139/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΓια την ύπαρξη εκκρεμοδικίας δεν αεκεί η σύμπτωση του αιτήματος των δυο δικών αλλά απαιτείται και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας του. Από την τελεσίδικη απόρριψη αγωγής δεν αντιτάσσεται δεδικασμένο, εφόσον η μεταγενέστερη αγωγή στηρίζει το δικαίωμα επί άλλης νομικής βάσης που δεν προβλήθηκε, ούτε κρίθηκε κατά την προηγούμενη δίκη. Ως δεδικασμένο κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ νοείται το ουσιαστικό δεδικασμένο. Αν κλαδική Σ.Σ.Ε. κηρυχθεί, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, γενικώς υποχρεωτική, η ισχύς της επεκτείνεται σε όλους τους εργοδότες και τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτά θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της. Σε περίπτωση συρροής ΣΣΕ υπερισχύει η κλαδική (ή επιχειρησιακή) ΣΣΕ της ομοιοεπαγγελματικής, ενώ όταν οι συρρέουσες είναι όλες κλαδικές, εφαρμόζεται η ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο. Η βεβαίωση του δικαστηρίου περί μη προσκομίσεως αποδεικτικού μέσου δεν ελέγχεται αναιρετικά, έστω και αν εσφαλμένα βεβαιώνει το δικαστήριο ότι δεν προσκομίστηκε. Νόμιμη επίκληση αποδεικτικού μέσου. Ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Legislator headnote
AI generated139/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ενέργεια του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Έτσι, η νομική αιτία της αξιώσεως συνιστά στοιχείο προσδιοριστικό της αντικειμενικής εκτάσεως του δεδικασμένου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 139 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Για την ύπαρξη εκκρεμοδικίας δεν αεκεί η σύμπτωση του αιτήματος των δυο δικών αλλά απαιτείται και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας του. Από την τελεσίδικη απόρριψη αγωγής δεν αντιτάσσεται δεδικασμένο, εφόσον η μεταγενέστερη αγωγή στηρίζει το δικαίωμα επί άλλης νομικής βάσης που δεν προβλήθηκε, ούτε κρίθηκε κατά την προηγούμενη δίκη. Ως δεδικασμένο κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ νοείται το ουσιαστικό δεδικασμένο. Αν κλαδική Σ.Σ.Ε. κηρυχθεί, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, γενικώς υποχρεωτική, η ισχύς της επεκτείνεται σε όλους τους εργοδότες και τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτά θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της. Σε περίπτωση συρροής ΣΣΕ υπερισχύει η κλαδική (ή επιχειρησιακή) ΣΣΕ της ομοιοεπαγγελματικής, ενώ όταν οι συρρέουσες είναι όλες κλαδικές, εφαρμόζεται η ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο. Η βεβαίωση του δικαστηρίου περί μη προσκομίσεως αποδεικτικού μέσου δεν ελέγχεται αναιρετικά, έστω και αν εσφαλμένα βεβαιώνει το δικαστήριο ότι δεν προσκομίστηκε. Νόμιμη επίκληση αποδεικτικού μέσου. Ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Αριθμός 139/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΕΚΑΒΑΡ ΑΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-11-2005 και 4-12-2006 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4655/2006 μη οριστική, 1187/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-2-2009 αίτησή της και τους από 15-10-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 13-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 222 § 1 σε συνδ. με 221 περ. α' ΚΠολΔ, όταν επέλθει μετά την κατάθεση της αγωγής εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα, αν δε κατά η διάρκειά της ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη.
Για να υπάρχει εκκρεμοδικία πρέπει οι δύο δίκες να ταυτίζονται πλήρως, να έχουν δηλαδή το ίδιο αντικείμενο ή το αντικείμενο της πρώτης να είναι ευρύτερο εκείνου της δεύτερης, οπότε η δεύτερη είναι, κατά λογική αναγκαιότητα, περιττή. Αντίθετα, αν οι δυο δίκες δεν ταυτίζονται πλήρως είτε γιατί έχουν διαφορετικό αντικείμενο είτε γιατί το αντικείμενο της δεύτερης είναι ευρύτερο εκείνου της πρώτης, τότε η δεύτερη δίκη δεν είναι περιττή, αφού με αυτήν ζητείται διαφορετική ή μείζων προστασία απ' ότι ζητήθηκε με την πρώτη.
Για την ύπαρξη εκκρεμοδικίας δεν αρκεί η σύμπτωση του αιτήματος των δύο δικών, αλλά απαιτείται και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας τους. Έτσι, δεν υφίσταται εκκρεμοδικία όταν η νέα αγωγή, καίτοι αφορά την ίδια έννομη σχέση, θεμελιώνεται επί διαφορετικής βάσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ενέργεια του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Έτσι, η νομική αιτία της αξιώσεως συνιστά στοιχείο προσδιοριστικό της αντικειμενικής εκτάσεως του δεδικασμένου.
Επομένως, από την τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής δεν αντιτάσσεται δεδικασμένο, εφόσον η μεταγενέστερη αγωγή στηρίζει το δικαίωμα επί άλλης νομικής βάσης (άλλου κανόνα δικαίου),που δεν προβλήθηκε, ούτε κρίθηκε κατά την προηγούμενη δίκη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, κατά δε τον αριθμ. 14 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, πλημμέλεια που αναφέρεται σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις από δικαιώματα που προέρχονται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου.
Κατά τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ως δεδικασμένο, κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, νοείται το ουσιαστικό δεδικασμένο, δηλαδή η δεσμευτικότητα της δικαστικής διάγνωσης μιας έννομης σχέσης, και όχι το τυπικό δεδικασμένο (τελεσιδικία), που είναι το απρόσβλητο της οριστικής απόφασης με τακτικά ένδικα μέσα.
Στην τελευταία περίπτωση ο αναιρετικός έλεγχος καλύπτεται από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά από 3-11-2005 αγωγή της η ενάγουσα επικαλούμενη ότι στο πλαίσιο συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου προσέφερε στην επιχείρηση της εναγομένης τις, μέχρι παραιτήσεώς της λόγω συνταξιοδοτήσεώς της, υπηρεσίες της με την ειδικότητα της λογίστριας Β', ζήτησε την καταψήφιση της τελευταίας α) στα ποσά: 1) των 9.471, 46 ευρώ, που αφορούν σε διαφορές μεταξύ των καταβλητέων βάσει των από 14-7-2000 και 22-4-2005 ΕΚΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας", νομίμων δεδουλευμένων αποδοχών της , μετά επιδομάτων εορτών , αδείας και ισολογισμού και των ( μικρότερων) καταβληθεισών εκείνων των ετών 2000 και 2005 , 2) των 20.445,16 ευρώ, που αφορά τη νόμιμη αποζημίωση αποχωρήσεως λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησής της, και β) των 46.022,03 ευρώ λόγω διαφορών αποδοχών των ετών 2001,2002,2003 και 2004 μεταξύ των καταβληθεισών και των καταβλητέων εκείνων κατ' εφαρμογή των και ρητώς επικληθεισών ως εφαρμοστέων υπ' αριθμό 1/2001 ΔΑ, 114/2002 ΣΣΕ, από 17-6-2003 και 20-11-2004 ΕΚΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτικών πρακτορείων και γραφείων ταξιδιών όλης της χώρας".
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, με τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η 4655/2006 εν μέρει οριστική και εν μέρει παρεμπίπτουσα απόφαση, η οποία: α) με τις οριστικές διατάξεις της απέρριψε ως μη νόμιμο στο σύνολό του το με στοιχείο β' αγωγικό σκέλος, με την αιτιολογία ότι εφαρμοστέες ήταν οι μη από την ενάγουσα επικληθείσες από 14-7-2000, 5-7-2002 και 29-7-2004 ΕΚΣΣΕ, έναντι των επικληθεισών από την ίδια και επιστηριζουσών τις σχετικές αξιώσεις της, οι οποίες όμως ήταν ανεφάρμοστες, και β) με τις μη οριστικές διατάξεις της , αφενός δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή ως προς τα με στοιχεία α1 και α2 ως άνω κονδύλιά της και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστεί με την επιμέλεια της ενάγουσας απολυτήριο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αφετέρου απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα ένσταση της εναγομένης από το άρθρο 281 ΑΚ.
Εξάλλου, με τη μεν από 4-12-2006 αγωγή της η ίδια ενάγουσα, άσκησε εκ νέου τις παραπάνω απορριφθείσες ως μη νόμιμες αξιώσεις της των ετών 2001 έως και 2004, πλην με τη διάφορη νέα νομική βάση-καθεστώς των από 14-7-2000, 15-7-2002 και 29-7-2004 ΕΚΣΣΕ, με τη δε από 18-9-2002 κλήση της επανέφερε προς περαιτέρω συζήτηση το ως άνω με στοιχείο α' σκέλος της αμέσως παραπάνω (πρώτης) αγωγής, για το οποίο και η επανάληψη της συζητήσεως.
Επί των συνεκδικασθέντων αυτών δικογράφων εκδόθηκε η 1187/2008 οριστική απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμες αμφότερες τις αγωγές. Επί εφέσεως της εναγομένης κατά της τελευταίας απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, που είχε περιεχόμενο την εσφαλμένη απόρριψη από τη συνεκκληθείσα με αριθμό 1187/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ένστασης εκκρεμοδικίας, με την παραδοχή ότι: "...δεν υφίστατο ταύτιση της νομικής βάσης μεταξύ αφενός της από 3-11-2005 αγωγής της ενάγουσας και ως προς το σκέλος των αξιώσεών της των ετών 2001,2002, 2003 και 2004, που θεμελιώνονταν σε ΔΑ και ΣΣΕ, και αφετέρου της μεταγενέστερης από 4-12-2006 αγωγής για τις ίδιες αξιώσεις , που όμως ερείδοντο σε άλλες και εντελώς διάφορες ΕΚΣΣΕ.
Επομένως, εξ αυτού και μόνον δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη εκκρεμοδικίας". Περαιτέρω , η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και τα εξής: "Με τις οριστικές που έγιναν και τελεσίδικες διατάξεις της υπ' αριθμ. 4655/2006 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμο το σκέλος της από 3-11-2005 αγωγής που αφορούσε τις αξιώσεις της ενάγουσας επί των διαφορών αποδοχών της των ετών 2001, 2002, 2003 και 2004, για το λόγο ότι αυτές στηρίζονταν και θεμελιώνονταν ειδικώς στις κριθείσες ως ανεφάρμοστες πιο πάνω ΔΑ και ΣΣΕ.
Ωσαύτως, η ίδια αυτή απόφαση δέχθηκε περαιτέρω ότι για τις εν λόγω αξιώσεις εφαρμοστέες ήταν μεν οι ως άνω ΕΚΣΣΕ, οι οποίες όμως δεν εφαρμόστηκαν λόγω της διαθετικής αρχής του άρθρου 106 ΚΠολΔ. Εξάλλου, οι εν λόγω απορριπτικές διατάξεις κατέστησαν και τελεσίδικες τουλάχιστο από την άσκηση της δεύτερης από 4-12-2006 αγωγής, αφού (ως προς αυτές ) η ενάγουσα ασκώντας την τελευταία αγωγή τις αποδέχθηκε σιωπηρώς, παραιτηθείσα μάλιστα από το δικαίωμα άσκησης έφεσης κατ' αυτών, ώστε έκτοτε να έχουν καταστεί ανέκκλητες".
Απέρριψε δε, ακολούθως, για τους ανωτέρω λόγους, τους προβληθέντες με λόγο έφεσης σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί εκκρεμοδικίας άλλως δεδικασμένου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά δεν δέχτηκε αφενός την ύπαρξη εκκρεμοδικίας, αφού οι παραπάνω δύο αγωγές, κατά την υπό του Δικαστηρίου τούτου επισκόπηση του δικογράφου τους ( άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), έχουν αιτήματα που βασίζονται σε διαφορετική νομική αιτία, αφετέρου την ύπαρξη δεδικασμένου, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής βάσης.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται, όσον αφορά την εκκρεμοδικία, η αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, επικουρικά, η αιτίαση από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν με τις βάσεις των ένδικων αγωγών άλλως παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο, όσον αφορά δε το δεδικασμένο, αποδίδεται, η αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, επικουρικά, αληθώς η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, στην οποία υπάγεται, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, όπως διευκρινίζεται με τον φερόμενο ως πρώτο πρόσθετο λόγο στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, η τελευταία αιτίαση και όχι από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Να σημειωθεί ότι ο Άρειος Πάγος δικαιούται και υποχρεούται να ερευνήσει, αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δεδικασμένου, μεταξύ των οποίων και η ταυτότητα της διαφοράς, με βάση τα περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 3 παρ. 1, 4, άρθρ. 6 παρ.1, 8 παρ. 1, 2 και 11 παρ. 2, 3 του ν. 1876/1990 συνάγεται ότι οι κλαδικές ΣΣΕ αφορούν τους εργαζομένους σε περισσότερες ομοειδείς ή συναφείς εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις ορισμένης πόλεως ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, συνάπτονται δε μεταξύ, αφενός πρωτοβάθμιων ή δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων που καλύπτουν εργαζομένους, ανεξάρτητα από επάγγελμα ή ειδικότητα, σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις (και εκμεταλλεύσεις) και αφετέρου εργοδοτικών οργανώσεων που εκπροσωπούν τον αντίστοιχο κλάδο στην τοπική έκταση ισχύος της (κλαδικής ΣΣΕ).
Οι συμβάσεις αυτές δεσμεύουν κατ' αρχάς τα μέλη των συμβληθεισών εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, αν όμως με απόφαση του Υπουργού Εργασίας η ΣΣΕ κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, η ισχύς της επεκτείνεται, με βάση τη διοικητική αυτή κανονιστική πράξη, σ' όλους τους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΟλΑΠ 2/2002).
Ως ομοειδείς επιχειρήσεις νοούνται εκείνες που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές περίπου συνθήκες, ενώ ως συναφείς εκείνες που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες. Περαιτέρω, η υπουργική απόφαση (για την επέκταση ισχύος της κλαδικής ΣΣΕ) και στην περίπτωση μη νομιμότητάς της, όπως συμβαίνει όταν δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 11 παρ. 2 του ν. 1876/90 (ήτοι η προηγουμένη γνωμοδότηση του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, τόσο περί του ότι η συγκεκριμένη ΣΣΕ δεσμεύει εργοδότες που απασχολούν το 51% του κλάδου ή του επαγγέλματος, όσο και περί της ικανότητας, αρμοδιότητας και αντιπροσωπευτικότητας των εκατέρωθεν συμβληθεισών οργανώσεων) παραμένει υποστατή και η τυχόν πλημμέλειά της δεν στερεί τη διοικητική αυτή πράξη από τη δεσμευτικότητά της, την οποία, αφού δεν προβάλλεται ακύρωσή της, τα πολιτικά δικαστήρια δεν μπορούν να αποκρούσουν.
Σε περίπτωση συρροής ΣΣΕ, το προβάδισμα ρυθμίζεται από το άρθρο 10 του ν. 1876/1990, σύμφωνα με το οποίο η κλαδική (ή επιχειρησιακή) ΣΣΕ υπερισχύει της ομοιοεπαγγελματικής (τοπικής ή εθνικής), ενώ, όταν οι συρρέουσες ΣΣΕ είναι όλες κλαδικές, εφαρμόζεται η ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο, η δε σύγκριση γίνεται κατά ενότητες, ήτοι:
α) κατά ενότητα αποδοχών και β) κατά τα λοιπά θέματα. Εξάλλου, από 14-7-2000 (διετούς διάρκειας), 15-7-2002 (διετούς διάρκειας), 29-7-2004 και 22-4-2005 εθνικές κλαδικές ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις νομίμως δημοσιευθείσες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αντίστοιχες αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας (ΥΑ 11850/2000 - ΦΕΚ 1287/τ.Β/23.10.2000, ΥΑ 12387 /2002 - ΦΕΚ 1187/ τ.Β/ 11.9.2002, ΥΑ 13490/2004 -ΦΕΚ 18687 τ.Β/16.12.2004 και ΥΑοικ 13033/2005 - ΦΕΚ 1496/τ.Β/ 2005), ορίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις παραπάνω επιχειρήσεις.
Οι εν λόγω ΣΣΕ καταρτίσθηκαν από μέρους της εργοδοτικής πλευράς από: Α) για την ΣΣΕ 2000: 1) Ένωση εφοπλιστών επιβατηγών πλοίων, 2) Ένωση εφοπλιστών ακτοπλοίας, 3) Πανελλήνια ένωση πλοιοκτητών ακτοπλοϊκών φορτηγών πλοίων και 4) Πανελλήνια ένωση ναυτικών πρακτόρων ακτοπλοίας, Β) για την ΣΣΕ 2002: 1)Ένωση εφοπλιστών επιβατηγών πλοίων, 2) Ένωση εφοπλιστών ακτοπλοίας και 3) Πανελλήνια ένωση πλοιοκτητών ακτοπλοϊκών φορτηγών πλοίων, Γ) για την ΣΣΕ 2004: 1) 1)Ένωση εφοπλιστών επιβατηγών πλοίων, 2) Ένωση εφοπλιστών ακτοπλοίας και 3) Πανελλήνια ένωση πλοιοκτητών ακτοπλοϊκών φορτηγών πλοίων και Δ) για την ΣΣΕ 2005:1)Σύνδεσμος επιχειρήσεων επιβατηγού ναυτιλίας, 2) Ένωση εφοπλιστών ακτοπλοίας και 3) Πανελλήνια ένωση πλοιοκτητών ακτοπλοϊκών φορτηγών πλοίων.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 των συλλογικών αυτών συμβάσεων εργασίας, στις διατάξεις τους υπάγονται "οι πάσης φύσεως εργαζόμενοι όλης της χώρας, με σύμβαση μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας στις πάσης φύσεως Ναυτιλιακές και Ακτοπλοϊκές Επιχειρήσεις, Ναυτικά Πρακτορεία, καθώς και γραφεία Ταξιδιών που εκδίδουν εισιτήρια ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών και που είναι μέλη των παραπάνω εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων".
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 14-3-1978 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου η ενάγουσα προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία " ΣΕΚΑ ΑΕ", για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως λογίστρια Β', αντί των προβλεπόμενων από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ αποδοχών, ασφαλιστικώς δε υπήχθη στο Ταμείο Ασφαλίσεως Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων (ΤΑΝΠΥ).
Σε εκπλήρωση της συμβάσεως αυτής παρέσχε τις υπηρεσίες της στην άνω εταιρεία, με την παραπάνω ειδικότητα, διαθέτοντας προς τούτο και το νόμιμο τίτλο σπουδών (από 24-6-1974 απολυτήριο του Α' εξαταξίου Γυμνασίου Θηλέων Πειραιώς), συνεχώς μέχρι τις 30-10-2000, οπότε και αποχώρησε από την τελευταία, στο πλαίσιο απόφασης αυτής (εργοδότριας) για μείωση του προσωπικού της και άμεσης μεταφοράς-πρόσληψής του, υπό το αυτό πραγματικό και νομικό καθεστώς απασχόλησης, στην ανήκουσα στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο ήδη εναγόμενη-εκκαλούσα εταιρεία.
Πράγματι την 1-11-2000 η ενάγουσα εντάχθηκε στην τελευταία, η οποία και υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος στη θέση της αρχικής ως άνω εργοδότριας εταιρείας, ενώ συνεχίστηκε αδιακόπως και χωρίς μεταβολή των όρων η παραπάνω σύμβαση εργασίας. Έκτοτε η ενάγουσα απασχολήθηκε στην εναγόμενη, ασκώντας τα προαναφερθέντα καθήκοντά της συνεχώς μέχρις και τις 25-7-2005, οπότε και παραιτήθηκε λόγω συνταξιοδοτήσεως (με μειωμένη σύνταξη), με τη συμπλήρωση των νομίμων προϋποθέσεων και ορίων.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η εναγόμενη, σύμφωνα και με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 2 του καταστατικού της σκοπό "... Η εκμετάλλευση με σκοπό το κέρδος και πρακτόρευση κάθε είδους πλοίων ... καθώς και η διεξαγωγή κάθε άλλης συναφούς προς το σκοπό αυτό ναυτικής ή εμπορικής δραστηριότητας ή επιχειρήσεως ...
Ο ανεφοδιασμός με καύσιμα, λιπαντικά ... και κάθε είδους υλικά κάθε είδους πλοίων, πλοιαρίων ... στην Ελλάδα και το εξωτερικό ...", δραστηριοποιείτο, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στον τομέα της εκμετάλλευσης και πρακτόρευσης πλοίων, παρέχουσα και υπηρεσίες ανεφοδιασμού τους. Εξάλλου, και η ως άνω αρχική εργοδότρια εταιρεία είχε ομοειδή καταστατικό σκοπό (άρθρο 4 αυτού) και είχε αναπτύξει την ίδια ναυτιλιακή επιχείρηση της εκμετάλλευσης και πρακτόρευσης πλοίων.
Συνεπώς, η εναγόμενη, ως αποτελούσα επιχείρηση με αντικείμενο συναφές με εκείνο των συμβληθεισών στις προαναφερθείσες Εθνικές Κλαδικές ΣΣΕ εργοδοτικών επιχειρήσεων, δυνάμενη συνακόλουθα να αποτελέσει μέλος τους, υπαγόταν στο ρυθμιστικό πεδίο αυτών, με το δεδομένο της κήρυξης τους ως εκτελεστών-γενικώς υποχρεωτικών.
Συνακόλουθα, οι τελευταίες (κλαδικές ΣΣΕ) ήταν εφαρμοστέες στην επίδικη εργασιακή σχέση και άρα η ενάγουσα δικαιούταν τις προβλεπόμενες οικείες αποδοχές. Ο νομίμως επαναφερόμενος ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η επιχείρησή της ήταν αμιγώς εμπορική και συνεπώς, αφού δεν ήταν δυνατόν εκ τούτου να υπαχθεί στον επιχειρηματικό κλάδο των συμβληθεισών στις επίμαχες ως άνω ΣΣΕ εργοδοτικών οργανώσεων, βρισκόταν εκτός του πεδίου ισχύος των (επίμαχων ΣΣΕ), είναι, κατά τα αποδειχθέντα, κατ' ουσία αβάσιμος.
Σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η επιχείρηση της εναγομένης, πέραν του δεδομένου ως άνω ναυτιλιακού χαρακτήρα της, ήταν κατά την επίδικη χρονική περίοδο και εμπορική, οπότε θα ανέκυπτε ζήτημα εφαρμογής και της οικείας ΣΣΕ "του προσωπικού των εμπορικών επιχειρήσεων", τότε, προκείμενης περιπτώσεως συρροής πλειόνων εφαρμοστέων κλαδικών ΣΣΕ, πάλι θα προκρίνονταν ως εφαρμοστέες οι και εφαρμοσθείσες επίμαχες αυτές κλαδικές ΣΣΕ ως ευνοϊκότερες για την ενάγουσα.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί του ότι δεν προηγήθηκε της κήρυξης ως υποχρεωτικών των επίμαχων ΣΣΕ με τις υπουργικές αποφάσεις, το προαναφερθέν νόμιμο στάδιο της "προδικασίας", ήτοι της γνωμοδότησης για την αντιπροσωπευτικότητα των συμβληθεισών οργανώσεων κλπ, είναι αλυσιτελής, αφού και αν ακόμα υφίστανται οι πλημμέλειες αυτές, οι σχετικές διοικητικές κανονιστικές πράξεις (υπουργικές αποφάσεις) παραμένουν υποστατές και δεσμευτικές, μέχρις νομίμου ακυρώσεώς τους, στοιχείο όμως το οποίο δεν προβλήθηκε".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, γι' αυτό και ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα:
Η εναγομένη ισχυρίστηκε κατ' ένσταση (281 ΑΚ) ότι οι αγωγικές αξιώσεις, για τις διαφορές αποδοχών και λοιπών παρεπόμενων παροχών, ασκούνται καταχρηστικώς για τους λόγους ότι: 1) η έχουσα, ως λογίστρια, ειδική γνώση των μισθολογικών δικαιωμάτων της ενάγουσα υπάλληλος εισέπραττε καθ' όλη την επίδικη μεγάλη χρονική περίοδο αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα τις προκύπτουσες από τις ΣΣΕ για το υπαλληλικό προσωπικό των εμπορικών επιχειρήσεων αποδοχές, αναγνωρίζοντας εγγράφως μάλιστα στις επιμέρους μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις της ότι δεν διατηρεί έναντί της (εναγομένης) καμιά άλλη αξίωση και από οποιαδήποτε αιτία, συμπεριφορά από την οποία δημιουργήθηκε σ' αυτήν (εναγομένη) η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκούσε ( η ενάγουσα) τα επίδικα δικαιώματα και 2) τυχόν ικανοποίησή τους θα έχει ιδιαίτερα δυσμενείς και δυσβάστακτες συνέπειες για την επιχείρηση της ( εναγομένης).Και συνεχίζει, το Εφετείο ότι, αναφορικά με την ανωτέρω ένσταση, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα:
Η μη διατύπωση διαμαρτυρίας ή επιφύλαξης εκ μέρους της ενάγουσας ως προς τις καταβαλλόμενες μικρότερες αποδοχές της δεν ήταν προϊόν ελεύθερης επιλογής της αλλά επιβεβλημένης, αναγκαίως, δεδομένης και της εν γένει σχέσης εξάρτησης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, συμπεριφοράς της (ενάγουσας), προκειμένου να διασφαλιστεί η μη διαταραχή της εργασιακής σχέσης της και η ομαλή εξέλιξη και λήξη της, με την επιδιωκόμενη αποχώρησή της, λόγω συνταξιοδότησής της, συμπληρωμένου του νόμιμου χρόνου, όπως τούτο άλλωστε και καταδεικνύεται και από το γεγονός του άμεσου μετά την αποχώρησή της ανοίγματος του δικαστικού αγώνα για τις επίδικες αξιώσεις της.
Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι η άσκηση του δικαιώματός της (ενάγουσας) είναι αθέμιτη και μη ανεκτή, ώστε η ένσταση αυτή να είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι επαρκής και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή το άρθρου 281 ΑΚ, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι τυχόν ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία. Επομένως, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για ανεπάρκεια αιτιολογιών, γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτήν με ποιον τρόπον και με ποιες συγκεκριμένες πράξεις επέβαλε στην αναιρεσίβλητη την ανωτέρω μη διατύπωση διαμαρτυρίας, για ποιους λόγους η διατύπωση αυτή κατέστη επιβεβλημένη, αναγκαία και δεδομένη, δεν αναφέρει για ποιο λόγο θα είχε αναγκαστικά ως αυτόθροη συνέπεια τη διαταραχή της εργασιακής σχέσης των διαδίκων και, ακόμη, δεν αναφέρει η απόφαση για ποιους λόγους δεν θα μπορούσε η αναιρεσίβλητη να επιδιώξει με αγωγή την καταβολή από αυτή μισθολογικών διαφορών, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης διατυπώνεται σ' αυτήν για την απόρριψη της πιο πάνω ενστάσεως και αποτελεί συμπέρασμα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός τρίτος πρόσθετος λόγος με περιεχόμενο πλημμέλεια από την διάταξη αυτή είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ.- Κατά τα άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Δηλαδή για να ευσταθήσει αυτός ο λόγος πρέπει να γίνει από το διάδικο όχι μόνο επίκληση αλλά κα προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου.
Η προσαγωγή περιλαμβάνει την ενέργεια ή τις ενέργειες του διαδίκου, με τις οποίες σκοπείται να τεθεί υπόψη του δικαστηρίου το αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα, το αποδεικτικό υλικό που προέρχεται από αυτό. Προκειμένου περί εγγράφου συνίσταται στην υλική πράξη της προσκόμισής του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μαζί με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του διαδίκου νομίμως και εμπροθέσμως.
Η βεβαίωση του δικαστηρίου περί μη προσκομίσεως αποδεικτικού μέσου δεν ελέγχεται αναιρετικά, έστω και αν εσφαλμένα βεβαιώνει το δικαστήριο ότι δεν προσκομίστηκε. Εξάλλου, σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης (ΟλΑΠ 23/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, βεβαιώνει ότι "οι πρωτοδίκως από την εναγομένη προσκομισθείσες και ληφθείσες υπόψη υπ' αριθμ. 648, 649 και 470/2006 ένορκες στον Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου βεβαιώσεις δεν προσκομίζονται, ούτε και γίνεται επίκλησή τους στην παρούσα δίκη".
Η βεβαίωση αυτή του Εφετείου, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όσον αφορά τη μη προσκομιδή των άνω αποδεικτικών μέσων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της αναιρεσείουσας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση από αυτήν των άνω αποδεικτικών μέσων στο Εφετείο, εφόσον στις προτάσεις αυτές διαλαμβάνεται αφενός η, μη συνιστώσα, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη επίκληση του εγγράφου αυτού, φράση "προσάγουμε σε επίσημο επίσης αντίγραφο τις πρωτόδικες προτάσεις μας, επαναπροσάγοντας με νέα επίκληση και όλα τα έγγραφα και δικόγραφα που είχαμε προσκομίσει και επικαλεστεί με αυτές στο Πρωτοδικείο", αφετέρου η φράση "...
επαναπροσάγουμε με νέα επίκληση στον παρόντα βαθμό ... τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων μας ...", που όμως δεν αποτελεί σαφή και ορισμένη ( για να προκύπτει η ταυτότητά τους ) επίκληση των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV.- Mε τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' και γ' του ν. 3198/1955, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 § 4 του Ν.Δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 § 1 του Ν.435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.
Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1,2,3,4,5,6,7,8 και 9 του Ν.3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν.2112/1920 ή του Β.Δ.
της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 § 3 του Ν.435/1976, τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, που περιέχονται σε άλλες διατάξεις ή συλλογικές συμβάσεις, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ.1 του παρόντος, που αφορούν την περίπτωση της αποχωρήσεως ή της απομακρύνσεως του υπαλλήλου με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος (άρθρ. 8 εδ.
β' του Ν.3198/1955). Η τελευταία διάταξη του άρθρου 5 § 3 του Ν.435/1976, απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρ. 680 ΑΚ, 3 § 1 του Ν.3239/1955, 7 § 2 του Ν.1876/1990, 8 § 1 του Ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού. Ενόψει αυτών και του άρθρου 361 ΑΚ, αν με την ατομική σύμβαση εργασίας ή με μεταγενέστερη αυτής συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής συμβάσεως με ευνοϊκότερους όρους ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν.3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, δεδομένου και του ότι τα συγκεκριμένα αυτά ζητήματα δεν συμπεριλαμβάνονται στην έννοια των συνταξιοδοτικών θεμάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο και αντικείμενο ρυθμίσεως συλλογικής σύμβασης εργασίας (2 ν.1876/90, όπως συμπληρώθηκε με άρθρο 43 παρ.3 ν. 1902/90).
Τέλος, στο άρθρο 11 της προαναφερθείσας από 22-4-2005 Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας" προβλέπεται ότι "Μισθωτοί υπαγόμενοι εις την ασφάλιση οιουδήποτε Ασφαλιστικού Οργανισμού για τη χορήγηση σύνταξης, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει 25 χρόνια υπηρεσίας και αποχωρούν λόγω συνταξιοδοτήσεως με μειωμένη σύνταξη για οποιαδήποτε αιτία (π.χ.
λόγω ανηλίκου τέκνου, αναπηρίας κ.ο.κ), δικαιούνται από τον τελευταίο εργοδότη τους την αποζημίωση, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 5 του ν. 435/76 για τους συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τις προϋποθέσεις πλήρους συντάξεως γήρατος". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα είχε κατά το χρόνο της αποχωρήσεως-παραιτήσεως από την εναγόμενη, λόγω συνταξιοδοτήσεως (από το ΙΚΑ) με μειωμένη σύνταξη και ως μητέρα ανηλίκου τέκνου, συμπληρωμένη υπηρεσία άνω των 25 ετών.
Συνεπώς, βάσει των ευνοϊκότερων ρυθμίσεων του έγκυρου και ισχυρού ως άνω 11ου όρου της εν λόγω ΣΣΕ, δικαιούταν αυτή της αναλογούσας οικείας αποζημιώσεως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, αφού απέρριψε (σιγή) τον ισχυρισμό της εναγόμενης για ακυρότητα και ανίσχυρο του παραπάνω 11ου όρου της ΣΣΕ, δέχθηκε ότι η επικουρικώς ασφαλισμένη ενάγουσα δικαιούταν την οικεία αποζημίωση ποσού 20.445,16 ευρώ, την οποία και επιδίκασε, δεν έσφαλε.
Ακολούθως δε, το Εφετείο, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 ν. 435/1976, 361, 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 11 της από 22-4-2005 ΕΚΣΣΕ, γι' αυτό και ο έκτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατά το δεύτερο σκέλος του από την ίδια διάταξη με την επίκληση πλημμέλειας για παραβίαση των άρθρων 4 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και των Οδηγιών 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ για την καταπολέμηση των διακρίσεων. Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών και του γεγονότος ότι η ένδικη αγωγή έχει ως νομική βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα λόγω αοριστίας της αγωγής εξαιτίας της μη εκθέσεως των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 4104/1960 (συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας της αναιρεσίβλητης, συμπλήρωση 5.500 ημερών ασφάλισης, ηλικία του τέκνου της, μη συνταξιοδότηση από άλλο φορέα), αλυσιτελώς προβάλλεται.
Επομένως, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίθετος πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-2-2009 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΣΕΚΑΒΑΡ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ.89/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ