139/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated139/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις ακυρότητες δε, που αφορούν στην επίδοση του κατασχετηρίου, περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου εκ μέρους των οργάνων του Δημοσίου κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες (ακυρότητες) προτείνονται από τον τρίτο με ανακοπή (ΑΠ 117/2011), εκδικαζόμενη από τα πολιτικά δικαστήρια, εφόσον η οφειλή του τρίτου προς τον οφειλέτη του Δημοσίου διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο (ΑΠ 1182/2009, ΣτΕ 3778/2015).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 139 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 139/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Β' Δ.Ο.Υ. Λάρισας, που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιό του Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ευθυμίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 212/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 165/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-3-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 987 ΚΠολΔ, που αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 262 παρ. 2 ΚΠολΔ και έχει εφαρμογή και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου των παρ' αυτού οφειλομένων στον οφειλέτη του Δημοσίου κατά το άρθρο 30 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), ο τρίτος δικαιούται να προσβάλει την κατάσχεση μόνο αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά το άρθρο 983 ΚΠολΔ στοιχεία ή δεν κοινοποιήθηκε στον καθού.
Επομένως ο τρίτος δεν δύναται να προσβάλει την κατάσχεση για άλλους λόγους και μάλιστα για ουσιαστική ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο νόμος χορηγεί τέτοιο δικαίωμα και στον τρίτο ή η ακυρότητα τέθηκε προς το συμφέρον του ή και το συμφέρον αυτού ή τέθηκε χάριν του δημοσίου συμφέροντος, όπως η ακυρότητα της επιδόσεως του κατασχετηρίου προς τον τρίτο.
Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ.1 Κ.Ε.Δ.Ε. και 1 αριθ. 4 π.δ. 16/1989), πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία προέρχεται, αναφέροντας συνοπτικά αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.
Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 ΚΕΔΕ (αμάχητο παλαιότερα και ήδη μαχητό μετά την τροποποίηση του άρθρου 33 δυνάμει του άρθρου 67 παρ. 1 του Ν. 3842/2010), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ.
Κατασχετήριο από το οποίο λείπει ένα από τα πιο πάνω ουσιώδη στοιχεία ή δεν επιδόθηκε έγκυρα στον τρίτο είναι άκυρο, καθιστώντας άκυρη την κατάσχεση και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ο δε τρίτος, παραλείποντας την υποβολή της δηλώσεως του άρθρου 32 ΚΕΔΕ, δεν καθίσταται από αυτό και μόνο οφειλέτης του Δημοσίου, αφού πρόκειται για άκυρο κατασχετήριο, βασική δε προϋπόθεση του τεκμηρίου που δημιουργείται από τη μη εμπρόθεσμη δήλωση οφειλής του κατά το άρθρο 33 ΚΕΔΕ και των από αυτή συνεπειών είναι η ύπαρξη έγκυρης κατασχέσεως.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 75 παρ. 1 εδ. α ΚΕΔΕ, που ορίζει ότι παράλειψη ή ακυρότητα των πράξεων εκτελέσεως μπορεί να προταθεί από τον οφειλέτη αν αυτή αποδεικνύεται από αυτές τις ίδιες τις πράξεις και αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σ' αυτόν βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά με κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι οι σημειούμενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες οδηγούν σε ακύρωση της τελευταίας, αφενός μεν αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου αν προξένησαν στον προτείνοντα ανεπανόρθωτη, κατά την προδιαληφθείσα έννοια του όρου, βλάβη.
Στις ακυρότητες δε, που αφορούν στην επίδοση του κατασχετηρίου, περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου εκ μέρους των οργάνων του Δημοσίου κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες (ακυρότητες) προτείνονται από τον τρίτο με ανακοπή (ΑΠ 117/2011), εκδικαζόμενη από τα πολιτικά δικαστήρια, εφόσον η οφειλή του τρίτου προς τον οφειλέτη του Δημοσίου διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο (ΑΠ 1182/2009, ΣτΕ 3778/2015).
Επομένως, η επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο αποτελεί συστατικό στοιχείο της εις βάρος του κατασχέσεως και η παράλειψη της επιδόσεως αυτής οδηγεί στο ανυπόστατο, το οποίο προτείνεται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Διότι δεν αρκεί μόνο η σύνταξη του κατασχετηρίου, αλλά η αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται και αποκτά νομική υπόσταση από και δια της επιδόσεως του κατασχετηρίου στον τρίτο, από την οποία (επίδοση) τελειούται και παράγει τις συνέπειές της.
Χωρίς την επίδοση ή με άκυρη επίδοση η επιχειρηθείσα με οποιονδήποτε άλλο τρόπο κατάσχεση είναι ανυπόστατη (ΑΠ 1383/2012, ΑΠ 117/2011, 1004/2010, 884/2010). Περαιτέρω, αναφορικά με την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί η ανακοπή του τρίτου για τους ανωτέρω λόγους ακύρωσης του κατασχετηρίου, πρέπει να γίνει η εξής διάκριση:
Αν ασκήσει ανακοπή πριν από την εις βάρος του σύνταξη ταμειακής βεβαιώσεως και αποστολής της οικείας ατομικής ειδοποίησης (ως κατά τεκμήριο οφειλέτη πλέον του Δημοσίου λόγω μη υποβολής εμπρόθεσμα δήλωσης κατά το άρθρο 33 ΚΕΔΕ), τότε, εφόσον δεν υπάρχει άλλη ειδικότερη πρόβλεψη, προστατεύεται με την ανακοπή των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ τα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά κατά το άρθρο 89 του ΚΕΔΕ.
Η εν λόγω ανακοπή είναι απρόθεσμη καθόσον ουδεμία προθεσμία τάσσεται γι' αυτήν από το νόμο ακόμη και στην προκείμενη ειδική περίπτωση και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 934 ΚΠολΔ. Αν πάλι ασκήσει ανακοπή μετά την εις βάρος του σύνταξη ταμειακής βεβαιώσεως και αποστολής της οικείας ατομικής ειδοποίησης, τότε έχει εφαρμογή το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, που παρέχει στον οφειλέτη, ως άμυνα, δυο είδη ανακοπών:
Την ανακοπή της πρώτης παραγράφου, που ασκείται πριν από την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, και την ανακοπή της δεύτερης παραγράφου, που ασκείται μετά την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, δηλαδή μετά την κατάσχεση ή τη σύλληψη του οφειλέτη. Η διάταξη οριοθετεί την προθεσμία για την άσκηση και των δύο ανακοπών έτσι ώστε με την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης λήγει η προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 73 § 1 και αρχίζει η προθεσμία της δεύτερης ανακοπής του άρθρου 73 § 2, που είναι ομοίως απρόθεσμη, καθώς δεν τάσσεται από το νόμο προθεσμία για την άσκησή της ενόσω διαρκεί η εκτέλεση (με εξαίρεση τις περιπτώσεις που η προθεσμία οριοθετείται σε συνδυασμό με το άρθρο 75 § 2 ΚΕΔΕ και λήγει με την πάροδο δέκα ημερών από την επόμενη ημέρα του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης για τον οφειλέτη και τους ενυπόθηκους δανειστές).
Η δε διάταξη του άρθρου 220 ΚΔΔ (ν. 2717/1999) με την οποία ορίζεται ενιαία προθεσμία 30 ημερών (με διαφορετικές κατά περίπτωση αφετηρίες) για την άσκηση ανακοπής κατά πράξης, που εκδίδεται στα πλαίσια διοικητικής εκτέλεσης, εφαρμόζεται αποκλειστικά κατά την εκδίκαση των σχετικών διοικητικών διαφορών από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια (άρθρο 1 παρ. 1 ΚΔΔ), στις κατασχέσεις στα χέρια τρίτου, εφόσον η υποχρέωση του τρίτου είναι δημόσιου δικαίου.
Η νεότερη αυτή διάταξη δεν τροποποίησε σιωπηρά τα ισχύοντα για τις προθεσμίες στις ανάλογες διαφορές της διοικητικής εκτέλεσης, που ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (όταν η υποχρέωση του τρίτου είναι ιδιωτικού δικαίου), η δε θέσπιση διαφορετικών προθεσμιών στη δικονομία κάθε δικαιοδοσίας δεν συνιστά άνιση δικονομική αντιμετώπιση των κατά περίπτωση διαδίκων, υπό την έννοια της παραβιάσεως της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, διότι η διαφορετική προθεσμία και η διαφορετική αφετηρίαση αυτής στις διαφορές κάθε δικαιοδοσίας δικαιολογείται από τη φύση της πολιτικής ή διοικητικής δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση της αντίστοιχης ανακοπής και τις ειδικότερες ρυθμίσεις, που η δικονομία κάθε δικαιοδοσίας έχει προβλέψει ως καταλληλότερες γι' αυτήν.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.
Εν προκειμένω, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 2.11.2010 ανακοπή της κατά του κατασχετηρίου εγγράφου της Β' Δ.Ο.Υ. Λάρισας με το οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατάσχεσε στα χέρια της ως τρίτης, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, οφειλή της προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", διεπόμενη από το ιδιωτικό δίκαιο, μέχρι το ποσό των 270.761,88 ευρώ, που η τελευταία όφειλε στο Δημόσιο. Ισχυρίστηκε δε ότι η προς αυτήν επίδοση του κατασχετηρίου ήταν για τον επικαλούμενο λόγο άκυρη, με αποτέλεσμα να μη καταστεί εφικτό να υποβάλλει κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ εμπρόθεσμα δήλωση για το χρέος και να λογίζεται κατά το άρθρο 33 ΚΕΔΕ οφειλέτης του Ελληνικού Δημοσίου για το σύνολο τη απαίτησης.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε την ακύρωση του κατασχετηρίου. Η ανακοπή αυτή, σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, εφόσον α) αφορά κατάσχεση οφειλής διεπόμενης από το ιδιωτικό δίκαιο και β) ασκήθηκε πριν από την -εις βάρος της ανακόπτουσας ως τρίτης- σύνταξη ταμειακής βεβαιώσεως και αποστολής της οικείας ατομικής ειδοποίησης (ως κατά τεκμήριο οφειλέτη πλέον του Δημοσίου λόγω μη υποβολής εμπρόθεσμα δήλωσης κατά το άρθρο 33 ΚΕΔΕ), υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και έχει το χαρακτήρα ανακοπής των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ η οποία είναι απρόθεσμη καθόσον ουδεμία προθεσμία τάσσεται γι' αυτήν από το νόμο, ενώ δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 934 ΚΠολΔ.
Επομένως, η ένσταση του αναιρεσείοντος, που πρόβαλε στο Πρωτοδικείο και επανέφερε με λόγο εφέσεως στο Εφετείο, ότι η ανακοπή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη γιατί ασκήθηκε εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα μετά την παρέλευση 30 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας που τάσσει για τις ανακοπές κατά της διοικητικής εκτέλεσης το άρθρο 220 ΚΔΔ (ν. 2717/1999), με το επιχείρημα ότι η ανωτέρω διάταξη του ΚΔΔ ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω αναλογικά, έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη.
Το Εφετείο την απέρριψε μεν αλλά με τη μη ορθή αιτιολογία ότι για τον προσδιορισμό της ανωτέρω προθεσμίας ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 73 παρ. 2 του ΚΕΔΕ που θεσπίζει απρόθεσμη ανακοπή. Επομένως το Εφετείο μη κηρύσσοντας απαράδεκτο σωστά σε κάθε περίπτωση έκρινε κατ' αποτέλεσμα και απέρριψε τον ανωτέρω λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος.
Με βάση αυτά η προσβαλλομένη απόφαση έχει ορθό (κατά το αποτέλεσμα) διατακτικό και πρέπει με αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας της με την ορθή ως άνω αιτιολογία (ολομΑΠ 37/1996) να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 1 και 19), κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου.-
Κατά τα προαναφερόμενα, η επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο αποτελεί συστατικό στοιχείο της εις βάρος του κατασχέσεως και η παράλειψη της επιδόσεως αυτής οδηγεί στο ανυπόστατο, το οποίο προτείνεται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Διότι δεν αρκεί μόνο η σύνταξη του κατασχετηρίου αλλά η αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται και αποκτά νομική υπόσταση από και δια της επιδόσεως του κατασχετηρίου στον τρίτο, από την οποία (επίδοση) τελειούται και παράγει τις συνέπειές της.
Χωρίς την επίδοση ή με άκυρη επίδοση η επιχειρηθείσα καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο κατάσχεση είναι ανυπόστατη. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, από τη διάταξη του άρθρου 75 παρ. 1 εδ. α ΚΕΔΕ προκύπτει ότι οι σημειούμενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες οδηγούν σε ακύρωση της τελευταίας, αφενός μεν αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου αν προξένησαν στον προτείνοντα ανεπανόρθωτη βλάβη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. δ', 127 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 εδ. δ ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, πρέπει αυτό να παραδοθεί στο νόμιμο ή κατά το καταστατικό εκπρόσωπό του και να αναγραφεί από το δικαστικό επιμελητή το ονοματεπώνυμό του στην έκθεση, αν η επίδοση γίνεται στον ίδιο.
Αν, όμως, αυτός δεν βρεθεί στο κατά το άρθρο 124 παρ. 2 κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, το έγγραφο παραδίδεται σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1, δηλαδή στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή εργαστηρίου ή σε κάποιο συνεταίρο, συνεργάτη, υπάλληλο ή υπηρέτη, ως υπαλλήλων ή υπηρετών νοουμένων των υπαλλήλων ή υπηρετών του νομικού προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση (ΑΠ 1232/2012), του οποίου (προσώπου) η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο πρέπει και αρκεί να αναγράφεται στη σχετική έκθεση επίδοσης, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί, αν είναι από εκείνα τα πρόσωπα που ορίζονται από το άρθ. 129 παρ. 1 (ΑΠ 1153/2005), ενώ εκείνος που ενεργεί την επίδοση δεν είναι υποχρεωμένος να τηρήσει οποιαδήποτε σειρά μεταξύ των ως άνω αρμόδιων για την παραλαβή του εγγράφου προσώπων, αφού η διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 δεν απαιτεί τούτο, όπως αντίθετα το επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 του ίδιου ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για επίδοση σε κατοικία στην οποία δεν βρίσκεται ο παραλήπτης του επιδιδόμενου εγγράφου (AΠ 700/2008).
Σε κάθε περίπτωση, ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου και γενικότερα τα καταστατικά όργανα διοίκησης και εκπροσώπησης αυτού δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο, όπως υπάλληλο κ.λπ., ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλαμβάνει δικόγραφα, σαν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος (ΑΠ 1153/2006), χωρίς άλλη προϋπόθεση ή διαδικασία (ΑΠ 443/2015).
Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσεως του επιδιδόμενου εγγράφου εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου. Δεδομένου όμως ότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα αυτά σε συνδυασμό με τα άρθρα 159, 544 και 559 ΚΠολΔ για την τήρηση του τύπου, που διαγράφεται από τις διατάξεις αυτές, δεν προβλέπεται ακυρότητα, αλλά ούτε δίδεται αναψηλάφηση ή αναίρεση, πρέπει για να απαγγελθεί ακυρότητα να επήλθε σ` αυτόν που προτείνει την παράβαση (δικονομική) βλάβη (ΑΠ 754/2001).
Το δικαστήριο έχει εξουσία να δεχθεί ή να απορρίψει την ύπαρξη του προτεινόμενου πραγματικού γεγονότος της βλάβης από τα στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 1005/2011). Δηλαδή η άκυρη επίδοση είναι κατ' αρχάς μία υποστατή διαδικαστική πράξη και μόνον αν ακυρωθεί από το δικαστήριο (με τη συνδρομή βλάβης) αναιρούνται οι έννομες συνέπειές της και θεωρείται ότι δεν επιχειρήθηκε ποτέ.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνάγεται ότι επί ανακοπής του τρίτου στα χέρια του οποίου το Δημόσιο κατάσχεσε απαίτηση του οφειλέτη του, εφόσον προβάλλεται (από τον τρίτο) η ακυρότητα της κατασχέσεως για το λόγο ότι η προς αυτόν γενόμενη επίδοση του κατασχετηρίου ήταν άκυρη, το δικαστήριο, για την παραδοχή του λόγου, πρέπει να διαπιστώσει κατ' αρχάς τη συνδρομή δικονομικής βλάβης σε βάρος του τρίτου, που προκλήθηκε από την άκυρη επίδοση και στη συνέχεια, μετά την κατάφαση της ακυρότητας της επιδόσεως, να διαπιστώσει αφενός αν η προβαλλόμενη ακυρότητα αποδεικνύεται από την ίδια την πράξη και αφετέρου αν προξένησε στον προτείνοντα ανεπανόρθωτη (δικονομική πάλι) βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά με κήρυξη της ακυρότητας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατ' εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559".
Εν προκειμένω, επί του πρώτου λόγου ακυρότητας του προσβαλλόμενου με την ένδικη ανακοπή κατασχετηρίου που επέδωσε το αναιρεσείον στην αναιρεσίβλητη, επιβάλλοντας κατάσχεση στα χέρια της ως τρίτης κάθε οφειλής της προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το καθού η ανακοπή, έχοντας απαίτηση σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", επέδωσε στις 12-7-2010 στην έδρα της ανακόπτουσας, που βρίσκεται στο …ο χιλιόμετρο της οδού …, το υπ' αριθ. πρωτ. .../28-6-2010 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια της, ως τρίτης, κατάσχεση σε όσα αυτή οφείλει ή μέλλει να οφείλει στην ανωτέρω ανώνυμη εταιρία, μέχρι του ποσού των 270.761,88 €. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.
…/12-7-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας, Κ. Α., το ως άνω κατασχετήριο επιδόθηκε στον υπάλληλο της ανακόπτουσας Κ. Μ., με τη μνεία "... Αφού βρήκα τον υπάλληλο και υπεύθυνο για την παραλαβή δικογράφων - εγγράφων κ. Μ. Κ., όπως μου δήλωσε, παρέδωσα σε αυτόν το έγγραφο". Ωστόσο, το πρόσωπο αυτό δεν ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας, στον οποίο και έπρεπε να γίνει η επίδοση του κατασχετηρίου.
Όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. ... -8-2009 και ... -11-2010, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, ΦΕΚ, στα οποία καταχωρήθηκαν τα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, νόμιμος εκπρόσωπος ορίστηκε ο Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, Μ. Η. Μ., κάτοικος .... Όπως αποδείχθηκε, ο τελευταίος ουδέποτε όρισε τον προαναφερόμενο υπάλληλο της εταιρίας ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων ή σχετικών εγγράφων, που επιδίδονται σ' αυτήν.
Μόνη δε περίπτωση να λάβει χώρα επίδοση σε άλλον πλην του νομίμου εκπροσώπου πρόσωπο, είναι να μην ευρεθεί ο νόμιμος εκπρόσωπος και να λάβει χώρα η επίδοση στα πρόσωπα που προβλέπονται στο άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση όμως αυτή, για το έγκυρο της επίδοσης σε πρόσωπο άλλο από το νόμιμο εκπρόσωπο, θα πρέπει να βεβαιώνεται στην έκθεση ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος δεν βρέθηκε στην έδρα της εταιρίας, αν και αναζητήθηκε.
Το ίδιο θα πρέπει να γίνει και στην περίπτωση επίδοσης στον αναπληρούντα το νόμιμο εκπρόσωπο, δηλαδή θα πρέπει να αναγράφεται στην έκθεση ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος απουσίαζε ή εκωλύετο... Σε κάθε περίπτωση, όμως, τέτοια βεβαίωση δεν έχει περιληφθεί στην ως άνω έκθεση επίδοσης. Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, η επίδοση του κατασχετηρίου έγινε κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η επιβληθείσα κατάσχεση είναι ανυπόστατη.
Έτσι, η ανακόπτουσα υπέστη ανεπανόρθωτη βλάβη, αφού η έλλειψη της ως άνω κοινοποίησης κατέστησε αδύνατο τον προσδιορισμό του οφειλέτη και της απαίτησης της οποίας διώκετο η κατάσχεση, εντός της προθεσμίας των οκτώ ημερών του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ, με αποτέλεσμα να μην υποβάλει δήλωση και να θεωρείται, για το λόγο αυτό, κατά νόμιμο αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, οφειλέτης του καθού, για όλο το πιο πάνω ποσό, για το οποίο έγινε η κατάσχεση.
Επομένως, λόγω της ως άνω αποδειχθείσας ανεπανόρθωτης βλάβης της ανακόπτουσας, η επιβληθείσα στα χέρια της ως τρίτης κατάσχεση είναι άκυρη". Ενόψει δε των παραδοχών αυτών, έκρινε ότι το Πρωτοδικείο, δεχόμενο το σχετικό πρώτο λόγο της ανακοπής, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ακύρωσε το ένδικο κατασχετήριο και για το λόγο αυτό απέρριψε ως αβάσιμο τον αντίθετο δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος.
Με τις πιο πάνω κρίσεις του, το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33 και 34 ΚΕΔΕ, 987 ΚΠολΔ, ενώ κατά παράβαση του νόμου (άρθρα 126 παρ.1 περ. δ`, 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ) κήρυξε άκυρη την επίδοση του κατασχετηρίου στα χέρια της αναιρεσίβλητης δια της παραδόσεως αυτού στον υπάλληλό της Κ.
Μ.. Ειδικότερα, ναι μεν η ανέλεγκτη αναιρετικά παραδοχή της ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής "ουδέποτε όρισε τον προαναφερόμενο υπάλληλο της εταιρίας ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων ή σχετικών εγγράφων, που επιδίδονται σ' αυτήν" ορθά οδήγησε, επαγωγικά, στο συμπέρασμα ότι για να είναι έγκυρη η επίδοση σε υπάλληλο της εταιρίας θα έπρεπε να αναφέρεται στην έκθεση επιδόσεως ότι αναζητήθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής και απουσίαζε ή εκωλύετο, πλην όμως η παράλειψη αυτή δεν αρκούσε για την κατάφαση της ακυρότητας της επιδόσεως ως διαδικαστικής πράξης.
Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, όταν προβάλλεται (από τον τρίτο) η ακυρότητα της κατασχέσεως για το λόγο ότι η προς αυτόν γενόμενη επίδοση του κατασχετηρίου ήταν άκυρη, το δικαστήριο, για την παραδοχή του λόγου, πρέπει να διαπιστώσει κατ' αρχάς τη συνδρομή δικονομικής βλάβης σε βάρος του τρίτου, που προκλήθηκε από την άκυρη επίδοση και στη συνέχεια, μετά την κατάφαση της ακυρότητας της επιδόσεως, να διαπιστώσει περαιτέρω αν η προβαλλόμενη ακυρότητα αποδεικνύεται από την ίδια την πράξη και αν προξένησε στον προτείνοντα ανεπανόρθωτη (δικονομική πάλι) βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά με κήρυξη της ακυρότητας.
Εν προκειμένω, το Εφετείο θεώρησε άνευ άλλου άκυρη την επίδοση (και στη συνέχεια έκρινε άκυρο και το κατασχετήριο) χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν η ανακόπουσα και ήδη αναιρεσίβλητη υπέστη από την άτακτη αυτή επίδοση κάποια δικονομική βλάβη, υπό την έννοια ότι από την επίδοση αυτή δεν εξασφαλίσθηκε η δυνατότητα γνώσεως του επιδιδόμενου εγγράφου εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου της για να ασκήσει τις εκ των άρθρων 985 ΚΠολΔ και 32 ΚΕΔΕ υποχρεώσεις της, διότι λ.χ. ο παραλαβών υπάλληλος δεν του το παρέδωσε για να λάβει γνώση αλλά το απέκρυψε. Αρκέσθηκε, επομένως, για τον έλεγχο της ακυρότητας της επιδόσεως και στη συνέχεια για τον έλεγχο της ακυρότητας του κατασχετηρίου (προϋπόθεση της οποίας ήταν η ακυρότητα της επίδοσης) σε προϋποθέσεις λιγότερες από εκείνες που απαιτεί ο νόμος. Γι' αυτό είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατ' ορθή εκτίμηση από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συμπληρούμενος αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα συναγόμενο από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2β ΚΠολΔ), σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά στον πρώτο λόγο της ανακοπής. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της, στα όρια όμως του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 165/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας κατά το κεφάλαιο που αφορά στον πρώτο λόγο της ανακοπής.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ