139/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated139/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν συνεκδίκασης των ως άνω αιτήσεων εκδόθηκε η 46/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 11-11-2011 αίτησης και ανέβαλλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί της 15-9-2011 αίτησης αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 139 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 139/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Α)Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Β) Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση: Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, Περιφερειακής ..., ως καθολικής διαδόχου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης …, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Ρέτζιου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Κ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γαβρίλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 343/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2454/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε α)το αναιρεσείον με την από 15-9-2011 αίτησή του και β)η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2011 αίτησή της.
Κατόπιν συνεκδίκασης των ως άνω αιτήσεων εκδόθηκε η 46/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 11-11-2011 αίτησης και ανέβαλλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί της 15-9-2011 αίτησης αναίρεσης.
Ο αναιρεσίβλητος επανέφερε προς συζήτηση τις παραπάνω αιτήσεις με την από 3-9-2015 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανάγνωσε τις: α)από 3-10-2013 και β) από 11-3-2013 εκθέσεις της κωλυομένης να μετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτου Ελένης Διονυσοπούλου, με τις οποίες εισηγήθηκε αντίστοιχα την απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7/12/2016) συζητήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 11/11/2011 αίτηση αναίρεσης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, Περιφερειακής ... και η από 14/3/2015 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, που στρέφονται αμφότερες κατά της 2454/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης.
Α) Επί της αίτησης αναίρεσης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, Περιφερειακής ...
Κατά το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (560 αρ. 1α ΚΠολΔ) πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ουσίας της υπόθεσης, με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, τα πραγματικά περιστατικά, που αυτό δέχθηκε ως θεμελιωτικά της κρίσης του και που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, καθώς και η επίδραση που έχει τούτο στο διατακτικό της αποφάσεως.
Εξάλλου η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005). Εξάλλου η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από τις διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ’ αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα.
Επομένως ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως, από την άποψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π.25/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δέχθηκε την από 25/7/2003 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά βάσιμη, η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 8 του Π.Δ/τος 30/1996 "Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης" (με τον πρώτο λόγο), τις οποίες δεν εφάρμοσε ενώ ήταν εφαρμοστέες και έτσι απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως ως προς αυτήν, παθητικής νομιμοποίησης της αγωγής, καθώς και της διάταξης του άρθρου 4 του Ν.3127/2003 (με τον τέταρτο λόγο), την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα.
Πλην όμως δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη μη συνδρομή των όρων των διατάξεων, που δεν εφάρμοσε, καθώς και για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε και φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, αλλά εκτίθενται μόνον το ιστορικό της υποθέσεως, το τελικό συμπέρασμα του Εφετείου για το νομικό και πραγματικό μέρος αυτής και οι απόψεις της αναιρεσείουσας για την έννοια των ίδιων διατάξεων, που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, με την παράλειψη της εφαρμογής τους και με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους.
Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης από την άποψη της ευθείας παραβίασης των προαναφερομένων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται 1) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, 2) για σφάλμα που προκύπτει από ίδια την απόφαση, 3) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και, μάλιστα, ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να έχει προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ ορθή υπαγωγή του διαλαμβανομένου σε αυτή νομικού σφάλματος, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αρ.1 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω μη τήρησης από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο της διοικητικής προδικασίας του άρθρου 8 του Α.Ν. 1539/1938 της αίτησης θεραπείας πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής. Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει είχε νομίμως προταθεί στο Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσείουσας, μετά την παραδεκτή επισκόπηση αυτού, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεν προτάθηκε ο ισχυρισμός αυτός με λόγο έφεσης στο Εφετείο.
Το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, τα οποία διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης.
Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 70 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί με σχετική αγωγή η αναγνώριση υπάρξεως ή της ανυπαρξίας έννομης σχέσης υπό την προϋπόθεση της συνδρομής εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος για την αιτούμενη αναγνώριση.
Επομένως μπορεί να ζητηθεί και η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται για την πληρότητα της αγωγής η παράθεση όλων των στοιχείων που απαιτούνται για την πληρότητα της διεκδικητικής αγωγής του άρθρου 1094 ΑΚ, πλην της επικλήσεως της νομής η κατοχής του πράγματος από τον εναγόμενο, η οποία δεν απαιτείται και, επιπλέον, η ειδική επίκληση του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος για την αιτούμενη αναγνώριση, που αποτελεί ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσείουσας, ως αόριστη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή του αναιρεσιβλήτου εναντίον της, καθ’ όσον δεν γίνεται επίκληση σ’ αυτήν των θεμελιωτικών στοιχείων του εννόμου συμφέροντος του τελευταίου για την άσκηση αυτής, με την έννοια της αμφισβήτησης από την αναιρεσείουσα του επικαλουμένου δικαιώματος κυριότητάς του στα επίδικα ακίνητα.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, από άποψη εννόμου συμφέροντος διαλαμβάνεται σε αυτό επαρκώς η αμφισβήτηση της κυριότητας του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου επί των επιδίκων ακινήτων από την αναιρεσείουσα, με την επίκληση του γεγονότος ότι κατά τις πληροφορίες του τελευταίου αυτή σχεδιάζει την παραχώρηση των επιδίκων στους Δ.
Κ. και Ε. Π., οι οποίοι είχαν κριθεί δικαιούχοι οικοπέδων αόριστα στον οικισμό της ... (όπου βρίσκονται τα επίδικα) κατά το έτος 1987. Έτσι το Εφετείο, που εκτιμώντας κυριαρχικώς την ιστορική βάση της αγωγής, έκρινε αυτήν ορισμένη ως προς το προαναφερόμενο στοιχείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια και ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Β) Επί της αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Περαιτέρω για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" δεν απαιτείται για το παραδεκτό αυτής, η τήρηση της προδικασίας ενώπιον της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 246 του Αγροτικού Κώδικα, αφού τέτοια προδικασία από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται (ΑΠ 1121/2008).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την προαναφερόμενη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, που στηριζόταν στην κτήση από τον τελευταίο της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1β του Ν.3127/2003, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω μη τήρησης από τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο της διοικητικής προδικασίας των άρθρων 242 και 246 του Αγροτικού Κώδικα πριν από την άσκηση της αγωγής, ισχυρισμό τον οποίο είχε προτείνει με σχετικό λόγο έφεσης στο δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς το Εφετείο που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4,566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και σε ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνεται Η προβαλλόμενη αιτίαση. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (559 αρ. 1α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ουσίας της υπόθεσης, με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, τα πραγματικά περιστατικά, που αυτό δέχθηκε ως θεμελιωτικά της κρίσης του και που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση (δεν εφάρμοσε τον ουσιαστικό κανόνα ενώ έπρεπε να τον εφαρμόσει, τον εφάρμοσε εσφαλμένα) καθώς και η επίδραση που έχει τούτο στο διατακτικό της αποφάσεως.
Εξάλλου η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα.
Πλην όμως δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων της παραπάνω διάταξης που εφάρμοσε και φέρεται ότι παραβιάσθηκε.
Στο αναιρετήριο εκτίθενται το ιστορικό της υποθέσεως, το τελικό συμπέρασμα του Εφετείου για το νομικό και πραγματικό μέρος αυτής και οι απόψεις του αναιρεσείοντος για την έννοια της παραπάνω διάταξης που εφαρμόσθηκε και φέρεται ότι παραβιάσθηκε και εκείνης που έπρεπε να εφαρμοσθεί και δεν εφαρμόσθηκε, αναφέρονται δε αποσπασματικά και επιλεκτικά οι παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος δέχθηκε το Εφετείο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της συνδρομής των όρων της διάταξης που εφάρμοσε.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε ξεχωριστές έγγραφες προτάσεις για καθεμία αίτηση, σε βάρος καθενός των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν στην παρούσα δίκη (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), τα έξοδα όμως αυτά θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του ν. 3693/1957, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει μετά την 134423/8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 15/9/2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και την από 11/11/2011 αίτηση της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, Περιφερειακής ... για αναίρεση της 2454/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές αναίρεσης.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για καθένα από αυτούς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ