Legislator Case Law & Legislation
1399/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's finding of illegal dismissal and unpaid wages.

Case Number 1399/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's judgment in a labor dispute. The appellant argued that the lower court erred in finding the dismissal illegal and in calculating unpaid wages, but the court rejected these claims. The court held that the Second Instance Court correctly applied substantive labor law provisions and evidence rules, thereby validating the finding of an illegal termination and the award of back pay.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8(3) of Law 2112/1920; Article 2(2) of the Collective Agreement; Article 13 of Law 2190/1920; Article 5(1) of Directive 1999/70/EC: The appellate court must uphold the lower court's decision if it correctly interprets substantive labor law provisions regarding illegal dismissal and wage calculation, rejecting procedural complaints that do not affect the substantive outcome.

Keywords

AI generated
illegal dismissal labor dispute unpaid wages appeal dismissal substantive law collective agreement second instance court

Cited Legislation

AI generated
Article 8(3) of Law 2112/1920
Article 2(2) of the Collective Agreement
Article 13 of Law 2190/1920
Article 5(1) of Directive 1999/70/EC
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 535(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1399 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1399/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.. («Ο.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Ηλιοπιερέα - Πιερράκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. Λ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Κουφογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1029/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1805/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-9-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ένδικη διαφορά άρχισε με την άσκηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 8-2-2005 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 19343/496/2005) αγωγής της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, και πέντε ακόμη προσώπων (μη διαδίκων στην αναιρετική δίκη) κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.

Επ' αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ' αριθ. 134/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της ανωτέρω απόφασης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 9-12-2012 αίτηση αναίρεσης, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 1261/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος της που αφορούσε την ως άνω διάδικο και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Ακολούθως, με κλήση της ενάγουσας, η υπόθεση συζητήθηκε, ως προς αυτήν, ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής, το οποίο με την υπ' αριθ. 1029/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή ως προς την εν λόγω διάδικο.

Κατά της απόφασης αυτής, η τελευταία άσκησε την από 7-6-2016 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθ. 1805/2017 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την ενάγουσα Χ.

Λ., αναγνώρισε ότι αυτή συνδέεται με την εναγομένη από 22-7-2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η εκ μέρους της τελευταίας καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη, υποχρέωσε δε την εναγομένη α) να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ανωτέρω ενάγουσας και β) να καταβάλει σ' αυτήν τα ποσά των 3.690 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από 13-12-2004 έως 12-6-2005, των 46,25 ευρώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2004, των 307,50 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα 2005 και των 615 ευρώ για αποδοχές και επίδομα αδείας 2005, συνολικά δε το ποσό των 4.658,75 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις.

Κατά της απόφασης αυτής, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη από 13-9-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6823/633/2017) αίτηση αναίρεσης, με την οποία ζητεί να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικ.

με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στο άρθρο 671 ΑΚ ορίζεται ότι "Η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία του χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης", στο δε άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Οι ως άνω, όμως, διατάξεις δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση κατάρτισης αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν οι συμβάσεις αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη σύμβασης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη.

Περαιτέρω, ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του ... (ΓΚΠ-...), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ' του α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. Β' 568/8.9.1969) και κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 ν.δ. 165/1973, στη συνέχεια δε, αναμορφώθηκε και τέθηκε σε ισχύ με την από 10.6.1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 1876/1990 (ΟλΑΠ 14/1998, ΑΠ 320/2017, ΑΠ 1391/2013, 1290/2010).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ως άνω Κανονισμού, "Ο ... δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης. Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και από την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό".

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι κατωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις, μετατροπή των κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ισχύοντος ΓΚΠ-... συναπτομένων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει, οι δε προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση αυτή, αφού δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της σύμβασης ως ορισμένης διάρκειας, του υποχρεωτικά, βάσει νόμου, προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο μισθωτού, ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση εργασίας, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη (ΑΠ 920/2020, ΑΠ 1691/2018, ΑΠ 320/2017, ΑΠ 694/2013).

Η επακολουθήσασα Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την 10-7-1999 και η ισχύς της άρχισε την 10-7-2001, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, ειδικά δε για την Ελλάδα, η οποία έκανε χρήση σχετικής επιφύλαξης, άρχισε μετά ένα έτος, δηλαδή την 10-7-2002, ενσωματώθηκε τελικά στην ελληνική έννομη τάξη, την 2-4-2003, με το π.δ. 81/2003 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου".

Μέχρι τότε η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν στην ημεδαπή έννομη τάξη με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.

Στο ως άνω π.δ. 81/2003, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το π.δ. 180/2004, ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α) Στο άρθρο 2 παρ. 1, "Με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α' 134), το παρόν προεδρικό διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ/τος 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού", με το οποίο (άρθρο 3 περ.

γ') ορίζεται ότι "Δημόσιος τομέας" νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α' 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστ... ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ/τος 81/2003".

Τέτοια ανώνυμη εταιρεία είναι και η αναιρεσείουσα με την επωνυμία "Ο. Τ. Τ. Ε. Α..Ε..", η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, υπάγεται στις ρυθμίσεις του π.δ/τος 81/2003. β) Στο άρθρο 5, "Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο.

Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ...(παρ. 1).

Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Αν στο χρονικό διάστημα των δύο (2) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων των σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3) τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης (παρ. 3). "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες.

Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου στην έννοια του όρου "ίδιου εργοδότη" περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου (παρ. 4). Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά την θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος (παρ. 5)".

γ) Στο άρθρο 8A παρ. 1, "Στις διαδοχικές συμβάσεις που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α' 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστ...

ισχύουν και οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α' 134/19-7-2004), ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω π.δ/τος". Περαιτέρω, με το π.δ. 164/2004, το οποίο ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω π.δ. απαγορεύθηκε κατ' αρχάς η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις οριζόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις, ειδικότερα δε, με την παρ. 1 αυτού ορίσθηκε ότι απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

Όμως, ενόψει του ότι οι παραπάνω διατάξεις του π.δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από την 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήπ... από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην ως άνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι, προστέθηκαν στο εν λόγω π.δ.

οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές" λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 και ήταν ενεργές κατ' αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό (ΟλΑΠ 16/2017).

Ειδικότερα, οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004, το οποίο, όπως προελέχθη, εφαρμόζεται αναλόγως κατά το άρθρο 8Α του π.δ/τος 81/2003 (που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ/τος 180/2004) και επί της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, που είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ορίζουν τα εξής: "1.

Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση .... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση .... 5.

Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ.

α' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης." Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, όταν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 11 του π.δ/τος 164/2004, που εφαρμόζεται αναλόγως, κατά το άρθρο 8Α του π.δ/τος 81/2003, και επί της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας που είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, τότε οι συναφθείσες με αυτή διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (βλ.

ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 920/2020, ΑΠ 1691/2018, ΑΠ 320/2017). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, τα ακόλουθα: "Με ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως αυτή επιγραφόταν, η οποία υπογράφηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης - εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο.

Τ. «Ε. (..... Α..Ε..) και της εκκαλούσας-ενάγουσας, σε εκτέλεση αποφάσεων της Δ/νσης Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ..., στις 22-7-2002 προσλήφθηκε η ενάγουσα Χ. Λ. για να εργαστεί στην εναγόμενη, ως εργάτρια για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών, ήτοι από 22-7-2002 έως και 21-3-2003.

Συγκεκριμένα προσλήφθηκε και παρείχε τις υπηρεσίες της τυπικά μεν ως εργάτρια, στην πραγματικότητα όμως ως υπάλληλος στο Τηλεπικοινωνιακό Εμπορικό Κατάστημα του Αιγάλεω της εναγομένης, με αντικείμενο απασχόλησης, την εξυπηρέτηση πελατών, ήτοι τη διόρθωση και χορήγηση ανάλυσης λογαριασμών, την παροχή πληροφοριών στους πελάτες, και τη χορήγηση αντιγράφων και ειδικών τιμολογίων, το διακανονισμό πληρωμής λογαριασμών σε δόσεις, την παράταση πληρωμής, τη διακοπή και επανασύνδεση τηλεφωνικών συνδέσεων κλπ.

Η ανωτέρω σύμβαση ανανεώθηκε (παρατάθηκε) δύο φορές, αφού πριν τη λήξη αυτής, οι διάδικοι κατάρτισαν δύο νέες διαδοχικές συμβάσεις διάρκειας οκτώ (8) και έξι (6) μηνών αντίστοιχα, ήτοι την μία στις 21-3-2003 με λήξη αυτής την 21-11-2003 και την άλλη την 21-11-2003 με λήξη αυτής την 21-5-2004. Λίγες μέρες μετά τη λήξη της τελευταίας ως άνω σύμβασης, δυνάμει νέας ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (6μήνου) που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "Τ.

Τ. και Ε. Σ. Υ. Α..Ε..", η οποία είναι μέλος του ομίλου (θυγατρική) της εναγομένης εταιρείας (... ΑΕ) και της ως άνω ενάγουσας, στις 11-6-2004 αυτή προσλήφθηκε από την εταιρεία αυτή για να απασχοληθεί με τα ίδια καθήκοντα στο Συγκρότημα Υποστήριξης Πωλήσεων Αθηνών για το χρονικό διάστημα από 11-6-2004 έως και 12-12-2004. Η κατάρτιση της τελευταίας αυτής σύμβασης, στην οποία φέρεται ως τυπικός εργοδότης της προαναφερόμενης ενάγουσας η ως άνω εταιρεία "Τ.

Α.Ε.", έγινε χωρίς για την πρόσληψη αυτή να θέσει η εν λόγω εταιρεία δικά της κριτήρια ή να κάνει σχετική έρευνα αγοράς (πρόσκληση-προκήρυξη, αγγελία κλπ.) και με το αιτιολογικό ότι δυνάμει της 1954/4-8-2004 σύμβασης που συνήψε με την εναγόμενη εταιρεία ανέλαβε, ως ανάδοχος, το έργο της παροχής τεχνικής και συμβουλευτικής υποστήριξης σε θέματα της Γενικής Διεύθυνσης Εταιρικών και Οικιακών Πελατών του ....

Όμως στην πραγματικότητα η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα συνέχισε να εργάζεται σε καταστήματα της εναγομένης και με τα ίδια καθήκοντα όπως και προηγουμένως και παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες της κάτω από τις οδηγίες και εντολές των ιδίων προϊσταμένων και εκπροσώπων της εναγομένης και με το ίδιο καθημερινό και πλήρες ωράριο, με αποτέλεσμα πραγματικός εργοδότης αυτής να εξακολουθήσει να είναι η εναγομένη εταιρεία.

Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά την υπογραφή της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας με τη θυγατρική εταιρεία της εναγομένης εταιρείας, η αληθινή βούληση και των τριών μερών (ενάγουσα, εναγόμενη εταιρεία και "T.") ήταν η παραγωγή άλλου εννόμου αποτελέσματος που δεν δηλωνόταν, δηλαδή η, κατά φαινόμενο προσλαμβανόμενη από την εταιρεία "Τ.", ενάγουσα να παρέχει την εργασία της στην εναγομένη εταιρεία, η οποία ήταν και παρέμενε η αληθινή εργοδότρια αυτής, αφού η εργασία της ήταν απαραίτητη για την κάλυψη των πάγιων αναγκών των άνω καταστημάτων της, η συγκεκριμένη δε υπογραφή της σύμβασης αυτής από την ενάγουσα, δικαιολογείται από το φόβο της μη (περαιτέρω) πρόσληψης της μετά την 21-5-2004 και τη συνακόλουθη μη δυνατότητα της να επιβάλει στην εναγομένη εταιρεία να συνάψει μ' αυτήν νέα σύμβαση εργασίας.

Η εικονικότητα (ΑΚ 138) της πρόσληψης αυτής καταδεικνύεται από το γεγονός ότι η ενάγουσα ουδέποτε απασχολήθηκε στη φερόμενη εργοδότρια της εταιρεία "Τ." και ουδέποτε αυτή άσκησε οποιαδήποτε εποπτεία ή έλεγχο κατά την παροχή της εργασίας της, αλλά από την πρώτη ημέρα της πρόσληψης της αυτής μόνο η εναγομένη εταιρεία, ως άμεση εργοδότρια της, ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα επ' αυτής.

Το γεγονός ότι η τελευταία δεν υπέγραψε απευθείας με την ενάγουσα την άνω σύμβαση, δεν την καταχώρησε στις καταστάσεις προσωπικού της και δεν κατέβαλλε τις μηνιαίες αποδοχές της, τις οποίες κατέβαλλε η θυγατρική της εταιρεία από την αμοιβή που εισέπραξε από την εναγομένη εταιρεία, δεν μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες για την αληθινή βούληση αυτής (εναγομένης) να την απασχολεί υπό την εποπτεία, τις εντολές και τις οδηγίες των υπευθύνων οργάνων της, όπως το μόνιμο προσωπικό της και να απολαμβάνει τα οφέλη των υπηρεσιών της η ίδια, και όχι η θυγατρική της εταιρεία, η οποία, σημειωτέον, δεν διέθετε ούτε υλικοτεχνική υποδομή, ούτε περιθώρια αυτόνομης δράσης, ώστε να εκτελέσει το έργο που φέρεται ότι ανέλαβε να εκτελέσει από την εναγομένη.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που έδωσε η εναγομένη εταιρεία στην ένδικη σύμβαση της ενάγουσας- εκκαλούσας ως ορισμένου χρόνου, χωρίς τη δυνατότητα της τελευταίας να αντιλέξει στο χαρακτηρισμό αυτόν, από τη φύση και την περιγραφείσα πιο πάνω λειτουργία της εργασιακής της σχέσης για χρονικό διάστημα δύο ετών και 6 μηνών (από 22-7-2002 μέχρι 12-12-2004) αναδεικνύεται η πραγματική υφή της σύμβασης αυτής, καθώς και η βούληση των μερών να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ τους μια ενιαία σύμβαση εργασίας με τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για την κάλυψη πάγιων, διαρκών, τακτικών και προβλέψιμων αναγκών των παραπάνω υπηρεσιών της εναγομένης εταιρείας (...), που ανταποκρίνονταν στις πραγματικές συνθήκες απασχόλησης αυτής, οι οποίες είναι ίδιες με αυτές του μόνιμου προσωπικού της εναγομένης.

Ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε ως έκτακτο προσωπικό, δηλαδή για την κάλυψη εκτάκτων και πρόσκαιρων αναγκών των Υπηρεσιών της, ενόψει και της αποπεράτωσης των εργασιών που είχε αυτή αναλάβει ως χορηγός των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος με βάση τα προεκτεθέντα, αλλά και το γεγονός ότι η ενάγουσα συνέχισε να εργάζεται με τους ίδιους όρους και συνθήκες και μετά τον Αύγουστο του 2004, που έληξαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ενώ η εναγόμενη δεν εξηγεί με ποιό τρόπο συνδεόταν το ανωτέρω περιγραφόμενο αντικείμενο απασχόλησης της ενάγουσας με τις πιο πάνω εργασίες, ούτε γιατί δεν παρέτεινε για το αναγκαίο χρονικό διάστημα τη σύμβαση της ενάγουσας (που ήδη είχε αποκτήσει και σχετική εμπειρία), όταν αυτή έληξε στις 21-5-2004, δηλαδή 2,5 μήνες περίπου πριν την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων και ενώ οι εργασίες αυτής βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη μέχρι τον Αύγουστο του 2004.

Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης, ότι με την 1/2003 Προκήρυξη προσλήφθηκε το προσωπικό που απαιτείται για την κάλυψη των υφιστάμενων πάγιων υπηρεσιακών της αναγκών, σημειώνεται ότι το γεγονός αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι για το λόγο αυτόν δεν υπήρχαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες για την ειδικότητα της ενάγουσας στις Υπηρεσίες του ..., την οποία ήδη κάλυπτε η ενάγουσα από το έτος 2002, ενόψει και του ότι η συγκεκριμένη προκήρυξη αφορούσε την πρόσληψη εξειδικευμένου προσωπικού αποφοίτων ΑΕΙ και ΤΕΙ.

Προς ενίσχυση της κρίσης αυτής πρέπει να αναφερθεί ότι η ίδια η εναγομένη, παρά την ως άνω Προκήρυξη και την από τις αρχές του 2003 πρόσληψη του νέου προσωπικού της βάσει αυτής, προέβη αυτοβούλως και μονομερώς σε μία ακόμη μεταγενέστερη (το Νοέμβριο του 2003) ανανέωση της σύμβασης της ενάγουσας επί ένα ακόμη εξάμηνο.

Με βάση τα παραπάνω, η επίδικη εργασιακή σύμβαση της ενάγουσας, η οποία καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της εργασιακής τους σχέσης, ακόμη και μετά την πρόσληψη της από την ως άνω φερόμενη (εικονική) εργοδότρια της, παρείχε τις υπηρεσίες της με τα ίδια ή παρεμφερή καθήκοντα υπαλλήλου στα άνω καταστήματα της εναγομένης, καλύπτοντας πάγιες, μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της τελευταίας, εμπίπτουν στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 8Α του π.δ. 81/2003 (και του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, που εφαρμόζεται αναλόγως), εφόσον:

α) αυτή (ένδικη σύμβαση) είχε συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του π.δ. 180/2004, ήτοι πριν την 23-8-2004 και ήταν ενεργής έως την έναρξη ισχύος αυτού, β) κατά το χρόνο έναρξης του άνω π.δ. 180/2004 (23-8-2004), με συνυπολογισμό και του χρόνου εργασίας της στην άνω θυγατρική εταιρεία της εναγομένης, η ενάγουσα είχε συμπληρώσει χρόνο πραγματικής απασχόλησης μεγαλύτερο των 24 μηνών, γ) αυτή είχε συνάψει τρεις διαδοχικές συμβάσεις (συμπεριλαμβανομένης και της, κατά τα άνω, "εικονικής") με την εναγομένη, στην οποία εξακολουθούσε να παρέχει τις υπηρεσίες της, δ) η τελευταία ήταν η πραγματική εργοδότρια της ενάγουσας καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης της (άρθρο 8A και 3 του π.δ. 81/2003) και δ) το αντικείμενο της εργασίας της αφορά δραστηριότητα που κάλυπτε, κατά τα ως άνω, πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης εταιρείας.

Επομένως, εφόσον συντρέχουν όλες οι τασσόμενες από τις πιο πάνω διατάξεις προϋποθέσεις, η ένδικη διαδοχική σύμβαση ορισμένου χρόνου της ενάγουσας συνιστά ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις ως άνω προσηκόντως προσφερόμενες από την ενάγουσα υπηρεσίες, μετά την 12-12-2004, που φέρεται ως χρόνος λήξης της τελευταίας (καταρτισθείσας εικονικά, κατά τα άνω, με την παραπάνω θυγατρική εταιρεία της εναγομένης) σύμβασης, καταγγέλλοντας με αυτόν τον τρόπο, την εργασιακή σύμβαση της, χωρίς να της καταβάλει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση.

Ενόψει, όμως, του ότι η σχέση εργασίας που, κατά τα ανωτέρω, συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη εταιρεία ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η ως άνω καταγγελία αυτής, η οποία έγινε χωρίς να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος και χωρίς να καταβληθεί στην ενάγουσα η νόμιμη αποζημίωση, είναι άκυρη και επομένως η εναγομένη μη αποδεχόμενη στο εξής τις υπηρεσίες της ενάγουσας, περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει σ' αυτήν έκτ...

μισθούς υπερημερίας.... Περαιτέρω, εφόσον, κατά τα ως άνω, η εναγομένη κατέστη υπερήμερη, οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τους μισθούς υπερημερίας, τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, και τις αποδοχές και επίδομα αδείας για το μετά την καταγγελία χρονικό διάστημα. Με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα-εκκαλούσα ζητεί να της καταβληθούν οι παραπάνω αποδοχές της μέχρι τις 30-12-2005 και ειδικότερα για χρονικό διάστημα 12 μηνών και 14 ημερών.

Ο μηνιαίος μισθός της κατά τον άνω χρόνο καταγγελίας της εργασιακής της συμβάσεως ανερχόταν στο ποσό των 615 ευρώ, το ύψος του οποίου, σημειωτέον δεν αμφισβητείται από την εναγομένη. Όπως όμως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την εναγόμενη εκκαθαρίσεις μισθοδοσίας της ενάγουσας μηνών Ιουνίου έως και Δεκεμβρίου 2005, η τελευταία εργαζόταν από 13-6-2005 στις υπηρεσίες της εναγόμενης και αμείβονταν κανονικά, σε εκτέλεση της 4263/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικ.

ασφαλιστικών μέτρων). Ενόψει δε του ότι, σε περίπτωση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεων (άρθρο 728 ΚΠολΔ), οι καταβολές που έχουν γίνει, εκούσια ή αναγκαστικά, σε εκτέλεσή της συνιστούν έγκυρες μερικές καταβολές με συνακόλουθη μερική απόσβεση της οριστικής επιδίκασης της απαίτησης, πρέπει να επιδικαστούν στην ενάγουσα, για την παραπάνω αιτία, μισθοί υπερημερίας όχι για όλο το αιτούμενο χρονικό διάστημα, αλλά μόνο μέχρι την 12-6-2005, καθώς και οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας του έτους 2005, των οποίων δεν προκύπτει καταβολή, κατά μερική παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής, κατ' άρθρο 416 ΑΚ, ένστασης εξόφλησης που παραδεκτά προβάλλει η εναγομένη.

Κατά συνέπεια, με βάση τον ως άνω μηνιαίο μισθό της ενάγουσας, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα, 3.690 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από 13-12-2004 έως 12-6-2005 (6 μήνες Χ 615), 46,25 ευρώ για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2004 (από 13-12-2004 έως 31-12-2004), 307,50 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα του 2005 και 615 ευρώ για αποδοχές και επίδομα αδείας του ίδιου έτους και συνολικά το ποσό των 4.658,75 ευρώ....

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι και κατ' ουσίαν, οι συναφείς λόγοι της υπό κρίση έφεσης και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τις άνω κρίσεις και διατάξεις της.

Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί από το δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς την πιο πάνω ενάγουσα η ένδικη (από 8-2-2005) αγωγή, πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και: α) να αναγνωριστεί ότι η ενάγουσα, Χ. Λ., συνδέεται με την εναγομένη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 22-7-2002 και η ακυρότητα της κατά την 12-12-2004 καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως της, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα ως μισθούς υπερημερίας των ως άνω χρονικών διαστημάτων τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο, για τους μηνιαίους μισθούς από το τέλος του κάθε μήνα που ο αντίστοιχος μισθός έπρεπε να καταβληθεί, για την αναλογία δώρου Χριστουγέννων από την 1η Ιανουαρίου του 2005, για το επίδομα Πάσχα από την 1η Μαΐου του 2005 και για τις αποδοχές και επίδομα αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους." Με αυτές τις παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 2 παρ. 2 του ΓΚΠ-...

και 13 του ν. 2190/1920 ούτε τις διατάξεις της ρήτρας 5 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αλλ' αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στη μείζονα πρόταση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Π.Δ. 81/2003 όπως τούτο τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 180/2004, καθώς και των άρθρων 11 του Π.Δ. 164/2004, 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και 671 του ΑΚ.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-9-2017 (αριθ. κατάθεσης 6823/633/ 2017) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1805/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ