Legislator Case Law & Legislation
1399/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy revocation, ruling arguments inadmissible due to lack of impact on independent grounds.

Case Number 1399/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to revoke a bankruptcy ruling. The State argued that the bankruptcy should be revoked because no creditors appeared to verify claims and because only one creditor existed, making the distribution process unnecessary. The Court held that the lower court's decision rested on two independent grounds, meaning the State's attack on the second ground was inadmissible as it did not affect the first valid ground supporting the judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 74 of Law 4690/2020; Article 758 of the Code of Civil Procedure; Article 975 of the Bankruptcy Law: When a judgment rests on multiple independent grounds, an appeal challenging only one of those grounds is inadmissible if the remaining grounds suffice to support the decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal independent grounds bankruptcy revocation creditor verification procedural admissibility Code of Civil Procedure bankruptcy law

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 74 of Law 4690/2020
Article 758 of the Code of Civil Procedure
Article 975 of the Bankruptcy Law

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1399 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1399/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από:

(α) τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα,

(β) την ανεξάρτητη διοικητική αρχή με την επωνυμία «ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ», εδρεύουσα ομοίως ως άνω, νομίμως εκπροσωπουμένη από τον Διοικητή της και, ειδικότερα εν προκειμένω, (γ) τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, που κατοικοεδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής.

Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την από 23.09.2021 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) τελούσας σε πτώχευση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΡΟΤΡΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΙΝΗΤΗΡΩΝ» και τον διακριτικό τίτλο «ΑΡΟΤΡΙΟΣ Α.Ε.Β.Ε.», που εδρεύει στη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα

και

2) Β. Λ. του Π., κατοίκου …, με την ιδιότητα του οριστικού συνδίκου της πτώχευσης, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.09.2003 δήλωση περί αναστολής πληρωμών της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2004 και 1019/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3247/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12.12.2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 462/2019, ΑΠ 294/2019). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 119/2019).

Περαιτέρω, στο άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/3.5.2020 (ΦΕΚ Α'104), που περιλαμβάνει διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων μετά την αναστολή λειτουργίας τους προς αντιμετώπιση του ιού COVID-19 κατά το διάστημα από 16.03.2020 έως 31.05.2020, ορίζεται ότι «Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.05.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα».

Επίσης, στην ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, που περιλαμβάνει διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων μετά την αναστολή λειτουργίας τους προς αντιμετώπιση του ιού COVID-19, oρίζεται ότι «Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα».

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση που η συζήτηση αίτησης αναιρέσεως ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαιτίας του ιού COVID-19, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον ένα διάδικο στον άλλο για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο του δικαστηρίου, που γίνεται από το γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη νέα δικάσιμο.

Κατ’ αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα, προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα δικάσιμο, διάδικος, είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ’ αριθ. …/21.6.2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Μαρίας Μ. Ντούπη, που επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι με επιμέλειά του κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως και οι δύο αναιρεσίβλητοι, με επίδοση, προς τον δεύτερο εξ αυτών, υπό την ιδιότητά του αφενός ως οριστικού συνδίκου της πτώχευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και αφετέρου ως αντικλήτου της τελευταίας, κατ’ άρθρο 6Α παρ. 1 του Διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 «Περί Κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου» (Α'139), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α’ 237), ακριβούς αντιγράφου του δικογράφου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήσης προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικάσιμο της 25.05.2020 ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά την οποία η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας COVID-19.

Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 (Α’ 104), εκδόθηκε η από 02.09.2020 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ως νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης η 08.03.2021 και ώρα 09.30, ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου και, παράλληλα, με πρωτοβουλία του Γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο με αύξοντα αριθμό …, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η, κατά τα ανωτέρω, οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 74 παρ. 2 ν. 4690/2020).

Όμως και κατά τη νέα αυτή δικάσιμο δεν εκφωνήθηκε η υπόθεση λόγω της εκ νέου αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας COVID-19. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, εκδόθηκε η από 12.05.2021 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ως νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμος (27.09.2021 και ώρα 09.30), ενώ, παράλληλα, με πρωτοβουλία του Γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο με αύξοντα αριθμό …, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αφού πρόκειται για υπόθεση με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στη νέα αυτή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά στο οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει ότι η οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 83 παρ. 2 ν. 4790/2020), πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει χωρίς την παρουσία τους, αφού δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτών, κατά τη σημερινή δικάσιμο (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων εκδοθείσα με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υπ' αριθ. 3247/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία (αφού συνεκδικάσθηκαν η από 11.05.2015 έφεση του αναιρεσείοντος και η κύρια παρέμβαση που άσκησε ο Κ. Ν. Φ., ως τελευταίος, πριν από την κήρυξη σε πτώχευση της πρώτης αναιρεσίβλητης, νόμιμος εκπρόσωπος αυτής) απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1019/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο ανακάλεσε την υπ’ αριθ. 67/26.1.2004 απόφασή του, με την οποία κηρύχθηκε σε πτώχευση η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, κατόπιν παραδοχής της υπ’ αριθ. 1405/30.5.2013 εκθέσεως, περί ανακλήσεως, της Εισηγήτριας της πτώχευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης (ενώ απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης προδικασίας για την άσκησή της, η κύρια παρέμβαση, που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Με το άρθρο 181 του, κυρωθέντος με το ν. 3588/2007, Πτωχευτικού Κώδικα, από την έναρξη ισχύος του, ήτοι από την 16η Σεπτεμβρίου 2007 (άρθρο 180 του ιδίου Κώδικα), καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 525-707 του Εμπορικού Νόμου, ο α.ν. 635/1937 και το άρθρο 44 ΕισΝΚΠολΔ (ήτοι, περιπτ. α', β' και η', αντίστοιχα, του άνω άρθρου, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα), αλλά «με την επιφύλαξη της διάταξης του επόμενου άρθρου», δηλαδή του περιλαμβάνοντος τις μεταβατικής φύσεως διατάξεις άρθρου 182, το οποίο στην παρ. 2 εδ.

α' ορίζει ότι «Οι προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών». Ως «εκκρεμείς» δε διαδικασίες είναι, μεταξύ άλλων, εκείνες για τις οποίες είχε ήδη υποβληθεί αίτηση κήρυξης πτώχευσης πριν από την 16 Σεπτεμβρίου 2007, όπως στην παρούσα πτώχευση (βλ. Εισηγ.

Έκθ. Ν. 3588/2007 άρθ. 182, ΑΠ 684/2013). Με τις διατάξεις του άρθρου 13 του α.ν. 635/1937, που καταργήθηκε μεν, όπως αναφέρθηκε, κατά το άρθρο 181 ΠτΚ, αλλά ισχύει για τις πτωχεύσεις (εκκρεμείς) που κηρύχθηκαν πριν από την 16.09.2007 (όπως για την παρούσα πτώχευση), υπό τον όρο, κατά τη διάταξη του άρθ. 182 παρ. 3 ΠτΚ, να μην έχει παρέλθει διάστημα είκοσι (20) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης, προβλεπόταν το ειδικό («ιδιόμορφο») ένδικο μέσο της αίτησης ανάκλησης της πτώχευσης.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του α.ν. 635/1937, η απόφαση που κήρυξε την πτώχευση δύναται να ανακληθεί από το δικαστήριο που κήρυξε αυτήν, κατόπιν αιτήσεως του πτωχεύσαντος, κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, η απόφαση εκδίδεται «κλητευομένου του συνδίκου και επί τη εκθέσει του εισηγητού», εάν ικανοποιήθηκαν ή συναινούν στην ανάκληση όλοι οι πιστωτές που έλαβαν μέρος στη δίκη περί κηρύξεως της πτωχεύσεως ως και οι εμφαινόμενοι στο φάκελο της πτώχευσης, η ικανοποίηση δε και η συναίνεση αποδεικνύεται μόνον εγγράφως.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 525 του Εμπορικού Νόμου, με την οποία συγχωρείται στο πτωχευτικό δικαστήριο η αυτεπάγγελτη κήρυξη της πτωχεύσεως, και 758 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία παρέχει δικαίωμα ανακλήσεως των κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εκδιδομένων αποφάσεων, στις οποίες, κατ’ άρθρο 44 του ΕισΝΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και εκείνες που κηρύσσουν την πτώχευση, προκύπτει ότι οι τελευταίες, οι οποίες δύνανται αυτεπαγγέλτως να εκδοθούν, δύνανται και να ανακληθούν ομοίως από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, εάν περιέλθουν σ' αυτό μεταγενέστερα στοιχεία, τα οποία αίρουν την προϋπόθεση της κηρύξεως, δηλαδή την παύση των πληρωμών του οφειλέτη εμπόρου, ή καθιστούν αδύνατη την περαιτέρω εξακολούθηση της πτωχευτικής διαδικασίας, όπως είναι η ικανοποίηση των πιστωτών, η μη προσαγωγή από τους εξ αυτών αναγγελθέντες εμπροθέσμως, κατά το άρθρο 583 ΕμπΝ, των τίτλων τους, η μη εξέλεγξη των πιστώσεών τους ή και η ύπαρξη ενός μόνον εξελέγξαντος πιστωτή, δια του οποίου ούτε συγκρότηση ομάδας πιστωτών είναι νοητή ούτε διανομή του προϊόντος της εκκαθαρίσεως της πτωχευτικής περιουσίας.

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρ. 542 του Εμπορικού Νόμου (εφαρμοζομένου εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα), που επιτάσσει ο Εισηγητής της πτωχεύσεως, έχοντας, κατά την αυτή διάταξη, καθήκον να επιτηρεί τις εργασίες της πτωχεύσεως και διατηρεί αυτήν, να υποβάλει στο πτωχευτικό δικαστήριο έκθεση για όλες τις αναφυόμενες στην πτώχευση διενέξεις και την εν γένει κατάσταση της πτωχεύσεως, προκύπτει ότι τα άνω στοιχεία που δίνουν στο δικαστήριο λαβή προς ανάκληση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση, δύναται να αρυσθεί τούτο και από την έκθεση αυτή του Εισηγητή.

Τέλος, η, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρ. 13 του α.ν. 635/1937, τιθέμενη, προς ανάκληση της κηρύξασας την πτώχευση αποφάσεως, προϋπόθεση της προηγούμενης ικανοποιήσεως των πιστωτών που έλαβαν μέρος στη δίκη περί κηρύξεως της πτωχεύσεως ως και εκείνων που εμφαίνονται στο φάκελο της πτωχεύσεως ή της συναινέσεως αυτών, απαιτείται για την περίπτωση κατά την οποία η ανάκληση ζητείται προ της παρόδου της προς εξέλεγξη των πιστώσεων προθεσμίας, στην οποία, ως τη συνήθη περίπτωση, απέβλεπε η προπαρατεθείσα διάταξη. Αντιθέτως, μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, χωρίς ουδείς πιστωτής να εμφανισθεί ή εάν εμφανισθεί ένας μόνο πιστωτής, οπότε επίσης δεν δύναται να συνεχισθεί η πτώχευση, δεν απαιτείται η απόδειξη της ικανοποιήσεως των από την άνω διάταξη μνημονευόμενων πιστωτών ή η συναίνεση αυτών και αρκεί η έκθεση του εισηγητή δικαστή (ΑΠ 170/1981).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, 6/2006).

[III] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα:

«| Δυνάμει της με αριθμό 67/26.1.2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, κατόπιν της από 23.09.2003 δήλωσης παύσης πληρωμών της ιδίας, η (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) εταιρεία με την επωνυμία «ΑΡΟΤΡΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΙΝΗΤΗΡΩΝ (ΠΡΩΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ:

ΚΗD ΕΛΛΑΣ ΝΤΟΙΤΣ ΦΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ», με τον διακριτικό τίτλο «ΑΡΟΤΡΙΟΣ ΑΕΒΕ»). Ως χρόνος παύσης πληρωμών ορίστηκε η 23.09.2003, ενώ με την με αριθμό 557/2014 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, οριστικός σύνδικος της εν λόγω πτωχεύσεως ορίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Β. Λ. (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος).

Μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους κατά της ως άνω πτωχής και κατατάχθηκαν τυχαία, η Σ. Τ., για το ποσό των 39.007,19 ευρώ, ο Κ. Τ., για το ποσό των 4.534,55 ευρώ και η Ε. Τ. για το ποσό των 10.308,87 ευρώ. Ως χρόνος επαλήθευσης των απαιτήσεων των αναγγελθέντων πιστωτών ορίστηκε το χρονικό διάστημα από12.06.2009 μέχρι 21.06.2009.

Ωστόσο κανείς από τους ανωτέρω αναγγελθέντες δανειστές δεν εμφανίστηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας προκειμένου να επαληθεύσει τις απαιτήσεις του αλλά και κανείς των ανωτέρω πιστωτών άσκησε ανακοπή για την επαλήθευση των απαιτήσεών του κατά της «ΑΡΟΤΡΙΟΣ ΑΕΒΕ». Ανήγγειλε επίσης τις απαιτήσεις του και κατατάχθηκε προνομιακώς σύμφωνα με το άρθρο 975 παρ. 1 αρ. 5 ΚΠολΔ το Ελληνικό Δημόσιο, δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

ΦΑΕ Αθηνών (ήδη αναιρεσείον) για το ποσό των 51.454.520,20 ευρώ, του οποίου όμως η απαίτηση ως προνομιακή δεν υπολογίζεται στη δημιουργία πτωχευτικής ομάδας, καθόσον το τελευταίο έχει τη δυνατότητα να ικανοποιηθεί απευθείας με αναγκαστική εκτέλεση κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ και δεν υπάγεται υποχρεωτικά στην πτωχευτική διαδικασία.

Άλλωστε, η εμφάνιση ενός μόνο πιστωτή ούτε συνέλευση συγκροτεί ούτε διανομή δικαιολογεί σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην εν λόγω νομική σκέψη.

Στη συνέχεια, η Εισηγήτρια της πτώχευσης, με τη με αριθμό 1405/3.5.2013 Έκθεσή της προς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εισηγήθηκε την ανάκληση της με αριθμό 67/26-1-2004 απόφασης, με την οποία είχε κηρυχθεί η πτώχευση, λόγω του ότι από τους αναγγελθέντες στην πτώχευση πιστωτές κανείς δεν επαλήθευσε την απαίτησή του, μοναδικός δε πιστωτής της πτώχευσης παρέμενε το αναγγελθέν Ελληνικό Δημόσιο για το ποσό των 51.454.520,20 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, έκανε δεκτή την Έκθεση της Εισηγήτριας της πτώχευσης και ανακάλεσε τη με αριθμό 67/26.1.2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κηρύξει σε κατάσταση πτώχευσης την εταιρεία με την επωνυμία «ΑΡΟΤΡΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ» με τον διακριτικό τίτλο «ΑΡΟΤΡΙΟΣ ΑΕΒΕ».

Το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο έφεσής του παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 758 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ και 13 παρ. 2 ν. 635/1937, δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την ανάκληση της πτώχευσης της οφειλέτιδας του Ελληνικού Δημοσίου «ΑΡΟΤΡΙΟΣ ΑΕΒΕ», εφόσον οι υπόλοιποι πλην του Ελληνικού Δημοσίου πιστωτές, Σ. Τ., Κ. Τ. και Ε. Τ. δεν προκύπτει ότι ικανοποιήθηκαν για τις απαιτήσεις τους ή συναίνεσαν στην ανάκληση (όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 ν. 635/1937), ούτε περαιτέρω προέκυψαν «νέα πραγματικά περιστατικά» ή οποιαδήποτε άλλη «μεταβολή συνθηκών» (όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 758 ΚΠολΔ για την ανάκληση της πτώχευσης). Όπως όμως αναφέρεται και στην ανωτέρω νομική σκέψη, η ανάκληση της πτωχεύσεως γίνεται και όταν κατά την επαλήθευση των πιστώσεων δεν εμφανίσθηκε κανένας πιστωτής ή εμφανίσθηκε μόνο ένας (...) όπως στην προκείμενη περίπτωση. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον κανένας πιστωτής δεν προσήλθε προς επαλήθευση των απαιτήσεών του κατά την ορισθείσα ημερομηνία και κανένας δε ζήτησε με ανακοπή την εξέλεγξη των πιστώσεών του, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 13 του α.ν. 635/1937 (...). Επομένως, ο ανωτέρω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος|».

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 13 α.ν. 635/1937 και 758 παρ. 1 ΚΠολΔ για την ανάκληση της κηρύξασας την πτώχευση απόφασης, απέρριψε, ακολούθως, κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει με όμοιο τρόπο.

[ IV] Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 2 του α.ν. 635/1937 και 758 παρ. 1 του ΚΠολΔ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον υπό τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του, δηλαδή ότι κατά την εξέλεγξη των πιστώσεων και εντός της προς τούτο ορισθείσας προθεσμίας, ουδείς των ανωτέρω αναγγελθέντων πιστωτών εμφανίστηκε προς επαλήθευση των απαιτήσεών του αλλά και ουδείς των πιστωτών τούτων ζήτησε με ανακοπή την επαλήθευση απαιτήσεώς του κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και ότι, έτσι, μοναδικός πιστωτής παρέμεινε το Ελληνικό Δημόσιο, του οποίου η απαίτηση ως προνομιακή δεν υπολογίζεται στη δημιουργία πτωχευτικής ομάδας, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την ανάκληση της άνω πτωχευτικής αποφάσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται η απόδειξη της ικανοποίησης ή της συναίνεσης των από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 13 α.ν. 635/1937 μνημονευόμενων πιστωτών και αρκεί προς ανάκληση της πτωχευτικής αποφάσεως η έκθεση του εισηγητή δικαστή της πτώχευσης, περί της ανάγκης ανακλήσεως, από την οποία και δύναται το δικαστήριο να αρυσθεί στοιχεία προς αυτεπάγγελτη ανάκληση της πτωχευτικής απόφασης.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, ο πρώτος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

[V] Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 383/2017).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής των, κατ’ άρθρο 758 παρ. 1 ΚΠολΔ, προϋποθέσεων για την ανάκληση της πτωχευτικής αποφάσεως, διέλαβε, όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δύο επάλληλες αιτιολογίες, από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Η πρώτη συνίσταται στο ότι στην κηρυχθείσα ένδικη πτώχευση, κατά την εξέλεγξη των πιστώσεων και εντός της προς τούτο ορισθείσας προθεσμίας, ουδείς των ανωτέρω αναγγελθέντων πιστωτών εμφανίστηκε προς επαλήθευση των απαιτήσεών του αλλά και ουδείς πιστωτής ζήτησε με ανακοπή την εξέλεγξη απαιτήσεώς του κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι η απαίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ανήγγειλε, επίσης, απαιτήσεις του, συνολικού ποσού 51.454.520,20 ευρώ, και κατατάχθηκε προνομιακώς κατ' άρθρο 975 παρ. 1 αρ. 5 ΚΠολΔ, δεν υπολογίζεται, ως προνομιακή, στη δημιουργία πτωχευτικής ομάδας, καθόσον αυτό (αναιρεσείον) έχει τη δυνατότητα να ικανοποιηθεί απευθείας με αναγκαστική εκτέλεση κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ και δεν υπάγεται υποχρεωτικά στην πτωχευτική διαδικασία.

Επιπροσθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με δεύτερη (επάλληλη) αιτιολογία ότι η ανάκληση της πτώχευσης γίνεται και με την ύπαρξη ενός μόνο εξελέγξαντος πιστωτή, αφού, στην περίπτωση αυτή, ούτε συγκρότηση ομάδας πιστωτών είναι νοητή ούτε διανομή του προϊόντος της εκκαθαρίσεως της πτωχευτικής περιουσίας.

Το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη δεύτερη αυτή επάλληλη αιτιολογία της. Ωστόσο, εφόσον το διατακτικό της προσβαλλομένης στηρίζεται αυτοτελώς στις δύο ανωτέρω επάλληλες κύριες αιτιολογίες και με την αίτηση αναιρέσεως δεν πλήττεται η πρώτη εξ αυτών, ο παραπάνω λόγος προβάλλεται αλυσιτελώς και κρίνεται πρωτίστως απαράδεκτος. Σε κάθε δε περίπτωση, ο αυτός αναιρετικός λόγος ελέγχεται και ως αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, η απόφαση που κήρυξε την πτώχευση δύναται να ανακληθεί και όταν κατά την επαλήθευση των πιστώσεων εμφανίσθηκε μόνο ένας πιστωτής, οπότε δεν δύναται να συνεχισθεί η πτωχευτική διαδικασία.

[VI] Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3247/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι ερημοδικούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.12.2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3247/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ