Legislator Case Law & Legislation
1399/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague facts and lack of substantive ruling on the medical certificate objection.

Case Number 1399/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed both appeals filed by an individual and a company against a labor court decision. The appellants argued that the lower court violated procedural rules by rejecting their medical certificate objection, but the court found the appeals inadmissible. The court ruled that the individual's appeal was too vague regarding the facts, while the company's appeal failed to cite a specific part of the lower court's reasoning. Consequently, the appeals were rejected in their entirety, and the losing parties were ordered to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 22(2) and 23(1) of the Constitution; Articles 4 and 5(2)(b) of Presidential Decree 246/2006: An appeal is inadmissible if it fails to clearly state the facts relied upon to found the objection or if it does not refer to a specific part of the lower court's substantive reasoning.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague facts substantive reasoning medical certificate labor law dispute court costs procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 22(2) and 23(1) of the Constitution
Articles 4 and 5(2)(b) of Presidential Decree 246/2006
Articles 106, 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1399 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1399/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμαλίας Κουτσοκέρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Κώτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Β) Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Κώτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμαλίας Κουτσοκέρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2015 αγωγή της ήδη Α) αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 46/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 487/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν: η Α) αναιρεσείουσα με την από 24-10-2019 αίτησή της και η Β) αναιρεσείουσα με την από 22-11-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση των αίτησεων αυτών, που εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(Ι).- Από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.2 και 23 παρ.1 Συντάγματος, 1 παρ.1, 2 παρ.1, 3, 7 παρ.1, 8, 9, 11, 12, 14 και 16 ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α. 27/8.3.1990) -και όπως ο ν. 1876/1990 άρχισε να ισχύει από 8.5.1990 [απόφαση Υπ. Εργασίας 12386 /20.3.1990 προκύπτουν (και) τα εξής: Ο ν. 1876/1990 αφορά και σε εργαζόμενο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε ημεδαπό εργοδότη - ανώνυμη εταιρία.

Όλες οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (σ.σ.ε.) και Διαιτητικές Αποφάσεις (δ.α.), που εξομοιώνονται με τις σ.σ.ε. -και ισχύουν (οι δ.α.) από την επομένη της υποβολής της αιτήσεως για μεσολάβηση, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά- συμπληρώνουν τους γενικούς όρους εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται από το νόμο, ενώ οι κανονιστικοί όροι τους (σ.σ.ε.

ή δ.α.) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, δηλ. επιδρούν επί της ατομικής συμβάσεως εργασίας, κατά τρόπο άμεσο και αναγκαστικό, ως κανόνες δικαίου, χωρίς να καθίστανται περιεχόμενό της (ατομικής συμβάσεως εργασίας). Έτσι, με συνταγματική παραχώρηση, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν, κατά την κατάρτιση σ.σ.ε.

ή την έκδοση δ.α., εξουσία κανονιστική (νομοθετική), εφ' όσον οι σ.σ.ε. και οι δ.α., ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 931/2017). Οι σ.σ.ε., που αφορούν τους εργαζόμενους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων (κλαδικές σ.σ.ε.) ή τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων (ομοιοεπαγγελματικές σ.σ.ε.) καθώς και οι αντίστοιχες δ.α.

δεσμεύουν μόνο τους εργοδότες και τους εργαζόμενους, μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τη σ.σ.ε. ή μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η δ.α. Ο Υπουργός Εργασίας, όμως, έχει τη δυνατότητα υπό προϋποθέσεις να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ορισμένη ομοιοεπαγγελματική σ.σ.ε. ή κλαδική σ.σ.ε. ή αντίστοιχη δ.α., οπότε δεσμεύονται από αυτή και εργοδότες και εργαζόμενοι, μη μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εάν θα μπορούσαν, με τις δραστηριότητές τους, να είναι μέλη (ΑΠ 149/2019, ΑΠ 1409/2014).

Η σ.σ.ε. καταρτίζεται ή η δ.α. εκδίδεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, θεωρείται ότι έχει αόριστη χρονική διάρκεια, εάν προβλέπει διάρκεια ισχύος της πέραν από ένα έτος, ενώ η διάρκεια της ισχύος της δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος. Οι κανονιστικοί όροι σ.σ.ε. και δ.α. και μετά τη λήξη τους, ήτοι με την πάροδο του ορισμένου χρόνου, εφ' όσον είναι ορισμένης διάρκειας ή με καταγγελία, εξακολουθούν να ισχύουν επί εξάμηνο και μετά την πάροδο του εξαμήνου από τη λήξη τους ("μετενέργεια", το χρονικό διάστημα δηλ.

μετά το εξάμηνο), οι κανονιστικοί όροι της σ.σ.ε. ή της δ.α. εξακολουθούν να επηρεάζουν την ατομική σύμβαση εργασίας ως ενδοτικοί κανόνες δικαίου. Πλην όμως, η επί εξάμηνο καθώς και πέραν του εξαμήνου ("μετενέργεια") εξακολούθηση της ισχύος των όρων αυτών, ως κανονιστικών ή ως ενδοτικού δικαίου κανόνων σ.σ.ε.

ή δ.α., που έληξε με την πάροδο του ορισμένου χρόνου διαρκείας της ή με καταγγελία ως άνω δεν επεκτείνεται επί ατομικής συμβάσεως εργασίας στην οποία ο εργαζόμενος ή ο εργοδότης ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΑΠ 493/2019). Συγκεκριμένα, το ως άνω άρθρο 9 ν. 1876/1990 ορίζει (και) ότι: "Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο.

Κάθε συλλογική σύμβαση εργασίας, που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέραν από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια. Η διάρκεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος" [παρ. 1]. "Η ισχύς της συλλογικής συμβάσεως εργασίας ... λήγει με την πάροδο του χρόνου, που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού" [παρ. 2]. "Οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό ..." [παρ. 4]. "Μετά την πάροδο του εξαμήνου, οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί η τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας" [παρ. 5].

Με την ατομική σύμβαση εργασίας πάντως είναι δυνατό να συμφωνηθεί εγκύρως μισθός και δια παραπομπής σε σ.σ.ε. ή δ.α. μη δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη [άρθρο 361 ΑΚ], οπότε ο εργαζόμενος αμείβεται με τον ανώτερο μισθό, όπως καθορίζεται σε αυτές τις σ.σ.ε. ή δ.α., έστω και αν καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις τις οποίες δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος εργαζόμενος (ΑΠ 201/1999).

Εξάλλου, στην 8/2009 Διαιτητική Απόφαση (Πράξη Καταθέσεως Υπ. Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 2/24.4.2009) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κίνησης - διοίκησης και του βοηθητικού προσωπικού των ανά την χώρα Κ.Τ.Ε.Λ. και του Ροδιακού Οργανισμού Δημοτικών Αυτοκινήτων" η οποία άρχισε να ισχύει "από την 1η Ιανουαρίου2009 με τις διακρίσεις που αναφέρονται στους επί μέρους όρους της" [άρθρο 7] ορίσθηκε ότι: "(1).- Οι βασικοί μισθοί και τα βασικά ημερομίσθια των εργαζομένων στα αστικά και υπεραστικά Κ.Τ.Ε.Λ.

όλης της χώρας καθώς και των εργαζομένων στον Ροδιακό Οργανισμό Δημοτικών Αυτοκινήτων, όπως είχαν διαμορφωθεί με βάση τη συλλογική σύμβαση εργασίας της 24.6.2008 (Πράξη Καταθέσεως Υπ. Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 50/1.7.2008) την 1.1.2009, διατηρούνται ως είχαν και όπως αυτοί ισχύουν την 30.4.2009 αναπροσαρμόζονται από 1.5.2009 σε ποσοστό 6%.

Ομοίως το επίδομα εξομάλυνσης που χορηγείται στο Προσωπικό Κίνησης και στο Προσωπικό Διοίκησης - Διαχείρισης, όπως είχε διαμορφωθεί με βάση τη συλλογική σύμβαση εργασίας της 24.6.2008 (Πράξη Καταθέσεως Υπ. Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 50/1.7.2008) την 1.1.2009 διατηρείται ως είχε και όπως αυτό ισχύει την 30.4.2009 αναπροσαρμόζεται από 1.5.2009 σε ποσοστό 6%" [άρθρο 2 παρ.1].

Στη μεταγενέστερη 50/2010 Διαιτητική Απόφαση (Πράξη Καταθέσεως Υπ. Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης 26/16.11.2010) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κίνησης - διοίκησης και του βοηθητικού προσωπικού των ανά την χώρα Κ.Τ.Ε.Λ. και του Ροδιακού Οργανισμού Δημοτικών Αυτοκινήτων", που άρχισε να ισχύει "από την 1η Ιανουαρίου 2010" και "είναι αόριστης διάρκειας" [άρθρο 9], ορίσθηκε ότι: "Όροι συλλογικών συμβάσεων και διαιτητικών αποφάσεων για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα αστικά και υπεραστικά Κ.Τ.Ε.Λ.

όλης της χώρας καθώς και των εργαζομένων στο Ροδιακό Οργανισμό Δημοτικών Αυτοκινήτων που δεν τροποποιούνται με την παρούσα διατηρούνται σε ισχύ" [άρθρο 8 παρ.1]. Έτσι, με την 50/2010 δ.α., το πιο πάνω "επίδομα εξομάλυνσης" που δεν τροποποιήθηκε, διατηρήθηκε σε ισχύ. Η μετέπειτα 6/28.2.2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου / Π.Υ.Σ. (ΦΕΚ Α. 38/28.2.2012) εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 ν. 4046/2012 (ΦΕΚ Α. 28/14.2.2012) "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας".

Ο ν. 4046/2012, κατά το άρθρο 5, ισχύει από 14.2.2012 "εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του" και ορίζει στο άρθρο 1 παρ.6, ισχύον από 14.2.2012 ότι "συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής" (i).- οι Διαθρωτικές Μεταρρυθμίσεις του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής [κεφάλαιο Ε' παράγραφοι 28 και 29] προς αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και οικονομική ανάπτυξη της χώρας (και) με διαρθρωτικά μέτρα επί των σ.σ.ε.

και (ii).- οι Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης του Μνημονίου Συνεννόησης [κεφάλαιο 4] προς διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας. Στο άρθρο 2 της 6/ 28.2.2012 Π.Υ.Σ., το οποίο, κατά το άρθρο 6 αυτής, ισχύει από 28.2.2012 και είναι εντός του πλαισίου της εξουσιοδοτήσεως [άρθρο 1 παρ.6 ν. 4046/2012] που χορηγήθηκε (ΑΠ ολ. 11/2017, ΣτΕ ολ. 2307/2014) ορίζεται ότι: "(1).- Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφ' εξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. (2).- Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.2.2013. (3).- Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α. 27). (4).- Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους.

Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης, που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί, ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφ' όσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους, αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν (α).- τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και (β).- τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφ' όσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. (5).- Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α. 27) παύουν να ισχύουν. (6).- Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις".

Ορίζεται δε, στο πιο πάνω άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 2 ν. 1876/1990 ότι: "1.- Συλλογική Σύμβαση Εργασίας αόριστης διάρκειας μπορεί να καταγγελθεί, ύστερα από την παρέλευση ενός έτους από την έναρξη της ισχύος της. 2.- Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μπορεί να καταγγελθεί πριν από την πάροδο ενός έτους ή πριν από τη λήξη της, αν έχουν μεταβληθεί σημαντικά οι συνθήκες, που υπήρχαν κατά την υπογραφή της".

Εν όψει αυτών, με το άρθρο 2 της 6/2012 Π.Υ.Σ. ρυθμίσθηκε η χρονική διάρκεια ισχύος των σ.σ.ε. ή δ.α., που δεν μπορεί πλέον να υπερβαίνει τα τρία έτη, μειώθηκε σε τρίμηνο (από εξάμηνο, κατά το καταργούμενο άρθρο 9 παρ.4 ν. 1876/1990), ο χρόνος ισχύος όλων των κανονιστικών όρων σ.σ.ε. ή δ.α. και προβλέφθηκε ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού αν δεν έχει καταρτισθεί νέα σ.σ.ε.

ή δεν έχει εκδοθεί δ.α.- από τους κανονιστικούς όρους της σ.σ.ε. ή της δ.α. εξακολουθούν να ισχύουν μόνο όσοι όροι αφορούν τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο καθώς και τα επιδόματα ωριμάνσεως, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εάν προβλέπονταν στις σ.σ.ε. ή δ.α., που έληξαν ή καταγγέλθηκαν ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο επίδομα, που προβλέπεται από τις σ.σ.ε.

ή δ.α. και οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται" για το μέλλον, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους κανονιστικούς όρους για τον βασικό μισθό (ή το ημερομίσθιο) καθώς και για τα πιο πάνω επιδόματα και η "προσαρμογή" αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου (ΣτΕ ολ. 2307/2014, ΑΠ 749/2020).

Περαιτέρω, στο π.δ. 246/2006 (ΦΕΚ Α. 261/29.11.2006) "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ. ΑΕ και των Κ.Τ.Ε.Λ. ν. 2963/2001", που ίσχυσε, κατά το άρθρο 39 αυτού, από 1.1.2007 και πριν από το ν. 4530/2018 (ΦΕΚ Α. 59/30.3.2018), εκδόθηκε κατά την εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ.1 ν. 2963/2001 (ΦΕΚ Α. 268/23.11.2001) και είναι ουσιαστικός νόμος (ΑΠ ολ. 11/2017), ορίζονται (και) τα εξής: "Αντικείμενο: 1.- Με τον παρόντα Κανονισμό καθορίζονται τα προσόντα πρόσληψης του προσωπικού των ανωνύμων εταιριών Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.

ΑΕ) και Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) όλης της χώρας, η υπηρεσιακή κατάσταση, η συμπεριφορά και οι υποχρεώσεις αυτού, οι πειθαρχικές ευθύνες και ποινές, τα όργανα και η διαδικασία επιβολής αυτών, οι λόγοι και η διαδικασία απόλυσης. 2.- Όπου στον παρόντα Κανονισμό αναφέρεται Κ.Τ.Ε.Λ. νοούνται οι συγκοινωνιακοί φορείς Κ.Τ.Ε.Λ.

ΑΕ και Κ.Τ.Ε.Λ. του ν. 2963/2001" [άρθρο 1]. "Εφαρμογή: 1.- Ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται: (α).- Σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των Κ.Τ.Ε.Λ. ΑΕ και Κ.Τ.Ε.Λ." [άρθρο 2 παρ.1 εδ. (α)]. "Ειδικές ρυθμίσεις απασχολουμένων οδηγών μη υπαγομένων στο προσωπικό των Κ.Τ.Ε.Λ.: 1.- Οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε Κ.Τ.Ε.Λ. λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών ... 2.- Οι συμβάσεις εργασίας των παραπάνω οδηγών κατατίθενται υποχρεωτικά στο οικείο Κ.Τ.Ε.Λ.

μαζί με το προβλεπόμενο στο άρθρο 5 του παρόντος ιατρικό πιστοποιητικό καταλληλότητας και τα υπό στοιχεία (β), (δ), (ζ) και (ι) έγγραφα ή πιστοποιητικά, που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 6 του κανονισμού αυτού ... 3.- Οι ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες λεωφορείων των Κ.Τ.Ε.Λ., που εργάζονται ως οδηγοί στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους, καταθέτουν στο Κ.Τ.Ε.Λ.

υπεύθυνη δήλωση περί αυτοπρόσωπης οδήγησης του λεωφορείου τους μαζί με τα πιστοποιητικά ή έγγραφα που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση διακοπής της αυτοπρόσωπης οδήγησης λεωφορείου ενημερώνεται εγκαίρως και εγγράφως το Κ.Τ.Ε.Λ." [άρθρο 4]. "Ειδικά προσόντα πρόσληψης: (β).- Προσωπικό Κίνησης (όπως οδηγοί, σταθμάρχες, ελεγκτές, εισπράκτορες) αα.- Να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για τη θέση που προορίζονται.

Η σχετική καταλληλότητα πιστοποιείται από ιατρούς του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά περίπτωση και αποδεικνύεται με την προσκόμιση ιατρικού πιστοποιητικού, το οποίο έχει εκδοθεί κατά το τελευταίο εξάμηνο προ της υποβολής του ..." [άρθρο 5 παρ. 2 εδ. (β) περ. (αα)]. Κατά ταύτα, αν δεν υπάρχει ιατρικό πιστοποιητικό καταλληλότητας - υγείας, η σύμβαση εργασίας αντίκειται στην πιο πάνω δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 εδ. (β) περ. (αα) π.δ. 246/2006 και είναι άκυρη [άρθρα 3, 174, 180 ΑΚ].

Όταν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, ο εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας και δεν έχει υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του εργαζομένου [άρθρα 349, 656 ΑΚ]. Ο εναγόμενος εργοδότης οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει κατ' ένσταση [άρθρα 262, 338 παρ.1 ΚΠολΔ] την έλλειψη του ιατρικού πιστοποιητικού καταλληλότητας - υγείας και την εντεύθεν ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 1452/2018).

(ΙΙ).- Κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1385/2005). Η ευθεία παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσονται οι κανόνες από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 1741/2012).

Έτσι, στους κανόνες που έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου και η παραβίασή τους ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ περιλαμβάνονται και οι σ.σ.ε. και οι δ.α. κατά τις κανονιστικές τους διατάξεις (ΑΠ 519/2021, ΑΠ 1330/2018, ΑΠ 256/2016, ΑΠ 280/2006). Τέτοια παραβίαση εκδηλώνεται (και) ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στον ουσιαστικό νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΑΠ ολ. 1/2016).

Ελέγχονται δε, δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, και τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων ή αντενστάσεων) των διαδίκων (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ένσταση απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 262 παρ.1 εδ. (α), 216 παρ.1 ΚΠολΔ] και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως να εκτίθενται πλήρως και σαφώς η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που ο αναιρεσείων - ενάγων είχε επικαλεσθεί στην αγωγή για τη θεμελίωσή της και τα γεγονότα που ο αναιρεσείων - εναγόμενος είχε επικαλεσθεί για τη θεμελίωση της απορριφθείσης ως μη νόμιμης ενστάσεώς του (ΑΠ ολ. 28/1998).

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. α) είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.

β). Ως "πράγματα" νοούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ]: Ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και κατά νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ ολ. 3/1997).

Αποτελούν "πράγματα" (και) οι βάσεις της αγωγής, κύρια ή επικουρική, και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά καθώς και οι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας. "Πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, δεν είναι τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους, σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, δηλ.

δεν αποτελούν "πράγματα" οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 71/2019). Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου αυτού αναιρέσεως [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1 ΚΠολΔ] πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να γίνεται και ο προσδιορισμός των "πραγμάτων" (ΑΠ 668/2016, ΑΠ 1742/2016, ΑΠ 194/1998).

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ ολ. 25/2003, ΑΠ 1703/2008).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Έτσι, ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αφορά παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και αναφέρεται ως άνω στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, Συνεπώς, προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, ενώ δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στην σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή ή η ένσταση κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΑΠ ολ. 3/1997).

Υπόκεινται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως (Α).- από 24.10.2019 (Ε.Κ. 49/ 31.10.2019 - Εφετείο Λάρισας) της αναιρεσείουσας Μ. Κ. του Σ. κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας "..." και (Β).- από 22.11.2018 (Ε.Κ. 65/23.11.2018 - Εφετείο Λάρισας) της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας "..." κατά της αναιρεσίβλητης Μ.

Κ. του Σ.. Με αμφότερες τις αιτήσεις αναιρέσεως προσβάλλεται η 487/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε στις 15.10.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί των αντιθέτων εφέσεων (α).- από 8.12.2017 της εκκαλούσας Μ. Κ. και (β).- από 17.2.2017 της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας "...". Εκκαλούμενη ήταν η 46/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε στις 17.1.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 26.5.2015 αγωγής της ενάγουσας Μ.

Κ. κατά της εναγομένης "...". Αφορά δε η αγωγή απαιτήσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης έναντι της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης από παροχή εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με την 46/2017 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη κατά το κεφάλαιο που αφορά το "επίδομα εξομάλυνσης για το χρονικό διάστημα από 1.7.2012 μέχρι 28.2.2015", ενώ κατά τα λοιπά κρίθηκε νόμιμη και έγινε δεκτή μερικώς στην ουσία.

Με την 487/2018 απόφαση του εφετείου, οι εφέσεις, αφού συνεκδικάσθηκαν, έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν στην ουσία και έτσι επικυρώθηκε η 46/2017 πρωτόδικη απόφαση. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/ 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016 κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015].

Οι αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν [άρθρα 246, 573 παρ.1 ΚΠολΔ]. Ασκήθηκαν δε, κατά τα παραπάνω, η υπό στοιχείο (α) στις 31.10.2019 και η υπό στοιχείο (β) στις 23.11.2018, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από τις 15.10.2018 -ημερομηνία δημοσιεύσεως της 487/2018 αποφάσεως- δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της αποφάσεως αυτής, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.

Μετά ταύτα, οι αιτήσεις αναιρέσεως είναι παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους [άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].

(Α).- Ως προς την α π ό 24.10.2019 αίτηση αναιρέσεως της Μ. Κ. του Σ. Οι λόγοι αναιρέσεως, τρεις (3) συνολικά, περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: Ο πρώτος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ περιέχει την αιτίαση ότι η 487/2018 απόφαση του εφετείου έκρινε την από 26.5.2015 αγωγή μη νόμιμη, κατά το κεφάλαιο που αφορά το "επίδομα εξομάλυνσης για το χρονικό διάστημα από την 1.7.2012 και εντεύθεν", επικυρώνοντας την 46/2017 πρωτόδικη απόφαση.

Εν τούτοις, η αγωγή, κατά το κεφάλαιο αυτό, ήταν νόμιμη και έτσι το εφετείο ευθέως παραβίασε "το άρθρο 2 παράγραφοι 4 και 6 της 6/2012 Π.Υ.Σ., σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ.6 ν. 4046/2012 και με την 50/2010 Δ.Α. για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ." (σελίδες 17, 18). Ειδικότερα, αναφέρεται ότι "το εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε το λεγόμενο ''επίδομα εξομάλυνσης'' στην περίπτωση των καταργούμενων επιδομάτων της διάταξης του άρθρου 2 παρ.4 της 6/2012 Π.Υ.Σ., ενώ αν είχε προβεί στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό του, θα το είχε υπαγάγει στην κατηγορία του ''βασικού μισθού'' που σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη διατηρείται και μετά την πάροδο του τριμήνου από τη λήξη της ισχύος της 50/2010 Δ.Α." (σελ. 18).

Στον ίδιο λόγο, η αναιρεσείουσα (Μ. Κ.) παραθέτει τα νομικά επιχειρήματά της, που κατατείνουν να γίνει δεκτή η εκδοχή της ότι δικαιούται "το επίδομα εξομάλυνσης, ως τμήμα του βασικού μισθού, όπου ενσωματώθηκαν οι επί 20ετία χορηγηθείσες αυξήσεις μέσω της ρήτρας Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής / Α.Τ.Α." (σελίδες 4, 15, 16).

Ο δεύτερος λόγος περιέχει, με την επίκληση του 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη "πράγματα", που παραδεκτώς προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το εφετείο "ευθέως απέρριψε τον μοναδικό λόγο της από 8.12.2017 εφέσεώς της και δεν έλαβε υπ' όψη όσα κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό ισχυρίσθηκε, με το μοναδικό λόγο της εφέσεώς της για το ιστορικό καθιερώσεως του λεγόμενου ''επιδόματος εξομάλυνσης'', τον αληθή χαρακτήρα της ένδικης μισθολογικής παροχής ως τμήματος του βασικού μισθού και ότι αυτό το επίδομα ενσωματώνει τις αυξήσεις, που χορηγούνταν με το μηχανισμό της Α.Τ.Α.

επί 20ετία και ότι δεν ρυθμίζεται από τις τελευταίες (μετά το έτος 2003) κλαδικές ρυθμίσεις, ως επίδομα, αλλά ότι απλώς και μόνο εμφανίζεται υπό τον τίτλο ''επίδομα εξομάλυνσης'' στους πίνακες αποδοχών που συνοδεύουν τις κλαδικές Σ.Σ.Ε. και Δ.Α." (σελ. 18). Ο τρίτος λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ την αιτίαση ότι το εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου (ανεπαρκής αιτιολογία) "το άρθρο 2 παρ.4 της 6/2012 Π.Υ.Σ.".

Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι η 487/2018 απόφαση του εφετείου "δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε αιτιολογία επί του ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εάν το λεγόμενο ''επίδομα εξομάλυνσης'' συνιστά επίδομα ή τμήμα του βασικού μισθού ώστε να γίνει ορθά η υπαγωγή στις κατά το άρθρο 2 παρ.4 της 6/2012 Π.Υ.Σ.

διατηρούμενες ή καταργούμενες αντίστοιχα μισθολογικές παροχές" (σελίδες 18 - 19).

Επί των λόγων αυτών αναιρέσεως και εν όψει των όσων εκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις, λεκτέα τα εξής: Ο πρώτος λόγος, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν εκτίθεται πλήρως και σαφώς η ιστορική βάση της αγωγής δηλ. δεν αναφέρονται πλήρως και σαφώς, τα πραγματικά περιστατικά, που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί στην αγωγή προκειμένου να τη θεμελιώσει, κατά το κεφάλαιο για το ''επίδομα εξομάλυνσης'' ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το εάν η απόρριψη της αγωγής, ως μη νόμιμης κατά το κεφάλαιο αυτό, συνιστά (ή όχι) παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, εκτίθεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, καθ' όσον αφορά αυτό το λόγο, μόνο η οικεία νομική σκέψη της 487/2018 αποφάσεως του εφετείου (σελίδες 4 - 5). Ο δεύτερος λόγος από το άρθρο 8 εδ. (β) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος κυρίως διότι όσα η αναιρεσείουσα προβάλλει -και συνιστούν το περιεχόμενο του μοναδικού λόγου της από 8.12.2017 εφέσεώς της- είναι νομικά επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεών της σε σχέση με το ''επίδομα εξομάλυνσης'' και δεν αποτελούν "πράγματα".

Ο τρίτος λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται σε ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλ. σε κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως, αφού η 487/2018 απόφαση του εφετείου έκρινε την αγωγή κατά το κεφάλαιο για ''το επίδομα εξομάλυνσης'' στο χρονικό διάστημα "από 1.7.2012 και εντεύθεν" μη νόμιμη.

Άλλος λόγος προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 24.10.2019 αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

(Β).- Ως προς την από 22.11.2018 αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ''...'' Στην προκειμένη περίπτωση, ο μοναδικός λόγος περιέχει κατ' εκτίμηση τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το εφετείο στην 487/2018 απόφαση, (i).- παραβίασε ευθέως, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και (ii).- παραβίασε εκ πλαγίου (αντιφατική αιτιολογία), με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, "τα άρθρα 4 και 5 παρ. 2 εδ. (β) του π.δ. 246/2006, 174 και 180 ΑΚ" και έτσι έκρινε ως "νόμω αβάσιμη", ενώ ήταν νόμιμη, την ένσταση που νομίμως προτάθηκε για έλλειψη του ιατρικού πιστοποιητικού υγείας και εντεύθεν ακυρότητα της επίμαχης συμβάσεως, επικυρώνοντας την 46/2017 πρωτόδικη απόφαση (σελίδες 3, 4, 5).

Εν τούτοις, η ένσταση ήταν νόμιμη κατά τις προηγούμενες διατάξεις "των άρθρων 4 και 5 παρ.2 εδ. (β) του π.δ. 246/2006". Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις, ο μοναδικός λόγος, ως προς αμφότερες τις μερικότερες αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος και ειδικότερα: Καθ' όσον αφορά την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίαση είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν εκτίθενται πλήρως και σαφώς τα πραγματικά γεγονότα, που ο αναιρεσείων, ως εναγόμενος στην από 26.5.2015 αγωγή, είχε επικαλεσθεί προκειμένου να θεμελιώσει την ένσταση και έτσι να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το εάν η απόρριψη ως μη νόμιμης αυτής (ενστάσεως) συνιστά ή δεν συνιστά παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, στο δικόγραφο της αναιρέσεως εκτίθεται η οικεία νομική σκέψη της 487/2018 αποφάσεως του εφετείου για την απόρριψη ως μη νόμιμης της ενστάσεως(σελ. 4). Καθ' όσον αφορά την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται σε ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλ.

σε κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως, εφ' όσον η 487/2018 απόφαση του εφετείου έκρινε την ένσταση αυτή μη νόμιμη.

Μετά ταύτα, η από 22.11.2018 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Η αναιρεσείουσα στην από 24.10.2019 αίτηση αναιρέσεως Μ. Κ., ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας ''...'', κατά το βάσιμο αίτημα της τελευταίας. Επίσης, η αναιρεσείουσα στην από 22.11.2018 αίτηση αναιρέσεως ανώνυμη εταιρία ''...'', ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης Μ. Κ., κατά το βάσιμο αίτημα της τελευταίας, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό [άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις αιτήσεις (α).- από 24.10.2019 (Ε.Κ. 49/31.10.2019 - Εφετείο Λάρισας) και (β).- από 22.11.2018 (Ε.Κ. 65/23.11.2018 - Εφετείο Λάρισας) για αναίρεση της 487/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αμφότερες τις αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολό τους.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην από 24.20.2019 αίτηση αναιρέσεως Μ. Κ. στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας ''...'', που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην από 22.11.2018 αίτηση αναιρέσεως ανώνυμη εταιρία ''...' στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης Μ. Κ., που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Αυγούστου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ