη της καταγγελίας (1-8-2011) έως τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (12-3-2013), συνολικού ποσού 48.790,38 ευρώ (ήτοι 2.504,64 ευρώ μηνιαίως επί 19 μήνες και 12 ημέρες) και, κατόπιν παραδοχής της προταθείσας ένστασης συμψηφισμού του ως άνω ποσού με την καταβληθείσα στον ενάγοντα αποζημίωση απόλυσης ύψους 27.829,31 ευρώ, επιδίκασε εναπομείναν υπόλοιπο 20.961,07 ευρώ.

Από την επισκόπηση της αγωγής και κατ' ορθή εκτίμηση αυτής, προκύπτει ότι ο ενάγων επιδίωκε, πράγματι, την καταψήφιση του ανωτέρω ποσού. Τούτο, διότι ιστορεί μεν ότι η εναγομένη, μετά την επικαλούμενη άκυρη καταγγελία, είχε περιέλθει σε υπερημερία περί την αποδοχή των υπηρεσιών του και οφείλει τις μηνιαίες αντιμισθίες μέχρι την "άρση της υπερημερίας" της, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, αλλά εκθέτει ρητώς ότι "επιφυλάσσεται" ως προς τη διεκδίκηση αντιμισθιών και για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα (βλ.

σελ. 14 της αγωγής). Από τις αναφορές αυτές προκύπτει σαφώς ότι ο ενάγων επιδίωκε την καταψήφιση των αντιμισθιών από την επομένη της καταγγελίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, το εφετείο ορθώς εκτίμησε το δικόγραφο της αγωγής και ουδόλως επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

7. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή στο εφετείο η προβολή ισχυρισμού που δεν είχε προταθεί στο πρωτοδικείο, [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν γίνεται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά της 94/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας ασκήθηκε έφεση τόσο από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, δικηγόρο, όσο και από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ... ΑΕ. Με την έφεση της εναγομένης είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο [πλην άλλων και] το κεφάλαιο της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, το οποίο είχε γίνει δεκτό από το πρωτοδικείο με την αιτιολογία ότι η εναγομένη δεν είχε επικαλεσθεί παραδεκτώς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου.

Όπως ήδη αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.4), ο λόγος έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο προβαλλόταν για πρώτη φορά στο εφετείο ο ισχυρισμός περί συνδρομής σπουδαίου λόγου, ορθώς απορρίφθηκε ως αβάσιμος, διότι η προβολή του ισχυρισμού αυτού δεν μπορούσε να γίνει παραδεκτώς από την εναγομένη, ως εκκαλούσα. Το ίδιο κεφάλαιο, όμως, είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο και με την έφεση του ενάγοντος, ως αναγκαστικά συνεχόμενο με το κεφάλαιο για την επιδίκαση αντιμισθιών υπερημερίας, η οποία ως λογικό προαπαιτούμενο είχε την ακυρότητα της καταγγελίας.

Ως εκ τούτου, το κεφάλαιο για την ακυρότητα εξακολουθούσε να βρίσκεται σε εκκρεμότητα. Σε απόκρουση, λοιπόν, της εφέσεως του ενάγοντος, η εναγομένη είχε την ευχέρεια να επανορθώσει την πρωτόδικη παράλειψή της και να προτείνει την ένσταση περί συνδρομής σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής που τη συνέδεε με τον ενάγοντα.

Το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, επί του συγκεκριμένου ζητήματος, έκρινε εσφαλμένως ότι η προβολή τού εν λόγω ισχυρισμού ήταν απαράδεκτη, ακόμη και ως άμυνα της εναγομένης κατά της εφέσεως του ενάγοντος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και κατ' ορθή νομική υπαγωγή αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

8. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. β' του α.ν. 539/1945, το οποίο προστέθηκε με το ν.δ. 3755/1957, ο εργοδότης που αρνείται σε εργαζόμενο τη χορήγηση της άδειας αναψυχής που κατ' έτος δικαιούται, με τη λήξη του έτους στο οποίο αντιστοιχεί η άδεια, υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν τις ανάλογες αποδοχές των ημερών αδείας αυξημένες κατά 100%. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο μισθωτός, ο οποίος δεν έλαβε αυτούσια την άδειά του, δικαιούται το μισθό του για τις ημέρες κατά τις οποίες εργάσθηκε, όπως επίσης και το μισθό τον οποίο θα λάμβανε εάν του είχε χορηγηθεί η άδεια. Επί πλέον, όμως, δικαιούται και αποζημίωση ίση προς τις αποδοχές της άδειας, εάν η μη χορήγησή της μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα του εργοδότη, έστω και σε ελαφρά αμέλεια αυτού. Πταίσμα υφίσταται όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδειά του αυτούσια και ο εργοδότης αρνήθηκε να τη χορηγήσει (ΑΠ 1043/2018). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 94 παρ.4 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 κώδικα δικηγόρων, οι διατάξεις του α.ν. 539/1945 εφαρμόζονται αναλόγως και στους δικηγόρους και νομικούς ή δικαστικούς συμβούλους που παρέχουν υπηρεσίες στους εντολείς κατά τους όρους του άρθρου 63 παρ.4 του ίδιου κώδικα, ήτοι με πάγια αντιμισθία.

9. Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε σχέση με την επιδίκαση αποδοχών και προσαύξησης 100% για αιτηθείσα και μη χορηγηθείσα άδεια των ετών 2006 έως 2011 (βλ. παραπάνω, αρ.1 στοιχείο Βγ), δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι με την από 12-7-2005 έγγραφη σύμβαση η εναγομένη, εδώ αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

συμφώνησε με τον ενάγοντα, εδώ αναιρεσίβλητο, δικηγόρο Καλαμάτας, να της παρέχει νομικές υπηρεσίες με πάγια μηνιαία αντιμισθία ποσού 1.790 ευρώ, αυξανόμενου κατά 5% ετησίως. [...]. Ότι συμφωνήθηκε να παρέχει ο ενάγων τις εν λόγω υπηρεσίες είτε από το δικηγορικό του γραφείο είτε στην έδρα της εναγομένης στην πόλη της Καλαμάτας, κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες, χωρίς να υποχρεούται σε τήρηση συγκεκριμένου και σταθερού ωραρίου.

Ότι η ανωτέρω σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου εξελίχθηκε εκατέρωθεν ομαλά και σύμφωνα με αυτήν ο ενάγων παρείχε τις νομικές υπηρεσίες του στην εναγομένη χωρίς κανένα πρόβλημα, χειριζόμενος σημαντικές υποθέσεις, μέχρι την 29-7-2011, ημέρα επίδοσης σ' αυτόν της ταυτόχρονης έγγραφης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, στην οποία η εναγομένη επικαλέστηκε σπουδαίο λόγο χωρίς να τον προσδιορίσει. [...].

Ότι ο ενάγων ζητούσε από την εναγομένη να λαμβάνει αυτούσιες τις άδειες αναψυχής κατά τα έτη 2006 έως 2011, αλλά η τελευταία δεν τις χορηγούσε από υπαιτιότητά της. Ότι για το λόγο αυτό η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα αποζημίωση ίση με τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών άδειας αυξημένες κατά 100%, συνολικού ποσού 26.358,78 ευρώ (όπως ειδικότερα αναλύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση).

Μετά τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας επιδίκασε στον ενάγοντα το ως άνω ποσό. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς και εν μέρει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αφ' ενός της άρνησης της εναγομένης να χορηγήσει στον ενάγοντα την ετήσια άδεια αναψυχής και αφ' ετέρου της υπαιτιότητάς της κατά τη μη χορήγηση.

Ειδικότερα, ενώ το δικαστήριο δέχεται ότι ο ενάγων δεν είχε υποχρέωση ούτε για καθημερινή φυσική παρουσία στα γραφεία της εναγομένης ούτε για τήρηση συγκεκριμένου ωραρίου, είχε δηλαδή ευχέρεια που υποδηλώνει τη δυνατότητα αυτοπροαίρετης απουσίας χάριν αναψυχής, δέχεται ταυτόχρονα ότι ο ίδιος, εξακολουθητικά σε βάθος πέντε ετών, ζητούσε άδεια και έπαιρνε άρνηση εκ μέρους της εναγομένης.

Και παρά ταύτα, δέχεται ότι για όλα αυτά τα χρόνια η σχέση των διαδίκων λειτουργούσε "ομαλά και χωρίς κανένα πρόβλημα", ενώ ο εργαζόμενος που ζητεί και δεν λαμβάνει άδεια έχει κάθε λόγο να είναι δυσαρεστημένος με τον εργοδότη του και, αν μη τι άλλο, να υποβάλλει γραπτώς το αίτημα χορήγησης της άδειας μετά την πρώτη άρνηση.

Για τη στήριξη των παραδοχών του, το εφετείο δεν αναφέρεται σε έγγραφα, αλλά μόνο στην κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στις ένορκες βεβαιώσεις δύο μαρτύρων αυτού, τις οποίες θεωρεί "πειστικές", διότι όλοι τους "ήσαν συνεργάτες του και γνώριζαν το χρόνο απασχόλησής του".

Αυτή καθ' εαυτή η τελευταία παραδοχή, όμως, δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ανταπόκριση του ενάγοντος στο βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του για υπαίτια άρνηση της εναγομένης, τη στιγμή που αυτός, κατά την περίοδο των δικαστικών διακοπών και της για το λόγο αυτό μειωμένης δικαστηριακής απασχόλησης, θα μπορούσε να απουσιάζει όποτε ήθελε, με την υποστήριξη των συνεργατών που διέθετε και χωρίς την ανάγκη να ζητεί επισήμως την άδεια.

Με τον τρόπο αυτό το εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (βλ. αρ.8). Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνονται οι ως άνω ελλείψεις και κατ' ορθή νομική υπαγωγή αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

10. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τα κεφάλαια στα οποία αναφέρονται οι αναιρετικοί λόγοι που ευδοκίμησαν (κύρος καταγγελίας και άδεια αναψυχής) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που πρέπει να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 19/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.- Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Φεβρουαρίου 2019

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ