139/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 139 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 139/2016
Legislator headnote
AI generated139/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 139 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 139/2016
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 139 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 139/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κουλάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΕΦΟΠΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΠΗΓΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπαταγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1911/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 354/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 24-3-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 354/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταγγελία, η οποία είναι μονομερής δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, η οποία απευθύνεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να γίνει και από πληρεξούσιο, οπότε έχει εφαρμογή και το άρθ. 226 του ΑΚ κατά το οποίο, μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου είναι άκυρη αν αυτός προς τον οποίο γίνεται την αποκρούσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση δια της οποίας συντελείται μονομερής δικαιοπραξία ή οιονεί δικαιοπραξία εκ μέρους προσώπου που φέρεται ως αντιπρόσωπος άλλου, μπορεί, εφόσον δεν του επιδεικνύεται πληρεξούσιο έγγραφο, να την αποκρούσει, για το λόγο αυτό, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της αποκρούσεως της δηλώσεως χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, η επιχειρούμενη πράξη είναι άκυρη. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα, για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξεως και μάλιστα ex nunc πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως.
Το πρόσωπο εξάλλου προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση την αποκρούει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αν ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις, το ζήτημα δε αυτό είναι νομικό και ως εκ τούτου η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Σε περίπτωση που το ως άνω πρόσωπο δεν πράξει τούτο, δηλαδή δεν ενεργήσει εντός των ως άνω χρονικών ορίων, η μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλο χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου είναι ισχυρή, αν υπάρχει πληρεξουσιότητα ή επακολούθησε έγκριση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 216 και 217 ΑΚ, η εξουσία για αντιπροσώπευση δίνεται με πληρεξουσιότητα προς τον εξουσιοδοτούμενο, που υποβάλλεται στον τύπο τον απαιτούμενο για τη δικαιοπραξία στην οποία αφορά.
Επί νομικών προσώπων την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσωπήσεώς του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18 §§ 1 και 2 και 22 Ν. 2190/20 "περί Ανωνύμων Εταιριών" το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης Εταιρίας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της Εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της με εξαίρεση μόνο τις αποφάσεις εκείνες που κατά το νόμο ή το καταστατικό υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως.
Το διοικητικό συμβούλιο ενεργώντας συλλογικά, εκπροσωπεί και εξώδικα την εταιρία, μπορεί όμως να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα μπορούν να εκπροσωπούν την εταιρία γενικά ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Επομένως, επί ανώνυμης εταιρίας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, ενεργώντας συλλογικά, ως έχον γενικό δικαίωμα εκπροσωπήσεως της εταιρίας, μπορεί να παρέχει πληρεξουσιότητα σε τρίτο πρόσωπο για την ενέργεια για λογαριασμό της εταιρίας συγκεκριμένης πράξης.
Εξάλλου, επί εμπορικής μισθώσεως διεπόμενης από τις διατάξεις του π.δ. 34/95 εφαρμόζονται συμπληρωματικώς οι περί μισθώσεως διατάξεις του Α.Κ., μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρου 611 Α.Κ. που ορίζει, ότι επί μισθώσεως ορισμένου χρόνου εάν μετά την πάροδο αυτού εξακολουθήσει ο μισθωτής να κάνει χρήση του μισθίου εν γνώσει και χωρίς εναντίωση του εκμισθωτή, η μίσθωση λογίζεται ότι ανανεώνεται για αόριστο χρόνο.
Η μη εναντίωση του εκμισθωτή προς τη μετά το συμβατικό χρόνο χρήση του μισθίου, ελλείψει άλλης ρυθμίσεως, μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμη και σιωπηρώς. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 662Α ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής απόδοσης του μισθίου απαιτείται μεταξύ άλλων και η μίσθωση να είναι ενεργός και όχι λυμένη, αφού εάν έχει λυθεί η σχετική σύμβαση μισθώσεως δεν οφείλεται μίσθωμα, αλλά αποζημίωση χρήσης.
Ενεργός είναι η μίσθωση όσο διαρκεί η συμβατικά ορισθείσα χρονική διάρκεια, η οποία όμως παρατείνεται με βάση τυχόν υπάρχουσες διατάξεις του νόμου αναγκαστικού δικαίου, οι οποίες ορίζουν διαφορετικά το συγκεκριμένο ζήτημα. Η αναγκαστική από το νόμο ισχύς της μίσθωσης λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και αρκεί, για να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για μισθώματα, το χρονικό διάστημα για το οποίο οφείλονται τα επίδικα μισθώματα να εμπίπτει στη συμβατική ή τη νόμιμη διάρκεια της μίσθωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να δεχτεί: α) ότι είναι έγκυρη η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης μισθώτριας καταγγελία της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος ως εκμισθωτή, αν και ο υπογράφων το έγγραφο της καταγγελίας ως πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης μισθώτριας δεν είχε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα (εξουσία αντιπροσώπευσης), και συνεπώς αυτή ήταν άκυρη και β) ότι σε κάθε περίπτωση η ως άνω καταγγελία ισχυροποιήθηκε αναδρομικώς με τη μεταγενέστερη από 11-1-2013 έγκρισή της με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, αν και η έγκριση δεν ισχυροποίησε αναδρομικώς την άκυρη καταγγελία, αλλά ισχύει ως νέα καταγγελία από τότε που περιήλθε σ’ αυτόν και στην προκειμένη περίπτωση από την επίδοση του δικογράφου της έφεσης σ’ αυτόν, στην οποία για πρώτη φορά γίνεται λόγος για έγκριση της ως άνω καταγγελίας, παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Επίσης, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, επειδή το Εφετείο δεν διέλαβε σ’ αυτή καθόλου αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, που αφορά την εγκυρότητα της ένδικης καταγγελίας και τον τρόπο που περιήλθε σε γνώση του η υποτιθέμενη έγκριση αυτής.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, δικάζοντας την από 11-4-2013 έφεση της αναιρεσίβλητης μισθώτριας κατά του αναιρεσείοντος εκμισθωτή στρεφόμενη κατά της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 1911/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που απέρριψε την ανακοπή της κατά της υπ’ αριθμ. 2152/2012 διαταγής απόδοσης του μισθίου - πρατηρίου υγρών καυσίμων και καταβολής μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος από το μήνα Απρίλιο του έτους 2011 έως και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2012, συνολικού χρηματικού ποσού 57.711,93 ευρώ, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο εφεσίβλητος δυνάμει του από 21-3-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως εξεμίσθωσε στην εκκαλούσα ένα πρατήριο υγρών καυσίμων, λιπαντήριο και πλυντήριο αυτοκινήτων κείμενο στο ισόγειο πολυόροφης οικοδομής που βρίσκεται επί της οδού ...
στον .... Η διάρκειά της ορίστηκε για εννέα χρόνια αρχομένη την 1-4-1998 και λήγουσα την 31-3-2007, με ρητή πρόβλεψη δυνατότητας διάρκειας μέχρι 31-3-2010. Μετά την ως άνω ημερομηνία, κατά την οποία συμπληρώθηκε η αναγκαστική νόμιμη διάρκεια της μίσθωσης (άρθρο 5 παρ. 1 ΠΔ 34/1995) η εκκαλούσα μισθώτρια παρέμεινε στη χρήση του μισθίου χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση εκ μέρους του εφεσιβλήτου εκμισθωτή ο οποίος γνώριζε το γεγονός αυτό και έτσι η μίσθωση αυτή, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, κατέστη αορίστου χρόνου.
Η εκκαλούσα αποφάσισε το Νοέμβριο του έτους 2010 να καταγγείλει την εν λόγω επαγγελματική μίσθωση και για το λόγο αυτό ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, κατ’ ομόφωνη απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, απευθύνθηκε προφορικά στο δικηγόρο τους Κ. Φ. προκειμένου να ενεργήσει για λογαριασμό της τη σχετική καταγγελία.
Ο εν λόγω δικηγόρος, συνέταξε για λογαριασμό της την από 17-11-2010 εξώδικη δήλωση καταγγελία την οποία επέδωσε στον εφεσίβλητο στις 19-11-2010 (βλ. την .../19-11-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς Ν. Ζ.). Στην καταγγελία αυτής περιεχόταν η δήλωση της εκκαλούσας περί καταγγελίας της μεταξύ αυτής και του εφεσιβλήτου υφισταμένης σύμβασης μισθώσεως, προκειμένου μετά από ένα μήνα από τη λήξη αυτής να επέλθουν τα αποτελέσματά της, δηλαδή η λύση της.
Ο τελευταίος δεν απέκρουσε την εν λόγω καταγγελία λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας και επομένως αυτή (καταγγελία) επέφερε τα αποτελέσματά της από τις 19-10-2010 (άρθρα 608, 609 ΑΚ). Σημειωτέον ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της εκκαλούσας για την έτι περαιτέρω ισχυροποίηση της ένδικης καταγγελίας έλαβε την από 11-1-2013 απόφασή του (βλ.
σχετικό πρακτικό που προσκομίζεται) με την οποία εγκρίνει και γραπτώς την προφορικά δοθείσα εντολή του για την ενέργεια αυτή. Ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου ότι η ένδικη καταγγελία είναι άκυρη διότι δεν του επιδείχθηκε (κατά την καταγγελία) το πληρεξούσιο έγγραφο, είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι πέραν του ότι για τη χορήγηση της εν λόγω πληρεξουσιότητας δεν απαιτείται έγγραφος τύπος αφού τέτοιος δεν προβλεπόταν και για την καταγγελία της συγκεκριμένης μίσθωσης (αόριστης διάρκειας) αυτός δεν ζήτησε την επίδειξη εγγράφου πληρεξουσίου και γενικά δεν απέκρουσε μέσα σε εύλογο χρόνο την καταγγελία.
Σημειωτέον ότι στα εξώδικα που απέστειλε στην εκκαλούσα ο εφεσίβλητος μετά την εν λόγω καταγγελία ουδεμία αναφορά γινόταν σ’ αυτά περί αμφισβήτησης αυτής αλλά για φθορές στο μίσθιο. Η πρώτη φορά που αμφισβητήθηκε αυτό ήταν κατά τη συζήτηση της ανακοπής (27-2-2013). Τέλος ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα της εκκαλούσας, να ζητεί την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής απόδοσης, επικαλούμενη λύση της μίσθωσης με την ως άνω καταγγελία ασκείται καταχρηστικώς διότι αυτός είναι κάτοικος ...
η τελευταία ουδέποτε του παρέδωσε τη χρήση του μισθίου, δεν του κατέβαλε αποζημίωση λόγω καταγγελίας και εξακολουθούσε να του καταβάλει μισθώματα για τέσσερις μήνες, δημιουργώντας έτσι την πεποίθηση σ’ αυτόν ότι η εν λόγω καταγγελία δεν ήταν πραγματική. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως μη νόμιμος διότι τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.
Ούτε και αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα έκανε χρήση του μισθίου - πρατηρίου κατά το επίδικο διάστημα (Απρίλιος 2011 - Οκτώβριος 2012) και ούτε πρόθεσή της για εικονική και όχι πραγματική καταγγελία της μίσθωσης και δεν υφίστατο και νόμιμη υποχρέωσή της για καταβολή αποζημίωσης καταγγελίας. Η δε τυχόν παραμονή στο μίσθιο μετά τη λύση της σύμβασης με καταγγελία δεν επιφέρει αναβίωση της μίσθωσης αλλά υποχρέωση του μισθωτή για καταβολή αποζημίωση χρήσης.
Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών, η ένδικη μίσθωση είχε λήξει από 19-12-2010 και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε διαφορετικά και ειδικότερα ότι η ως άνω καταγγελία ήταν άκυρη (λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας του δικηγόρου που την υπέγραψε) και η ένδικη μίσθωση ήταν ενεργός (λόγω ακυρότητας της καταγγελίας) και ως εκ τούτου εγκύρως εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής δεν έκρινε ορθώς και έσφαλε και βασίμως παραπονείται περί τούτου η ανακόπτουσα με την κρινόμενη έφεσή της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της αναιρεσίβλητης μισθώτριας και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση που είχε απορρίψει την ως άνω ανακοπή της αναιρεσίβλητης μισθώτριας, δέχτηκε αυτή και ακύρωσε την ανακοπτόμενη υπ’ αριθμ. 2152/2012 διαταγή απόδοσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο και ειδικότερα ότι η γενόμενη από την αναιρεσίβλητη μισθώτρια, στις 19-11-2010, καταγγελία της υπαγόμενης στο π.δ. 34/1995 ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, που κατά τον ως άνω χρόνο είχε καταστεί αορίστου χρόνου, με τη χωρίς οποιαδήποτε εναντίωση του αναιρεσείοντος εκμισθωτή παραμονή της αναιρεσίβλητης μισθώτριας στο μίσθιο από τις 31-3-2010, οπότε συμπληρώθηκε η δωδεκαετής, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ως άνω π.δ/τος, αναγκαστική διάρκειά της, μέχρι τις 19-11-2010, δηλ.
επί 8,5 μήνες, έγινε κατόπιν σχετικής αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης εταιρίας, που ήταν αρμόδιο προς τούτο όργανό της, και επιπροσθέτως ότι ο υπογράφων το έγγραφο της καταγγελίας ενήργησε ως πληρεξούσιός της μετά από ομόφωνη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της και τέλος ότι ο αναιρεσίβλητος δεν απέκρουσε την εν λόγω καταγγελία που επιχειρήθηκε χωρίς την επίδειξη εγγράφου πληρεξουσίου λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας μέσα σε εύλογο χρόνο, πράγμα το οποίο έπραξε το πρώτον κατά τη συζήτηση της ένδικης ανακοπής στις 27-2-2013, δηλ.
μετά πάροδο δύο ετών και πλέον, και ότι συνεπώς η καταγγελία επέφερε τα αποτελέσματά της από τις 19-12-2010 οπότε και η ένδικη μίσθωση έληξε, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, και επομένως, οι πρώτος από τον αριθμό 1 και τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Εξάλλου, ενόψει του ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες ο υπογράψας το έγγραφο της καταγγελίας ως πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης μισθώτριας είχε κατά το χρόνο που έλαβε χώρα αυτή την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα (εξουσία αντιπροσώπευσης), αρκούσαν για τη στήριξη του διατακτικού της, οι διαλαμβανόμενες στους ως άνω λόγους αναίρεσης αιτιάσεις αναφορικά με τη γραπτή έγκριση από το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης της προφορικά δοθείσας εντολής του στον ως άνω δικηγόρο για την ενέργεια αυτή, αλυσιτελώς προβάλλονται, και είναι για το λόγο αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες, ανεξαρτήτως του ότι τα σχετικά με την ως άνω έγκριση περιστατικά εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ περισσού υπό μορφή επισημειώσεως ("Σημειωτέον ότι...") και όχι προς στήριξη του διατακτικού της.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α’ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο αφηρημένα λαμβανόμενο οδηγεί, κατά το νόμο, στη γέννηση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την αντένσταση (Ολ.ΑΠ 25/2003), ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση της αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 1740/2012).
Έτσι "πράγματα" υπό την παραπάνω έννοια δεν αποτελούν, μεταξύ άλλων, τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 832/2011), εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 954/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 8 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της την παραδοχή ότι "Η εκκαλούσα αποφάσισε το Νοέμβριο του έτους 2010 να καταγγείλει την εν λόγω επαγγελματική μίσθωση και για το λόγο αυτό ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, κατ’ ομόφωνη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου απευθύνθηκε προφορικά στο δικηγόρο τους Κ.
Φ. προκειμένου να ενεργήσει για λογαριασμό της τη σχετική καταγγελία" αν και η αναιρεσίβλητη ουδέποτε ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν σε "πράγματα" κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια αλλά σε περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, αναφορικά με τα επικαλούμενα από την αναιρεσίβλητη μισθώτρια, με την ένδικη ανακοπή, περί νόμιμης καταγγελίας εκ μέρους της, της συμβάσεως μισθώσεως, με την από 17-11-2010 εξώδικη δήλωσή της.
Κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ, αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλ. όσα συγκροτούν κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς. Επομένως, τα αποδεικτικά μέσα μόνο τέτοια γεγονότα μπορούν να έχουν ως περιεχόμενο.
Συνεπώς η παράλειψη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σε ισχυρισμούς που δεν έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ένδικη μίσθωση είχε λήξει από τις 19-12-2010 και ότι αυτή δεν ήταν ενεργός κατά το χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, δεν έλαβε υπόψη νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα:
τις με αριθμό 6 - 9 σελίδες βιβλιαρίου καταθέσεών του στην Εθνική Τράπεζα, από τις οποίες, όπως διατείνεται, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη του κατέβαλε τα μισθώματα των μηνών Δεκεμβρίου 2010, Ιανουαρίου 2011, Φεβρουαρίου 2011 και Μαρτίου 2011, ποσού 3.037,47 ευρώ καθενός απ’ αυτά, πράγμα το οποίο δεν θα έπραττε αν η αναιρεσίβλητη είχε αποχωρήσει από το μίσθιο το Δεκέμβριο του 2010.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο πραγματικός ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε τα ως άνω έγγραφα και ειδικότερα η τυχόν παραμονή της μισθώτριας στο μίσθιο μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και ο ακριβής χρόνος αποχωρήσεώς της απ’ αυτό δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ούτε άλλωστε το Εφετείο ασχολήθηκε με το θέμα αυτό.
Τούτο δε, διότι, κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση γεγονός, προκειμένου να κριθεί αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εκδόσεως διαταγής απόδοσης του μισθίου και καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων και ειδικότερα αν η εκδοθείσα διαταγή απόδοσης του μισθίου και καταβολής μισθωμάτων αφορούσε ενεργή μίσθωση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοσή της, καθώς και εάν τα επιδικασθέντα με αυτή μισθώματα εμπίπτουν στο χρόνο διάρκειας της μίσθωσης, είναι ο χρόνος επελεύσεως των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και όχι ο μεταγενέστερος της επελεύσεως των συνεπειών αυτής χρόνος αποχωρήσεως του μισθωτή από το μίσθιο και απόδοσης του μισθίου στο εκμισθωτή, λαμβανομένου υπόψη ότι μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και τη λύση της μίσθωσης, ο μισθωτής απαλλάσσεται από τη βασική του υποχρέωση για καταβολή του μισθώματος, η τυχόν δε παραμονή του στην χρήση του μισθίου δεν επιφέρει αναβίωση της μίσθωσης, αλλά υποχρέωση αυτού, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, να καταβάλει ως αποζημίωση χρήσεως το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.
Επίσης, για τον ίδιο λόγο και ειδικότερα επειδή η απόδοση της χρήσης του μισθίου από την αναιρεσίβλητη μισθώτρια στον αναιρεσείοντα εκμισθωτή, μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε, άλλωστε, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό και συνεπώς δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 8β’ ΚΠολΔ, και ο πέμπτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε του παρέδωσε προσηκόντως το μίσθιο και τον συνεκμισθούμενο εξοπλισμό, αφού παρά τις διαρκείς και αλλεπάλληλες οχλήσεις του δεν του παρέδωσε και τα κλειδιά των αντλιών, με αποτέλεσμα λόγω της χρήσης του μισθίου ακινήτου, ως πρατηρίου υγρών καυσίμων να μην μπορεί να έχει οποιαδήποτε πρόσβαση και να κάνει οποιαδήποτε χρήση αυτού, είναι, επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-10-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 354/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ