Legislator Case Law & Legislation
139/2007 AI generated

139/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 139/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3066/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6070/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/6/2005 αίτησή του και τους από 5/10/2006 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

139/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο άρθρο 4 προβλέπεται ότι το τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ κατατάσσεται σε κλάδους, που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες και σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων, και ότι κάθε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο, σε πλήρωση οργανικής θέσεως.

Keywords

AI generated
change of job staff relocation decisions concerning reassignment or transfer transfer of official post transfer of businesses termination of service
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 139 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 139/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Γλύκα. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3066/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6070/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/6/2005 αίτησή του και τους από 5/10/2006 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης ανέγνωσε την από 20/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το ένα σκέλος του και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι (κύριοι και πρόσθετοι). Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι όροι εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ καθορίζονται με τον Κανονισμό καταστάσεως προσωπικού ΔΕΗ ο οποίος καταρτίστηκε με την από 4-10-1973 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας προσωπικού της ΔΕΗ, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 1274/25-10-1973 μετά την 2812/442/24-10-1973 Α.Υ. Απασχολήσεως και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974, ισχύει δε ως νόμος από 31-12-1973.

Με το άρθρο 3 του εν λόγω Κανονισμού ορίζεται ότι το τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ κατατάσσεται σε μισθολογικά κλιμάκια, Τ-Α-Β,1Α, Β1, 1Β, 1-12, και ότι η κατάταξη στα μισθολογικά κλιμάκια αποτελεί διαβάθμιση του προσωπικού αποκλειστικώς μισθολογική που δεν παρέχει δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της ΔΕΗ.

Στο άρθρο 4 προβλέπεται ότι το τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ κατατάσσεται σε κλάδους, που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες και σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων, και ότι κάθε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο, σε πλήρωση οργανικής θέσεως.

Μεταξύ των κλάδων (που αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού κατά το είδος της απασχολήσεώς του) περιλαμβάνεται και εκείνος των στελεχών γενικών θέσεων (Γ), στον οποίο προβλέπονται βαθμίδες α και β και μισθολογικά κλιμάκια Α και Β, απαιτείται δε ως προσόν πτυχίο ανώτατης σχολής. Το άρθρο 22 ρυθμίζει τα των μισθολογικών προαγωγών και στην παρ. 6 αυτού διαλαμβάνεται ότι κατά την κρίση προς προαγωγή συνεκτιμώνται:

α) υπηρεσιακή επίδοση, απόδοση, προσόντα, γνώσεις, ήθος, β) εκθέσεις ικανότητας και ιδίως οι αφορώσες την τριετία προ του έτους κρίσεως, γ) εν γένει στοιχεία του ατομικού υπηρεσιακού φακέλου και τυχόν υφιστάμενες εκθέσεις ιεραρχίας, δ) στοιχεία πειθαρχικού ελέγχου, ε) κάθε στοιχείο που αναφέρεται από τα μέλη του Πρωτοβαθμίου Συμβουλίου Κρίσεως και ρητώς και λεπτομερώς καταχωρείται στα πρακτικά.

Κατά το άρθρο 23 παρ. 1, μετατάξεις από κατηγορία σε κατηγορία του αυτού ή ετέρου κλάδου δύνανται να ενεργούνται προς κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ενώ κατά το άρθρο 24 παρ.7, για την κατάληψη θέσεων των μισθολογικών κλιμακίων Α και Β γνωμοδοτεί, κατ' απόλυτη εκλογή και ανεξαρτήτως των περιορισμών και όρων του άρθρου 22, Ειδικό Συμβούλιο Κρίσεως που επιλέγει πενταπλάσιο αριθμό υποψηφίων για κάθε θέση, μεταξύ των οποίων ο Διοικητής της ΔΕΗ επιλέγει (τελικώς) τον κατά την κρίση του καταλληλότερο.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι η προεπιλογή που γίνεται από το ειδικό συμβούλιο κρίσεως και η επιλογή του υπαλλήλου από το γενικό διευθυντή για την κάλυψη κενής οργανικής θέσεως των μισθολογικών κλιμακίων Α' και Β' εναπόκειται στην ελεύθερη κρίση των οργάνων αυτών, η οποία όμως ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια, αν η ανωτέρω κρίση, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, γεγονός που συμβαίνει όταν στερείται της προαγωγής του υπάλληλος που έχει αποκτήσει τα απαιτούμενα για τον ανώτερο βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καίτοι υπερτερεί καταδήλως συναδέλφου του προαχθέντος εκ του αυτού βαθμού.

Εξάλλου, η ανάθεση καθηκόντων Διευθυντών Βασικού Οργανωτικού Κλιμακίου (ΒΟΚ), Διευθυντών Κλάδων (ΒΟΚ) και Βοηθών Διευθυντών (ΒΟΚ) καθορίστηκε να γίνεται σύμφωνα με την Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του έτους 1990 (Κεφ. Στ Θεσμικά θέματα και θεσμικές ρυθμίσεις), στην οποία καθιερώνεται όπως η ανάθεση καθηκόντων στο προσωπικό για όλες τις στάθμες της ιεραρχίας γίνεται ύστερα από προκήρυξη και προδιαγραφή των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων κατά προκηρυσσόμενη θέση με συμμετοχή εκπροσώπου της αντιπροσωπευτικής Συνδικαλιστικής Οργάνωσης προσωπικού ΔΕΗ (ΑΣΟΠ/ΔΕΗ) της κατηγορίας του κρινόμενου μισθωτού, στα αρμόδια κατά περίπτωση όργανα επιλογής ή προεπιλογής των καταλληλότερων από τους υποψηφίους.

Προβλέπεται από την εν λόγω ΕΣΣΕ και η σύνταξη κανονισμού αναθέσεως καθηκόντων ο οποίος έπρεπε να έχει καταρτισθεί και ισχύσει από 1-8-1990. Στον πίνακα (1) της ίδιας ΕΣΣΕ 1990 προδιαγράφονται στα πλαίσια διαδικασίας αναθέσεως καθηκόντων, τα όργανα κρίσης, τα ειδικά και γενικά κριτήρια και τα όργανα ανάθεσης καθηκόντων και έτσι για στάθμη Διευθυντών ΒΟΚ, Διευθυντών κλάδων, Βοηθών Διευθυντών ΒΟΚ και Βοηθών Διευθυντών Κλάδων όργανο κρίσης γνωμοδοτικού χαρακτήρα ορίζεται η Επιτροπή Συμβουλίου Διεύθυνσης, τα κριτήρια για τις εν λόγω στάθμες καθηκόντων που λαμβάνονται υπόψη είναι γενικά η ανάθεση καθηκόντων, η αρχαιότητα, η βαθμολογία, η επιμόρφωση κλπ, και ειδικά το υπηρεσιακό ήθος, η διοικητική ικανότητα, η οργανοτικότητα, η ποιότητα εργασίας κλπ και ως όργανο ανάθεσης καθηκόντων ορίζεται ο Γενικός Διευθυντής.

Από τις διατάξεις όμως αυτές της άνω ΕΣΣΕ, με τις οποίες σε συνδυασμό με το άρθρο 42 του Κανονισμού Διαρθρώσεως Υπηρεσιών προσδιορίζεται ως ένα βαθμό ο τρόπος άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης επιχείρησης, αναφορικά με την ανάθεση καθηκόντων της ανωτέρω στάθμης στο προσωπικό της, δεν περιορίζεται περαιτέρω η άσκηση του δικαιώματος αυτού, αφού τα ανωτέρω αρμόδια για την επιλογή και ανάθεση αυτή όργανά της, μπορούν να αξιολογήσουν ελεύθερα τα προαναφερθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και να αναθέσουν τα καθήκοντα αυτά στους κατά την κρίση τους καταλληλότερους από τους υποψηφίους για κάθε συγκεκριμένη θέση.

Υπόκειται όμως και η κρίση τους αυτή στους περιορισμούς που τίθενται από το άρθρο 281 ΑΚ και συνεπώς δεν μπορεί να είναι αντίθετη προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος και οπωσδήποτε τέτοια αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης υπάρχει όταν τα αρμόδια όργανα της ΔΕΗ προβούν στην ανάθεση καθηκόντων της παραπάνω στάθμης σε ένα υπάλληλό της, ενώ παραλείπουν να αναθέσουν καθήκοντα της στάθμης αυτής σε άλλο μισθωτό, ο οποίος υπερέχει κατάδηλα του τοποθετηθέντος από την άποψη γενικών τυπικών και ουσιαστικών προσόντων και επί πλέον συντρέχουν και άλλες ειδικές περιστάσεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή (που συνιστά συνάμα και ικανοποίηση αντίστοιχου δικαιώματος του μισθωτού), αλλά για απόφαση που αφορά προεχόντως την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Ο αναιρεσείων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη με υποτροφία ύστερα από δημόσιο διαγωνισμό για την πρότυπη σχολή μαθητείας στις 15-10-1965 και μετά τριετή φοίτηση σ' αυτήν εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της Γ4 κατηγορίας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Μέχρι τις 10-1-1969 υπηρέτησε ως τεχνικός και στη συνέχεια μετά από εσωτερικό διαγωνισμό στην Αγγλική γλώσσα αποσπάσθηκε στο νεοσύστατο Ηλεκτρονικό υπολογιστικό κέντρο, εκπαιδεύτηκε στην εταιρεία BYLL, όπου έλαβε πτυχίο αναλυτή/προγραμματιστή Η/Υ και με την ειδικότητα αυτή εργάστηκε στο ανωτέρω κέντρο από 21-2-70 έως 5-3-79.

Την 1-11-72 έλαβε πτυχίο ΑΣΟΕΕ/Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και μετατάχθηκε στην κατηγορία Ε4 (πτυχιούχοι) που μετονομάστηκε σε ΔΟ1 με το εισαγωγικό κλιμάκιο 9. Από 15-3-79 μέχρι 27-5-83 ανατέθηκαν σ' αυτόν καθήκοντα υπευθύνου δραστηριότητας σε θέματα εξειδικευμένης υποστήριξης εκμεταλλεύσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών και στη συνέχεια μέχρι 16-5-1984 καθήκοντα υπευθύνου δραστηριότητας μετασχηματισμού δεδομένων Η/Υ.

Από 16-5-84 μέχρι 1-6-89 ανατέθηκε σ' αυτόν η δραστηριότητα υποστήριξης Δικτύων Τηλεπικοινωνιών και Τηλεπεξεργασίας Δεδομένων με Η/Υ και την 1-6-89 του ανατέθηκαν καθήκοντα Τομεάρχη στον Τομέα Επικοινωνίας Δεδομένων με Η/Υ, ενώ από 1-11-87 είχε ενταχθεί στο 3ο μισθολογικό κλιμάκιο εν συνεχεία στο 2ο και από 1-11-1990 στο 1ο μ.κ.

Στα φύλλα ποιότητας του διαστήματος 1990-1992 βαθμολογήθηκε αντίστοιχα με 864, 888 και 876 μονάδες, ήτοι κατά μέσο όρο με 876, ενώ μέχρι τον Απρίλιο του έτους 1992 είχε παρακολουθήσει πλέον των είκοσι επιμορφωτικά σεμινάρια, που είχαν οργανωθεί από την αναιρεσίβλητη ή τρίτους. Την 26-4-1991 ο άνω Τομέας Επικοινωνίας Δεδομένων μετονομάστηκε σε Τομέα Τηλεπληροφορικής και απομακρύνθηκε ο αναιρεσείων από αυτόν, και τοποθετήθηκε σ' αυτόν νεώτερος συνάδελφός του, ο ίδιος δε (αναιρεσείων) μετατέθηκε στο γραφείο διευθυντή ως απλός υπάλληλος.

Ακολούθως για τις κρίσεις του έτους 1993 για μετάταξη στην κατηγορία Γ (Στελεχών γενικών θέσεων) και την προαγωγή στο Β μισθολογικό κλιμάκιο αυτής το άνω ειδικό συμβούλιο κρίσεως παρέλειψε να συμπεριλάβει και τον αναιρεσείοντα στον οικείο πίνακα προεπιλογής και στη συνέχεια ο Γενικός Διευθυντής της αναιρεσίβλητης να τον μετατάξει στην άνω κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο.

Έτσι, ο αναιρεσείων ενόψει της δυσμενούς αυτής μεταχείρισής του από την αναιρεσίβλητη άσκησε εναντίον της αγωγή επί της οποίας εκδόθηκαν η 2239/1994, 7061/1995 και 1270/1996 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου, Εφετείου Αθηνών και Αρείου Πάγου αντίστοιχα, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι η αφαίρεση από τον αναιρεσείοντα των καθηκόντων Τομεάρχη του Τομέα Τηλεπληροφορικής, όσο και η παράλειψη εντάξεώς του στην κατηγορία Γ και στο μισθολογικό κλιμάκιο Β ενείχε κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης και εν τέλει αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη όφειλε από 1-9-1991 να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσείοντος ως Τομεάρχη Βασικού Οργανωτικού Κλιμακίου και ότι από 21-4-1993 έπρεπε να τον είχε μετατάξει στο Β μισθολογικό της κατηγορίας Γ.

Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980 ο αναιρεσείων λογίζεται ότι από 21-4-1993 είναι ενταγμένος στην κατηγορία Γ και στο Β μισθολογικό κλιμάκιο και από την ημερομηνία αυτή έχουν επέλθει γι' αυτόν όλες οι συνέπειες της προαγωγής του αυτής, μεταξύ των οποίων και εκείνες της θέσεως υποψηφιότητας για την κατάληψη θέσεων στάθμης Διευθυντή ΒΟΚ, Διευθυντή κλάδου, Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ και Βοηθού Διευθυντή κλάδου ΒΟΚ, οι οποίες είχαν προκηρυχθεί από την αναιρεσίβλητη.

Η αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση της άνω 2239/1994 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ανέθεσε στον αναιρεσείοντα από 27-9-1994 καθήκοντα προσωρινού Τομεάρχη στον Τομέα Εκμετάλλευσης Πληροφορικών Συστημάτων. Παράλληλα με βάση την παραπάνω 247/1993 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης προκηρύχθηκαν οι παρακάτω θέσεις Διευθυντών ΒΟΚ, σε καμία από τις οποίες δεν τοποθετήθηκε ο αναιρεσείων, που είχε θέσει σχετική υποψηφιότητα, ενώ τοποθετήθηκαν σ' αυτές οι κάτωθι συνάδελφοί του με τα εξής τυπικά και ουσιαστικά προσόντα:1) Στη θέση του Διευθυντή της Διεύθυνσης επικοινωνίας τοποθετήθηκε την 1-2-1994 η συνάδελφός του ...., που προσλήφθηκε στις 4-8-1969, ανήκε στην κατηγορία ΔΟ1/Α και είχε προαχθεί από 1-10-92 στο 2ο μισθολογικό κλιμάκιο.

Είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ από το έτος 1980, έχει παρακολουθήσει ένα επιμορφωτικό σεμινάριο και στα φύλλα ποιότητας των ετών 1991-1993 είχε βαθμολογηθεί αντίστοιχα με τους βαθμούς 834, 880 και 864, ενώ από 1-6-1986 της είχαν ανατεθεί καθήκοντα γραμματέως του Συμβουλίου Διεύθυνσης τα οποία άσκησε μέχρι την τοποθέτησή της στη θέση του διευθυντή. 2) Στη θέση του Διευθυντή διεύθυνσης υλικού και μεταφορών τοποθετήθηκε στις 28-1-1994 ο υπάλληλος ....., ο οποίος προσλήφθηκε στις 13-8-1973 και είναι πτυχιούχος Μηχανολόγος του ΕΜΠ.

Εντάχθηκε στην κατηγορία Τ1/Α και από 27-8-92 έχει προαχθεί στο (1Β) μισθολογικό κλιμάκιο. Στα φύλλα ποιότητας των ετών 1991-1993 έχει αντίστοιχα βαθμολογηθεί με βαθμούς 764, 790, 790, δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ από 9-8-82 άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή τομεάρχη της Διεύθυνσης Υλικού και μεταφορών, από 1-8-83 καθήκοντα τομεάρχη στον αυτό τομέα. 3) Στη θέση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Γενικής Επιθεώρησης τοποθετήθηκε την 1-2-1994 ο μισθωτός Α. ...., ο οποίος είχε προσληφθεί την 1-2-1996, ως πτυχιούχος Μηχανολόγος του ΕΜΠ, είχε ενταχθεί στην Τ1/Α κατηγορία και από 1-10-1990 κατείχε το Β1 μισθολογικό κλιμάκιο.

Στα φύλλα ποιότητας της παραπάνω περιόδου έχει αντίστοιχα βαθμολογηθεί με τους βαθμούς 512-790, 798-836, 858-775 και έχει παρακολουθήσει ένα επιμορφωτικό σεμινάριο, ενώ από 18-66-1976 έχει ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου τομέα Κ.Ε.Ε.Δ. Χαλκίδας, από 1-9-92 καθήκοντα προϊσταμένου τομέα περιοχής ΒΟΚ και από 16-4-91 προϊσταμένου υποτομέα Δ.Μ.Κ.Λ.Δ. 4) Στη θέση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Προμηθειών τοποθετήθηκε στις 14-2-94 ο μισθωτός...., ο οποίος προσλήφθηκε στις 3-6-74, ως πτυχιούχος Πολιτικός Μηχανικός, εντάχθηκε στην κατηγορία Τ1 (ήδη από 1-6-95 έχει ενταχθεί στη Γ) και από 9-6-92 κατείχε το 1Β μισθολογικό κλιμάκιο.

Έχει παρακολουθήσει πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια και κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο έχει αντίστοιχα βαθμολογηθεί με τους βαθμούς 816, 816 και 860, ενώ από 24-9-84 μέχρι την άνω ανάληψη καθηκόντων διευθυντή έχει υπηρετήσει στη θέση του τομεάρχη στη Διεύθυνση Ανάπτυξης Υδροηλεκτρικών Έργων. 5) Στη θέση του Διευθυντή του Γραφείου Βοηθού Γενικού Διευθυντή τοποθετήθηκε στις 25-11-93 ο μισθωτός ...., ο οποίος προσλήφθηκε στις 31-5-66 και εντάχθηκε από το έτος 1976, που απέκτησε πτυχίο ΑΣΟΕΕ στην κατηγορία ΔΟ1 (ήδη από 1-6-95 έχει ενταχθεί στην κατηγορία Γ) και από 31-5-1993 κατείχε το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο.

Στα φύλλα ποιότητας των ετών 1990, 1992,1993 έχει βαθμολογηθεί με τους βαθμούς 854, 834 και 854 αντίστοιχα και έχει παρακολουθήσει έξι επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ από 16-11-87 ασκούσε καθήκοντα υποτομεάρχη στον υποτομέα Μητρώου της Δ.Π.Ρ.Σ. και από 1-11-90 μέχρι 24-11-93 στον υποτομέα μισθολογίου της ΣΣΕ/ΔΠΡΣ. 6) Στη θέση του Διευθυντή του γραφείου Γενικού Διευθυντή οικονομικού τοποθετήθηκε ο υπάλληλος ...., ο οποίος προσλήφθηκε στις 26-8-69, ως πτυχιούχος της Παντείου Σχολής και εντάχθηκε στην κατηγορία ΔΟ1/Α (ήδη στη Γ από 1-6-95) και από 1-10-1991 κατείχε το 1Β μισθολογικό κλιμάκιο.

Κατά τα έτη 1991-1993 βαθμολογήθηκε αντίστοιχα με τους βαθμούς 832, 776 και 804, έχει παρακολουθήσει ένα επιμορφωτικό σεμινάριο, ενώ από 5-3-86 άσκησε καθήκοντα υποτεμεάρχη ΔΟΛ και από 1-5-89 έως 9-2-1994 καθήκοντα τομεάρχη ΔΟΛ. 7) Στη θέση του Διευθυντή Γραφείου Γενικού Διευθυντή τοποθετήθηκε στις 15-3-1994 ο μισθωτός ....., πτυχιούχος μηχανολόγος ηλεκτρολόγος, ο οποίος προσλήφθηκε στις 5-6-1973, εντάχθηκε στην κατηγορία Τ1/Α (ήδη από 1-6-95 στη Γ) και από 1-10-91 είχε προαχθεί στο 1Β μισθολογικό κλιμάκιο.

Κατά την παραπάνω χρονική περίοδο βαθμολογήθηκε αντίστοιχα με τους βαθμούς 832, 832 και 856, δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ κατά τη διάρκεια της θητείας του υπηρέτησε ως προϊστάμενος υποτομέα από 15-2-89 και από 21-1-91 μέχρι 14-3-94 ήταν επιτελικό στέλεχος στάθμης Τομεάρχη. 8) Στη θέση του Διευθυντή Διεύθυνσης Οικονομικού Ελέγχου τοποθετήθηκε στις 15-3-95 ο υπάλληλος ....., ο οποίος προσλήφθηκε στις 26-7-66, ως πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ και εντάχθηκε στην κατηγορία ΔΟ1/Α (από 1-6-95 στην κατηγορία Γ) και από 1-8-93 έχει προαχθεί στο Β1 μισθολογικό κλιμάκιο.

Κατά την άνω χρονική περίοδο βαθμολογήθηκε αντίστοιχα με τους βαθμούς 854, 854 και 878, ενώ και αυτός δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια. Κατά τη διάρκεια της θητείας του υπηρέτησε ως προϊστάμενος τομέα ηλεκτροδοτήσεως καταναλωτών από 2-1-74, ως προϊστάμενος βοηθός Διευθυντής ΓΓΔ από 1-2-94 και ως βοηθός διευθυντή από 1-6-94. 9) Στη θέση του Διευθυντή στη Διεύθυνση Υπηρεσιών Στέγασης τοποθετήθηκε την 1-7-95 ο υπάλληλος ...., ο οποίος προσλήφθηκε στις 16-8-77, ως πτυχιούχος Πολιτικός Μηχανικός και Αγρονόμος -Τοπογράφος, εντάχθηκε στην κατηγορία Τ1/Β (από 1-6-95 στη Γ) και από 18-8-1992 έχει προαχθεί στο 1Α μισθολογικό κλιμάκιο.

Το έτος 1993 είχε βαθμολογηθεί με το βαθμό 876 (τα υπόλοιπα έτη δεν βαθμολογήθηκε), ενώ και αυτός δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια. Από 16-10-91 άσκησε καθήκοντα υποτομέα ΒΟΚ και από 10-4-95 καθήκοντα τομεάρχη ΒΟΚ. Ο αναιρεσείων υπερέχει έναντι όλων των παραπάνω συναδέλφων του αλλά η υπεροχή αυτή σε κάθε περίπτωση χαρακτηρίζεται απλή και όχι κατάδηλη, αφού δεν εκτείνεται και στο ουσιώδες προσόν της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων και δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι η μη ανάθεση στον αναιρεσείοντα μιας από τις παραπάνω θέσεις συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, αφού πρέπει να συντρέχουν και άλλες περιστάσεις, προκειμένου να θεμελιωθεί η καταχρηστικότητα του δικαιώματος αυτού και συνδρομή τέτοιας περίστασης μπορεί οπωσδήποτε να συνιστά η υπεροχή του αναιρεσείοντος και στα ειδικά προσόντα για την άσκηση των καθηκόντων της συγκεκριμένης κάθε φορά θέσεως τα οποία τον καθιστούν καταλληλότερο για την άσκηση αυτή.

Τέτοιο δε ειδικό προσόν συνιστά οπωσδήποτε η προϋπηρεσία και εξειδικευμένη εμπειρία στο συγκεκριμένο αντικείμενο, το οποίο εκ των πραγμάτων και προς εξυπηρέτηση του ιδίου υπηρεσιακού της συμφέροντος είναι υποχρεωμένη να αξιολογήσει επιπλέον η αναιρεσίβλητη. Ο αναιρεσείων προϋπηρεσία και εξειδικευμένη εμπειρία έχει πρωτίστως στα ζητήματα εκμεταλλεύσεως δεδομένων Η/Υ και ανάπτυξης πληροφορικών συστημάτων, ενώ δεν διαθέτει ανάλογη γνώση, εμπειρία και συνεπώς καταλληλότητα και με το αντικείμενο των καθηκόντων, τα οποία ανατέθηκαν στους ανωτέρω συναδέλφους του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείου έκρινε ότι, ο αναιρεσείων δεν υπερέχει κατάδηλα από τους πιο πάνω συναδέλφους του και ότι επομένως, το αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί ότι, η τοποθέτηση των συναδέλφων του αυτών στις πιο πάνω θέσεις είναι αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ότι η αναιρεσίβλητη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα τις αντίστοιχες διαφορές αποδοχών από 29-11-1993, είναι αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν παραβιάσθηκαν στην προκείμενη περίπτωση τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, γιατί, ανεξάρτητα από την υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των παραπάνω συναδέλφων του, την οποία (υπεροχή) χαρακτήρισε απλή και όχι κατάδηλη, δεν συνέτρεξαν οι ειδικές εκείνες περιστάσεις, με βάση τις οποίες σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του αναιρεσείοντος να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ και συγκεκριμένα δεν συνέτρεξε η καταλληλότητά του από την άποψη των ειδικών προσόντων για την άσκηση των παραπάνω καθηκόντων, χωρίς να απαιτείται να μνημονεύεται στην απόφαση, αν οι άλλοι τοποθετηθέντες στις παραπάνω θέσεις συνάδελφοι του αναιρεσείοντος ήσαν κατάλληλοι για τις θέσεις στις οποίες τοποθετήθηκαν.

Επομένως, οι αναιρετικές αιτιάσεις του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, ως προς τις τοποθετήσεις σε θέσεις Διευθυντών ΒΟΚ, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Επίσης, οι αναιρετικές αιτιάσεις, από τους αριθμούς 14, 8 και 10 του ίδιου άρθρου, σχετικά με τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης για τα προσόντα των άλλων προαχθέντων μισθωτών και την καταλληλότητά τους, δεν στοιχειοθετούνται και είναι απορριπτέες (από τον αριθμό 8, γιατί οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης για τα προσόντα των άλλων προαχθέντων δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια του άρθρου άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, από τον αριθμό 14, γιατί η λήψη υπόψη των ισχυρισμών αυτών δεν αποτελεί παραβίαση δικονομικής διατάξεως και από τον αριθμό 10, γιατί το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τα προσόντα των άλλων προαχθέντων με βάση τις προσκομισθείσες ενώπιόν του αποδείξεις και όχι χωρίς απόδειξη).

Επίσης, η αναιρετική αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την οποίο προβάλλεται ότι, παρά το νόμο λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο το στοιχείο της καταλληλότητας των υποψηφίων, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη κατά τις πιο πάνω προαγωγές, ως στοιχείο του άρθρου 281 ΑΚ.

Το Εφετείο απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ότι έπρεπε η αναιρεσίβλητη να τον απασχολεί σε θέση ΒΟΚ από 21-4-1993 και δεν την άφησε αδίκαστη, αφού δέχθηκε ορθά ότι, ανεξάρτητα από την (πλασματική) προαγωγή του αναιρεσείοντος έπρεπε να προχωρήσει σε σύγκριση όλων των προεπιλεγέντων υποψηφίων για την επιλογή των καταλληλότερων.

Επομένως, οι αναιρετικές αιτιάσεις του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλονται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα προταθέντα από τον αναιρεσείοντα και άφησε αδίκαστη αίτηση, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 556 παρ. 2 και 578 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. Το συμφέρον είναι δυνατόν να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου σε αυτή προσόντα διατακτικού, οπότε δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής της αποφάσεως κατά την εσφαλμένη μόνο αιτιολογία της.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ζήτησε με την αγωγή του να προαχθεί σε Διευθυντή Κλάδου ΒΟΚ και βοηθό διευθυντή και πρότεινε για σύγκριση για τις θέσεις αυτές 11 συνολικά συναδέλφους του. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, ο αναιρεσείων υπερέχει κατάδηλα ως προς δύο από τους συνολικά 11 προταθέντες για σύγκριση για τις προαγωγές αυτές συναδέλφους του και συγκεκριμένα ως προς τους ....., οι οποίοι τοποθετήθηκαν σε θέση Διευθυντή Κλάδου ΒΟΚ στις 7-12-1994 και έτσι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό το πιο πάνω αίτημα της αγωγής και αναγνωρίσθηκε ότι, η αναιρεσίβλητη όφειλε να έχει τοποθετήσει τον αναιρεσείοντα σε θέση διευθυντή κλάδου ΒΟΚ από τις 7-12-1994 και ότι, είναι υποχρεωμένη να πληρώσει σ' αυτόν τις διαφορές των αποδοχών του από 7-12-1994 μέχρι 14-5-1998 και συγκεκριμένα 17000 δραχμές μηνιαίως για διαφορά επιδόματος ευθύνης και 10000 δραχμές μηνιαίως για διαφορά επιδόματος εξόδων κίνησης.

Επομένως, ως προς τους παραπάνω δύο συναδέλφους του αλλά και ως προς τους συναδέλφους του..., ....και ...., οι οποίοι τοποθετήθηκαν από την αναιρεσίβλητη σε θέση διευθυντή κλάδου ΒΟΚ μετά τις 7-12-1994 και συγκεκριμένα στις 15-2-1995, την 1-2-1996 και στις 5-11-1997 αντίστοιχα, και για τους οποίους το Εφετείο δεν δέχθηκε κατάδηλη υπεροχή του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει με αναίρεση την προσβαλλόμενη απόφαση και οι αναιρετικές αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1, 8, 10, 14 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους πλήττεται η κρίση του Εφετείου ως προς τους παραπάνω προταθέντες για σύγκριση υπαλλήλους, ασκούνται χωρίς έννομο συμφέρον και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τους παραπάνω υπαλλήλους, δεν δημιουργείται δεδικασμένο βλαπτικό για τον αναιρεσείοντα.

Ως προς τους υπόλοιπους, όμως, έξι συναδέλφους του αναιρεσείοντος, οι οποίοι προτάθηκαν για σύγκριση κατά τις παραπάνω προαγωγές και οι οποίοι τοποθετήθηκαν από την αναιρεσίβλητη σε θέση διευθυντή ή βοηθού διευθυντή κλάδου ΒΟΚ πριν τις 7-12-1994 και ως προς τους οποίους το Εφετείο δεν δέχθηκε κατάδηλη υπεροχή του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την προσβαλλόμενη απόφαση με αναίρεση, αφού σε περίπτωση ευδοκίμησής της θα επιδικασθούν σ' αυτόν τα παραπάνω ποσά από προγενέστερο χρόνο της 7-12-1994.

Ως προς τους συναδέλφους αυτούς του αναιρεσείοντος το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Στη θέση του Διευθυντή Κλάδου Διοικητικοοικονομικού της Δ.Π.Α. η αναιρεσίβλητη τοποθέτησε, στις 27-1-1994, τον ...., ο οποίος προσλήφθηκε από αυτή στις 11-7-1968, πτυχιούχο της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής, ο οποίος εντάχθηκε στην κατηγορία ΔΟ1 (ήδη Γ από 1-6-95) και από 27-10-92 είχε προαχθεί στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο.

Κατά την άνω χρονική περίοδο είχε αντίστοιχα βαθμολογηθεί με τους βαθμούς 708, 712, 782 και δεν είχε παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ από 12-7-82 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υποτομέα Γενικών υπηρεσιών του ΤΣΚΣΔ της ΔΠΑ και από 16-2-92 προϊσταμένου υποτομέα Γενικ. Λογιστικής Προγρ. ΔΠΑ. Στη θέση του Βοηθού Διευθυντή Διευθύνσεως προμηθειών διανομής τοποθέτησε στις 23-12-93 τον ...., ο οποίος προσλήφθηκε στις 28-1-74, ως πτυχιούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανολόγος Ιταλικού Πολυτεχνείου, εντάχθηκε στην κατηγορία Τ1/Α και από 28-1-1992 είχε προαχθεί στο 1Β μισθολογικό κλιμάκιο.

Κατά την άνω περίοδο είχε αντίστοιχα βαθμολογηθεί με τους βαθμούς 838, 860 και 876 και είχε παρακολουθήσει ένα εκπαιδευτικό σεμινάριο, ενώ κατά τη διάρκεια της θητείας του από 15-5-87 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου Υποτομέα και από 10-7-1990 προϊσταμένου Τομέα Διεύθυνσης προμηθειών και διανομής. Στη θέση του βοηθού διευθυντή της Διεύθυνσης Οργάνωσης τοποθέτησε στις 21-9-1994 τον ...., ο οποίος προσλήφθηκε στις 11-7-74, ως πτυχιούχος Μηχανολόγος Ηλεκτρολόγος, εντάχθηκε στην κατηγορία Τ1/Α (ήδη στη Γ από 1-6-95) και από 1-8-93 είχε προαχθεί στο 1Β μισθολογικό κλιμάκιο.

Κατά την παραπάνω περίοδο είχε αντίστοιχα βαθμολογηθεί με τους βαθμούς 816, 812, 880 και δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ ως συνδικαλιστής δεν φέρεται να έχει ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα. Στη θέση του Επιτελικού Βοηθού Διευθυντή ΒΟΚ τοποθέτησε την 7-12-93 τον ...., ο οποίος προσλήφθηκε στις 14-7-78 ως πτυχιούχος Παντείου, εντάχθηκε στην κατηγορία ΔΟ1 (ήδη στη Γ από 1-6-95) και από 1-10-1991 είχε προαχθεί στο 2ο μισθολογικό κλιμάκιο.

Κατά τα έτη 1992-93 βαθμολογήθηκε αντίστοιχα με τους βαθμούς 838, 838 και δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ από 4-8-92 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου Τομέα Διοικητικού Ελευσίνας ΔΠΑ, από 7-5-86 προϊσταμένου υποτομέα ΔΠΔ και από 17-2-92 του προϊσταμένου Τομέα Αθηνών ΔΠΔ. Στη θέση του επιτελικού βοηθού Διευθυντή στο ΓΒΓΔ/ΔΙ τοποθέτησε στις 7-12-93 το ... , ο οποίος είναι πτυχιούχος της Νομικής και προσλήφθηκε στις 10-4067, εντάχθηκε στην κατηγορία ΔΟ1 (ήδη Γ από 1-6-95) και από 8-2-1992 είχε προαχθεί στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο.

Κατά την περίοδο 1991-1993 είχε βαθμολογηθεί με τους βαθμούς 810, 810 και 832 και είχε παρακολουθήσει δύο επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ από 1-11-90 έως 6-12-93 ασκούσε καθήκοντα προϊσταμένου Υποτομέα Διεύθυνσης Προσωπικού. Στη θέση του επιτελικού βοηθού διευθυντή ΒΟΚ την 16-3-92 τοποθέτησε το ...., ο οποίος προσλήφθηκε στις 16-10-69,εντάχθηκε στην κατηγορία ΔΟ1 και από 1-6-95 στη Γ, ενώ από 1-10-94 είχε προαχθεί στο 1Α μισθολογικό κλιμάκιο.

Είναι κάτοχος απολυτηρίου εξαταξίου Γυμνασίου και από το έτος 1971 διπλώματος Δημοσιογραφικής Σχολής "LONDON SCHOOL OF JOYRNALISM", έχει παρακολουθήσει δύο επιμορφωτικά σεμινάρια και κατά την περίοδο των ετών 1991-1993 βαθμολογήθηκε αντίστοιχα με τους βαθμούς 900, 856 και 856, ενώ από 1-2-90 είχε γίνει επιτελικό στέλεχος στάθμης Τομεάρχη ΒΟΚ και από 10-5-91 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου Τομέα ΒΟΚ.

Ο αναιρεσείων υπερέχει έναντι όλων στη Γ.Υ.Α., στο κατεχόμενο κλιμάκιο και στα επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ στα λοιπά στοιχεία είναι περίπου ισοδύναμος, πλην όμως η οποιαδήποτε υπεροχή του αυτή δεν συνεπάγεται από μόνη της καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, κατά την επιλογή της προς ανάθεση σ' αυτούς των άνω καθηκόντων και αποκλεισμό από αυτά του αναιρεσείοντος για τον αυτό ως και ανωτέρω λόγο.

Δηλαδή για το ότι δεν προκύπτει από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα η συνδρομή και του επιπλέον στοιχείου της προϋπηρεσίας και εξειδικευμένης εμπειρίας και καταλληλότητας του αναιρεσείοντος στο αντικείμενο των καθηκόντων που δεν του ανατέθηκαν και το οποίο είναι άσχετο με την πληροφορική στην οποία διαθέτει την εμπειρία και καταλληλότητα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τις τοποθετήσεις των παραπάνω συναδέλφων του αναιρεσείοντος στις θέσεις διευθυντών κλάδου ΒΟΚ και βοηθών διευθυντών, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται παραπάνω, ως προς τις τοποθετήσεις σε θέσεις διευθυντών ΒΟΚ και επομένως, οι αναιρετικές αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, για τους ίδιους πιο πάνω λόγους που αναφέρονται για τις τοποθετήσεις σε θέσεις διευθυντών ΒΟΚ.

Επίσης, οι αναιρετικές αιτιάσεις από τους αριθμούς 8, 10 και 14 του ίδιου άρθρου, που πλήττουν την πιο πάνω κρίση του Εφετείου, ως προς τις τοποθετήσεις των παραπάνω συναδέλφων του αναιρεσείοντος σε θέσεις διευθυντών κλάδου ΒΟΚ και βοηθών διευθυντών, είναι απορριπτέες για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται παραπάνω για τις τοποθετήσεις σε θέσεις διευθυντών ΒΟΚ.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Το ειδικό Συμβούλιο Κρίσεως της αναιρεσίβλητης συνεδρίασε στις 13-12-1994 προκειμένου να γνωμοδοτήσει για την προαγωγή μισθωτών της κατηγορίας Γ από το Β μισθολογικό κλιμάκιο στο Α και ακολούθως προέβη στην προεπιλογή 71 συνολικά μισθωτών μεταξύ των οποίων περιλαμβανόνταν Διευθυντές ΒΟΚ, Διευθυντές Κλάδων, Βοηθοί Διευθυντές, Επιτελικά Στελέχη στάθμης βοηθών διευθυντών, Προϊστάμενοι Τομέων και Επιτελικά Στελέχη στάθμης Τομεάρχη ΒΟΚ, από τους οποίους εντέλει ο Γενικός Διευθυντής επέλεξε και προήγαγε στο Α κλιμάκιο 15 εν όλω μισθωτούς, ενώ ούτε μεταξύ αυτών των προεπιλεγέντων περιλαμβανόταν ο αναιρεσείων, ο οποίος πάντως με βάση την άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου έπρεπε ήδη να κατέχει θέση Τομεάρχη και να κατέχει από 21-4-93 το Β μισθολογικό κλιμάκιο της Γ κατηγορίας.

Μεταξύ αυτών δε που προήχθησαν περιλαμβάνονταν οι συνάδελφοί του Χ1, Χ2, Χ3 ,Χ4, Χ5, Χ6και Χ7, οι οποίοι είχαν τα εξής τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1) Ο .... προσλήφθηκε την 1-12-93, ως πτυχιούχος της Νομικής και από 21-4-93 είχε ενταχθεί στην κατηγορία Γ και προαχθεί στο Β μισθολογικό κλιμάκιο, το έτος 1993 βαθμολογήθηκε με 900 μονάδες ( τα προηγούμενα έτη δεν βαθμολογήθηκε) και δεν έχει παρακολουθήσει εκπαιδευτικά σεμινάρια, ενώ από 20-7-81 άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υποτομέα ΒΟΚ, από 1-10-85 καθήκοντα προϊσταμένου Τομέα ΒΟΚ από 27-7-90 έγινε στέλεχος στάθμης ΒΟΚ και από 1-12-93 τοποθετήθηκε στη θέση του Διευθυντή ΔΠΡΣ. 2) Ο δεύτερος, ο οποίος είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ με Μάστερ στη Διοίκηση Επιχειρήσεως, προσλήφθηκε την 1-12-73 και από 21-4-93 έχει ενταχθεί στην κατηγορία Γ και προαχθεί στο Β μισθολογικό κλιμάκιο.

Το έτος 1993 βαθμολογήθηκε με 878 μονάδες και έχει παρακολουθήσει τέσσερα επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ από 10-3-86 ήταν προϊστάμενος τομέα κίνησης προσωπικού, από 1-11-90 προϊστάμενος τομέα δοικ.- οικον. Από 25-11-93 προσωρινός βοηθός Διευθυντή, από 1-3-94 Βοηθός Διευθυντή και από 20-9-94 Διευθυντής ΔΠΡΣ. 3) Ο τρίτος προσλήφθηκε στις 15-2-1980, ως μηχανολόγος ηλεκτρολόγος του ΕΜΠ και από 21-4-93 είχε ομοίως ενταχθεί στην κατηγορία Γ και είχε προαχθεί στο Β μισθολογικό κλιμάκιο.

Κατά την άνω χρονική περίοδο δεν είχε βαθμολογηθεί, έχει παρακολουθήσει τρία επιμορφωτικά σεμινάρια ενώ από 4-6-86 υπηρέτησε ως Τομεάρχης ΚΔΕΠ(ΒΟΚ) και από 2-6-92 έγινε μέλος του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, ως εκλεγμένος εκπρόσωπος των εργαζομένων. 4) Ο τέταρτος, ο οποίος είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ και της ΠΑΣΠΕ προσλήφθηκε στις 25-9-69 και από τις 21-4-93 είχε ενταχθεί στην Γ κατηγορία και είχε προαχθεί στο Β μισθολογικό κλιμάκιο.

Δεν βαθμολογήθηκε κατά το άνω χρονικό διάστημα και δεν έχει παρακολουθήσει εκπαιδευτικά σεμινάρια, ενώ από 5-3-86 υπηρέτησε ως Υποτομεάρχης ΔΟΛ (ΒΟΚ) από 1-4-89 ως Τομεάρχης ΔΟΛ και από 28-1-91 ως επιτελικός βοηθός Διευθυντή. 5) Ο πέμπτος, ο οποίος είναι πτυχιούχος Μηχανολόγος -Ηλεκτρολόγος του ΕΜΠ και μαθηματικός του Πανεπιστημίου Αθηνών, προσλήφθηκε στις 24-1-66, ενώ από 21-4-93 είχε ενταχθεί στην κατηγορία Γ και από 26-8-93 είχε προαχθεί στο Β μισθολογικό κλιμάκιο.

Κατά τα έτη 1993-1994 βαθμολογήθηκε αντίστοιχα με τους βαθμούς 880 και 858 και είχε παρακολουθήσει δύο επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ από 1-6-86 υπηρέτησε ως Υποτομεάρχης ΒΟΚ, από 12-8-91 ως επιτελικό στέλεχος στάθμης Τομεάρχη ΒΟΚ και από 26-3-92 ως Βοηθός Διευθυντής ΚΕΔ. 6) Ο έκτος, ο οποίος είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ με μεταπτυχιακές σπουδές, προσλήφθηκε στις 3-6-66 και από 21-4-93 είχε ενταχθεί στην κατηγορία Γ και είχε προαχθεί στο Β μισθολογικό κλιμάκιο.

Και αυτός δεν βαθμολογήθηκε κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, έχει παρακολουθήσει οκτώ επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ από 5-5-82 υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Υποτομέα ΔΟΛ και από 10-7-91 ως διευθυντής Κλάδου ΔΠΛΡ(ΒΟΚ). Και 7) Ο έβδομος, ο οποίος είναι πτυχιούχος της Νομικής και της Παντείου, προσλήφθηκε στις 22-6-65 και από 21-4-93 είχε ενταχθεί στην Γ κατηγορία και είχε προαχθεί στο Β μισθολογικό κλιμάκιο.

Ο ίδιος δεν βαθμολογήθηκε κατά την άνω περίοδο και δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ από 5-5-82 υπηρετούσε ως Υποτομεάρχης ΒΟΚ, από 1-5-89 ως Τομεάρχης ΔΟΕ (ΒΟΚ) και από 16-11-92 ως Διευθυντής Κλάδου Περιφ. Ελέγχου ΔΟΕ (ΒΟΚ). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείου έκρινε ότι, ο αναιρεσείων δεν υπερέχει κατάδηλα των πιο πάνω συναδέλφων του και ότι επομένως, η προαγωγή εκείνων και όχι του αναιρεσείοντος δεν αντιβαίνει στο άρθρο 281 ΑΚ.

Έτσι, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση το αίτημα της αγωγής για προαγωγή του αναιρεσείοντος στο Α μισθολογικό κλιμάκιο και πληρωμή σ' αυτόν των αντίστοιχων διαφορών αποδοχών. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου ο αναιρεσείων δεν υπερείχε και μάλιστα κατάδηλα των πιο πάνω συναδέλφων του αλλά ήταν ισοδύναμος με αυτούς. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ήταν ισοδύναμος με τους συναδέλφους του ως προς τα σημαντικά προσόντα των τίτλων σπουδών και του χρόνου ένταξης στη Γ κατηγορία και προαγωγής στο Β μισθολογικό κλιμάκιο.

Υπερείχε των συναδέλφων του ως προς τη ΓΥΑ, αλλά υστερούσε στη βαθμολογία ως προς τον πρώτο, δεύτερο και πέμπτο, που είχαν βαθμολογηθεί (ενώ οι υπόλοιποι δεν ευθύνονται για τη μη βαθμολόγησή τους). Επίσης, όλοι οι πιο πάνω συνάδελφοι του αναιρεσείοντος είχαν ασκήσει περισσότερο υπεύθυνα και σημαντικά καθήκοντα από αυτόν.

Επομένως, οι αναιρετικές αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πλ.Δ., με τις οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της παραπάνω διατάξεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Επίσης, οι αναιρετικές αιτιάσεις του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων, από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμες και απορριπτέες, γιατί δεν στοιχειοθετούνται στην προκείμενη περίπτωση οι αιτιάσεις από τις παραπάνω διατάξεις . ( Η παραδοχή του Εφετείου ότι δεν βαθμολογήθηκαν οι πιο πάνω συνάδελφοι του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλά εκτίμηση του δικαστηρίου από τις αποδείξεις, ενώ το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους προσκομισθέντες από τον αναιρεσείοντα τίτλους σπουδών καθώς και όλους τους ισχυρισμούς του σχετικά με τις σπουδές του).

Το Εφετείο δέχθηκε ορθά ότι, απαιτείται σύγκριση όλων των προεπιλεγέντων υποψηφίων για την επιλογή των καταλληλότερων για προαγωγή στο μισθολογικό κλιμάκιο Α και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε να προαχθεί στο Α μ.κ. χωρίς σύγκριση με τους άλλους συναδέλφους του.

Επομένως, οι αναιρετικές αιτιάσεις των προσθέτων λόγων, από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τις οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Τέλος, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα προσόντα που είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων για προαγωγή στο Α μ.κ. και επομένως, οι αναιρετική αιτίαση των προσθέτων λόγων, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμη και απορριπτέα.

Από το άρθρο 523 παρ. 1Κ.Πολ.Δ. σαφώς προκύπτει ότι, η αντέφεση πρέπει να αναφέρεται στα εκκληθέντα και αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά κεφάλαια της απόφασης, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 532 Κ.ΠολΔ. Εξάλλου, το κεφάλαιο της απόφασης για αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας δεν συνέχεται αναγκαίως με το κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης .

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προταθέντων ισχυρισμών, στοιχειοθετείται όταν ο ισχυρισμός είναι νόμιμος και είχε προταθεί κατά τρόπο παραδεκτό και ασκεί έτσι ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την πρωτόδικη απόφαση επιδικάσθηκε στον αναιρεσείοντα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της αδικοπραξίας της αναιρεσίβλητης να τον παραλείψει κατά τις προαγωγές, το ποσό των 300000 δραχμών.

Η αναιρεσίβλητη δεν παραπονέθηκε με την έφεση για το ύψος του επιδικασθέντος αυτού ποσού, ενώ ο αναιρεσείων με την αντέφεση προέβαλε παράπονο για το ύψος του ποσού αυτού. Το κεφάλαιο όμως αυτό της αντέφεσης δεν αναφέρεται στα κεφάλαιο της έφεσης, ούτε συνέχεται αναγκαίως με αυτά και, επομένως, το Εφετείο, το οποίο δεν εξέτασε το λόγο αυτό της αντέφεσης, ο οποίος ήταν απαράδεκτος και δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

και ο σχετική αναιρετική αιτίαση, από τη διάταξη αυτή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, δεν ιδρύεται η προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση, από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου, για την ίδια παράλειψη του Εφετείου, γιατί το αγωγικό αίτημα για πληρωμή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο.

Ο ισχυρισμός που προέβαλε η αναιρεσίβλητη ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, σχετικά με την κατοχή του γνωστικού αντικειμένου της υπό πλήρωση θέσεως, ως κριτήριο για την ανάθεση καθηκόντων στάθμης Διευθυντή, δεν ήταν αυτοτελής, ώστε να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., για την παραδεκτή προβολή του ενώπιον του Εφετείου.

Επομένως, οι αναιρετικές αιτιάσεις, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ότι, το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ο οποίος δεν είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του Πρωτοδικείου, είναι αλυσιτελής και απορριπτέος. Το 51369/10-2-1998 έγγραφο, που αναφέρεται στα προσόντα των άλλων προαχθέντων μισθωτών της αναιρεσίβλητης, κατατέθηκε παραδεκτά από αυτή ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της.

Επομένως, η αναιρετική αιτίαση, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την οποίο προβάλλεται η παρά το νόμο λήψη υπόψη του εγγράφου αυτού από το Εφετείο, επειδή είχε προσκομισθεί απαράδεκτα ενώπιον του Πρωτοδικείου, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 788/24-6-2005 αίτηση του ....για αναίρεση της 6070/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και τους προσθέτους λόγους. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ