Legislator Case Law & Legislation
1399/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lease termination, ruling tenant's improvements do not justify refusal to return property.

Case Number 1399/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the tenant's appeal against the First Instance Court's decision to reject her claim for damages regarding property improvements. The tenant argued that her enhancements improved the property and that the landlord accepted these changes, yet the First Instance Court held that the tenant must return the leased premises in the condition received. The Court found the First Instance's reasoning legally sound and the appeal inadmissible, ordering the tenant to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 592, 599, 281 of the Civil Code; The tenant's obligation to return the leased property in the original condition prevails over improvements made during the lease, and the acceptance of such improvements by the lessor does not constitute a waiver of the right to restitution or a valid ground for refusing the return of the property.

Keywords

AI generated
lease termination restitution tenant improvements damages accepted improvements waiver original condition obligation inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 592 of the Civil Code
Article 599 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1399 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1399/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ νομίμου συγχωνεύσεως διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Α., 2) Α. Κ. του Α. και 3) Α. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Ταρνατώρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9008/2013, 11967/2014 μη οριστικές και 6761/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 959/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 ΑΚ, ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 592 του ίδιου Κώδικα, ο μισθωτής δεν ευθύνεται για φθορές ή μεταβολές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 574, 594, 330, 297 και 298 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρ. 44 π.δ. 34/ 1995), προκύπτει ότι ο μισθωτής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον εκμισθωτή για κάθε θετική και αποθετική ζημία που υφίσταται ο τελευταίος, υπό την προϋπόθεση να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, για τις φθορές ή μεταβολές που προκλήθηκαν στο μίσθιο, με εξαίρεση αυτές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση.

Ειδικά, σε περίπτωση καταστροφής ή αφαίρεσης πράγματος του μισθίου, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη δαπάνη για την αντικατάστασή του (ΑΠ 495/2008). Ως συμφωνημένη χρήση νοείται εκείνη που ανταποκρίνεται στις ειδικότερες συμφωνίες και στους συγκεκριμένους σκοπούς των συμβαλλομένων, το είδος και τον προορισμό του μίσθιου πράγματος και, συμπληρωματικά, στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Η έννοια αυτή είναι ευρύτερη από την απλώς συνηθισμένη χρήση, η οποία ισχύει αν δεν υπάρχει ιδιαίτερη συμφωνία, η οποία επιτρέπεται, κατ' άρθρ. 361 ΑΚ, λόγω του ότι οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 591, 592 και 599 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα είναι ενδοτικού δικαίου. Σύμφωνα με αυτά, ο εκμισθωτής, ασκώντας, πριν ή κατά ή μετά τη λύση της μίσθωσης (ΑΠ 1413/2008), με αγωγή αποζημίωσης (ή με ένσταση συμψηφισμού), την αξίωσή του για τις φθορές ή μεταβολές που προκλήθηκαν στο μίσθιο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, οφείλει, για το ορισμένο της αγωγής του, κατ' άρθρ. 118 εδάφ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να επικαλεστεί και αποδείξει τις εν λόγω φθορές και μεταβολές και το ποσό της ζημίας που υφίσταται από αυτές, όχι, όμως, και την κατάσταση του μισθίου στην έναρξη της μίσθωσης (ΑΠ 938/2018), ενώ απόκειται στον εναγόμενο μισθωτή να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, ότι αυτές οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση ή σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη ή σε ανώτερη βία (ΑΠ 938/2018, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 681/2015, ΑΠ 1807/2012).

Περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι οι φθορές ή μεταβολές που προκλήθηκαν από τον μισθωτή οφείλονται ή όχι στη συμφωνημένη χρήση είναι κρίση ουσιαστική, μη υποκείμενη στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 938/2018, ΑΠ 529/ 2017, ΑΠ 681/2015, ΑΠ 633/2010). Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.

Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 314/2004).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές), κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ, που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 315/2013, ΑΠ 17/2000).

Ο ίδιος λόγος είναι αόριστος (άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ), αν στο αναιρετήριο δεν ιστορείται ότι το απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 2274/ 2014). Στην ερευνώμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν με την ένδικη, από 23-11-2011 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 45347/2011, αγωγή τους τα εξής, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη:

Με το από 7-9-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό (συν)εκμίσθωσαν στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία "...", μετέπειτα "... S.A." και ήδη αναιρεσείουσα, για χρονική περίοδο δώδεκα ετών, έξι συνεχόμενες ισόγειες αποθήκες, όπως αυτές, κατά τα λοιπά, περιγράφονται, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τη μισθώτρια ως συνεργείο φορτηγών αυτοκινήτων, αντί του αναφερόμενου μηνιαίου μισθώματος, το οποίο, στη συνέχεια, με το από 16-11-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, μειώθηκε στο ποσό των 9500 ευρώ (μηνιαίως), πλέον του τέλους χαρτοσήμου.

Η μίσθωση αυτή λύθηκε στις 30-9-2011 με την από 28-6-2011 καταγγελία της μισθώτριας, σύμφωνα με το άρθρο 43 του π.δ/τος 34/1995. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα που η μισθώτρια χρησιμοποίησε τα μίσθια, η τελευταία πραγματοποίησε, για να διευκολυνθεί στη χρήση τους, κατά τη συμφωνία των συμβαλλομένων, μεγάλες τροποποιήσεις, σε σύγκριση με την προηγούμενη κατάσταση, όπως αυτή προβλεπόταν στη σχετική οικοδομική άδεια, τόσο στην εξωτερική όσο και στην εσωτερική μορφή τους, χωρίς να απαιτούνταν συναίνεση των εκμισθωτών, οι οποίοι, όμως, θα μπορούσαν να αξιώσουν την αποκατάσταση των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση μετά την αποχώρηση της μισθώτριας από τα μίσθια, όπως ρητά είχε συμφωνηθεί με τον όγδοο όρο του πιο πάνω, από 7-9-2007, συμφωνητικού μίσθωσης.

Από τις επεμβάσεις αυτές της μισθώτριας, όπως διαλαμβάνονται στην αγωγή, προκλήθηκαν φθορές και μετατροπές σε τμήματα των μισθίων, οι οποίες αλλοιώνουν, εξωτερικά και εσωτερικά, την αρχιτεκτονική και τη λειτουργικότητά τους, μεταμορφώνουν την προηγούμενη φυσιογνωμία τους και, σε ορισμένα σημεία, τη δυνατότητα χρήσης τους, άρα και εμπορικής εκμετάλλευσης, για την αποκατάσταση των οποίων θα απαιτηθούν τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, συνολικά ποσό 190.000 ευρώ, του οποίου και την επιδίκαση οι ενάγοντες ζήτησαν, ως αποζημίωση, κατά τις παρατιθέμενες, για τον καθέναν, διακρίσεις.

Με τέτοιο περιεχόμενο (και αίτημα) η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, όπως ορθά δέχθηκε και το Εφετείο. Ειδικότερα, από τον παραδεκτό, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, έλεγχο του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι 1) οι αναφερόμενες σ' αυτή φθορές, βλάβες και μετατροπές - τροποποιήσεις των μίσθιων ακινήτων για την αποκατάσταση των οποίων ζητείται αποζημίωση περιγράφονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, κατά την έκτασή τους και κατά το είδος τους, καθώς και κατά το κόστος που απαιτείται για την αποκατάσταση της καθεμίας από αυτές (κατά τιμή μονάδας - εμβαδού ή όγκου - ή κατ' αποκοπή), με την ενσωμάτωση μάλιστα στο δικόγραφο της αγωγής των από 17-10-2011 α) "τεχνικής έκθεσης - μελέτης αυτοψίας" και β) "προϋπολογισμού εργασιών" του πολιτικού μηχανικού Α.

Η.. Δεν ήταν, συνεπώς, αναγκαίο να διαλαμβάνεται περαιτέρω ανάλυση της κάθε δαπάνης, πολύ περισσότερο με τον λεπτομερειακό τρόπο που προσδιορίζει η αναιρεσείουσα, η οποία (δαπάνη), άλλωστε, μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις. Επίσης, περιγράφονται και τα μίσθια ακίνητα στην κατάσταση που τα παρέλαβαν οι αναιρεσίβλητοι (βλ.

ιδίως σελίδες 6 επ. της αγωγής), χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, και η κατάστασή τους κατά την έναρξη της μίσθωσης και 2) έστω και αν οι επίμαχες φθορές και μεταβολές συμφωνήθηκαν ως αναγκαίες για τη συμφωνημένη χρήση των μισθίων, χωρίς να απαιτούνταν, για την πραγματοποίηση των μεταβολών αυτών, η συναίνεση των εκμισθωτών, και τα μίσθια ήταν αποδοτέα, κατά τη λήξη της μίσθωσης, με τις εν λόγω μεταβολές - φθορές, οι εκμισθωτές - αναιρεσίβλητοι διατηρούσαν την αξίωση να ζητήσουν αποζημίωση, μετά την αποχώρηση της μισθώτριας από τα μίσθια, για την επαναφορά αυτών στην προηγούμενη κατάσταση, όπως ρητά, κατά την αγωγή, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων με τον όγδοο όρο του από 7-9-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη 959/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης οι από τους αριθμούς 14 και 1, αντίστοιχα, του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή 1) ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, επειδή, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας (που προέβαλε τον οικείο ισχυρισμό πρωτοδίκως, αλλά και με τον πρώτο λόγο της έφεσής της), στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα απαραίτητα προς θεμελίωσή της στοιχεία και συγκεκριμένα α) ποία η κατάσταση των μίσθιων ακινήτων κατά το χρόνο παράδοσης και απόδοσής τους, β) σε τι συνίστανται οι φθορές και σε τι οι μεταβολές και γ) ποία η δαπάνη αποκατάστασής τους, όπως εκθέτει στις σελίδες 4η έως και 6η του αναιρετηρίου, καθόσον δεν προσδιορίζονται η αμοιβή εργασίας και υλικών κατ' αποκοπή ή κατά μονάδα εμβαδού ή όγκου, όπως συνηθίζεται στις συναλλαγές, ούτε γίνεται μνεία ότι οι τιμές είναι "ειθισμένες ή τρέχουσες" και, αλλιώς, 2) ως νομικά αβάσιμη, με την επίκληση ότι, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι αναφερόμενες σ' αυτή μεταβολές και φθορές συμφωνήθηκαν ως αναγκαίες για τη συμφωνημένη χρήση των μισθίων και με αυτές τις μεταβολές - φθορές έπρεπε να αποδοθούν τα μίσθια κατά τη λήξη της μίσθωσης, το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατιθέμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, ΑΠ 163/ 2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/2011).

Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 215/2016, ΑΠ 84/2008).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την αναιρεσιβαλλόμενη 959/2017 απόφασή του που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά και σε σχέση με τους εξεταζόμενους αναιρετικούς λόγους: [Δυνάμει του από 7-9-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού οι ενάγοντες συνεκμίσθωσαν στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρία για χρονική περίοδο δώδεκα ετών...

έξι συνεχόμενες ισόγειες αποθήκες, εμβαδού 500 τ.μ., κείμενες στο αγροτεμάχιο 1144, στο 11ο χλμ. της Ε.Ο. ..., στη ..., ιδιοκτησίας οι τρεις εξ αυτών του πρώτου ενάγοντος, οι δύο εξ αυτών του δεύτερου ενάγοντος και η μία εξ αυτών του τρίτου ενάγοντος, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από την εναγομένη ως επαγγελματική στέγη και ειδικότερα ως συνεργείο φορτηγών αυτοκινήτων, αντί μηνιαίου μισθώματος, προκαταβαλλόμενου μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μισθωτικού μήνα, ύψους καταρχήν 10.500 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου 3,6%, το οποίο συμφωνήθηκε να βαρύνει τη μισθώτρια...., αναπροσαρμοζόμενο (αυξανόμενο) ετησίως κατά το ποσοστό της μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή πλέον μίας μονάδας.

Κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης μίσθωσης και για την πιστή και ακριβή τήρηση των όρων της, η μισθώτρια κατέβαλε στους ενάγοντες το ποσό των 21.000 ευρώ ως "εγγύηση", με τη συμφωνία το ποσό αυτό να επιστραφεί στη μισθώτρια άτοκα μετά τη λύση της μίσθωσης και την παράδοση του μισθίου, υπό τον όρο της πλήρους αποκατάστασης τυχόν ζημιών και της εξόφλησης όλων των εκκρεμών οικονομικών υποχρεώσεών της...

Δυνάμει του αυτού ιδιωτικού συμφωνητικού ρητά επίσης συμφωνήθηκε ότι η μισθώτρια επιτρέπεται να ενεργήσει οποιαδήποτε τροποποίηση ή μεταρρύθμιση, εσωτερική ή εξωτερική, του μισθίου, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή της μίσθωσης, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση των εκμισθωτών, καθώς και ότι η μισθώτρια κατά την αποχώρησή της από το μίσθιο έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει οποιαδήποτε προσθήκη ή κατασκευή έχει προσθέσει στο μίσθιο, η οποία μπορεί να αφαιρεθεί χωρίς βλάβη του μισθίου, οι δε εκμισθωτές θα μπορούν να αξιώσουν την.

αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (βλ. άρθρο 8 του ανωτέρω συμφωνητικού). Ακολούθως, δυνάμει του από 16-11-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού οι διάδικοι συμφώνησαν τη μείωση του μηνιαίου καταβλητέου μισθώματος στο ποσό των 9.500 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου 3,6%, για τη χρονική περίοδο από 1-1-2011 έως 31-12-2012...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι βάσει της συμβατικής ευχέρειας, που της παρεχόταν με τον προαναφερθέντα 8ο όρο του από 7-9-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, η μισθώτρια, μετά την παραλαβή του μισθίου, πραγματοποίησε σ' αυτό, προκειμένου να το καταστήσει κατάλληλο για τη συμφωνημένη επαγγελματική χρήση, πολλές μεταβολές και προσθήκες στον εσωτερικό και εξωτερικό χώρο του κτιρίου.

Ειδικότερα: α) προέβη στη διάνοιξη δύο υπόγειων τάφρων, μήκους 23 μ., μεταβλητού πλάτους 1,20 μ. και βάθους 1,70 μ., που χρησίμευαν για την εξέταση των οχημάτων από την κάτω πλευρά τους, προξενώντας διάρρηξη του βιομηχανικού δαπέδου και του οπλισμένου σκυροδέματος, β) κατήργησε τη στεγανή δεξαμενή λυμάτων που βρισκόταν στο εσωτερικό γωνιακό τμήμα του κτιρίου, γ) κατήργησε την υπόγεια δεξαμενή νερού πυροπροστασίας, χωρητικότητας 60 κ.μ., δ) τοποθέτησε μεταλλικούς στυλίσκους κατά μήκος των τάφρων επίσης με διάτρηση του βιομηχανικού δαπέδου, ε) κατήργησε τα υαλοστάσια των παραθύρων στην πρόσοψη του κτιρίου, στ) προέβη στη διάτρηση των εξωτερικών πάνελ του κτιρίου για τη στερέωση διαφημιστικών πινακίδων, τις οποίες αφαίρεσε κατά την αποχώρηση της, παρέμειναν ωστόσο οι τρύπες και τα μπαλώματα (αλληλοεπικαλύψεις), ζ) κατήργησε τις δύο ακραίες συρόμενες μεταλλικές θύρες εισόδου και τις αντικατέστησε με μία μεγάλη στο κέντρο της εισόδου.

Πέραν αυτών, κατά την εκτέλεση των παραπάνω τροποποιήσεων, η μισθώτρια, προφανώς από αστοχία, προέβη και στη διακοπή της συνδετήριας δοκού στη θεμελίωση, διαστάσεων κατ' εκτίμηση 20/60. Όσον αφορά τις λοιπές ζημίες και φθορές που επικαλούνται οι ενάγοντες, αυτές αποδείχθηκε ότι βρίσκονται εντός των ορίων της συμφωνημένης και συνήθους χρήσης και, επομένως, δεν υπάρχει υποχρέωση αποκατάστασής τους από τη μισθώτρια.

Το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για τα παραπάνω, στηριζόμενο στις υπ' αριθμ. κατάθεσης …50/2013 και ….04/2014 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Α. Β., που διορίστηκε με τις υπ' αριθμ. 9008/2013 και 11967/2014 προδικαστικές αποφάσεις αυτού του δικαστηρίου, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρο 387 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες από 17-10-2011, 21-11-2013 και 24-10-2014 ιδιωτικές τεχνικές πραγματογνωμοσύνες, που συντάχθηκαν με επιμέλειά τους από τον πολιτικό μηχανικό Α.

Η., και τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη από 15-11-2012 και 10-10-2014 ιδιωτικές τεχνικές πραγματογνωμοσύνες, που συντάχθηκαν με επιμέλειά της από τον τεχνικό της σύμβουλο πολιτικό μηχανικό Θ. Π., οι οποίες επίσης εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρο 390 ΚΠολΔ). Εξάλλου, η μισθώτρια ισχυρίζεται ότι δεν υπέχει συμβατική υποχρέωση άρσεως των παραπάνω τροποποιήσεων που επέφερε στο μίσθιο και επαναφοράς του μισθίου στην αρχική κατάσταση και μορφή, όπως ζητούν οι εκμισθωτές, καθότι για τις ανωτέρω προσθήκες και τροποποιήσεις υπήρξε συναίνεση από τους εκμισθωτές, ενώ επίσης κατόπιν των τροποποιήσεων αυτών αναβαθμίστηκε το μίσθιο και αυξήθηκε η εμπορική του αξία.

Ο ισχυρισμός της όμως αυτός δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθότι με τον προαναφερθέντα 8ο όρο του μισθωτήριου συμφωνητικού ρητά ορίστηκε ότι η μισθώτρια θα μπορούσε μεν να ενεργήσει οποιαδήποτε τροποποίηση ή μεταρρύθμιση, εσωτερική ή εξωτερική, του μισθίου, οι εκμισθωτές ωστόσο θα μπορούν να αξιώσουν την αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση μετά τη λύση της μίσθωσης.

Επομένως, ο παραπάνω ισχυρισμός της μισθώτριας δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή, διότι από τον ανωτέρω όρο του μισθωτήριου συμφωνητικού υπέχει υποχρέωση επαναφοράς του μισθίου στην αρχική του κατάσταση, αν το ζητήσουν οι εκμισθωτές, στη διακριτική ευχέρεια των οποίων αφέθηκε να επιλέξουν, αν θα κρατήσουν το μίσθιο με τις προσθήκες του ή αν θα ζητήσουν την άρση αυτών.

Συνεπώς, με βάση τη μισθωτική σύμβαση οι εκμισθωτές δικαιούνται να αξιώσουν την επαναφορά του μισθίου στην αρχική του κατάσταση με δαπάνες της μισθώτριας. Δηλαδή οι παραπάνω εκτεταμένες τροποποιήσεις και διαρρυθμίσεις στο μίσθιο ήταν μεν αναγκαίες και αναπόφευκτες παρεμβάσεις προκειμένου να λειτουργήσει αυτό ως συνεργείο φορτηγών αυτοκινήτων, όφειλε όμως η εναγομένη, πριν αποδώσει το μίσθιο στους ενάγοντες, να τις αποκαταστήσει με δικές της δαπάνες και να επαναφέρει το μίσθιο στην κατάσταση που ήταν, όταν το παρέλαβε, στο μέτρο που αυτές λειτουργούσαν απαξιωτικά στο πνεύμα της αρχικής οικοδομικής άδειας (συναρμολογούμενες μεταλλικές αποθήκες εμπορευμάτων) και, κατά συνέπεια, στη βούληση των ιδιοκτητών, που την εξέδωσαν.

Εξαίρεση, λοιπόν, αποτελούν μόνο οι φθορές από τη συνήθη χρήση του μισθίου, καθώς και οι επεμβάσεις και τροποποιήσεις, που αποτελούν προϋπόθεση λειτουργίας οποιασδήποτε μελλοντικής άλλης χρήσης μη εξαιρουμένης και αυτής της αποθήκευσης εμπορευμάτων, όπως, για παράδειγμα, η κατασκευή από την εναγομένη του συγκοινωνιακού κόμβου στην πρόσοψη του κτιρίου επί του παράπλευρου οδικού δικτύου της Εθνικής Οδού ....

Ενόψει των ανωτέρω, αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη ότι ο ανωτέρω όρος είχε την έννοια της αποκατάστασης μόνον των φθορών, που ήταν δυνατόν να προκληθούν από την τυχόν αφαίρεση των εξαρτημάτων, προσθηκών και κατασκευών, που μπορούν να αφαιρεθούν και που η μισθώτρια θα επέλεγε να αφαιρέσει, ασκώντας το σχετικό δικαίωμα, που της παρείχε η μισθωτική σύμβαση.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τις παραπάνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Α. Β. και τις εκατέρωθεν προσκομιζόμενες από τους διαδίκους τεχνικές γνωμοδοτήσεις, καταλήγει στο ότι το κόστος αποκατάστασης των παραπάνω φθορών και μεταβολών στο μίσθιο ανέρχεται...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 2-10-2015 έφεση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων (εκμισθωτών), ενώ δέχθηκε, κατά ένα μέρος, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, την από 3-9-2015 έφεση της εναγομένης - αναιρεσείουσας (μισθώτριας), που συνεκδικάστηκαν, κατά της πρωτόδικης 6761/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (είχε προηγηθεί η έκδοση των 9008/2013 και 11.967/2014 μη οριστικών αποφάσεων του ίδιου δικαστηρίου για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και συμπλήρωση αυτής, αντίστοιχα) και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ένδικη, από 23-11-2011, αγωγή, την οποία και δέχθηκε, εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη, επιδικάζοντας, τελικά, στους εκμισθωτές ενάγοντες το συνολικό ποσό των 27.545 ευρώ [α) ως αποζημίωση, για την προαναφερόμενη αιτία, 39.045 ευρώ και β) για ένα οφειλόμενο μίσθωμα, ως αποζημίωση, εξαιτίας της πρόωρης λύσης της μίσθωσης με την, κατ' άρθρ. 43 π.

δ/τος 34/1995, καταγγελία της μισθώτριας, 9500 ευρώ, μετ'αφαίρεση του ποσού της "εγγύησης" των 21.000 ευρώ]. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 592, 594 και 599 παρ. 1 (καθώς και 361) ΑΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή τους και, ως εκ τούτου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του, δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, ότι υπάρχει κενό στη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλόμενων μερών ή ασάφεια, σχετικά με την έννοια των δηλώσεών τους, κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης μισθώσεως, κατά το μέρος που αναφέρεται στην αξίωση των εκμισθωτών να απαιτήσουν από τη μισθώτρια την επαναφορά των μισθίων στην προηγούμενη κατάστασή τους, δεχόμενο ότι οι εκμισθωτές είχαν την αξίωση, κατά τον σχετικό συμβατικό όρο, να απαιτήσουν από τη μισθώτρια, πριν τους αποδώσει τα μίσθια, να αποκαταστήσει, με δικές της δαπάνες, τις εκτεταμένες τροποποιήσεις και διαρρυθμίσεις που πραγματοποίησε στα μίσθια (με εξαίρεση τις φθορές που οφείλονται στη συνηθισμένη χρήση) και να επαναφέρει αυτά στην κατάσταση που ήταν όταν τα παρέλαβε, στο μέτρο που οι εν λόγω μεταβολές λειτουργούσαν απαξιωτικά στα προβλεπόμενα στην αρχική οικοδομική άδεια (συναρμολογούμενες μεταλλικές αποθήκες εμπορευμάτων) και όχι μόνο την αποκατάσταση των φθορών που θα προκαλούνταν από την τυχόν αφαίρεση εξαρτημάτων, προσθηκών και κατασκευών που μπορούσε να αφαιρέσει, όπως είχε συμφωνηθεί, η μισθώτρια κατά την αποχώρησή της από τα μίσθια.

Κατά συνέπεια, αφού το Εφετείο έκρινε ότι η δικαιοπραξία, κατά το σημείο τούτο, είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, ορθά δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ που δεν ήταν εφαρμοστέοι στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, δεν υπάρχει αντίφαση στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η οποία δέχεται, αρχικά, ότι οι τροποποιήσεις και διαρρυθμίσεις στα μίσθια ήταν αναγκαίες για να λειτουργήσουν αυτά ως συνεργείο φορτηγών αυτοκινήτων, όπως συμφωνήθηκε, πλην όμως, ακολούθως, κρίνει (κατά την αναιρεσείουσα, αντιφατικά), αφενός μεν ότι όλες αυτές οι μη αυθαίρετες μεταβολές πρέπει να αποκατασταθούν από τη μισθώτρια με δικές της δαπάνες, αφετέρου δε μόνο αυτές που λειτούργησαν απαξιωτικά στο πνεύμα της αρχικής οικοδομικής άδειας, καθόσον στην εφετειακή απόφαση, όπως έχει προαναφερθεί, προσδιορίζεται, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ποίες ακριβώς μεταβολές κ.λπ.

των μισθίων που α) εκφεύγουν από τη συνηθισμένη χρήση και β) δεν αποτελούν προϋπόθεση για τη λειτουργία οποιασδήποτε άλλης μελλοντικής χρήσης, οφείλει να αποκαταστήσει η μισθώτρια και πώς προκύπτει η υποχρέωσή της αυτή. Συμπερασματικά, το Εφετείο δέχεται ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι οι φθορές και οι μεταβολές συμφωνήθηκαν ως αναγκαίες και αναπόφευκτες για τη (συμφωνημένη) χρήση των μισθίων δεν ασκεί έννομη επιρροή, γιατί δεν αναιρεί την προαναφερόμενη συμβατική υποχρέωσή της να επαναφέρει τα μίσθια στην προηγούμενη - αρχική - κατάσταση, κατά το μέρος που η χρήση αυτών, ως αποθηκών, καθίσταται ανέφικτη.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, για ανεπάρκεια των αιτιολογιών της πληττόμενης απόφασης [κατά τις οποίες (αιτιάσεις) α) δεν αιτιολογείται επαρκώς σε τι συνίσταντο οι επιμέρους "αναγκαίες και αναπόφευκτες" τροποποιήσεις και διαρρυθμίσεις, ποίες από αυτές (που έπρεπε να αποκατασταθούν) και γιατί λειτούργησαν "απαξιωτικά στο πνεύμα της αρχικής οικοδομικής άδειας και στη βούληση των ιδιοκτητών" και σε τι συνίσταται η απαξίωση των μισθίων που προκλήθηκε από αυτές και β) δεν προσδιορίζεται, έστω και μία, άλλη μελλοντική χρήση, την οποία οι επίμαχες μεταβολές θα απέκλειαν], που ανάγονται σε διεξοδική ανάλυση λεπτομερειών, είναι απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, το οποίο (πόρισμα) σαφώς εκτίθεται στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται, επιπλέον, σ' αυτήν τα πιο πάνω στοιχεία που η αναιρεσείουσα παραθέτει και θεωρεί ότι είναι απαραίτητα και, έτσι, με τους λόγους αυτούς, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις παραπάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Άρα, ο σχετικός, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, που είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου ή από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ' αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.

Η αδράνεια αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του.

Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 841/ 2017). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΠ Ολομ., 2/2019, 8/2018, 6/2016, 10/2012, 5/2011, 8/2001).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ Ολομ. 2/2019). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 1548/ 2018, ΑΠ 1951/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 1951/2017), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011). Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, "πράγμα" είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.

Σε περίπτωση που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν ληφθούν υπόψη συνολικά, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρα 262 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 88/1980, ΑΠ 1951/2017).

Συνακόλουθα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, παραλείπει να λάβει υπόψη και περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος, προς θεμελίωση της ένστασής του αυτής, τα οποία, μαζί με εκείνα που αυτός επικαλέστηκε και έλαβε υπόψη το δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην πλημμέλεια του πιο πάνω άρθρου 559 αριθμ. 8 εδάφ.

β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 1109/2012). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την, επικουρική, ένσταση καταχρηστικής άσκησης του υπόψη δικαιώματος των αντιδίκων της, κατ' άρθρ. 281 ΑΚ, αφού δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται αναλυτικά στις σελίδες 15η έως και 18η του αναιρετηρίου (όπως τα είχε προβάλει πρωτοδίκως αλλά και με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της) και που συγκροτούν την ιστορική βάση της ένστασης αυτής.

Ειδικότερα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι η ίδια προέβη στις αναφερόμενες, πολύ επωφελείς για τα μίσθια, εργασίες, μεταρρυθμίσεις και τροποποιήσεις [α) κατασκευή τάφρων, φρεατίων, καινούργιων γραφείων, νέας εισόδου, δεξαμενής νερού πυροπροστασίας, δεξαμενής λυμάτων και δύο συρόμενων μεταλλικών θυρών, β) τοποθέτηση PANELS καμινάδων και εξαεριστήρων, ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, καθώς και διακοσμητικού τούβλου, γ) εγκατάσταση συστήματος συναγερμού, αερολέβητα θέρμανσης, μόνωσης και κόμβου κυκλοφοριακής σύνδεσης και δ) έκδοση αδειών], συνολικής δαπάνης 580.000 ευρώ (όπως η κάθε επιμέρους δαπάνη παρατίθεται λεπτομερώς), που παρέμειναν (τουλάχιστον κατά το ποσό των 425.000 ευρώ που αποτελεί αναπόσβεστη επένδυση) προς όφελος των μισθίων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είχαν γνώση όλων αυτών, χωρίς να εκφράσουν ποτέ την παραμικρή αντίθεση ή διαμαρτυρία και, έτσι, της δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι οι αντίδικοί της δεν πρόκειται ποτέ να ζητήσουν την επαναφορά των μισθίων στην προηγούμενη κατάσταση, καθώς μάλιστα δεν είχαν κανένα όφελος, οικονομικό ή ηθικό, από την επαναφορά αυτή.

Αντίθετα, το Εφετείο απέρριψε την ένστασή της αυτή, με την ακόλουθη αιτιολογία, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: [...η εναγομένη ισχυρίζεται, επικουρικά, ότι οι ενάγοντες ασκούν το δικαίωμα αποζημιώσεως για φθορές του μισθίου καταχρηστικά για το λόγο ότι: α) με τις επεμβάσεις της το μίσθιο αναβαθμίστηκε και, κατά την αποχώρησή της (από προφανή παραδρομή αναγράφεται "τους"), παραδόθηκε σε άριστη κατάσταση και χωρίς αυτό να έχει φθορές και β) διότι οι ενάγοντες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν, παρά αντίθετα επικρότησαν τις διενεργηθείσες τροποποιήσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν σ' αυτήν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα αξιώσουν την επαναφορά του μισθίου στην προηγούμενη κατάσταση.

Σύμφωνα, όμως, με όσα προεκτέθηκαν, τα ανωτέρω υπό στοιχ. α' περιστατικά δεν θεμελιώνουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ αλλά την άρνηση της βάσεως της αγωγής και, εφόσον είναι αληθινά, συνεπάγονται την απόρριψή της, κατά το ανωτέρω αίτημα, ως αναπόδεικτης (ουσιαστικά αβάσιμης), ενώ τα υπό στοιχ. β' περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση της εν λόγω αγωγικής αξίωσης και, ως εκ τούτου, πρέπει η ένσταση αυτή (άρθρου 281 ΑΚ) να απορριφθεί ως μη νόμιμη...].

Ο παρών λόγος είναι, κυρίως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι το Εφετείο, κατά τα προαναφερόμενα, έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε, ρητά, ως νομικά αβάσιμη. Σε κάθε περίπτωση, τα επικαλούμενα περιστατικά που, κατά την αναιρεσείουσα, δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν συνιστούν "πράγματα" που καθιστούν, το καθένα χωριστά ή όλα μαζί, καταχρηστική την άσκηση του επίδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα που στηρίζουν τον σχετικό ισχυρισμό της (και που λήφθηκε υπόψη, στο σύνολό του, και απορρίφθηκε από το Εφετείο, έστω και εκ του πράγματος) και, συνεπώς, η μη λήψη αυτών από το Εφετείο δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο, από την παραπάνω διάταξη, αναιρετικό λόγο.

IV. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Μαΐου 2018 και με αύξοντα (ειδικό) αριθμό κατάθεσης 138/29-5-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 959/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ