Legislator Case Law & Legislation
1399/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against child sexual abuse conviction, rejecting defense's prior good conduct argument.

Case Number 1399/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for child sexual abuse, ruling the lower court's decision valid. The defense argued the appellant had a clean record and good post-crime behavior, but the court found no evidence of such conduct. Consequently, the court rejected the claim that these factors constituted mitigating circumstances.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339, 84, 510 of the Criminal Code; The court must reject vague claims of mitigating circumstances lacking factual basis, and an appeal based solely on such unsubstantiated assertions is inadmissible.

Keywords

AI generated
child sexual abuse mitigating circumstances clean criminal record good post-crime behavior inadmissible appeal Criminal Code Greece Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Article 339 of the Criminal Code
Article 84 of the Criminal Code
Article 510 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Organization of the Courts
Article 183 of the Code of Organization of the Courts
Article 578 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1399 / 2020 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1399/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ναυσικά Φράγκου, Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 22 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Λ. του Τ., κρατουμένου Φυλακών Τριπόλεως, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Μιχοπούλου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 61, 62, 63/2019 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Γ. Κ. του Ν., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καπελλάκη.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19-2-2020 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 335/2020.

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ. 4/19-2-2020 αίτηση του Σ. Λ. του Τ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τρίπολης, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 61, 62, 63/2019 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473§§2 και 3, εδ. α του ΚΠΔ, βιβλίο, στις 3-2-2020, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με δήλωση του έχοντος την προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ενώπιον του Γραμματέα του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου.

Επομένως, είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466§1, 473 §§2 και 3, 474§2 504§1, και 505 του ΚΠΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 339§1 του ΠΚ "Όποιος ενεργεί γενετήσια πράξη με πρόσωπο νεότερο από δεκαπέντε (15) ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351Α, ως εξής:

α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, με κάθειρξη, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη έως δέκα έτη και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από την ως άνω διάταξη, που έχει ως σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της γενετήσιας πράξης με ανήλικο (αποπλάνησης παιδιού κατά τον προϊσχύσαντα ΠΚ), απαιτείται η τέλεση γενετήσιας πράξης με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σε αυτήν ως προς την ηλικία διακρίσεις και προβλεπόμενες αντίστοιχα ποινές, η οποία, αντικειμενικά μεν, προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη.

Με την έννοια αυτή, η οποία προτιμήθηκε γενικώς από τον νομοθέτη κατά τη σύνταξη του νέου ΠΚ στην Αιτιολογική Έκθεση του οποίου επεξηγείται ότι "Ο όρος γενετήσια πράξη", έχει την έννοια που προσδιορίζει η νομολογία και η επιστήμη. Πρόκειται για τη συνουσία και άλλες πράξεις με την ίδια βαρύτητα από πλευράς προσβολής του εννόμου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας''.

Κατά συνέπεια, πράξεις με έντονο σεξουαλικό χαρακτήρα, όπως είναι η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων του ανηλίκου, οι οποίες κατατείνουν στην γενετήσια ικανοποίηση του δράστη και την προσβολή της γενετήσιας ελευθερίας του θύματος, θεωρούνται γενετήσιες πράξεις κατά τον νέο ΠΚ. Τα παραπάνω είναι σύμφωνα και με το άρθρο 36§§1 και 2 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, που κυρώθηκε με το Ν. 4531/ 2018 και έχει υπερνομοθετική ισχύ.

Επί πλέον απαιτείται δόλος, δηλαδή ο δράστης πρέπει να γνωρίζει, ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των 15 ετών, αρκεί, όμως, ως προς το σημείο αυτό και ο ενδεχόμενος δόλος, που υπάρχει όταν ο δράστης αμφιβάλλει ως προς την ηλικία του παθόντος (Ολ. ΑΠ. 3/2018, ΑΠ 474/2020).

Από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτό, αλλά πρέπει με βεβαιότητα να προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθμόν 61-62,63/13-11-2019 καταδικαστικής απόφασης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που δίκασε κατ' έφεση, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της τέλεσης γενετήσιας πράξης με ανήλικο που είχε συμπληρώσει τα δώδεκα, αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη (άρθρο 339§1, περ.

β του ΠΚ) και του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε (5)ετών. Όπως δε προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε αυτή, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των λεπτομερώς κατ' είδος αναφερομένων στο προοίμιο του σκεπτικού της αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τη χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, τα έγγραφα και τα πρακτικά της πρωτοδίκου αποφάσεως που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την απολογία του κατηγορουμένου αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Κατά τη συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2013 ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λευκάδας, όπου εκδικαζόταν ποινική υπόθεση, στην οποία ο πολιτικώς ενάγων ήταν κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας βιασμού και της ληστείας, που φέρεται να είχαν λάβει χώρα στο Αγρίνιο Αιτ/νίας στις 10-8-2012, ο τελευταίος, ο οποίος γεννήθηκε στις 29-6-1989, αποκάλυψε, κατά την απολογία του, ότι στο παρελθόν ο κατηγορούμενος είχε τελέσει σε βάρος αυτού (πολιτικώς ενάγοντος) τις αξιόποινες πράξεις του βιασμού κατ' εξακολούθηση, της αποπλάνησης παιδιού που είχε συμπληρώσει τα δώδεκα, αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη κατ' εξακολούθηση και της αποπλάνησης παιδιού που είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα, όχι όμως τα δεκαπέντε έτη.

Ειδικότερα, ο πολιτικώς ενάγων απολογούμενος τότε κατέθεσε, μεταξύ άλλων, επί λέξει τα εξής: "Μου συνέβη και κάτι στη ζωή μου, γνώρισα κάποιον σε ένα ροκάδικο ονόματι Λ. Σ., από το ..., μένει στο ..., που είχε μια καφετέρια με το όνομα ... και την έκλεισε πριν από δύο - τρία χρόνια. Τότε ήμουν 14 ετών. Αυτός πήγαινε σε ένα ροκάδικο και πούλαγε προστασία.

Τώρα δουλεύει σε κάποιον Κ. που έχει μηχανήματα οξυγόνου. Στο ροκάδικο τον γνώρισα και τον είχα ως πρότυπο. Τα έχω ζήσει αυτά ως πραγματικά περιστατικά. Τον πρώτο καιρό ήταν όλα καλά, μετά άρχισε να μου την πέφτει. Μου ζήτησε και πήγαμε στο σπίτι της αδελφής του για να δούμε κάτι CD. Η αδελφή του λέγεται Δ.

Λ.. Σταμάτησε σ' ένα περίπτερο για να πάρει μπύρες, πήγαμε στο σπίτι και με απειλούσε ότι θα κάνει κακό στους γονείς μου και εγώ φοβήθηκα. Άρχισε να μου την πέφτει και υπέκυψα στο ότι έγινε μετά. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι που έγινα 18 ετών με απειλές. Όταν άρχισε να δουλεύει στον Κ., επειδή πήγαινε δρομολόγια με παράτησε.

Είπα στην αδελφή μου ότι ο Σ. μου ζήτησε να πειραματιστούμε, αυτή δεν το είπε σε κανέναν. Το είπα και σε ένα συγκατηγορούμενό μου και στο γιατρό και μετά το είπα στην οικογένειά μου". Αντίγραφα πρακτικών της δίκης ενώπιον του ΜΟΔ Λευκάδας διαβιβάσθηκαν στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμ/κών Αγρινίου, ο οποίος άσκησε ποινική δίωξη για τις προαναφερόμενες πράξεις και μετά τη διενέργεια κύριας ανάκρισης εκδόθηκε το υπ' αριθ. 106/2017 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αγρινίου, με το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος να δικαστεί για τις πράξεις του βιασμού κατ' εξακολούθηση και της αποπλάνησης παιδιού που είχε συμπληρώσει τα δώδεκα, αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη κατ' εξακολούθηση, ενώ έπαψε οριστικά την ποινική δίωξη για την πράξη της αποπλάνησης παιδιού, που είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα, όχι όμως τα δεκαπέντε έτη λόγω παραγραφής.

Με την πρωτόδικη απόφαση ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος αποπλάνησης παιδιού, που είχε συμπληρώσει τα δώδεκα, αλλά όχι τα δέκα τέσσερα έτη, άπαξ τελεσθείσας και αθώος των λοιπών πράξεων. Περαιτέρω από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων, την άνοιξη του 2001 και σε ηλικία 12 ετών περίπου, όντας μαθητής της ΣΤ' δημοτικού γνώρισε σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος με το διακριτικό τίτλο "...

τον γεννηθέντα στις 23-1-1970 κατηγορούμενο, με τον οποίο έκτοτε ανέπτυξε φιλική σχέση. Η μεταξύ τους γνωριμία, δεδομένης της διαφοράς ηλικίας των είκοσι περίπου ετών, που τους χώριζε έλαβε χώρα στα πλαίσια του τρόπου ζωής, που είχε επιλέξει τον καιρό εκείνο ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος, παρά την ανηλικότητά του, σύχναζε σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφέ, μπαρ κ.λπ.), παραμελώντας τις σχολικές του υποχρεώσεις, αλλά και αδιαφορώντας για την αντίθετη κάποιες φορές άποψη, που εκδήλωναν οι γονείς του.

Ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος τότε διέμενε με την οικογένειά του στην πόλη του Αγρινίου, ανάλωνε τον περισσότερο χρόνο εκτός της οικίας των γονέων του, καταναλώνοντας, παρά την ανηλικότητά του, ποσότητες αλκοόλ, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προστριβές μεταξύ αυτού και των γονέων του. Περαιτέρω, οι καλλιτεχνικές ανησυχίες του πολιτικώς ενάγοντος, κυρίως μουσικές, αποτέλεσαν τον κύριο λόγο που αυτός ενθουσιάστηκε με την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος τον καιρό εκείνο ασχολείτο με την ξένη μουσική ("hard rock" και "heavy metal") και τη φωτογραφία, ενώ από το 2006 μέχρι το 2010 διατηρούσε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος με το διακριτικό τίτλο "...", που βρισκόταν στην πόλη του Αγρινίου.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι πριν από τις εξετάσεις του 2003, δηλαδή περί τα τέλη Μαΐου - αρχές Ιουνίου του 2003, όταν ο παθών ήταν μαθητής της Β' τάξης Γυμνασίου, οπότε είχε συμπληρώσει τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε την ηλικία του, δηλαδή ότι δεν είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη, δεδομένου ότι τον γνώριζε από την άνοιξη του 2001 ως μαθητή της ΣΤ' τάξης δημοτικού σχολείου κατά τα προρρηθέντα, του πρότεινε να μεταβούν στην οικία της αδελφής του Δ.

Λ., που βρισκόταν στην πόλη του Αγρινίου, υποσχόμενος να του εγγράψει δίσκους με μουσική και αυτός δέχθηκε να τον ακολουθήσει. Όταν μετέβησαν στην ανωτέρω οικία ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος είχε προηγουμένως καταναλώσει αλκοόλ, να βγάλει τα ρούχα του, όπως πράγματι έγινε και εν συνεχεία ο πρώτος ενήργησε γενετήσια πράξη, ήτοι παρά φύσιν συνεύρεση με τον δεύτερο.

Μάλιστα ο κατηγορούμενος είπε στον παθόντα ότι αν εκσπερματίσει μέσα του θα του ανήκει για πάντα, ενώ μετά το τέλος της συνουσίας ο κατηγορούμενος είπε " άλλος ένας άμυαλος νέος έπεσε στα δίκτυα του κακού S.". Το παραπάνω γεγονός εκμυστηρεύθηκε το 2004 ο παθών σε συμμαθητή του, ήτοι τον Γ. Π., ο τελευταίος όμως δεν τον πίστεψε, προσπάθησε ωστόσο να τον παρηγορήσει λέγοντάς του ότι και στη φυλακή γίνονται αυτά.

Την τελεσθείσα σε βάρος του αξιόποινη πράξη ανέφερε ο κατηγορούμενος το έτος 2013, ήτοι κατά τη διάρκεια της προσωρινής κράτησής του στο Κ.Κ. Κορυδαλλού, σε έναν συγκροτούμενο του, ήτοι τον Ν. Μ. Κ. και στον ψυχίατρο Α. Π., υπηρετούντα στην ψυχιατρική κλινική του ως άνω καταστήματος κράτησης, και ακολούθως στην οικογένειά του.

Ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αρνείται τη σε βάρος του κατηγορία, ισχυριζόμενος ότι γνώρισε τον παθόντα το πρώτον το 2004. Πλην όμως ο εν λόγω ισχυρισμός του αναιρείται από την κατάθεση του παθόντος, σύμφωνα με την οποία η γνωριμία του τελευταίου με τον κατηγορούμενο έγινε "το 2001 σε ένα ροκάδικο στο Αγρίνιο, το ...", που κρίνεται πειστική, γιατί ενισχύεται κυρίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ε.

Α. και Κ. Κ., ήτοι μητρός και αδελφής του παθόντος αντιστοίχως, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος είχε γνωρίσει τα μέλη της οικογένειας του παθόντος το 2001 επισκεπτόμενος αυτά, κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών τους, στη .... Κατόπιν αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά πλειοψηφία για τη γενετήσια πράξη που ενήργησε με πρόσωπο που είχε συμπληρώσει τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, όπως στο διατακτικό.

Ένα μέλος του Δικαστηρίου, ήτοι ο ένορκος Μ. Γ. είχε τη γνώμη ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί αθώος, καθόσον δεν αποδείχθηκε κατά τρόπο αναμφίβολο ότι διέπραξε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κατά πλειοψηφία ένοχο, απορρίπτοντας κατά πλειοψηφία το αίτημα αναγνώρισης στης συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυ¬ντικής περίστασης του άρθρου 84§2 α' ΠΚ και ομόφωνα εκείνης του άρθρου 84§2 ε' ΠΚ, του ότι: "Στο Αγρίνιο τέλη Μαΐου- αρχές Ιουνίου του 2003 ενήργησε άπαξ γενετήσια πράξη με πρόσωπο, το οποίο είχε συμπληρώσει τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη.

Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο ενήργησε παρά φύσιν συνεύρεση με τον Γ. Κ. του Ν., γεννηθέντα την 29-6-1989, κάτοικο ..., οδός ..., γνωρίζοντας ότι είχε συμπληρώσει τα δώδεκα, αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συ¬ντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της τέλεσης γενετήσιας πράξης με ανήλικο που είχε συμπληρώσει τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16,17,18 εδ.

β. 19, 26§1 εδ. α', 27,51,52,79 και 339§1, περ. β του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, όπως ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, (ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία), ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και απολογία κατηγορούμενου, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν ως άνω και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση.

Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια προσδιορίζονται, εξειδικεύονται κι αιτιολογούνται η επίδικη γενετήσια πράξη της παρά φύση συνεύρευσης του κατηγορούμενου με τον παθόντα, οι ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή έλαβε χώρα στις οποίες θεμελιώνεται η κρίση ότι επρόκειτο για πράξη με έντονο γενετήσιο χαρακτήρα, η οποία κατέτεινε στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και προσέβαλε, αφενός, την αγνότητα της παιδικής ηλικίας του πα¬θόντος ανηλίκου και αφετέρου την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξή του και τέλος η ηλικία του παθόντος ανηλίκου, γεννηθέντος την 29-6-1989, ο οποίος κατά το χρόνο τέλεσης της σε βάρος του πράξης (τέλη Μαΐου 2003 - αρχές Ιουνίου 2003), ήταν μαθητής της Β' Τάξης Γυμνασίου, δηλαδή, είχε συμπληρώσει τα δώδεκα, αλλά όχι και τα δεκατέσσερα έτη, και ότι την ηλικία του αυτή γνώριζε ο κατηγορούμενος, αφού είχε γνωρίσει τον παθόντα το έτος 2001, όταν αυτός ήταν ακόμη μαθητής της ΣΤ' τάξης του Δημοτικού Σχολείου και "κατά το ίδιο έτος (2001) είχε γνωρίσει και τα μέλη της οικογένειάς του (παθόντος), επισκεπτόμενος αυτά κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών τους στη ...", όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Είναι δε αβάσιμες και απορριπτέες οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί μη λήψης υπόψη από το δικάσαν Δικαστήριο όλων των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, καθόσον προκύπτει ευθέως από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από το σκεπτικό αυτής ότι ελήφθησαν υπόψη για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης όλα τα αναγραφόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων όλες οι καταθέσεις του υποστηρίζοντος την κατηγορία και εκείνες των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που αναφέρονται στο χρόνο και στον τόπο τέλεσης της σε βάρος του παθόντος πράξης, αλλά και τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα στα οποία διαλαμβάνονται τα σχετικά με τη διεύθυνση κατοικίας της αδελφής του αναιρεσείοντος και δεν ήταν αναγκαίο κατά νόμο, όπως αβασίμως υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα να γίνεται αναλυτική παράθεση ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους.

Οι λοιπές, περιλαμβανόμενες στον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των εις βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του α¬ποδεικτικού πορίσματος της, επειδή από αυτά συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, συμπεράσματα διαφορετικά από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως, ο σχετικός με τα παραπάνω, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση της, με τη μορφή ασαφειών, αντιφάσεων και λογικών κενών ή με τη διαφορετική αξιολογική εκτίμηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, η κατά τα προαναφερόμενα προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του.

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171§2 και 333§2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής.

Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84§2 του ΠΚ, αφού σε περίπτωση αναγνώρισής της επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83 του αυτού Κώδικα, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση ιδρύεται ο από το άρθρο 510§1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 171§2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ) και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β' του ίδιου ως άνω Κώδικα. Προϋπόθεση όμως της έρευνας ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προ¬βολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης.

Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή το χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο ως τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή τη ρητή απόρριψή του.

Ως ελαφρυντικές δε περιστάσεις θεωρούνται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84§2 του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 και ι¬σχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ως άνω νόμου) ΠΚ, μεταξύ άλλων :1) η υπό στοιχείο α' που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα".

Κριτήριο συνεπώς για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, ή έχει διαπράξει κάποιο ελαφρό όμως, πλημμέλημα, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής και του Δικαστή δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από τα άρθρο 178 του ΚΠΔ.

Υπό την ισχύ λοιπόν, του νέου ΠΚ και κατά τα αναγρα¬φόμενα χαρακτηριστικά στην αιτιολογική του έκθεση (σελ.6 και 22) αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής του προϊσχύσαντος ΠΚ, υιοθετήθηκε το ορθολογικότερο και δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής, ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση εκείνου, το οποίο είναι νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου, στο οποίο ο υπεύθυνος πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει όπως ο ίδιος κρίνει, οφείλοντας μόνο, να συμμορφώνεται στο νόμο, μη απαιτουμένης πλέον της εκπλήρωσης ηθικών καθηκόντων, που έχει φυσικοδικαιϊκό χαρακτήρα, ασυμβίβαστο με τη θετικότητα του ποινικού δικαίου, απλά επιδεικνύοντας διαρκή σεβασμό στα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά, τα οποία αποτελούν το περιεχόμενο αυτού, σύμφωνα με την συνταγματικά κατοχυρωμένη "αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου", δια της οποίας αναδεικνύεται η διαλεκτική σχέση και το αδιαίρετο της προσωπικής ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης (σελ3 Αιτιολογικής έκθεσης του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ).

Έτσι, όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει μεν καταδικαστεί, αλλά για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9§1εδ.β') "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή, ενώ το δικάζον Δικαστήριο για να αναγνωρίσει την συνδρομή της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης οφείλει να διαπιστώσει το σύννομο βίο του δράστη, διαγιγνώσκοντας στο πρόσωπο του το διαρκή σεβασμό του στα παραπάνω έννομα αγαθά και δικαιούμενο να ελέγξει μόνο τις περιστάσεις τέλεσης της εκδικαζόμενης αξιόποινης πράξης, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 177 και 178 ΚΠΔ, με τις οποίες διασαφηνίζεται η υποχρέωση του να εξετάζει και μάλιστα αυτεπαγγέλτως κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, να καταλήξει στην κρίση ότι το δικαζόμενο έγκλημα εμφανίζεται ως εξαίρεση στην κατά τα ως άνω σταθερή στάση της ζωής του.

Υπό την έννοια αυτή, η σύννομη ζωή του υπαιτίου αποδεικνύεται πρωτίστως με την απουσία από το ποινικό του μητρώο καταδικαστικών δικαστικών αποφάσεων, του λευκού ποινικού του μητρώου συνιστώντος αναμφίβολα ένα ισχυρό (μαχητό) τεκμήριο για την ύπαρξη προηγούμενης σύννομης ζωής, χωρίς όμως τούτο να αποτελεί και το μοναδικό κριτήριο για την ουσιαστική αξιολόγηση του σύννομου, αφού, κατά τα προηγουμένως εκτιθέμενα η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με τον πραγματικό σεβασμό των κατά τα ως άνω προστατευόμενων στο κράτος δικαίου εννόμων αγαθών.

Τούτο προκύπτει και εξ' αντιδιαστολής από την ίδια την ως άνω διάταξη του άρθρου 84§1 περ. α του ΠΚ , κατά την οποία δεν αποκλείεται η αναγνώριση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του υπαιτίου για ελαφρό πλημμέλημα, αλλά εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος Δικαστηρίου να αξιολογήσει το τελεσθέν πλημμέλημα ως ελαφρό ή μη, συνεκτιμώντας παράλληλα και τις περιστάσεις τέλεσης του δικαζόμενου εγκλήματος και τη χρονική απόσταση της παλαιότερης καταδίκης από τη νέα εκδικαζόμενη πράξη.

Έτσι, για το ορισμένο του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά σύννομης προηγούμενης ζωής του υπαιτίου, η οποία υπάρχει όταν αυτός στη διάρκεια του πριν από την τέλεση της δικαζόμενης πράξης χρόνου, στην καθημερινή του συμβίωση με τους άλλους σέβεται τα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά και συμμορφώνεται με τις επιταγές του νόμου, στην έννοια του οποίου διαλαμβάνονται και οι δεσμευτικοί κανόνες της κοινωνίας μέσα στην οποία αυτός διαβιεί, με την ελεύθερη βούληση και επιλογή του, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία, δηλαδή ως ένα γεγονός το οποίο δεν ήταν αναμενόμενο από τον συγκεκριμένο δράστη (ΑΠ 20/2020, ΑΠ 1466/2019), και ι) η υπό στοιχείο ε', που συνίσταται στο ότι "ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα με¬τά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του".

Η διάταξη αυτή που αφορά στην ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, για την αναγνώριση της συνδρομής της οποίας πρέπει η συμπεριφορά του δράστη να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και για το ορισμένο του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης αυτού, από τα οποία να προκύπτει σαφής ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του (ΑΠ 20/2020, ΑΠ 1724/2019, ΑΠ 226/ 2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του Δικαστηρίου, έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου και προέβαλε προφορικά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου σύννομου βίου και της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του (από το άρθρο 84§ 2α'και ε' του ΠΚ) και ζήτησε, κατά τα αναγραφόμενα κατά λέξη στα ως άνω πρακτικά: "...να αναγνωριστούν στο πρόσωπο του εντολέα του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του αρ. 84 παρ. 2α ΠΚ καθώς και του αρ. 84 παρ.2ε ΠΚ".

Το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αόριστους τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, κατά πλειοψηφία 4-3, ως προς την αναγνώριση της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84§ 2α'ΠΚ) και ομόφωνα ως προς την αναγνώριση της συνδρο¬μής της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84§ 2ε' ΠΚ), κρίνοντας κατά λέξη και κατά τα αναγρα¬φόμενα στο σχετικό, σκεπτικό του, τα ακόλουθα: "Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, που προβλήθηκαν δια του συνηγόρου του, περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρ. 84§ 2 α και ε Π.Κ.

πρέπει να απορριφθούν κατά πλειοψηφία ο πρώτος (84§2α Π.Κ.) και ομοφώνως ο δεύτερος (84§2ε Π.Κ.) προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, αφού προβλήθηκαν χωρίς επίκληση των προς θεμελίωσή τους αναγκαίων πραγματικών περιστατικών....., μόνη δε η επίκληση νομικής διάταξης, όπως εν προκειμένω, που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση, δεν αρκεί.

Ακόμη όμως και να ήθελε κριθούν ορισμένοι πρέπει να απορριφθούν κατά πλειοψηφία ο πρώτος (84§2α Π.Κ.) και ομοφώνως ο δεύτερος (84§2ε Π.Κ.) ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Ειδικότερα και όσον αφορά τον ερειδόμενο στο άρθρ. 84§2α Π.κ. αυτοτελή ισχυρισμό λεκτέα τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, γεννηθείς το 1970 κατά τα ως άνω, κατά το χρονικό διάστημα τουλάχιστον από το 2001 έως και τον Ιούνιο του 2003, ήταν τακτικός θαμώνας του κείμενου στο Αγρίνιο καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος με τον διακριτικό τίτλο "..., στο οποίο σύχναζε η πλειονότητα της μαθητιώσας νεολαίας της πόλης για να ακούει "hard rock και heavy metal" μουσική.

Ο ανωτέρω, με εναλλακτική εξωτερική εμφάνιση (κοτσίδα, τατουάζ, ροκ ενδυμασία), δηλαδή μιμούμενος είδωλα και ινδάλματα του μουσικού κινήματος που προσελκύει τη νεολαία, εμφανιζόταν στον παραπάνω χώρο, με το όνομα "Σ.", ως καλός επαγγελματίας (φωτογράφος) και ένθερμος οπαδός της ξένης μουσικής και επεδίωκε να προσεγγίσει και πράγματι συναναστρεφόταν ανηλίκους μαθητές, στους οποίους ήταν αρκετά δημοφιλής και αποτελούσε πρότυπο τους.

Η επαφή του με τους παραπάνω μαθητές, μεταξύ των οποίων και ο παθών Γ. Κ., και ο χώρος και ο τρόπος που την επεδίωκε, φανερώνει ουσιαστική εκτροπή του από την κανονικότητα των κοινωνικών σχέσεων και δόλια και μεθοδευμένη προσέγγιση της παιδικής αφέλειας και ανωριμότητας, προκειμένου να ικανοποιήσει και να υποτάξει ανήλικα στις σεξουαλικές ορέξεις του, όπως και έπραξε κατά τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά.

Η ως άνω στάση του, που παραβιάζει τους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς και τους κανόνες προστασίας του έννομου αγαθού της παιδικής ηλικίας, δεν συνιστά μεν ποινικώς αξιολογούμενη συμπεριφορά, ούτε προκύπτει τέτοια από το ποινικό του μητρώο, αλλά αναιρεί την έννοια του σύννομου πρότερου βίου, που αυτός υποστηρίζει ότι είχε.

Ένα μέλος όμως του Δικαστηρίου, ήτοι ο ένορκος Μ. Γ., είχε τη γνώμη ότι έπρεπε να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο η ελαφρυντική περίσταση του ως άνω αρθρ. 84§2α Π.Κ., καθόσον είχε λευκό ποινικό μητρώο. Τέλος και όσον αφορά τον ερειδόμενο στο άρθρ. 84§2ε Π.Κ. αυτοτελή ισχυρισμό δεν αποδείχτηκε θετική ατομική και κοινωνική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, με κριτήριο τη στάση του μέσου, συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης".

Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν υποχρεούτο να αιτιολογήσει την απόφασή του για την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, οι οποίοι όπως προβλήθηκαν μόνον με μνεία των διατάξεων που προβλέπουν την αναγνώριση των ελαφρυντικών αυτών περιστάσεων, χωρίς επίκληση των θεμελιούντων την συνδρομή τους πραγματικών περιστατικών δεν ήταν ορισμένοι, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, και συνακόλουθα το Δικαστήριο, απορρίπτοντας αυτούς προεχόντως ως αόριστους, δεν ήταν περαιτέρω υποχρεωμένο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη τους, ως εκ περισσού απήντησε και κρίνοντας ως αβάσιμους αυτούς, τους απέρριψε με την ως άνω αιτιολογία.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του για αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό του των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων και κατόπιν όλων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας καθώς και τα έξοδα του παρασταθέντος ως υποστηρίζοντος την κατηγορία (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), (άρθρο 578 §1 του ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμόν 4/19-2-2020 αίτηση του Σ. Λ. του Τ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τρίπολης, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 61, 62, 63/2019 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στα έξοδα του παραστάντος ως υποστηρίζοντος την κατηγορία τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ